Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2011

Εκεί κάποτε ζούσαν λογοτέχνες…

Ποια τύχη είχε το σπίτι του Α. Καρκαβίτσα και πώς προσπαθούν να σώσουν αυτό του Τζ. Ντ. Μπάλαρντ.

Πριν λίγες ημέρες κατεδαφίστηκε το παραλιακό σπίτι της οικογένειας του Ανδρέα Καρκαβίτσα στα Λεχαινά της Ηλείας. Ο τοπικός σύλλογος οικιστών προέβη σε μια κατεδάφιση με συνοπτικές διαδικασίες, πρώτον επειδή το θεώρησε ένα ρυπαρό ερείπιο και δεύτερον επειδή στη θέση του πρόκειται -όπως είπαν- να κατασκευαστεί πλατεία. Τα μέλη του συλλόγου, μετά τις έντονες αντιδράσεις που προκάλεσε η είδηση, επεσήμανα ότι απλώς απομάκρυναν τα μπάζα ούτως ώστε ν' αναδειχθεί ο χώρος. Οι συγγενείς του συγγραφέα, που δεν ενημερώθηκαν σχετικά, χαρακτήρισαν την ενέργεια αυθαίρετη και προκλητική δηλώνοντας ότι θα κινηθούν δικαστικά.

Το 1997 το σπίτι, στο οποίο έμενε ο αδελφός του συγγραφέα Κώστας Καρκαβίτσας και είχε χτίσει ο πατέρας του Δημήτριος το 1840, χαρακτηρίστηκε αυθαίρετο. Οι συγγενείς υπέβαλαν ένσταση στην Πολεοδομία Αμαλιάδας τότε και στη συνέχεια, όταν ζήτησαν να προβούν σε επιδιορθώσεις στο σπίτι, ένα κτίσμα σημαντικό για την περιοχή, οι αρμόδιες υπηρεσίες δεν τους το επέτρεψαν, όπως είπαν.

Την ίδια στιγμή στο σπίτι του άγγλου συγγραφέα Τζέιμς Τζ. Μπάλαρντ, στο προάστιο Σέπερτον του Λονδίνου, έχει μπει πωλητήριο. Εκεί έζησε και έγραψε ο δημοφιλής συγγραφέας απ' το 1960 μέχρι το 2009 που πέθανε σε ηλικία 78 ετών νικημένος απ' τον καρκίνο του προστάτη. Ο συγγραφέας που γεννήθηκε στη Σαγκάη, βρέθηκε κρατούμενος σε ιαπωνικό στρατόπεδο συγκέντρωσης μετά τον βομβαρδισμό του Περλ Χάρμπορ. Η οικογένειά του έζησε τρία χρόνια πίσω από τα κάγκελα και μετά επέστρεψε στην Αγγλία το 1943.

Ο Τζέιμς Τζ. Μπάλαρντ θεωρείται ένας απ' τους εκφραστές του νέου κύματος της επιστημονικής φαντασίας στο αγγλικό μυθιστόρημα -μολονότι και η θεματολογία του και οι ανησυχίες του ήταν σαφέστατα ευρύτερες. Όταν ο Μπάλαρντ πήγε στο Σέπερτον εντυπωσιάστηκε απ' την απροκάλυπτη διαστροφή του «πολιτισμού» που προσποιείται ότι είναι πολιτισμός. «Εκεί ήταν το μέρος του. Ο Μπάλαρντ πήγε όπου υπήρχε το περίεργο, το παράδοξο και έμεινε εκεί» γράφει στην εφημερίδα Guardian ο Σαμ Λιθ «ό,τι αυτός έβλεπε ως περίεργο ή παράδοξο, εμείς το βλέπουμε φυσιολογικό».

Είναι παράξενο που ένας εκ των πλέον παράξενων συγγραφέων επέδειξε τέτοια αφοσίωση σ' ένα τόσο συνηθισμένο μέρος. Αλλά, συνεχίζει ο Λιθ, «μας δίνει και μια ιδέα για το πώς η ζωή διαμόρφωσε την τέχνη του. Το εκπληκτικό με τα "Θαύματα της ζωής" (Οξύ, 2009), μια αυτοβιογραφία του 2008 με υπότιτλο "απ' τη Σαγκάη στο Σέπερτον", είναι πως αυτά που θεωρούσαμε εξωτικές ονειρικές εικόνες στο πρώιμο έργο του - άδεις πισίνες, εγκαταλελειμμένους διαδρόμους αεροδρομίου, την αντιπαραβολή των καλών τρόπων με την απόλυτη ψύχωση, τις περίεργες συμπτώσεις της κτηνωδίας και της ευπρέπειας - ήταν επί της ουσίας οι καρποί των παιδικών του χρόνων που σημαδεύτηκαν απ' την εμπόλεμη κατάσταση στην Κίνα».

Ο πρωταγωνιστής του «Crash» που εξέδωσε ο συγγραφέας το 1973 («Σύγκρουση» στα ελληνικά απ' τις εκδόσεις Απόπειρα, 1992), όπου οι άνθρωποι διεγείρονται σεξουαλικά απ' τα αυτοκινητικά ατυχήματα, κινείται στην ευρύτερη περιοχή του Σέπερτον. Το χειρόγραφο μάλιστα του εν λόγω μυθιστορήματος επεστράφη, πολύ πριν την κυκλοφορία του, από τον βρετανικό οίκο Jonathan Cape με τη σημείωση: «Ο συγγραφέας είναι ψυχιατρικώς ανίατος. Να μην εκδοθεί»…

Τώρα, ο Σάιμον Σέλαρς, διαχειριστής του Ballardian Website έχει προτείνει στη λέσχη των θαυμαστών του συγγραφέα να βοηθήσουν ώστε το σπίτι να μετατραπεί σε μουσείο. Πρέπει να συγκεντρωθούν 320.000 στερλίνες και το σπίτι «χρειάζεται ανακαίνιση».

Ο Τζέιμς Μπάλαρντ έχει πει ότι «ζούμε σε ένα πελώριο μυθιστόρημα. Για τον συγγραφέα είναι όλο και λιγότερο αναγκαίο να επινοήσει το μυθοπλαστικό περιεχόμενο του βιβλίου του. Η μυθοπλασία είναι εδώ. Το καθήκον του συγγραφέα είναι να επινοήσει μια πραγματικότητα».

Ο Σαμ Λιθ προτρέπει τους αναγνώστες της εφημερίδας σε δράση. «Αν δε μπορούμε να αγοράσουμε το προηγούμενο σπίτι του Τζέι Τζι Μπάλαρντ, τότε θα πρέπει να στήσουμε, τουλάχιστον, ένα άγαλμα προς τιμήν του».



http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=411585

«Τα Ψηλά Βουνά» σε επανέκδοση


Το εξώφυλλο της τριακοστής ένατης και νέας συμπληρωμένης έκδοσης του βιβλίου (Εκδόσεις της Εστίας) με επίμετρο του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου.


«Να εκβληθώσι πάραυτα εκ των σχολείων και καώσι […] ως έργα ψεύδους και κακόβουλου προθέσεως» πρότειναν το 1921 στην «Έκθεσιν» τους οι έξι παιδαγωγοί και φιλόλογοι της Επιτροπείας του Υπουργείου Παιδείας ότι έπρεπε να γίνει με «Τα ψηλά βουνά» του Ζαχαρία Παπαντωνίου (1877-1940) και τα υπόλοιπα αναγνωστικά της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1917-1918 που προώθησε η επαναστατική κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Το βιβλίο του καρπενησιώτη συγγραφέα έπασχε, κατά τα μέτρα της Επιτροπείας, από «επιτηδευμένην ατημελησίαν του λόγου και προπετή καταφρόνησιν του συνήθους τρόπου της εκφράσεως». Όσοι εξ υμών έχετε διαβάσει «το πιο δροσερό αναγνωστικό» της ελληνικής γλώσσας μάλλον θα διαφωνείτε με τις κρίσεις της Επιτροπείας (που δημιουργήθηκε μετά την ανατροπή της κυβέρνησης Βενιζέλου) για τις προθέσεις αλλά και τη γλώσσα του συγγραφέα.

«Σταυροκοπιέμαι: αυτά, που θα ήταν δικαιότατη κρίση για τα σημερινά αναγνώσματα, γράφτηκαν για "Τα ψηλά βουνά"!» γράφει ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος στο επίμετρο της τριακοστής ένατης και νέας συμπληρωμένης έκδοσης του βιβλίου απ' τις Εκδόσεις της Εστίας (Ιούλιος 2011). Τη φετινή χρονιά συμπληρώνονται ενενήντα χρόνια από τότε που δημοσιεύτηκε η περίφημη «Έκθεσις» αλλά «η συκοφαντημένη γραφή των Ψηλών Βουνών εξακολουθεί να είναι λαγαρή όσο και τότε» συνεχίζει ο συγγραφέας, φιλόλογος και εκπαιδευτικός που έχει επιμεληθεί ως γνωστόν την πεντάτομη κριτική έκδοση των Απάντων του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (Δόμος, 1981-1988).

Η εμπάθεια είναι συκοφαντικά αμετροεπής, αναφέρει ο ίδιος λ.χ. για τον Α. Σκιά, καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών, κλασικό φιλόλογο και μέλος της Επιτροπείας, που ανακάλυψε στη γραφή του Παπαντωνίου «βδελυράς και βωμολόχους αστειότητας, οποίας ασμένως μεταχειρίζονται οι μόρτηδες, οι χασισοπόται, οι λωποδύται και εν γένει οι φαυλόβιοι». «Τα ψηλά βουνά» προωθούσαν επιπλέον την αθεϊα («και της θρησκείας το όνομα είναι από του βιβλίου τούτου αποκλεισμένον») και την αφιλοπατρία σύμφωνα με τους επικριτές τους.

Ακόμα και η συγγραφέας Γαλάτεια Καζαντζάκη συντάχθηκε, σ' αυτό το επίπεδο της κριτικής (για τη γλώσσα είχε διαφορετική άποψη) με την Επιτροπεία όπως ανακάλυψε ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος μόλις φέτος, «γιατί το βιβλίο του Κράτους είναι αναίσθητο και άψυχο. Παραπέταξαν ως άχρηστες τις δυο έννοιες αυτές, το Θεό και το Έθνος, που μόνο μπορούσαν να του δώσουν την ανώτερη πνοή δημιουργίας που του λείπει».

«Τα ψηλά βουνά βρίσκονται μακριά από κάθε ψευτιά» εκτιμά ο συγγραφέας που με παραδείγματα αποδεικνύει γιατί όλες αυτές οι κατηγορίες, η κακοπιστία και η διαβολή, ήταν ανυπόστατες. «Η μόνη τους πρόθεση είναι να φέρουν στις αίθουσες διδασκαλίας και στις ψυχές των εννιάχρονων αναγνωστών τους το θρόισμα των πεύκων και των ελατιών, το τραγούδι του νερού και τη χαρά μιας αλλιώτικης ζωής […] και όλα αυτά με μια γραφή απόλυτα θελκτική και απροσποίητη δίχως ίχνος ακαμψίας και διδακτισμού που δεν καταπίνεται». Ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος επικαλείται τον αφατρίαστο πεζογράφο και εκπαιδευτικό Αντώνη Τραυλαντώνη που αναγνώρισε στο βιβλίο ότι «πάσα έκφρασις είναι εικών, πάσα διήγησις είναι ποίημα», αναδεικνύοντας την απαραίτητη ιλαρότητα που οφείλει να έχει ένα αναγνωστικό για παιδιά αλλά και την βαθιά ελληνικότητα της γραφής του συγγραφέα.

Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου αφηγείται την ιστορία μιας ομάδας 26 παιδιών που όταν τελειώνουν την τελευταία τάξη του ελληνικού σχολείου αποφασίζουν (με την άδεια των γονιών τους) να κάνουν μόνα τους διακοπές για περίπου δύο μήνες στα βουνά της Ευρυτανίας. Εκεί, μέσα στις ομορφιές της φύσης, μαθαίνοντας τις ιστορίες των ανθρώπων που συναντούν, φτιάχνουν μια κοινότητα που εξυμνεί το ομαδικό πνεύμα, την αλληλεγγύη και τον αλληλοσεβασμό, μαθαίνουν να ξεπερνούν στις δυσκολίες της ζωής μέσω της συνεργασίας και της εκτίμησης απέναντι στον άλλο, πάντα με χιούμορ και χωρίς βαρύγδουπες διδαχές.

Το 1917 πέθανε ο πατέρας του συγγραφέα (πρόκειται για τον Λάμπρο Παπαντωνίου που στο βιβλίο είναι ουσιαστικά το ομώνυμο μικρό τσοπανόπουλο το οποίο μαθαίνει τα πρώτα του γράμματα απ' τα παιδιά) και το 1919 έχουμε την πρώτη έκδοση του βιβλίου από το Εθνικό Τυπογραφείο. Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου έγραψε «Τα ψηλά βουνά» σε συνεργασία με τους Δημ. Ανδρεάδη, Αλεξ. Δελμούζο, Π. Νιρβάνα και Μ. Τριανταφυλλίδη με εικονογράφηση του Π. Ρούμπου. Το βιβλίο, που είχε και σχέδια του ίδιου του συγγραφέα, προορίστηκε για αναγνωστικό της τρίτης τάξης του δημοτικού σχολείου.

Η επαναστατική κυβέρνηση του Βενιζέλου εξέφρασε τότε στην πράξη τις νέες εκπαιδευτικές, αισθητικές και γλωσσικές αντιλήψεις της με την καθιέρωση της δημοτικής στις τέσσερις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Το βιβλίο επαινέθηκε απ' τον Παλαμά και τον Ξενόπουλο για την παιδαγωγική και λογοτεχνική του αξία, τη ζωντανή δημοτική γλώσσα και την τυπογραφική του καλαισθησία. «Τα ψηλά βουνά», παρά τον πρωτοποριακό τους χαρακτήρα προκάλεσαν λυσσαλέες αντιδράσεις και κάηκαν δημοσίως από τις κυβερνήσεις μετά το 1920.

Το βιβλίο, που αποτελεί κομβικό σταθμό στην ιστορία της νεοελληνικής σχολικής και παιδικής λογοτεχνίας, επέστρεψε στα σχολεία με τη νέα εκπαιδευτική μεταρρύθμιση της κυβέρνησης Βενιζέλου το 1929 και το 1933. Το 1974 «Τα ψηλά βουνά» ξανατυπώθηκαν για τα δημοτικά σχολεία της Μεταπολίτευσης για ένα σύντομο διάστημα έως ότου αντικαταστήθηκαν από το βιβλίο της Αγγελικής Βαρελλά.

Ο Στέλιος Σπεράντζας είπε για «Τα ψηλά βουνά» πως «είναι από τα βιβλία που ξυπνούν τους λαούς και τους κάνουν μεγάλους». Σήμερα, μας υπενθυμίζουν, πέραν όλων των άλλων, πόσο σημαντικό είναι ο καθένας από μας ν' αναδέχεται τις ευθύνες του. Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου απευθύνεται στα παιδιά όλων των εποχών. «Όταν βρίσκονται γενναία παιδιά σαν εσάς, ένα δάσος γίνεται αιώνιο. Κι οι άνθρωποι ζουν καλύτερα τη ζωή τους».



Βιβλία + ιδέες περισσότερες ειδήσεις 
http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=411776 

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ: Αλήθειες για την κρίση

Είναι δίλημμα αν θα διαβάσει κανείς βιβλία για την οικονομία το καλοκαίρι. Για τους περισσότερους οι διακοπές είναι ευκαιρία να ξεχάσουν για λίγο τα σπρεντ, τις χρεοκοπίες και τα επιτόκια. Από την άλλη, μόνο στις διακοπές υπάρχει χρόνος για να πάει κανείς λίγο βαθύτερα στα αίτια και στο χαρακτήρα της κρίσης.
Για όσους κάνουν αυτήν την επιλογή, το Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο μάς έχει προσφέρει στα ελληνικά το βασικό όπλο. Είναι ο “Καπιταλισμός Ζόμπι” του Κρις Χάρμαν. Ο Χάρμαν δούλευε πάνω στα ζητήματα της κρίσης και των μαρξιστικών οικονομικών για περισσότερες από τρεις δεκαετίες και αυτό το βιβλίο είναι το απαύγμασμα όλης αυτής της προσπάθειας. Η σπάνια ικανότητα αυτού του βιβλίου είναι ότι συνδυάζει τη μαρξιστική θεωρία με τη συγκεκριμένη ανάλυση για την σημερινή κρίση.
Στα πρώτα κεφάλαια η θεωρία δίνεται με καθαρό τρόπο, ώστε να εξοπλίσει τον αναγνώστη με εργαλεία ώστε να καταλάβει πού ήταν τα δυνατά σημεία και πού οι αδυναμίες σε κάθε μία από τις φάσεις που πέρασε ο παγκόσμιος καπιταλισμός. Η κρίση του '30, η ενίσχυση του ρόλου του κράτους, η μεταπολεμική άνθηση και η κρίση της δεκαετίας του '70 αναλύονται με τρόπο που φωτίζουν το χαρακτήρα της σημερινής κρίσης.
Πίσω από τα πολύπλοκα χρηματοπιστωτικά παράγωγα, ο Χάρμαν εντοπίζει την καρδιά του προβλήματος που βρίσκεται στην ίδια την παραγωγή, στην αδυναμία του συστήματος να βρει τρόπο να ξεπεράσει την μειωμένη κερδοφορία. Ο Χάρμαν βάζει στο επίκεντρο την πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους, μια τάση που είχε περιγραφεί από τον Μαρξ. Όμως χρησιμοποιεί τα πραγματικά στοιχεία για να επιβεβαιώσει τη θεωρία, όχι το αντίστροφο.
Το βιβλίο του Χάρμαν έχει σημαντικό “δια ταύτα”. Αποδεικνύει ότι η σημερινή κρίση είναι κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού ως συστήματος, όχι πρόβλημα κάποιας λανθασμένης πολιτικής. Αυτό δεν σημαίνει ότι το σύστημα θα καταρρεύσει από μόνο του, αλλά ότι είτε θα δώσουμε επαναστατική λύση με την ανατροπή του καπιταλισμού, είτε θα δοθούν “λύσεις” στην κατεύθυνση της βαρβαρότητας. Η εργατική τάξη αναλύεται από το Χάρμαν όχι ως παθητικό στοιχείο της οικονομίας, αλλά ως πραγματικοί άνθρωποι που μπορούν να οργανώσουν την εναλλακτική λύση.
Ο Ρόμπερτ Μπρένερ είναι ένας αμερικάνος μαρξιστής συγγραφέας που διαφωνεί σε κάποια κρίσιμα σημεία της θεωρίας που αναπτύσσει ο Χάρμαν στα πρώτα κεφάλαια του Καπιταλισμού Ζόμπι. Ωστόσο το βιβλίο του “Ό,τι είναι καλό για την Goldman Sachs, είναι καλό για τις ΗΠΑ” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εργατική Πάλη, είναι χρήσιμο. Ιδιαίτερα για όσους θέλουν να παρακολουθήσουν πιο αναλυτικά τις συγκεκριμένες πολιτικές που ακολούθησε το αμερικάνικο κατεστημένο από την εποχή Κλίντον μέχρι σήμερα, το ρόλο που έπαιξε το φτηνό χρήμα, οι πιστώσεις, τα δολάρια που επέστρεφαν μέσω Κίνας πίσω στις αμερικάνικες τράπεζες. Ο Μπρένερ, όπως και ο Χάρμαν, ήταν ανάμεσα στις λιγοστές φωνές που τόνιζαν τα χαρακτηριστικά φούσκας που είχε το σύστημα ήδη στις δεκαετίες του '90 και του 2000. Μπορεί τότε να μην έδιναν σημασία στους Μαρξιστές. Τώρα είναι η στιγμή να διαβάσουμε αυτούς που δικαιώθηκαν.
Πώς μπαίνει η Ελλάδα σε όλη αυτήν την εικόνα; Την απάντηση βρίσκει κανείς στο βιβλίο «Ο ελληνικός καπιταλισμός η οικονομία και η κρίση» που κυκλοφόρησε το 2010 από το Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο. Μια πολύ χρήσιμη ενότητα έχει να κάνει με την πορεία του ελληνικού καπιταλισμού από τη δεκαετία του '50 μέχρι σήμερα. Συναντά κανείς συχνά περιγραφές που είτε εντοπίζουν την κρίση στην μόνιμη καθυστέρηση του ελληνικού καπιταλισμού, είτε στο άλλο άκρο τονίζουν την υψηλή κερδοφορία του ελληνικού κεφαλαίου με τρόπο ώστε η κρίση να μοιάζει ακατανόητη.
Στην έκδοση αυτή γίνεται κατανοητό πώς η δυναμική του ελληνικού καπιταλισμού που τον έφερε στο μεγάλο τερέν της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής ήταν αυτή που τον έκανε να δέσει την τύχη του με τον ευρωπαϊκό και παγκόσμιο καπιταλισμό. Στο βιβλιό βρίσκει κανείς άρθρα που επιχειρηματολογούσαν από νωρίς ενάντια στη θεωρία της “ελληνικής εξαίρεσης” προβλέποντας τον συνολικό χαρακτήρα της κρίσης.
Το καινούργιο βιβλίο του Λέανδρου Μπόλαρη, “Η εργατική τάξη σήμερα” είναι μια απαραίτητη συνεισφορά στο πώς θα απαντήσουμε στην κρίση. Με ιδιαίτερη έμφαση στην Ελλάδα, εξηγεί τις αλλαγές που έχουν συμβεί στην εργατική τάξη τις τελευταίες δεκαετίες, επιχειρηματολογώντας ότι αυτές οι αλλαγές δεν μας έχουν αποδυναμώσει αλλά αντίθετα μας έχουν πυκνώσει και δυναμώσει.
Ανάμεσα στα μπεστ-σέλερ για την οικονομία βρίσκεται το “Δόγμα του Σοκ” της Ναόμι Κλάιν. Το ισχυρό σημείο του βιβλίου της Κλάιν είναι η συγκλονιστική περιγραφή των άγριων επιθέσεων σε βάρος των εργατών και των φτωχών από τη Χιλή του Πινοτσέτ μέχρι την Αγγλία της Θάτσερ και από εκεί ως την Ανατολική Ευρώπη. Η Κλάιν εξηγεί πολύ καλά το τι έγινε, αλλά όσον αφορά το γιατί, δεν δίνει συγκροτημένες απαντήσεις. Εξηγεί τα πράγματα με βάση την επιθετικότητα των αφεντικών και όχι με βάση την κρίση του συστήματος που τους σπρώχνει σε παράλογες επιλογές.
Για όσους θέλουν να διαβάσουν την κριτική του ίδιου του Καρλ Μαρξ στον καπιταλισμό και στην “Οικονομική Επιστήμη” δυο πρόσφατες πολύ χρήσιμες εκδόσεις είναι “Η Κριτική της πολιτικής οικονομίας” που έκανε η Σύγχρονη Εποχή και το “Μισθωτή Εργασία και Κεφάλαιο” από το Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο.


http://ergatiki.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=2672:i978&Itemid=62 

Βιβλία για τη Μέση Ανατολή

Οι επαναστάσεις στη Μέση Ανατολή κατάφεραν να επηρεάσουν κινήματα από το Ουϊσκόνσιν ως το Σύνταγμα. Το ενδιαφέρον για το τι πραγματικά συμβαίνει, για το χαρακτήρα των καθεστώτων, για τα κινήματα και τους αγώνες σε αυτές τις χώρες έχει φτάσει στα ύψη. Δυστυχώς η εκδοτική προσφορά δεν ανταποκρίνεται στη ζήτηση. Κυκλοφορούν λίγα βιβλία για το θέμα και τα περισσότερα είναι εντελώς άχρηστα.
Το κενό σε ένα βαθμό καλύπτει το αφιέρωμα που έκανε το περιοδικό Σοσιαλισμός Από τα Κάτω στο τεύχος 85 (Μάρτης-Απρίλης 2011) με άρθρα για το χαρακτήρα των επαναστάσεων, αναλυτική περιγραφή της διαδικασίας στην Αίγυπτο, ανταπόκριση από τους Επαναστάτες Σοσιαλιστές από το Κάιρο, για τις ρίζες του καθεστώτος Μουμπάρακ στον αραβικό κρατικό καπιταλισμό και πώς φτάσαμε από τις εθνικοαπελευθερωτικές επαναστάσεις σε καθεστώτα υπηρέτες του ιμπεριαλισμού. Ακόμη περιέχει άρθρα για το ρόλο των Ελλήνων καπιταλιστών στην περιοχή, για τις γυναίκες στην Αίγυπτο και για τις παραδόσεις της αραβικής Αριστεράς.
Στο Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο μπορείτε να βρείτε ένα σύντομο βιβλίο που μόλις έγραψε ο Σάμεχ Ναγκίμπ από την ηγεσία των Επαναστατών Σοσιαλιστών στην Αίγυπτο, για την επανάσταση και τις προοπτικές της. Δυστυχώς όμως, υπάρχει ακόμη μόνο στα αγγλικά. Ένας απολαυστικός τρόπος να μάθει κανείς για την Αίγυπτο είναι μέσω των δύο μυθιστορημάτων του Αλάα αλ-Ασουάνι που κυκλοφορούν στα ελληνικά, “Μέγαρο Γιακουμπιάν” και “Σικάγο”, ιδιαίτερα από το πρώτο του οποίου οι ήρωες ζουν και δρουν στο Κάιρο. Θησαυρό σε αυτήν την κατεύθυνση είναι και τα μυθιστορήματα του Ναγκίμπ Μαχφούζ, με σημαντικότερη την Τριλογία του Καΐρου, αλλά πολύ επίκαιρο το “Καφενείο Καρνάκ” για το πολιτικό κλίμα μετά την ήττα στον πόλεμο του '67.
Συνολικά για τον αραβικό κόσμο, το σημαντικότερο έργο που κυκλοφορεί στα ελληνικά είναι γραμμένο από τον Αλμπέρτ Χουράνι και ξαναβγήκε σχετικά πρόσφατα με καινούργιο τίτλο “Η ιστορία του αραβικού κόσμου” από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Παρακολουθεί την ιστορία των Αράβων από την εποχή του Μωάμεθ, μέχρι και τη δεκαετία του 1980, αλλά είναι γραμμένο για κάθε αναγνώστη.
Για το Παλαιστινιακό οι πιο ευανάγνωστες παρουσίασεις παραμένουν η “Νέα Ιντιφάντα” της Αν Αλεξάντερ, από το Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, το βιβλίο του Νασίμ Αλάτρας, “Παλαιστίνη, αιτίες και μύθοι” από το ΚΨΜ και “Η ιστορία της σύγχρονης Παλαιστίνης”, του Ιλάν Παπέ, από τις εκδόσεις Κέδρος.
Στα αγγλικά, το Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο έφερε μια καινούργια έκδοση με ανταποκρίσεις από τη Δυτική Οχθη “Voices from the West Bank”. Ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο για ένα επιμέρους αλλά σημαντικό ζήτημα είναι του Γιτζάκ Λαόρ, “Ο μύθος του φιλελεύθερου σιωνισμού”, με θέμα τους υποτιθέμενους “συγγραφείς της ειρήνης” στο Ισραήλ. Ο Λαόρ εξηγεί ότι η αριστερή πτέρυγα του σιωνισμού είναι εξίσου ή και περισσότερο αντι-παλαιστινιακή από τη δεξιά.
Για την κατανόηση των γεγονότων στη Μέση Ανατολή με πιο συνολικό τρόπο, υπάρχουν δύο σημαντικά βοηθήματα. Πρόσφατα το Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο επανέκδοσε το μικρό βιβλίο “Διαρκής Επανάσταση και Τρίτος Κόσμος” του Τόνι Κλιφ που έχει γραφτεί για να εξηγήσει με ποιον τρόπο καθεστώτα σαν του Νάσερ ή του Μπάαθ όχι μόνο ήρθαν στην εξουσία αλλά κατάφεραν να οικοδομήσουν κράτη και οικονομίες που άντεξαν στο χρόνο. Η “Διαρκής Επανάσταση” του Λέον Τρότσκι που επίσης κυκλοφορεί από το Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο είναι η κατεξοχήν περιγραφή του τρόπου με τον οποίο στην περιφέρεια του καπιταλισμού, οι πολιτικοί αγώνες  για δημοκρατία και ισονομία μπορούν να πυροδοτήσουν επαναστατικές εκρήξεις που να φτάσουν να ανατρέψουν ολόκληρο το σύστημα, αν η εργατική τάξη μπει επικεφαλής του αγώνα.


http://ergatiki.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=2673:i978&Itemid=62

KΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ: FILM SOCIALISME - Η επιστροφή του Γκοντάρ



Η περσινή ταινία του Ζαν Λικ Γκοντάρ προβάλλεται ήδη στα σινεμά και έχει περισσότερο σχολιαστεί για τις προσπάθειες του πρωτοπόρου σκηνοθέτη να γυρίσει μερικές σκηνές στο αρχαίο θέατρο Επιδαύρου που δεν καρποφόρησαν -εξαιτίας της αρτηριοσκλήρωσης των γραφειοκρατών του υπουργείου πολιτισμού. Ο Γκοντάρ ολοκλήρωσε το έργο του με επαινετικά σχόλια για την Ελλάδα. Δεν βρίσκεται όμως εδώ η αξία της ταινίας.
Χωρισμένο σε τρία κεφάλαια («Πράγματα όπως αυτά», «Η Δική μας Ευρώπη», «Οι Ανθρωπότητες μας»), το «Film Socialisme» δεν διαθέτει καμία αφηγηματική δομή, καμία ευθεία γραμμή που να ενώνει τα αταίριαστα υλικά που το αποτελούν και τα δεκάδες θέματα που πιάνει και αφήνει.
Στο πρώτο κεφάλαιο, ένα κρουαζιερόπλοιο διασχίζει τη Μεσόγειο. Ανάμεσα στους επιβάτες του, ένας εγκληματίας πολέμου, μια Ρωσίδα πράκτορας,  ένας Παλαιστίνιος πρέσβης,  ο φιλόσοφος Αλέν Μπαντιού, συζητούν σε διαφορετικές γλώσσες, καθώς η Πάτι Σμιθ περιφέρεται ανάμεσά τους με την κιθάρα της. Το πλοίο θα διασχίσει όλες τις «πατρίδες», νοητές και πραγματικές που υπήρξαν καθοριστικές για την εξέλιξη του κόσμου όπως τον γνωρίζουμε σήμερα: Αίγυπτος, Παλαιστίνη, Οδησσός, Ελλάδα, Νάπολη, Βαρκελώνη συνθέτουν το τρίτο κεφάλαιο. Ενδιάμεσα, στο δεύτερο μέρος, τα παιδιά μιας οικογένειας στη Γαλλική επαρχία, καλούν τους γονείς τους να παρουσιαστούν σε ένα αυτοσχέδιο δικαστήριο της παιδικής τους ηλικίας, απαιτώντας σοβαρές απαντήσεις σχετικά με την ελευθερία, την ισότητα, τη δικαιοσύνη. Τι θέλει να πει ο συγγραφέας άραγε;
Ο Γκοντάρ έχει μακρυά ιστορία στο σινεμά. Το όνομά του συνδέεται με το Γαλλικό κινηματογραφικό ρεύμα «Nouvelle Vague», το Νέο κύμα που στο διάστημα 1959 – 1964 και αργότερα ανέτρεψε πλήρως τα δεδομένα στον κινηματογράφο στη Γαλλία και παντού. Το νέο κύμα γεννήθηκε σε μια περίοδο μακρυάς μεταπολεμικής ανάπτυξης της Γαλλίας με φόντο τη δεξιά διακυβέρνηση του Ντε Γκωλ, τους 2 πολέμους που έχασε ο Γαλλικός ιμπεριαλισμός (Βιετνάμ, Αλγερία) και μέσα από την αναποτελεσματικότητα – στασιμότητα της παραδοσιακής αριστεράς. Η «Νουβέλ Βάγκ» εκφραζόταν αρχικά με μια ομάδα γύρω από το πειραματικό περιοδικό «Κινηματογραφικά τετράδια», το οποίο κριτικάριζε σκληρά τον λεγόμενο «ποιοτικό» –  στην ουσία συμβατικό κινηματογράφο και τις κλασσικές υπερπαραγωγές που προωθούσε το κατεστημένο. Επηρεάστηκε σαφώς από τις ιδέες του Σαρτρ και των Υπαρξιστών, που μιλούσαν για την ηθική ευθύνη του καλλιτέχνη στο ν’αλλάξει την κοινωνία.

Σχολή

Σύντομα τα μέλη της ομάδας Γκοντάρ, Τριφό, Κλοντ Σαμπρόλ,  Ζακ Ριβέτ, άρχισαν να γυρίζουν τις δικές τους ταινίες, με μια ελαφριά κάμερα στο χέρι, ενίοτε χωρίς σενάριο, με τη φρεσκάδα του αυτοσχεδιασμού και του αυθόρμητου επινόησαν τις πιο πρωτοποριακές τεχνικές όπως την ασυνέχεια στη δομή του μοντάζ (jump cut) και εξελίχθηκαν σε ολόκληρη σχολή.
Ο Γκοντάρ υπήρξε από τους πιο σκληρούς και πολιτικοποιημένους της ομάδας. Στη δεκαετία του ’60 γύρισε τις πιο εμβληματικές ταινίες του, τον «Τρελό Πιερό», το «Week- end», την «Κινέζα» και το «2-3 πράγματα που ξέρω γι’αυτήν», με σαφείς αναφορές στο Μαρξισμό και το επερχόμενο κίνημα του Μάη του ’68. Στις ταινίες αυτές κατάφερε να δείξει τις όψεις της αλλοτρίωσης μέσα στη μικροαστική ευδαιμονία του Δυτικού καπιταλισμού αλλά και την κατάρρευσή τους, την πάλη για την ανατροπή τους, είτε αυτή είναι η οργανωμένη, είτε απλά άρνηση στον συμβιβασμό.
Γι’αυτό και οι ταινίες του Γκοντάρ συντρόφεψαν τους αγωνιστές του κινήματος του Μάη και προβλήθηκαν εκατοντάδες φορές στα κατειλημμένα πανεπιστήμια. Μέσα στο ίδιο το ξέσπασμα του Μάη, ο Γκοντάρ μαζί με τον Φρανσουά Τριφό διέλυσαν το κινηματογραφικό φεστιβάλ Καννών με πολιτική παρέμβαση υπεράσπισης του αγώνα των φοιτητών και των εργατών.
Η πτώση του κινήματος του Μάη δεν άφησε ανεπηρέαστους τους συνοδοιπόρους του, ούτε τον Γκοντάρ, που συνέχισε να κινηματογραφεί, αλλά σε πιο συμβατικά και αποστασιοποιημένα θέματα. Η πορεία αυτή αλλάζει με την αντιπολεμική ταινία «Η δική μας μουσική» (2004) και με το «Socialisme». Δεν είναι μανιφέστο, θυμίζει πιο πολύ ένα τεχνικά άρτιο κολάζ από στοιχεία που ενώνουν τον κόσμο της αμφισβήτησης, είναι από μόνο του ένα ταξίδι.  Ξεκινάει με μια κρουαζιέρα στη Μεσόγειο και τελειώνει με αναφορές στις έξι «πατρίδες» του δημιουργού του. Ενα ταξίδι αυτοβιογραφικό σε όλα αυτά που μέσα στα χρόνια έχτισαν την κοσμοθεωρία και την πολιτική στάση του Γκοντάρ και που τώρα ο ίδιος, στα 80 του χρόνια, επιστρέφει για να τα ξανασυναντήσει μέσα από το πρίσμα μιας Δύσης σε μόνιμη κρίση. «Quo vadis Europa?”
«Παλαιστίνη – απαγορεύεται η πρόσβαση», «Ελλάδα – Η χώρα του Περικλή και του Σοφοκλή όπου η τραγωδία και η δημοκρατία παντρεύτηκαν για να κάνουν ένα μόνο παιδί, τον εμφύλιο πόλεμο».  Τα φημισμένα σκαλιά της Οδησσού και η Βαρκελώνη του Ισπανικού εμφυλίου. Ανοιχτοί λογαρισμοί  για το κίνημα και την Αριστερά, που ο Γκοντάρ δεν επιχειρεί να απαντήσει, παρ’όλα αυτά παίρνει θέση και αυτό έχει σημασία: «Όταν ο νόμος δεν είναι δίκαιος, η δικαιοσύνη προηγείται του νόμου».
Αξίζει να το δείτε!


http://ergatiki.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=2677:i978&Itemid=62

Κ.Καρυωτάκης, μικρό βιογραφικό εις μνήμην (30 Οκτωβρίου 1896 – 21 Ιουλίου 1928)

Ο Κώστας Καρυωτάκης (30 Οκτωβρίου 189621 Ιουλίου 1928) ήταν Έλληνας ποιητής και πεζογράφος. Γεννήθηκε στην Τρίπολη στις 30 Οκτωβρίου 1896 και αυτοκτόνησε στην Πρέβεζα το απόγευμα της 21ης Ιουλίου 1928. Θεωρείται ως ο κυριότερος εκφραστής της σύγχρονης λυρικής ποίησης και τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από τριάντα γλώσσες. Η ποίησή του διδάσκεται σε αρκετά Πανεπιστήμια της Ελλάδας αλλά και του εξωτερικού.[1] Για το έργο του έχουν γραφεί εκατοντάδες εργασίες και βιβλία, πραγματοποιήθηκαν δε δεκάδες ειδικά συνέδρια.[1]





Βιογραφία

Παιδική και εφηβική ηλικία

Γεννήθηκε στην Τρίπολη Αρκαδίας το έτος 1896. Ήταν δευτερότοκο παιδί του νομομηχανικού Γεώργιου Καρυωτάκη, με καταγωγή από τη Συκιά Κορινθίας, και της Αικατερίνης Σκάγιαννη από την Τρίπολη. Στο σπίτι της γεννήθηκε ο ποιητής και εκεί σήμερα στεγάζεται η διοίκηση του εκεί Πανεπιστημίου. Είχε μία αδελφή ένα χρόνο μεγαλύτερή του, τη Νίτσα, που παντρεύτηκε το δικηγόρο Παναγιώτη Νικολετόπουλο, και έναν αδελφό μικρότερο, το Θάνο, που γεννήθηκε το 1899 και σταδιοδρόμησε ως τραπεζικός υπάλληλος. Λόγω της εργασίας του πατέρα του, η οικογένειά του αναγκαζόταν να αλλάζει συχνά τόπο διαμονής. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στη Λευκάδα, το Αργοστόλι, τη Λάρισα, την Πάτρα, την Καλαμάτα, την Αθήνα (1909-1911) και τα Χανιά όπου έμειναν ως το 1913 λόγω των συνεχών μεταθέσεων του πατέρα του. Στην εφηβική του ηλικία 1909-1911 βρέθηκε στην Αθήνα και από το 1911-1913 στα Χανιά. Εκεί ερωτεύτηκε την Άννα Σκορδύλη. Αποφοίτησε το 1913 από το 1ο Γυμνάσιο Χανίων με βαθμό «λίαν καλώς». Από νεαρή ηλικία, περίπου δεκαέξι ετών, δημοσίευε ποιήματά του σε παιδικά περιοδικά, ενώ το όνομά του αναφέρεται και σε διαγωνισμό διηγήματος της Διαπλάσεως των παίδων.[2]

[Επεξεργασία] Φοιτητής Νομικής στην Αθήνα

Το 1914 ο Κώστας Kαρυωτάκης μετέβη στην Αθήνα για σπουδές στη Νομική Σχολή και στα τέλη του 1917 απέκτησε το πτυχίο του. Το 1916, φοιτητής στο Β΄ έτος Νομικής, άρχισε να δημοσιεύει ποιήματά του σε λαϊκά περιοδικά αλλά και σε εφημερίδες όπως η Ακρόπολη. Το 1917 ο πατέρας του απολύθηκε από το δημόσιο ως αντιβενιζελικός.[2]

Επαγγελματική καριέρα ως δικηγόρος

Το 1917 ο Καρυωτάκης πήρε το πτυχίο Νομικής με βαθμό "λίαν καλώς". Το 1918 επισκέφθηκε τους γονείς του στη Θεσσαλονίκη όπου έμεναν. Το 1919 επιστρατεύθηκε αλλά πήρε ολιγόμηνη αναβολή λόγω υγείας. Το ίδιο έτος έλαβε άδεια δικηγόρου και διορίσθηκε υπουργικός γραμματέας Α’ στη Θεσσαλονίκη, προφανώς για να είναι κοντά στους γονείς του.
Στις 9 Μαρτίου 1919 έστειλε εξώδικο στο περιοδικό «Νουμάς» γιατί δεν του δημοσίευσε κριτική – ανακοίνωση για την ποιητική του συλλογή "Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων" (φωτοτυπία διαθέσιμη).
Εξώδικος Πρόσκληση δικηγόρου Καρυωτάκη (1919)
Το 1923 διορίστηκε στο Υπουργείο Υγιεινής Πρόνοιας και Κοινωνικής Αντιλήψεως, όπου επέδειξε σημαντικό έργο πρότασης νόμων που αφορούν τη δημόσια υγεία. Όμως τίποτε δεν υλοποιήθηκε γιατί ξέσπασε η δικτατορία του Πάγκαλου. Το 1926 ταξίδεψε στη Ρουμανία. Το 1927 εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Ελεγεία και Σάτιρες». Το 1928 αποσπάσθηκε στην Πάτρα, αλλά αμέσως έφυγε για ταξίδι στο Παρίσι και μετά την επιστροφή του μετατέθηκε στη Νομαρχία Πρέβεζας. [3]. Για ένα διάστημα ο Καρυωτάκης επιχείρησε να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου, ωστόσο η έλλειψη πελατείας τον ώθησε στην αναζήτηση θέσης δημοσίου υπαλλήλου. Διορίστηκε υπουργικός γραμματέας Α΄ στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης, ενώ, μετά την οριστική απαλλαγή του από τον ελληνικό στρατό (παρουσιάσθηκε μόνο για λίγες μέρες), τοποθετήθηκε σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων οι νομαρχίες Σύρου, Άρτας και Αθήνας. Στο τέλος για ν' αποφύγει τις μεταθέσεις απ' τη μια νομαρχία στην άλλη, μεταπήδησε στο Υπουργείο Πρόνοιας και μάλιστα στην κεντρική του υπηρεσία, στην Αθήνα. Η πρώτη του ποιητική συλλογή, Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων, δημοσιεύτηκε το 1919. Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε το σατιρικού περιεχομένου περιοδικό Η Γάμπα, του οποίου η δημοσίευση όμως απαγορεύτηκε μετά από έξι τεύχη κυκλοφορίας. Η δεύτερη συλλογή του, υπό τον τίτλο Νηπενθή, εκδόθηκε το 1921. Την ίδια περίοδο συνδέθηκε με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη (1902-1930). Το Δεκέμβριο του 1927 εκδόθηκε η τελευταία του ποιητική συλλογή με τίτλο Ελεγεία και Σάτιρες. Τον Φεβρουαρίου του 1928 αποσπάστηκε στην πόλη της Πάτρας και λίγο αργότερα στην Πρέβεζα.[2]

] Η σχέση του με τη Μαρία Πολυδούρη

Η επίσης ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη γνώρισε τον Κώστα Καρυωτάκη το 1920 σε δημόσια υπηρεσία της Αθήνας όπου αμφότεροι εργάζονταν προσωρινά, και τον ερωτεύτηκε. Έχει γράψει σε επιστολή της σε κάποια φίλη της το εξής ιστορικό για τον Καρυωτάκη: «Στο κάτω-κάτω εγώ αγάπησα έναν ποιητή. Δεν αγάπησα έναν ήρωα. Αν ήθελα ήρωα, θα αγαπούσα τον Ανδρούτσο». Άλλη πληροφορία επίσης αναφέρει ότι η Μαρία Πολυδούρη τού είχε προτείνει γάμο, αλλά αυτός αρνήθηκε με τη δικαιολογία ότι «πάσχει από ανίατο αφροδίσιο νόσημα και δεν θέλει να πάρει στο λαιμό του καμιά γυναίκα». Αυτό, φαίνεται να ευσταθεί πλήρως, δεδομένου ότι έγραψε και το σχετικό ποίημα «Ωχρά Σπειροχαίτη», που είναι το όνομα του μικροβίου που προκαλεί τη σύφιλη.[2]

Στην Πρέβεζα

Ο Κώστας Καρυωτάκης έφτασε στην Πρέβεζα με καράβι στις 18 Ιουνίου 1928, μετά από δυσμενή μετάθεση. Η θέση εργασίας του ήταν στη Νομαρχία Πρεβέζης, στο Γραφείο Εποικισμού και Αποκαταστάσεως Προσφύγων, στο κτήριο Πάλιου, της οδού Σπηλιάδου 10. Ο Καρυωτάκης ως δικηγόρος της Νομαρχίας, είχε στα καθήκοντά του τη σύνταξη και τον έλεγχο των τίτλων κυριότητας των αγροτεμαχίων διανομής προς τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας [4]). Η τότε Νομαρχία Πρέβεζας στεγαζόταν σε ένα διώροφο μεγάλο «επιβλητικό» κτήριο με κήπο στην οδό Σπηλιάδου 10, ιδιοκτησίας Πάλιου, που έχει γκρεμισθεί και εκεί ανηγέρθησαν δύο συνεχόμενες πολυκατοικίες [5]. Το σπίτι που νοίκιασε και έμεινε τις τελευταίες μέρες της ζωής του το 1928, βρίσκεται στην οδό Δαρδανελίων, στο λεγόμενο Σεϊτάν Παζάρ.
Το σπίτι που έμενε ο Καρυωτάκης στην Πρέβεζα
Διατηρείται ακόμα ανέπαφο, υπάρχει αναμνηστική πλάκα, και κατοικούταν τη δεκαετία του '90 από την κυρία Λελόβα, κόρη της κυρίας Πηνελόπης Λυγκούρη, σπιτονοικοκυράς του Καρυωτάκη η οποία έχει πεθάνει και σήμερα κατοικείται από άλλους απογόνους. Η σπιτονοικοκυρά του Καρυωτάκη, Πηνελόπη Λυγκούρη, νεαρή κοπέλα το 1928, δήλωσε στο ντοκιμαντέρ του Φρέντυ Γερμανού ότι «στο σπίτι ο Καρυωτάκης δεν είχε καθόλου βιβλία, παρά μόνο χειρόγραφα δικά του, τα οποία μετά το θάνατό του δεν ήξερε ότι ήταν ποιήματα και τα πέταξε»!!!. Επίσης δήλωσε ότι "Είχε τρία κουστούμια γαλλικά, που αγόρασε στο Παρίσι και ήταν πάντα άψογα ντυμένος με γραβάτα".[6] Λέγεται προφορικά, ότι "ο Καρυωτάκης ήρθε σε ρήξη με τον τότε Νομάρχη, ο οποίος πιθανώς χρηματιζόταν με λίρες Μικρασιατών στο θέμα της μη ισότιμης και δίκαιης παροχής αγροτεμαχίων". [7], [8],[2]

Οι τελευταίες στιγμές και η αυτοκτονία

Ο Κώστας Καρυωτάκης νεκρός, στο βαθύ Πρέβεζας (1928)
Στο ντοκιμαντέρ του Φρέντυ Γερμανού, ο δήμαρχος Πρέβεζας τη διετία 1977-1978, Ηρακλής Ντούσιας, περιέγραψε ότι, δύο ώρες προ της αυτοκτονίας του, περί τις 2.30 μ.μ., ο Καρυωτάκης πήγε στο τότε παραλιακό καφενείο «Ο Ουράνιος Κήπος» στη θέση Βρυσούλα, ιδιοκτησίας τότε Νιόνιου Καλλίνικου, όπου παρήγγειλε και ήπιε μια βυσσινάδα. Ο καφεπώλης παραξενεύτηκε τότε, γιατί ο ποιητής τού άφησε στο τραπέζι 75 δραχμές πουρμπουάρ, ενώ η τιμή του αναψυκτικού ήταν 5 δρχ. Ζήτησε ένα τσιγάρο να καπνίσει και μια κόλλα χαρτί (τετράδιο) όπου έγραψε τις τελευταίες σημειώσεις του, οι οποίες βρέθηκαν στην τσέπη του και διασώθηκαν. Στο τέλος των σημειώσεων αυτών έγραψε μεταξύ των άλλων: «Συνιστώ σε όσους σκοπεύουν να αυτοκτονήσουν, να αποφύγουν τη μέθοδο του πνιγμού, εάν γνωρίζουν καλό κολύμπι. Εγώ ταλαιπωρήθηκα στη θάλασσα 10 ώρες και δεν κατάφερα τίποτα!». Ο γιος του οπλοπώλη Ιωάννη Αναγνωστόπουλου, πολιτικός μηχανικός ΤΕ, δηλώνει στο ντοκιμαντέρ του Φρέντυ Γερμανού ότι «την προηγουμένη ημέρα τής αυτοκτονίας ο Καρυωτάκης αγόρασε από το κατάστημα του πατέρα του ένα περίστροφο, με το οποίο επέστρεψε σε λίγες ώρες διαμαρτυρόμενος ότι είχε βλάβη, ενώ είχε ξεχάσει να βγάλει την ασφάλεια». Αυτό εξηγήθηκε ως πρόθεσή του να αυτοκτονήσει αυθημερόν.
Το πιστόλι Pieper Bayard με το οποίο αυτοκτόνησε ο Καρυωτάκης
Το περίστροφο αυτό είναι τύπου Pieper Bayard 9mm, παραχωρήθηκε από τους απογόνους της οικογένειας Καρυωτάκη και εκτίθεται από το 2003 στο «Μουσείο Μπενάκη» στην Αθήνα (κτίριο Α, Βασ. Σοφίας). Τελικά, στις 21 Ιουλίου 1928, το απόγευμα 4.30 μ.μ., και σε ηλικία μόλις 32 ετών, ο Κώστας Καρυωτάκης περπάτησε από το καφενείο «Ουράνιος Κήπος» της Βρυσούλας προς τη θέση Βαθύ της Μαργαρώνας, μια απόσταση περίπου 400 μέτρων. Ξάπλωσε κάτω από έναν ευκάλυπτο και αυτοκτόνησε με πιστόλι στην καρδιά. Η τότε χωροφυλακή τράβηξε φωτογραφία του πτώματος η οποία έχει δημοσιευθεί και τον δείχνει κουστουμαρισμένο, με ψαθάκι και με το χέρι με το πιστόλι στο στήθος. Στη θέση αυτή βρίσκεται σήμερα το στρατόπεδο των καυσίμων της 8ης Μεραρχίας Πεζικού και υπάρχει εκεί αναμνηστική μαρμάρινη επιγραφή που τοποθέτησε η Περιηγητική Λέσχη Πρέβεζας το 1970. Η πινακίδα γράφει: «Εδώ, στις 21 Ιουλίου 1928, βρήκε τη γαλήνη με μια σφαίρα στην καρδιά ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης».[2]

Η τελευταία επιστολή

Στην τσέπη του κουστουμιού του πτώματος του Κώστα Καρυωτάκη βρέθηκε επιστολή που γράφει τα εξής: «Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περισσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι' αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ' αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές (!!!), είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας» Κ.Γ.Κ. [Υ.Γ.] Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου». Κ.Γ.Κ. (Κώστας Γ. Καρυωτάκης).[2]. Ακόμα και σήμερα υπάρχουν απορίες και αντιθέσεις στην ερμηνεία αυτής της επιστολής.[2]

Άλλες απόψεις για τα αίτια της αυτοκτονίας

Ένας λόγος που φαίνεται να ώθησε τον Καρυωτάκη στην αυτοκτονία είναι και η σύφιλη από την οποία πιθανολογείται ότι έπασχε. Ο καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Γιώργος Σαββίδης, ο οποίος διέθετε το μεγαλύτερο αρχείο για τους Νεοέλληνες Λογοτέχνες, ερχόμενος σε επαφή με φίλους και συγγενείς του ποιητή, αποκάλυψε ότι ο Καρυωτάκης ήταν συφιλιδικός, και, μάλιστα, ο αδελφός του, Θανάσης Καρυωτάκης, θεωρούσε ότι η ασθένεια συνιστούσε προσβολή για την οικογένεια. Ο Γιώργος Μακρίδης, στη μελέτη του για τον Καρυωτάκη, διατυπώνει την άποψη ότι "ο ποιητής αυτοκτόνησε στην Πρέβεζα, όχι πιεζόμενος από τη μετάθεσή του εκεί, αλλά φοβούμενος να νοσηλευτεί σε ψυχιατρική κλινική, όπως συνέβαινε με όλους τους συφιλιδικούς στο τελικό στάδιο της νόσου την περίοδο εκείνη". Θέλοντας, μάλιστα, να ισχυροποιήσει το επιχείρημά του, τονίζει ότι "δεν είναι δυνατόν ένας βαριά καταθλιπτικός ασθενής να αστειεύεται στο επιθανάτιο γράμμα του".[9]
Η Εφημερίδα Εμπρός αναγγέλει το θάνατο του Καρυωτάκη

Λογοτεχνικό έργο

«Αισιοδοξία», χειρόγραφο του Κώστα Καρυωτάκη
Εκτός από το ποιητικό του έργο, ο Καρυωτάκης έγραψε επίσης πεζά ενώ έδωσε και μεταφράσεις ξένων λογοτεχνών, όπως του Φρανσουά Βιγιόν.

Ποιήματα

  • Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων (1919)
  • Νηπενθή (1921)
  • Ελεγεία και Σάτιρες (1927)
  • Τελευταία ποιήματα (1928) [Αισιοδοξία, Όταν κατέβουμε τη σκάλα..., Πρέβεζα]
  • Ανέκδοτα ποιήματα
  • Μεταφράσεις

Πεζά

  • Το καύκαλο
  • Η τελευταία
  • Ο κήπος της αχαριστίας
  • Ονειροπόλος
  • Τρεις μεγάλες χάρες
  • Φυγή
  • Το εγκώμιο της θαλάσσης
  • Κάθαρσις
  • Η ζωή του

Μεταφράσεις

1. Elegias e Sátiras/Ελεγεία και Σάτιρες, Théo de Borba Mossburger (Trans.), (n.t.) Revista Literária em Tradução, nº 1 (set/2010), Fpolis/Brasil, ISSN 2177-5141

Δείτε επίσης

Παραπομπές

  1. 1,0 1,1 Δήμος Πρέβεζας: Πρακτικά Συνεδρίου για τον Κώστα Καρυωτάκη, Πρέβεζα, 1984
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 2,6 2,7 Γκούβας Χαράλαμπος: "Η Ιστορία του Νομού Πρέβεζας", έκδοση 2009, ISBN 978-960-87328-2-7
  3. Μ. Περάνθης: Ανθολογία της Ποιήσεως, Αθήνα, έκδοση 1958
  4. Συνέντευξη της Γαλάτειας Κονταράτου, το 2003, στο Χαράλαμπο Γκούβα, "Η Ιστορία του Νομού Πρέβεζας", έκδοση 2009
  5. Λάζαρος Συνέσιος, Ιστορία της Πρέβεζας, 2009
  6. Φρέντυ Γερμανός: «Κώστας Καρυωτάκης», ντοκιμαντέρ, ET2 1981
  7. «Συζήτηση Δημήτριου Μπομποτσάρη με τον Φρέντυ Γερμανό», στο καφενείο Ζώγκαρη, 1981
  8. Νίκος Καράμπελας: «Λεύκωμα Πρέβεζα. Φωτογραφία παραλίας, 1935», έκδοση 1990
  9. Κοντόκωστας Κ. & Κουσούλης Α., 2008. Η σύφιλη στην ιστορία και στις τέχνες. Αθήνα: Ιατρικές εκδόσεις Γιάννη Β. Παρισιάνου. ISBN 978-960-89486-7-9

Πηγές

  • Νίκος Καράμπελας, Δήμος Πρέβεζας: Λεύκωμα «Πρέβεζα», έκδοση 1991, φωτογραφία παραλίας Πρέβεζας με την τότε Νομαρχία επί της οδού Σπηλιάδου 10
  • Μ. Περάνθης: «Ανθολογία της Ποιήσεως», Αθήνα, έκδοση 1958
  • Γιάννη Σαββίδης (επιμέλεια): Καρυωτάκη Κώστα «Ποιήματα και πεζά». Εκδόσεις Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1984
  • Λάζαρος Συνέσιος: «Νεοέλληνες Λογοτέχνες: Κώστας Καρυωτάκης», εφημερίδα Τοπική Φωνή, 16-20 Απριλίου 1995
  • Λάζαρος Συνέσιος: «Καρυωτάκης κατά Τάσο Ψαρρά», εφημερίδα Τοπική Φωνή Πρέβεζας, Απρίλιος 2009
  • Θανάσης Χατζόπουλος: «Συγγραφείς στο Χρόνο:. Καρυωτάκης Κώστας». Εκδόσεις Διάμετρος, Αθήνα 2002.
  • Τάσος Ψαράς: «Ομιλία στην Κυανή Ακτή Πρέβεζας» 21 Ιουλίου 2009
  • Γκούβας Χαράλαμπος: "Η Ιστορία του Νομού Πρέβεζας", έκδοση Ιδρύματος "Μουσείο Τεχνών και Επιστημών Πρέβεζας Χαράλαμπος Γκούβας" 2009, ISBN 978-960-87328-2-7.
  • Χαράλαμπος Γκούβας: «Ο Κώστας Καρυωτάκης στην Πρέβεζα. Συνεντεύξεις Κώστα Προβατά (1992), Γαλάτειας Κονταράτου (2003) και Ιωάννη Βούρβαχη (1998)»,εφημερίδα "Τοπική Φωνή" 2005

] Βιβλιογραφία

  • Καρυωτάκης και Καρυωτακισμός, Εταιρεία Σπουδών και Νεοελληνικού Πολιτισμού, Αθήνα 1998
  • Δημήτρης Πολυχρονάκης, "Το απόλυτο γέλιο της καρυωτακικής σάτιρας", Αμάλθεια, 142-143, 2005, 73-82.
  • ----------------------, "Η άμετρη φύση της καρυωτακικής τέχνης", Πόρφυρας, 108, 2003, 159-176.
  • ----------------------, 'Κρίση και κριτική στην πρόσληψη και υποδοχή του Κ.Γ. Καρυωτάκη", Σημειώσεις, 51, 1999, 7-45.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Wikisource logo
Στη Βικιθήκη υπάρχει υλικό που έχει σχέση με το θέμα:

 πηγή: http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%8E%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%82_%CE%9A%CE%B1%CF%81%CF%85%CF%89%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2011

Φρίντα Κάλο, η ζωή μιας αδάμαστης γυναίκας (βιογραφία) του Λίντε Ζάλμπερ




Λίντε Ζάλμπερ
Μετάφραση: Σίσσυ Παπαδάκη
Εκδόσεις: Μελάνι
Σελ.: 168

 
Γυναίκα που η τύχη και η ατυχία της συνέβαλαν σ’ ένα εκρηκτικό καλλιτεχνικό ταμπεραμέντο, καθώς η ευλογία τής τέχνης με τις ατυχίες και τον πόνο της ζωής συνδέθηκαν με το καλλιτεχνικό της έργο· άρα, με τη βαθύτερη υπόστασή της. Σε ηλικία μόλις έξι ετών αρρώστησε από πολιομυελίτιδα, με αποτέλεσμα το ένα της πόδι να είναι ημιπαράλυτο και μικρότερο από το άλλο. Ωστόσο, τα σημάδια της μοίρας πάνω στο κορμί της είχαν και συνέχεια. Έφηβη πια, υπήρξε θύμα σφοδρού τροχαίου, όταν το λεωφορείο στο οποίο επέβαινε συγκρούστηκε με ένα τραμ! Ακολούθησαν μια σειρά χειρουργικών επεμβάσεων που επιβάρυναν, εκτός από το κορμί της, και τον ψυχισμό της. Η ζωή της από εκείνη την εποχή υπήρξε ένα κράμα σωματικού πόνου και βαθύτατης θλίψης, που επέτεινε η αδυναμία της να κάνει παιδιά… Η καλλιτεχνική της εξέλιξη υπήρξε εντυπωσιακή, όπως ακριβώς και η προσωπική της ζωή. Η σωματική της αδυναμία σαν αντιστάθμισμά της γεννούσε μια υπέρμετρη δίψα για ζωή, πράγμα που εκφράστηκε μέσα από μια έντονη σεξουαλική δραστηριότητα, Έτσι, η Φρίντα Κάλο, πριν αφοσιωθεί στον ζωγράφο Ντιέγκο Ριμπέρα, έζησε μια ζωή με πολλούς εραστές και έρωτες. Στην ενδιαφέρουσα αυτή βιογραφία, η συγγραφέας, που είναι διδάκτωρ ψυχολογίας και ψυχοθεραπεύτρια, δεν αφήνει ανεκμετάλλευτη την ανάδειξη της άρρηκτης σχέσης ανάμεσα στο έργο και τη ζωή του καλλιτέχνη. Έτσι, ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει μια εξέχουσα προσωπικότητα της ζωγραφικής στην καθημερινή της ζωή, όπως αυτή συνδέεται με τα μεγάλα γεγονότα αλλά και την καλλιτεχνική της δραστηριότητα. Η σημαντική αυτή βιογραφία έτυχε στη γλώσσα μας μιας καλής μετάφρασης από τη Σίσσυ Παπαδάκη.

κριτική από τον
Ξενοφών Μπρουντζάκης xenofonb@gmail.com

Αόρατος άνθρωπος του Ράλφ Έλισον: ένα φυλετικό μυθιστόρημα από το 1952







Ραλφ Έλισον
Μετάφραση: Αγορίτσα Μπακοδήμου
Εκδόσεις: Κέδρος
Σελ.: 548

Ο μαύρος ήρωας του Έλισον, ενός πολιτικοποιημέ­νου και κορυφαίου Αφροαμερικανού συγγραφέα, έχει μια μοναδική ιδιότητα: είναι αόρατος. Ο λόγος για τον οποίο δεν φαίνεται, δεν έχει να κάνει με εκείνον της ομότιτλης αγγλικής νουβέλας τρόμου και επιστημονικής φαντασίας που γράφτηκε από τον Χέρμπερτ Τζορτζ Γουέλς και δημοσιεύθηκε στην Αγγλία το 1897. Εδώ, δεν συντρέχει κανείς μεταφυσικός λόγος. Αντίθετα, η ιστορία είναι πέρα για πέρα ρεαλιστική. Απλούστατα, ο λόγος που ο μαύρος ήρωας του Έλισον είναι αόρατος έχει να κάνει απλώς με το γιατί δεν τον βλέπουν οι άλλοι. Είναι τόσο ασήμαντη η παρουσία του, ώστε περνά απαρατήρητος. Και το γεγονός αυτό τον καθιστά…ανύπαρκτο. Το δε σπουδαίο σε όλη αυτή την εξαι­ρετική διήγηση της… αόρατης ζωής του αφηγητή είναι αυτό που υπονοείται ότι συμβαίνει με όλους τους μαύρους πολίτες της Αμερικής. Πρόκειται δηλαδή για ένα φυλετικό μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε το 1952, όταν το φυλετικό βρι­σκόταν σε οριακό σημείο στην αμερικανική κοινωνία μαζί με μια σειρά άλλων επιτακτικών ζητημάτων που έχρηζαν αλλαγών. Εδώ η απουσία, η ανυπαρ­ξία, η ακραία μορφή αμφισβήτησης της φυσικής παρουσίας του άφαντου ήρωα, δεν υποδηλώνει τί­ποτε άλλο από την κραυγαλέα απαίτηση να στρέψει την προσοχή στην αδιαφιλονίκητη υπόστασή του, στη διεκδίκηση της δικής του ολοφάνερης θέσης στη ζωή. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα μαθητείας όπου η ζωή τού ήρωα ξεδιπλώνεται από τη νεαρή ηλικία ως την ωριμότητα, και όλα διαδραματίζονται μέσα σε ένα σκηνικό απύθμενης αγριότητας και ακατάπαυστου αγώνα ενάντια στη ματαίωση της ύπαρξής του - της ίδιας του της φυλής. Ένα δυνατό βιβλίο!

κριτική από τον
Ξενοφών Μπρουντζάκης xenofonb@gmail.com

Χαμάμ Βαλκάνια του Βλάντισλαβ Μπάγιατς







Βλάντισλαβ Μπάγιατς
Μετάφραση: Μαρία Κεσίνη
Εκδόσεις: Κέδρος
Σελ.:398

Αν δεν κάνω λάθος, πρόκειται για το δεύτερο βιβλίο του Σέρβου συγγραφέα που κυκλοφορεί στη γλώσσα μας. Το πρώτο, από του οποίου την έκδοση δεν έχει περάσει και πολύς καιρός, είναι «Ο Μέγας Αλέξανδρος στη χώρα των Κελτών» από τον «Κέδρο» και πάλι. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που καταπιάνεται με ένα σοβαρό και έντονα υπαρκτό στον βαλκανικό χώρο, πρόβλημα το οποίο σχετίζεται με το βασανιστικό ζήτημα της συγκρό­τησης εθνικής ταυτότητας. Έχουμε να κάνουμε με πε­ριπτώσεις που ανήκουν και παραδέρνουν ανάμεσα σε δυο εθνότητες, σε δυο γλώσσες και παραδόσεις, σε δυο θρησκείες. Το να βρίσκεσαι ανάμεσα σε δυο - συνήθως – αντικρουόμενες τάσεις οι οποίες είναι τόσο όμοιες όσο ακριβώς και διαφορετικές, δημιουργεί μια παράνοια και μια συνεχή έκρυθμη κι αδιέξοδη συνθήκη βίου. Ο Μπά­γιατς, προκειμένου να αντιμετωπίσει στην ολότητα και πολυπλοκότητά του το θέμα, προσφεύγει στο παρελθόν, εκεί που η Ιστορία τοποθετεί τα πράγματα στη θέση τους, σα να διατυπώνει με σαφήνεια το πρόβλημα, αυτό που σε παρόντα χρόνο έρχεται να αντιμετωπίσει ο συγγραφέας. Έτσι, έχουμε τον παρελθόντα χρόνο και χώρο μέσα σε μια πολύπλοκη αφήγηση, όπου παραδοσιακά ζητήματα τοποθετούνται σε μια αμιγώς μεταμοντέρνα αφήγηση που εναλλάσσεται συνεχώς μέσα στο χρόνο, το χώρο και τους κατά καιρούς ήρωές του. Από τα χρό­νια της κυριαρχίας του Σουλεϊμάντου Μεγαλοπρεπούς και την κατάσταση που επικρατούσε στα οθωμανοκρατούμενα Βαλκάνια, μεταφερόμαστε στη σύγχρονη εποχή μέσα από μια εναλλασσόμενη αφήγηση, σ'ένα χαμάμ της σημερινής Βοσνίας. Έκπληξη - όχι όμως υπο­κινούμενη από στείρα σκοπιμότητα αλλά με την ουσία της- η παρουσία του συγγραφέα Ορχάν Παμούκ.

κριτική του 
Ξενοφών Μπρουντζάκης xenofonb@gmail.com  




http://topontiki.gr/article/18650

Τυχαίο θύμα του Αρνέ Νταλ







Άρνε Νταλ
Μετάφραση: Γρηγόρης Κονδύλης
Εκδόσεις: Μεταίχμιο, Σελ.: 536

Με ένα ποτήρι μπίρας κάποιος ανοίγει το κεφάλι ενός νεαρού οπαδού ποδοσφαιρικής ομάδας σε ένα εστιατόριο της Στοκχόλμης. Ο νεαρός πεθαίνει. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα περιστατικό της συνηθισμένης γκρίζας και ωμής καθημερινότητας στο κέντρο της πόλης. Την έρευνα αναλαμβάνει ένα ζευγάρι τιμωρημένων ερευνητών, ο Πολ Γελ και η Σέρτσιν Χολμ, που προέρχονται από την Ομάδα Άλφα. Ο Άρνε Νταλ δεν υπάρχει. Το ψευδώνυμο αυτό ανήκει στον Σουηδό Γιαν Άρναλντ, ο οποίος κατάφερε να διατηρήσει μυστική την ταυτότητά του για αρκετά χρόνια, αλλά στο έκτο βιβλίο της αστυνομικής σειράς του, στην οποία πρωταγωνιστεί η Ομάδα Άλφα, το πρόσωπό του αποκαλύφθηκε.

 
κριτική από τον 
Ξενοφών Μπρουντζάκης xenofonb@gmail.com

http://topontiki.gr/article/18855 

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2011

"Ιστορίες Μπονζάι" από το "Πλανόδιον"




Στο αμερικανικό μικρό διήγημα, γνωστός ως flash fiction, το οποίο από τις αρχές της δεκαετίας του '90 γνώρισε μεγάλη επιτυχία στον αγγλόφωνο κόσμο και παγκόσμια αναγνώριση και επιρροή, εστιάζει το καινούργιο τεύχος του περιοδικού "Πλανόδιον", παρουσιάζοντας 43 τέτοια μικρά διηγήματα σταχυολογημένα από τις πέντε καλύτερες αμερικανικές ανθολογίες του είδους που κυκλοφορούν. Χαρακτηριστικός της σμικρότητας του είδους αλλά και διακριτός ανάμεσα στην πληθώρα των ονομασιών που ήδη χρησιμοποιούνται είναι ο τίτλος "Ιστορίες Μπονζάι" που επέλεξε το περιοδικό για το αφιέρωμά του, στο οποίο ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει μερικά από τα αξιολογότερα ονόματα της αμερικανικής λογοτεχνίας, όπως οι Ρέι Μπράντμπερι, Τομ Χαζούκα, Λάνγκστον Χιούζ, Τζόις Κάρολο Όουτς, Σαμ Σέπαρντ, Τζον Απντάικ, Τένεσι Ουίλιαμς, Τομπάιας Γουλφ.
Βεβαίως υπό τον συγκεκριμένο τίτλο το περιοδικό από την Άνοιξη του 2010 εγκαινίασε τον αντίστοιχο λογοτεχνικό ιστοχώρο, αφιερωμένο αποκλειστικά στο συγκεκριμένο είδος, επιστεγάζοντας την από καιρού έρευνα και δραστηριοποίησή του στο μικρό αμερικανικό διήγημα. Στις ιντερνετικές "Ιστορίες Μπονζάι" ο αναγνώστης μπορεί να βρει πλούσιο υλικό από δέκα γλώσσες, μαζί με πρωτότυπες δημοσιεύσεις, ανθολογήσεις, ειδικά αφιερώματα, συνεντεύξεις, αλλά και θεωρητικά κείμενα για το είδος, και επιπλέον βιντεοσκοπημένες αναγνώσεις διηγημάτων από τους ίδιους τους συγγραφείς τους αλλά και μερικές πολύ εντυπωσιακές δραματοποιήσεις κάποιων ιστοριών.
Όσον αφορά το ελληνικό μπονζάι, σ' αυτό θα είναι αφιερωμένο το επόμενο τεύχος του "Πλανόδιον". Το παρόν τεύχος σχεδίασε ο Γιάννης Πατίλης, η Ηρώ Νικολοπούλου και ο Βασίλης Μανουσάκης.


http://avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=626781

Ο Πικρός, η Σπιναλόγκα και ο υπόγειος κόσμος των χανσενικών

του Κώστα Θεριανού*









Πέτρος Πικρός Σπιναλόγκα. Ο τάφος των ζωντανών πτωμάτων (εισαγωγή - επιμέλεια Γιάννης Μπάρτζης). Εκδ. Αντ. Σταμούλης, σελ., τιμή:

Τον τελευταίο χρόνο, με αφορμή το γνωστό σίριαλ Το Νησί, που βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Βικτόρια Χίσλοπ, γράφτηκαν πολλά για τη Σπιναλόγκα και τη νόσο του Χάνσεν. Η νόσος του Χάνσεν δεν είναι πια παρούσα στην κοινωνία μας, είναι μια νόσος που θεραπεύεται και δεν υπάρχουν πια λόγοι και χώροι απομόνωσης των ασθενών. Το βιβλίο του Πέτρου Πικρού, που είναι συλλογή άρθρων που δημοσιεύθηκαν το 1932 μετά από επίσκεψη του συγγραφέα στη Σπιναλόγκα, βγάζει στην επιφάνεια τον υπόγειο κόσμο, αυτή την υπόγεια Ελλάδα των χανσενικών και των οικογενειών τους.
Δεν πρόκειται για μυθιστόρημα με πλοκή και ευχάριστες νότες όπως το βιβλίο της Χίσλοπ ή το σίριαλ, όπου ορισμένες καταστάσεις εξωραΐζονται. Τα κείμενα του Πικρού γράφονται σε μια εποχή που το πρόβλημα είναι παρών και η νόσος απειλεί τους υγιείς και καταστρέφει εκτός από σωματικά και κοινωνικά τους ασθενείς και τις οικογένειες τους. Ο Πικρός δίνει το υλικό για μια κοινωνιολογική ανάγνωση της ασθένειας. Μια ανάγνωση που την υπάγει στην κοινωνιολογική κατηγορία της «ασθένειας - στίγμα», η οποία προκαλεί αποτροπιασμό όχι τόσο για την επικινδυνότητά της όσο για τις αντιλήψεις και τα στερεότυπα που δένονται με αυτήν. Όπως σήμερα η δήλωση κάποιου ότι νοσεί από AIDS οδηγεί πολλούς σε συνεπαγωγές για τον τρόπο ζωής του - και αυτή είναι η έννοια της ασθένειας στίγμα, ότι παραπέμπει δηλαδή στην ενδεχόμενη μη συμφωνία του υποκειμένου με ηθικές παραδοχές της κοινωνίας - έτσι και παλιότερα, η νόσος του Χάνσεν παρέπεμπε σε ανάλογες συνεπαγωγές.
Τα ρεπορτάζ του Πικρού θέτουν όμως και την κοινωνική διάσταση του θέματος. Οι ιππότες του Μεσαίωνα, οι βασιλείς όπως ο Μέγας Κωνσταντίνος και ο Βαλδουίνος ο Δ', περιφέρονταν ελεύθεροι με την ασθένειά τους σε πλήρη θέα. Εγκλεισμό και απομόνωση υφίσταντο οι φτωχοί χανσενικοί, που απομονώνονταν οι ίδιοι και πολλές φορές και οι οικογένειες τους σε ιδιαίτερες αποικίες. Ο Πικρός παρακολουθεί μέσα από ένα σπάνιο ιστορικό υλικό την πολιτική και θρησκευτική διαχείριση της ασθένειας στο Βυζάντιο και την Αναγέννηση προκειμένου να στηρίξει τη θέση του ότι το πραγματικό και βαθύ διακύβευμα δεν ήταν ούτε είναι η ασθένεια καθαυτή αλλά το πώς την εκλαμβάνουν οι κοινωνίες και η πολιτική σε συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους.
Πρόκειται για ένα βιβλίο που, για όποιον ενδιαφέρεται για το θέμα, αν διαβασθεί συνδυαστικά με την εξαιρετική μελέτη του Μάνου Σαββάκη Οι λεπροί της Σπιναλόγκας και το πρόσφατα ανατυπωμένο βιβλίο του Julien Grivel Η νόσος του Χάνσεν στην Ελλάδα και την Κρήτη κατά τον 20ό αι. , δίνει μια πλήρη εικόνα των ατομικών και κοινωνικών διαστάσεων της νόσου.


*Ο Κώστας Θεριανός είναι κοινωνιολόγος

http://avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=626243 


Ναπολέων Λαπαθιώτης, Ντελικάτες παρθένες και αρρενωπά αγόρια ή ο Έλληνας Όσκαρ Ουάιλντ







Ενα ανέκδοτο αφήγηµα του «καταραµένου» ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη που µέσα από µια µελό ιστορία αναδεικνύει τα κρυµµένα πάθη στην Αθήνα των αρχών του περασµένου αιώνα.

Νόστιµο παιδί, συµπαθητικό και καλοΐσκιωτο, µε πρόσωπο σταράτο, χείλη προκλητικά σαν φρούτα γινωµένα και µάτια σκοτεινά γεµάτα υποσχέσεις είναι ο Σωτήρης, ένας σβέλτος νεαρός τσαγκάρης της οδού Αιόλου.

Οταν θα τον πρωτοσυναντήσει η Ρηνούλα, µια συνεσταλµένη όµορφη καπελού της Αγίου Μάρκου, θα τον αγαπήσει µε λαχτάρα δίχως λυτρωµό και θα χάσει για πάντα την κοριτσίστικη ξενοιασιά της.

Φθηνή αισθηµατολογία του συρµού; Οχι ακριβώς. ∆ηµοσιευµένη σε τέσσερις συνέχειες στη Νέα Εστία το φθινόπωρο του 1940, η νουβέλα «Κάπου περνούσε µια φωνή» του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, η οποία κυκλοφορεί τώρα για πρώτη φορά αυτοτελώς από τις εκδόσεις Ερατώ, είναι µια αισθηµατική ιστορία µε τραγικό τέλος που διαδραµατίζεται στην προπολεµική Αθήνα του 1914 στη διάρκεια λίγων µηνών. Μακριά από τον Μεγάλο Πόλεµο και τις συλλογικές έγνοιες, οι νέοι του πεζογραφήµατος, παιδιά της εργατικής τάξης, υδραυλικοί, αραµπατζήδες, ναυτικοί, ράφτες, µαρµαράδες και τσαχπίνες µοδιστρούλες και τεχνίτρες, βολτάρουν στην Αθήνα, φλερτάρουν και ερωτεύονται. 






Η νύχτα, το χλωµό και λυπηµένο φεγγάρι, οι νεαροπαρέες που διασκεδάζουν, η νοσταλγία για τα παλιά και λησµονηµένα, ο έρωτας που γειτονεύει µε τον θάνατο, όλα τα στοιχεία της ποίησης του Λαπαθιώτη υπάρχουν και σε τούτο το πεζογράφηµα. Εκτός από τα οικεία µοτίβα της νεοροµαντικής ποίησης, ο πεζός λόγος του Λαπαθιώτη έχει επιπλέον τη «ρυθµική κύµανση του στίχου» έγραφε τον Ιανουάριο του 1944 ο Γιώργος Γεραλής σε νεκρολογία για τον αυτόχειρα Λαπαθιώτη στα «Καλλιτεχνικά Νέα»: «Ολόκληρη η νουβέλα είναι γραµµένη – σχεδόν – σε δεκαπεντασυλλάβους», γεγονός που καταδεικνύει «πόσον ήταν συµφυής µε τον εσωτερικό κόσµο του Λαπαθιώτη ο ποιητικός ρυθµός».

Τα ρεαλιστικά στιγµιότυπα της νουβέλας εναλλάσσονται µε υποβλητικές ποιητικές εικόνες τυλιγµένες σε έναν διάχυτο ερωτισµό – ετερόφυλο και οµόφυλο. Ο απροκάλυπτα οµοφυλόφιλος Λαπαθιώτης είναι υπαινικτικός στη συντηρητική Νέα Εστία – µε την οποία συνεργάζεται και ως κριτικός βιβλίου –, τα υπονοούµενα όµως δεν χωρούν παρερµηνείες: ο Σωτήρης δεν ανταποκρίνεται στο αίσθηµα της Ρηνούλας όχι επειδή αγαπά άλλη γυναίκα.

Η ερωτική ιστορία επάνω στην οποία δοµείται η πλοκή αποτελεί όµως µόνο το µυθοπλαστικό πρόσχηµα για ένα χρονογράφηµα της καθηµερινότητας και των ηθών της ζωής στις λαϊκές συνοικίες της πρωτεύουσας. Η µοιραία κατάληξη του ερωτικού καηµού της ηρωίδας µαρτυρείται ήδη στις πρώτες σελίδες, απαλλάσσοντας τον αναγνώστη από την αγωνία της εξέλιξης της ιστορίας. Απολαµβάνει έτσι τους περιπάτους στην Αθήνα που αρχίζει µόλις να διαµορφώνεται σε µεγαλούπολη, όπου οι εντυπωσιακές δενδροστοιχίες του άστεως, οι νωχελικοί περίπατοι στους Κήπους των Μουσών, η κοσµοπληµµύρα στην οδό Ερµού, η µεγάλη λαµπαδηφορία στρατού και µαθητών και τα εορταστικά πυροτεχνήµατα το βράδυ του Ευαγγελισµού στο Σύνταγµα συνυπάρχουν µε τις φωτιές του Κλήδωνα που φερµένες από τα χωριά της επαρχίας τριζοβολούν και γεµίζουν µε τη λάµψη και τη βαριά καπνίλα τους τους δρόµους της πόλης. Οι κανταδόροι σεργιανούν τις νύχτες στις γειτονιές και στα σοκάκια του Παγκρατίου, της ∆εξαµενής, των Πετραλώνων, του Θησείου προτού καταλήξουν στα συνοικιακά καφενεδάκια. Το τραµ ανεβαίνει ακόµη την οδό Ερατοσθένους στο Παγκράτι, οι γυναίκες κουτσοµπολεύουν τα καλοκαίρια στις αυλές ως τα µεσάνυχτα, τα κορίτσια ευκολοκοκκινίζουν ακόµη και τα αυτοκίνητα µετριούνται ακόµη στα δάχτυλα.

Στο αντίστοιχο αισθηµατικό ροµάντζο του «Το τάµα της Ανθούλας» ο Λαπαθιώτης αποτυπώνει τη ζωή του περιθωρίου και του υποκόσµου στον Πειραιά. Στο «Κάπου περνούσε µια φωνή» συµπληρώνει – όπως δηλώνει και ο υπότιτλος του πεζογραφήµατος «Σελίδες µιας Αθήνας περασµένης» – την αθηναιογραφία των αρχών του 20ού αιώνα προσθέτοντας στις νατουραλιστικές περιγραφές του ∆. Βουτυρά, του Ιω. Κονδυλάκη, του Μ. Μητσάκη και του Αλ. Παπαδιαµάντη εικόνες µιας απλής, ανέµελης, αισθησιακής, ηδυπαθούς Αθήνας, σαγηνευτικής και ολέθριας.

Το κοµψό τοµίδιο των εκδόσεων Ερατώ περιλαµβάνει επίσης το πεζό κείµενο «Φεγγάρι» – πιθανόν πρόπλασµα του πρώτου κεφαλαίου της νουβέλας, δηµοσιευµένο στο περιοδικό Μούσα το 1922. Τα κείµενα πλαισιώνουν πρόλογος και σχόλια του επιµελητή και εργοβιογραφικό χρονολόγιο του συγγραφέα επιχειρώντας την απόδοση µιας σφαιρικής εικόνας του λογοτεχνικού Λαπαθιώτη – θεωρητικά γνωστού, αγαπηµένου και µελοποιηµένου, αλλά εν πολλοίς ακόµη ανεξερεύνητου.

Ο έλληνας Οσκαρ Γουάιλντ 
 
Γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας, γιος υψηλόβαθμου στρατιωτικού που διετέλεσε και υπουργός Στρατιωτικών μετά το Κίνημα στου Γουδή και μιας ανιψιάς του Χαρίλαου Τρικούπη, ένας επιτηδευμένος δανδής της λογοτεχνικής και κοσμικής Αθήνας του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, ανοικτά ομοφυλόφιλος, εραστής των «τεχνητών παραδείσων», φημισμένος για τη νυχτοφιλία του, πολυγραφότατος και συνεργάτης απειράριθμων εντύπων της εποχής του, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1944), ο θρυλικός έλληνας Οσκαρ Γουάιλντ που βίωσε τη ζωή ως τέχνη, είναι γνωστός περισσότερο ως ένας από τους παρακμιακούς ποιητές της γενιάς του Καρυωτάκη, τον οποίο τα αδιέξοδά του, οι οικονομικές δυσκολίες και τα ναρκωτικά τον οδήγησαν στην αυτοχειρία. «Η ζωή του προκαλεί εύλογα το ενδιαφέρον του κοινού» σημειώνει μιλώντας στο «Βήμα» ο νεοελληνιστής Γιάννης Παπακώστας, ο οποίος επιμελήθηκε την έκδοση της αυτοβιογραφίας του «Η ζωή μου» (Κέδρος, 2009) και της αισθηματικής νουβέλας «Το τάμα της Ανθούλας» (Λιβάνη, 2007). Στα πεζά του, διάσπαρτα σε περιοδικά της εποχής και αθησαύριστα ακόμη, «την προσοχή μας σήμερα δεν προκαλούν μόνο η μυθοπλασία, ο αισθητισμός και ο αισθησιασμός, καθώς συμπλέκονται με έντονα ρεαλιστικά, νατουραλιστικά, θα λέγαμε, στοιχεία – στοιχεία περιθωρίου, όπως είναι η σωματεμπορία, ο τζόγος, τα ναρκωτικά και οι τεκέδες –, αλλά και η ποιητική τους αύρα και ο επιμελημένος λόγος, συνδυασμένος με μια ρομαντική διάθεση και φόντο πάντοτε τη νύχτα και τις αρρωστημένες αναθυμιάσεις, σωματικές και ψυχικές».



ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
Βιβλία + ιδέες περισσότερες ειδήσεις 
 
 
Μικρό βιογραφικό
 
Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης (31 Οκτωβρίου 18887 Ιανουαρίου 1944) ήταν Έλληνας ποιητής του μεσοπολέμου.

 

Γεννήθηκε στην Αθήνα, τη νύχτα προς τα ξημερώματα σε ένα σπίτι της πλατείας Αγίων Θεοδώρων. Άρχισε την συγγραφή και έκδοση ποιημάτων από ένδεκα χρονών. Ο πατέρας του, Λεωνίδας, ήταν κυπριακής καταγωγής, ενώ η μητέρα του ήταν ανιψιά του Χαρίλαου Τρικούπη. Ο πατέρας του, Λεωνίδας Λαπαθιώτης, που είχε ασχοληθεί με την ποίηση, ήταν μαθηματικός και ανώτατος στρατιωτικός και έγινε υπουργός των στρατιωτικών το 1909 και βουλευτής. Το 1907 μαζί με άλλους εννιά νεαρούς λογοτέχνες ίδρυσαν το περιοδικό Ηγησώ.

Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών όπου και το 1909 πήρε δίπλωμα νομικής, αλλά ποτέ δεν άσκησε το επάγγελμα. Το έργο του βρίσκεται σκορπισμένο σε περιοδικά. Η μοναδική του ποιητική συλλογή δημοσιεύτηκε το 1939.
Ο θάνατός του ήρθε από αυτοκτονία το 1944 βρίσκοντας τον φτωχό και καταπονημένο από τα ναρκωτικά. Η κηδεία του έγινε με έρανο των φίλων του.


Ζούσε σε διώροφο νεοκλασικό αρχοντικό κάτω από το λόφο του Στρέφη. Στο σπίτι αυτό έζησε πάνω από 40 χρόνια και εκεί έγραψε το μεγαλύτερο μέρος του ποιητικού έργου του αλλά και αυτοκτόνησε.
Το κινηματογραφικό έργο Μετέωρο και σκιά (1985) βασίζεται στην ζωή του.

Έργα

  1. «Οι Περιπέτειες του Κονστάν Λαβρέτ» ημιτελές μυθιστόρημα (πρωτόλειο)
  2. «Νέρων ο Τύραννος», 1901 θεατρικό παιδικό έργο, που το τύπωσε ο πατέρας του
  3. «ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ», άρθρο στο Νουμά 1916
  4. «Η Ζωή μου», ημιτελής αυτοβιογραφία (φτάνει έως το 1917) που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό Μπουκέτο το 1940.

Ποιήματα

  • Τὰ καημένα τὰ πουλάκια
  • Τὰ χλωμά τὰ κοριτσάκια
  • Ἔχω ἕνα ἀηδόνι...
  • Ποιητής
  • Μυστικό...
  • Ἐπεισόδιο
  • Ἡ χαρά
  • Συντριβή
  • Ἀναμνήσεις
  • Τὸ παλιό μας τραγούδι
  • Μικρό Τραγούδι
  • Παραμύθι
  • Πόθος
  • Στο νυχτερινό κέντρο
  • Χειμωνιάτικο τοπίο
  • Ἐκ βαθέων
  • Στη φυλακή...
  • Κούραση
  • Κλείσε τὰ παράθυρα
  • Φαντάσματα
  • Βαθύ κι ἐξαίσιο βράδυ
  • Μοναξιά
  • Ἑκάτης πάθη
  • Νυχτερινό
  • Οἱ μπερντέδες
  • Ἐρωτικό
  • Οἱ κύκνοι τὸ φθινόπωρο
  • Λυπήσου
  • Προσμένω πάλι
  • Σπαρασμός
  • Ἄτιτλο
  • 1939
  • Φάντασμα
  • Προσμονή
  • Εἶμαι μόνος...
  • Ἐρινύες
  • Βαο, γαο, δαο
  • Τ᾿ ἁπλὸ παιδί πού ἐγὼ ἀγαπῶ...
  • Τραγούδι
  • Ὅταν βραδιάζει
  • Ἕνας χαμένος κύκλος
  • Ἀποχαιρετισμοί στη μουσική
  • Ἀποχαιρετισμός
  • Ἀποχαιρετιστήριο
  • Κραυγή






 Ποιήματα - μικρή ανθολογία

 Ποιητής

Πόσο βαθὺ κι ἀσήμαντο συνάμα,
τῆς Ζωῆς καὶ τῆς Τέχνης σου τὸ δρᾶμα,
σ᾿ ἕνα παιχνίδι μάταιο καὶ γελοῖο,
τοῦ Νοῦ σου νὰ σκορπᾷς τὸ μεγαλεῖο!
Μέρα-νύχτα νὰ παίζεις μὲ τὶς λέξεις,
πῶς, πρέπει, μεταξύ των, νὰ τὶς πλέξεις
καὶ πῶς, μαζί, νὰ σμίξεις κάποιους ἤχους,
ὥστε νὰ κλείσεις τ᾿ Ὄνειρο σὲ στίχους!
Πόσος κόπος καὶ πόνος κι ἀγωνία,
νὰ πλάσεις ἀπ᾿ τὴ θλίψη σου ἁρμονία
καὶ νὰ τὴ πλάσεις μ᾿ ὅλους σου τοὺς τρόπους,
γιὰ νὰ τὴ ξαναδώσεις στοὺς ἀνθρώπους!
Μήτε κι ἀληθινὰ ποὺ ξέρω πρᾶμα
πιὸ θλιβερό, ἀπ᾿ τοῦ πόνου σου τὸ δρᾶμα,
τοῦ Πόνου αὐτοῦ, ποὺ στέργει γιὰ κλουβί του,
τὸ χῶρο ἑνὸς ἀνθρώπινου ἀλφαβήτου!
Κι ἀφοῦ, σὰ τὰ μικρὰ παιδάκια, παίξεις,
τόσο καιρό, μὲ ρίμες καὶ μὲ λέξεις
κι ὅλες σου τὶς ἐλπίδες ἀφανίσεις,
χαμένος, ὅλος, μέσ᾿ στὶς ἀναμνήσεις,
μόλις φανοῦν οἱ πρῶτες μαῦρες τύψεις
κι ἔρθ᾿ ἡ στιγμὴ νὰ σκύψεις, νὰ μὴ σκύψεις,
μὰ παίρνοντας μαζὶ τὸ θησαυρό σου,
τὸ Γολγοθᾶ σου ἀνέβα καὶ σταυρώσου!

Συντριβή

Ἔτσι μὲ σύντριψε τὸ Φῶς, γιατὶ εἶδα πρὸς τὸ Φῶς
καὶ γιατὶ μέθυσ᾿ ἀπὸ Ζωή, μ᾿ ἔχει συντρίψει ἡ Ζωή.
Ἐπειδὴ στράφηκα κι ἐγώ, μ᾿ ὅλη μου τὴ πνοὴ
στὴ Μελῳδία, μὲ σύντριψε ἡ Μελῳδία: Κουφός!
Καὶ γιατὶ πῆγα στὴ Χαρά, μὲ σύντριψε ἡ Χαρὰ
κι οὔτ᾿ ἕνα τί κι οὔτ᾿ ἕνας ποιὸς καὶ δὲ μὲ θέν᾿ τὰ Ὕψη!
Γιατὶ μιλῶ πλατιά, σὰ Θεός, μὲ φθόνεσε καὶ ὁ Θεός.
Καὶ γιατὶ πῆγα στὴ Χαρά, μὲ σύντριψε κι ἡ Θλίψη...

Ἀναμνήσεις

Τὸ κάθε τι ποὺ πέρασε, γιὰ πάντα μ᾿ ἔχει σκλάβο
κι ὅσο γυρεύεις Σήμερα, τὸ Χτὲς νὰ μ᾿ ἀφανίσεις,
τόσο σὲ ῾κεῖνο θὰ γυρνῶ καὶ τόσο δὲ θὰ παύω
νὰ ζῶ στὶς ἀναμνήσεις...
Θαρρεῖς καὶ κάτι μόνιμα, μπροστά μ᾿ εἶναι πεσμένο
καὶ κρύβοντας καὶ σβήνοντας ὁλότελα τὸ Τώρα,
μὲ κάνει νὰ μὴ χαίρουμαι καὶ μήτε νὰ προσμένω
καινούργια, τάχα, δῶρα...
Σ᾿ ὅτι ποθεῖ καὶ σ᾿ ὅτι ζεῖ, ἡ ψυχή μου μένει ξένη
κι οὔτε μπορεῖς, Φωνὴ Ζωῆς, ἀλλιῶς νὰ τὴ δονήσεις,
παρὰ θαμπὰ καὶ μακρινά, σὰ μουσικὴ ποὺ βγαίνει
μέσ᾿ ἀπ᾿ τὶς ἀναμνήσεις...
Τῆς πεθαμένης τῆς χαρᾶς, ἔχει στερέψει ἡ βρύση
κι οὔτε γυρέυει θάματα κι οὔτε προσμένει δῶρα
κι οὔτε μπορεῖ πιὰ τίποτα νὰ τὴ παρηγορήσει,
παρὰ ὅτι ἦταν ὡς τώρα...

Πόθος

Βαθὺ χινόπωρο γοερό, πόσο καιρὸ σὲ καρτερῶ,
μὲ τὶς πλατιές, βαριές σου στάλες
τῶν φύλλων ἄραχλοι χαμοί, τῶν δειλινῶν ἀργοὶ καημοί,
ποῦ μὲ μεθούσατε τὶς ἄλλες...
Τὰ καλοκαίρια μ᾿ ἕψησαν καὶ τὰ λιοπύρια τὰ βαριά,
κι οἱ ξάστεροι οὐρανοὶ οἱ γαλάζοι:
ἀπόψε μου ποθεῖ ἡ καρδιὰ πότε νὰ ῾ρθεῖ μέσ᾿ τὰ κλαριά,
ὁ θεῖος βοριὰς καὶ τὸ χαλάζι!
Τότε, γερτὸς κι ἐγὼ ξανά, μέσ᾿ τὰ μουγγὰ τὰ δειλινά,
θ᾿ ἀναπολῶ γλυκά, -ποιὸς ξέρει-,
καὶ θὰ μὲ σφάζει πιὸ πολύ, σὰν ἕνα μακρινὸ βιολί,
τὸ περασμένο καλοκαίρι...

Στὸ νυχτερινὸ κέντρο

Τώρα ποὺ παίζει τὸ βιολὶ κι ἔχουμε πιεῖ τόσο πολύ,
ποὺ μ᾿ ἕναν ἔρωτα τρελὸ σὰ νά ῾μαστε δεμένοι,
σ᾿ ἕνα συντρόφεμα ζεστό, βᾶνε ξανὰ νὰ ζαλιστῶ,
μέσ᾿ στ᾿ ὄνειρό σου νὰ κλειστῶ. Τὸ μόνο ποὺ μοῦ μένει.
Γιατὶ ἂν λείψει τὸ κρασὶ κι φύγεις ἄξαφνα κι ἐσὺ
καὶ βουβαθεῖ καὶ τὸ βιολὶ μὲ τὸ γλυκὸ βραχνᾶ του,
μεσ᾿ στῆς καρδιᾶς μου τὸ κενό, μεγάλο σὰ τὸν οὐρανό,
θ᾿ ἀκούσω πάλι τὸ βραχνὸ τραγούδι τοῦ θανάτου...




πηγές:

http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=410329&h1=true

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CF%89%CE%BD_%CE%9B%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B8%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82

http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/napolewn_lapa8iwths_poems.htm#%CE%A0%CE%9F%CE%99%CE%97%CE%A4%CE%97%CE%A3