Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

Ναζίμ Χικμέτ - η καρδιά μας πάντα μαζί του βρίσκεται





Το βράδυ 2 Ιούνη 2013 η Ιστανμπούλ ήδη φωτίζει τον δρόμο της εξέγερσης και η τούρκικη αστυνομία κάνει ντου στα γραφεία του ΚΚ Τουρκίας καταστρέφοντας το Πολιτιστικό Κέντρο Ναζίμ Χικμέτ. Είναι σχεδόν ειρωνικό, αφού είναι ακριβώς 50 χρόνια από το βράδυ που ο μεγαλύτερος Τούρκος επαναστάτης ποιητής του 20ου αιώνα παθαίνει καρδιακό επεισόδιο, εξόριστος στη Μόσχα, αφήνοντας την τελευταία του πνοή στις 3 Ιούνη του 1963.
Ο Ναζίμ Χικμέτ Ραν (Nazim Hikmet Ran), όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη στις 15 Γενάρη του 1902 σε μια ευυπόληπτη οθωμανική οικογένεια της πόλης. Ο πατέρας του Χικμέτ Μπέης ήταν αξιωματούχος του υπουργείου Εξωτερικών και η μητέρα του Τζελίλ Χανίμ, ήταν ζωγράφος και εγγονή του τελευταίου Οθωμανού στρατάρχη της Θεσσαλονίκης Μεχμέτ Αλή Πασά. Ο Χικμέτ συνέχισε τις σπουδές του στην Ιστανμπούλ και σύντομα τον συνεπήρε ο παλμός της αστικοδημοκρατικής επανάστασης των νεότουρκων. Γράφτηκε μάλιστα στην Οθωμανική Ναυτική Σχολή στην διάρκεια της οποίας, ωστόσο, έρχεται σε επαφή για πρώτη φορά με τις ιδέες της Οκτωβριανής Επανάστασης.
Από την πρώτη του κιόλας επίσκεψη το 1921 στην Μόσχα ο Χικμέτ, γοητευμένος από τα μηνύματα της Οκτωβριανής Επανάστασης, αποφασίζει να εγκατασταθεί σπουδάζοντας οικονομικές και πολιτικές επιστήμες. Εκτός όμως από την ακαδημαϊκή μόρφωση στη Χώρα των Σοβιέτ, ο Χικμέτ εμβαθύνει στην μαρξιστική φιλοσοφία και ιδεολογία και γράφεται το 1923 στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Τουρκίας που έχει ιδρυθεί από το 1920 με το πρώτο συνέδριό του στο Μπακού του Αζερμπαϊτζάν. «Στο εικοσιτετράωρο: 24 ώρες Λένιν/ 24 ώρες Μαρξ/ 24 ώρες Ενγκελς/ εκατό δράμια μαύρο ψωμί/ 20 τόνους βιβλία…», γράφει σε στίχους του εκείνη την περίοδο. Ο Χικμέτ θα παρευρεθεί σαν τιμητική φρουρά στην κηδεία του Λένιν το 1923, μια εικόνα που θα περιγράψει με μεγαλειώδη τρόπο σε ένα από τα εμβληματικά και λιγοστά πεζά του, το αυτοβιογραφικό “Οι Ρομαντικοί”, που κυκλοφόρησε ένα χρόνο πριν το θάνατό του.
Η επιστροφή του στην Τουρκία το 1924 ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς.
Γρήγορα όμως τα πράγματα θα αλλάξουν. Είναι η περίοδος που το ΚΚΤ βγαίνει παράνομο και το κράτος καταστέλλει άγρια κάθε δραστηριότητα του κόμματος στην Τουρκία. Ο Χικμέτ σύντομα συλλαμβάνεται. Λίγο αργότερα, το 1926, δραπετεύει ξανά στην Σοβιετική Ένωση. Εκεί γνωρίζεται με τον, κατά έξι χρόνια μεγαλύτερό του, μεγάλο ποιητή του Οχτώβρη, Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι και άλλους μεγάλους της σχολής των φουτουριστών.





Από τη Ρωσία στην Τουρκία

 

 

Το 1928 δίνεται γενική αμνηστία στην Τουρκία και ο Χικμέτ επιστρέφει, κάτω όμως από καθεστώς παρακολούθησης. Όμως ο ίδιος δεν το βάζει κάτω. Μεταξύ 1929 και 1936 δημοσίευσε εννέα βιβλία, πέντε συλλογές και τέσσερα μεγάλα ποιήματα. Είναι μια από τις πλέον δημιουργικές περιόδους της ζωής του.
Το Γενάρη του 1938 ο Ναζίμ Χικμέτ συλλαμβάνεται με την κατηγορία ότι προέτρεπε τις Τούρκικες Ένοπλες Δυνάμεις σε εξέγερση. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, αυτό το έκανε με το μεγάλο ποίημά του με τίτλο «Το Έπος του Σεΐχη Μπεντρεντίν» που είχε δημοσιευτεί το 1936 και αναφερόταν σε μια αγροτική εξέγερση ενάντια στο Οθωμανικό Κράτος στον 15ο αιώνα. Ήταν και το τελευταίο βιβλίο του το οποίο έκανε την εμφάνισή του στην Τουρκία μέχρι το θάνατό του. Καταδικάστηκε σε 28 χρόνια φυλακή.
Το 1950 βραβεύεται με το Διεθνές Βραβείο Ειρήνης που βάζει πιέσεις στο καθεστώς, όπως γίνεται και με την 18ήμερη απεργία πείνας που κάνει παρότι ήδη είχε υποστεί μια καρδιακή προσβολή. Μετά από 12 χρόνια στην φυλακή ο Χικμέτ αμνηστεύεται.
Το 1959 το τουρκικό κράτος αφαιρεί από τον Ναζίμ Χικμέτ την τούρκικη υπηκοότητα αναγκάζοντάς τον να αποκτήσει την πολωνική. Θα χρειαζόντουσαν 46 χρόνια μέχρι την στιγμή που η κυβέρνηση Ερντογάν με μια συμβολική κίνηση θα επέστρεφε την υπηκοότητα στον μεγαλύτερο Τούρκο ποιητή του προηγούμενου αιώνα. Είναι η ίδια κυβέρνηση που 50 χρόνια μετά τον θάνατό του προσπαθεί να καταστείλει την εξέγερση του τούρκικου λαού που για μια ακόμα φορά με τα λόγια του μεγάλου ποιητή, “Σαν τον Κερέμ...” δίνει το παράδειγμα:


«Αν δεν καώ έγώ
Αν δεν καείς εσύ
αν δεν καούμε εμείς
πώς θά γενούνε
τα σκοτάδια
λάμψη;»



“Μια θρησκεία, ένας νόμος, ένα δίκαιο/ Η δουλειά του εργάτη», γράφει το 1919, ο μόλις 17 ετών, δόκιμος στρατιωτικής σχολής Ναζίμ Χικμέτ σε μια από τις πρώτες επαναστατικές αποστροφές του ποιητικού του λόγου. Ένα χρόνο αργότερα θα απαλλαγεί μια για πάντα από τον στρατό για λόγους υγείας. Οι σπουδές του στην Μόσχα και η στράτευσή του στο ΚΚΤ μετατρέπουν στον Ναζίμ Χικμέτ σε έναν από τους πιο στρατευμένους εκφραστές των ιδεών της Οκτωβριανής Επανάστασης.
Όμως η ίδια η ποιητική του φόρμα είναι αυτή που θα σπρώξει την τουρκική λογοτεχνία πέρα από τα σύνορά της και θα την κάνει παγκόσμια αφού ο Χικμέτ ανοιχτός στα νέα λογοτεχνικά ρεύματα χωρίς να φοβάται τον πειραματισμό στη μορφή, μετέτρεψε τον ελεύθερο στίχο σε λογοτεχνικό όπλο του καταπιεσμένου λαού του. Πειραματισμός συνειδητά υποταγμένος στην ανάγκη έκφρασης της απελευθέρωσης από την ταξική καταπίεση, τη φτώχεια και τον πόλεμο.





“Η ποίησή του… θα μείνει πάντα τέλεια στα δικά της μέτρα, ουσιαστικά κοινωνική, βαθιά ανθρώπινη, θαυμαστά απέριττη, ανεξάντλητη πηγή συγκινήσεων και ευγενικό δίδαγμα της ευθύνης του ποιητή μπροστά στην εποχή του και τον κόσμο…”, θα γράψει ο Γιάννης Ρίτσος. Ενώ ο Πάμπλο Νερούδα συντετριμμένος, μαθαίνοντας για το θάνατο του Τούρκου επαναστάτη ποιητή θα εξηγήσει γιατί πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες μορφές του διεθνούς επαναστατικού κινήματος. «Ενας μεγάλος ποιητής έγραψε για όλον τον κόσμο. / Ενας μεγάλος άνθρωπος ανήκει στην ανθρώπινη πλειοψηφία. / Ενας μεγάλος πατριώτης βασανισμένος μέσα στην πατρίδα του. / Ο Ναζίμ Χικμέτ δεν έχει τον όμοιό του στην ποίηση του αιώνα του. / Ηταν η ενσάρκωση του ηρωισμού και της τρυφεράδας».
Το ποίημά του  Kiz Cocugu (Το μικρό κορίτσι) είναι μια έκκληση για την ειρήνη από ένα επτάχρονο κοριτσάκι, δέκα χρόνια μετά το θάνατό του στη Χιροσίμα. Είναι ένα από τα πιο σημαντικά αντιπολεμικά τραγούδια και το έχουν ερμηνεύσει σπουδαίοι καλλιτέχνες και συγκροτήματα, όπως η Τζόαν Μπαέζ, οι The Byrds, ο Πολ Ρόμπσον, οι This Mortal Coil και οι The Fall. Στον αγγλόφωνο κόσμο είναι γνωστό με τους τίτλους I Come and Stand At Every Door, I Come and Stand At Your Door και Hiroshima Girl. Την προσαρμογή των στίχων έκανε ο Μπομπ Σίγκερ, ενώ η μουσική βασίζεται σε λαϊκό σκοπό της Σκωτίας.








Δεν ήταν μόνο η γενέτειρά του Θεσσαλονίκη που συνέδεε τον Ναζίμ Χικμέτ με την Ελλάδα. Έβλεπε την ελληνική εργατική τάξη σαν τον νο1 σύμμαχο των Τούρκων εργατών ενάντια στην ιμπεριαλιστική καταπίεση όλων των λαών της περιοχής.


“Αν η μισή μου καρδιά βρίσκεται, γιατρέ, εδώ πέρα
η άλλη μισή στην Κίνα βρίσκεται
με τη στρατιά που κατεβαίνει προς το κίτρινο ποτάμι
Κι ύστερα, γιατρέ, την κάθε αυγή
την κάθε αυγή, γιατρέ, με τα χαράματα
πάντα η καρδιά μου στην Ελλάδα τουφεκίζεται”


έγραφε ο Χικμέτ στην “Στηθάγχη”το 1948 μέσα από τη φυλακή.


Τον Απρίλη του 1952 δημοσιεύει ένα από τα πλέον γνωστά ποιήματά του “ο άνθρωπος με το γαρίφαλο”, για τον Νίκο Μπελογιάννη, ενώ τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου από τον ραδιοσταθμό της Βαρσοβίας μεταδίδεται γράμμα του προς τον Ελληνικό λαό. “Αδέλφια Έλληνες, υπάρχουν δυο Τουρκίες και δυο Ελλάδες. (...) Η μια είναι η Ελλάδα του Μπελογιάννη και των χιλιάδων Ελλήνων που υποφέρουν στις φυλακές. (...) Αυτή είναι η γνήσια Ελλάδα. Είναι η Τουρκία με τους χιλιάδες Τούρκους που σαπίζουν στα μπουντρούμια. (...) Αυτή είναι η γνήσια Τουρκία. Υπάρχουν και η Τουρκία και η Ελλάδα του Μεντερές και του Πλαστήρα. Είναι οι επίσημες, όχι οι πραγματικές”.
Λίγο αργότερα θα φτάσει να καλεί τους Τουρκοκύπριους να ψηφίσουν υπέρ της ένωσης με την Ελλάδα προβάλλοντας την ανάγκη της αρμονικής συνεργασίας των δύο κοινοτήτων για την απαλλαγή τους από τον αγγλικό και αμερικανικό ιμπεριαλισμό.
Φυσικά τέτοιες φωνές ήταν αδύνατο να βρουν χώρο δημοσιοποίησης στο μετεμφυλιακό καθεστώς των εξοριών και των κοινωνικών φρονημάτων. Χρειάστηκε να περάσουμε στην επανεμφάνιση του μαζικού κινήματος για να αρχίσει να ακούγεται η φωνή του Χικμέτ και στην Ελλάδα. To 1966 θα τον μεταφράσει ο Ρίτσος για πρώτη φορά στα ελληνικά.
Είναι αυτές οι μεταφράσεις που αμέσως μετά την πτώση της δικτατορίας θα γίνουν σύμβολα της μεταπολιτευτικής μουσικής, μελοποιημένα από τους Μάνο Λοΐζο, Θάνο Μικρούτσικο, ή τον Τούρκο Ζουλφί Λιβανελί και με φωνές όπως του ίδιου του Λοΐζου και της Φαραντούρη. Και φυσικά με την φωνή της Μαρίας Δημητριάδη που σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή με τραγούδια όπως ο “Μικρόκοσμος”, το 1975, από τα “Πολιτικά Τραγούδια” του Θ. Μικρούτσικου σε στίχους Ναζίμ Χικμέτ.


"Για μένα το λοιπόν πιο εκπληχτικό
και πιο επιβλητικό
και πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο
είναι ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει
είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε."


“Μπορώ να σας πω, ότι παρακολουθούσαν τα γεγονότα με δάκρυα στα μάτια. Ο τούρκικος λαός ήταν στο πλευρό του ελληνικού λαού, στις τραγικές και ηρωικές αυτές μέρες και θα είναι και στο μέλλον πάντα στο πλευρό του”, έγραφε στο μήνυμά του στον ελληνικό λαό ο Ναζίμ Χικμέτ το 1952. Είναι το ίδιο μήνυμα που ανταποδίδουμε σήμερα στους Τούρκους συντρόφους μας που μας εμπνέουν με την εξεγερσιακή τους δύναμη.





Σπύρος Σακελλαρόπουλος: Νεπάλ. Εθνότητες, κάστες, τάξεις στην κορυφή του κόσμου 1769-2008


γράφει ο Μπάμπης Κουρουνδής



Όχι και τόσο εξωτικοί συμβιβασμοί



Το Νεπάλ, μια μικρή χώρα της Νοτιοανατολικής Ασίας ανάμεσα στην Κίνα και την Ινδία, είναι γνωστό στο δυτικό κόσμο περισσότερο επειδή στο έδαφός του βρίσκονται τα Ιμαλάια. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, οι κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις στη χώρα έχουν καταστεί αντικείμενο συζήτησης στην Αριστερά. Το βιβλίο του Σπύρου Σακελλαρόπουλου παρουσιάζει αναλυτικά στο πρώτο μέρος του βιβλίου την πολιτική ιστορία του Νεπάλ, ενώ στο δεύτερο ασχολείται με τις κοινωνικές και εθνοτικές παραμέτρους που την καθόρισαν. Η ανάγνωσή του πρέπει να συνδυαστεί με το άρθρο του «Οι πολιτικές εξελίξεις στο Νεπάλ (2008-2012) και η διάσπαση του μαοϊκού κόμματος» (Θέσεις, τχ 122).
Το Νεπάλ συγκροτήθηκε ως ανεξάρτητο κράτος το 1769. Από τα μέσα του 19ου αιώνα, κυριάρχησε η δυναστεία των Ρανα, που επέβαλλε ένα αυταρχικό και αναχρονιστικό καθεστώς, αποκόπτοντας τη χώρα από τον υπόλοιπο κόσμο και διαιωνίζοντας μία μορφή φεουδαρχίας. Οι Ρανα ανατράπηκαν το 1951 αλλά το 1960 ο βασιλιάς, μετά από ένα σύντομο κοινοβουλευτικό διάλειμμα, έκανε πραξικόπημα και εγκαθίδρυσε ένα καθεστώς όπου το Στέμμα αποτελούσε τον κυρίαρχο πόλο εξουσίας, απαγορεύοντας τα πολιτικά κόμματα και ουσιαστικά κάθε οργανωμένη αντιπολίτευση. Από τότε, σταδιακά «το Νεπάλ εκβιομηχανίζεται και διεθνοποιείται» (σελ. 226). Το 1990, μια μαζική εξέγερση, που κορυφώθηκε με την κήρυξη γενικής απεργίας και την πραγματοποίηση πανεθνικής διαδήλωσης προς το Παλάτι, ανάγκασε το βασιλιά να παραχωρήσει Σύνταγμα και να νομιμοποιήσει τα κόμματα, χωρίς όμως η ζωή των απλών ανθρώπων να αλλάξει προς το καλύτερο. Το Νεπάλ παρέμεινε μια από τις πιο φτωχές χώρες του κόσμου, με τεράστια ποσοστά αναλφαβητισμού, διατήρηση του διαχωρισμού με βάση τις κάστες, ιδιαίτερα έντονη γυναικεία καταπίεση και περιθωριοποίηση των εθνοτικών μειονοτήτων.
Η Αριστερά, όπως τεκμηριώνει ο Σακελλαρόπουλος, πρωταγωνίστησε στο κίνημα του 1990 και το πιο ριζοσπαστικό κομμάτι της συσπειρώθηκε στο ΚΚ Νεπάλ (μαοϊκό), το οποίο διακήρυξε την ανάγκη για «μια κοινωνική συμμαχία που θα περιλάμβανε το προλεταριάτο, τους εργάτες γης, τους μεσαίους αγρότες, τους πλούσιους αγρότες, τη μικροαστική τάξη και την εθνική αστική τάξη» (σελ. 164) ενάντια στο βασιλιά και τη φεουδαρχία. Ταυτόχρονα, εκτιμούσε ότι αφού το Νεπάλ ήταν μια υπανάπτυκτη και εξαρτημένη χώρα, έπρεπε πρώτα να περάσει από το στάδιο της αστικής ολοκλήρωσης (σελ. 217). Από το 1996 ξεκίνησε ένοπλο αντάρτικο και κατάφερε να συνδεθεί με τον ντόπιο πληθυσμό, αφού στις περιοχές που έλεγξε «αποδίδονται ίσα δικαιώματα στις γυναίκες, καταργείται το σύστημα των καστών, δίνεται αυτονομία στις καταπιεσμένες εθνικές ομάδες, συγκροτούνται θεσμοί ελέγχου της τοπικής ανάπτυξης, υπάρχει μέριμνα για την ιατρική περίθαλψη, ενώ αναπτύσσεται νέο σύστημα φορολόγησης» (σελ. 190). Ο βασιλιάς κήρυξε τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και επέβαλε δικτατορία αλλά έτσι απομονώθηκε και από τα μετριοπαθή κόμματα, που ήρθαν το 2006 σε συμφωνία με τους μαοϊκούς για κοινή δράση εναντίον του με στόχο τη δημιουργία μιας «πλήρους δημοκρατίας» μέσα από την προοδευτική αναδιάρθρωση του κράτους. Το κίνημα κορυφώθηκε με την κήρυξη γενικής απεργίας διαρκείας και το ξέσπασμα μαζικών διαδηλώσεων με αποτέλεσμα την ανατροπή της μοναρχίας. Το 2008 πραγματοποιήθηκαν εκλογές στις οποίες πρώτο κόμμα αναδείχτηκε το ΚΚ Νεπάλ (μαοϊκό), που προχώρησε σε μια σειρά από συμβιβασμούς, όπως η διάλυση των δομών «δυαδικής εξουσίας» που είχαν δημιουργηθεί σε κάποιες από τις απελευθερωμένες περιοχές, αλλά και του αντάρτικου Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού με την ένταξη απλώς ενός μέρους των μαχητών του στον εθνικό στρατό. Το αντάλλαγμα ήταν η κατάργηση της μοναρχίας και η διενέργεια ελεύθερων εκλογών για συντακτική συνέλευση. Ο ηγέτης των μαοϊκών Πρατσάντα δικαιολόγησε αυτήν την επιλογή και τη συμμετοχή του ΚΚ Νεπάλ (μαοϊκό) σε κυβερνήσεις που ασκούν μετριοπαθή πολιτική, υποστηρίζοντας ότι η δυναμική του κινήματος σ’ αυτή τη φάση περιορίζεται στην εγκαθίδρυση μιας αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Ο Σακελλαρόπουλος εκτιμά στο βιβλίο του ότι δεν υπήρχε δυνατότητα για μια διαφορετική πορεία (μέχρι το 2008) με δεδομένο τον εσωτερικό και εξωτερικό συσχετισμό δύναμης, αν και στο άρθρο του ασκεί κριτική στους συμβιβασμούς της μαοϊκής ηγεσίας. Ωστόσο, αυτοί οι συμβιβασμοί σχετίζονται άμεσα με τη «θεωρία των σταδίων» και τη στρατηγική της συμμαχίας με τα αστικά κόμματα. Ο περίφημος «δρόμος του Πρατσάντα» ουσιαστικά χρησιμοποιούσε τον ένοπλο αγώνα, ως μέσο πίεσης προς την κυβέρνηση και τα κόμματα. Το αποτέλεσμα ήταν μια Βάρκιζα χωρίς Δεκεμβριανά, αφού η δυναμική του κινήματος σπαταλήθηκε στα παζάρια των διαπραγματεύσεων και των ημερομηνιών για τη σύγκληση Συντακτικής Συνέλευσης. Μια διαφορετική πορεία θα απαιτούσε πολύ μεγαλύτερη πίστη στην αυτενέργεια των μαζών και στη δυνατότητα επέκτασης των μορφών δυαδικής εξουσίας, που είχαν δώσει άλλωστε στους μαοϊκούς το ισχυρό λαϊκό τους έρεισμα, αντί να χρησιμοποιηθούν απλώς ως διαπραγματευτικό χαρτί (που «κάηκε») στη συμφωνία με την αστική αντιπολίτευση. Ταυτόχρονα, θα απαιτούσε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στις δυνάμεις της εργατικής τάξης, που πρωταγωνίστησαν επανειλημμένα σε αντικαθεστωτικές γενικές απεργίες και όχι υποταγή της στις προτεραιότητες της συμμαχίας με κομμάτια της αστικής τάξης.
Συνολικά πάντως, το βιβλίο του Σακελλαρόπουλου, παρά τις όποιες ενστάσεις για τις εκτιμήσεις του συγγραφέα ως προς την ανάλυση των γεγονότων, με την αναλυτική καταγραφή των γεγονότων και το χρονολόγιο, το ονοματολόγιο και τους πίνακες που το συνοδεύουν, αποτελεί έναν αναγκαίο και επαρκή οδηγό για την κατανόηση των πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων στο Νεπάλ.

Τιμή 16,60 €, 336 σελίδες
Εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2012

Βιβλίο: Ντέιβιντ Χάρβεϊ: Εξεγερμένες πόλεις


γράφει ο Πάνος Γκαργκάνας



Χαμένοι στο λαβύρινθο της πόλης

 

 

Ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ δεν έχει ανάγκη από συστάσεις. Σίγουρα όχι για τους αναγνώστες του «Σοσιαλισμός από τα κάτω», όπου τα βιβλία του έχουν παρουσιαστεί τα τελευταία χρόνια καθώς έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, ενώ ο ίδιος ήταν ομιλητής στο τετραήμερο του Μαρξισμού τον Μάη του 2010.
Το νέο του βιβλίο «Εξεγερμένες πόλεις» είναι ένα πολιτικό μανιφέστο με το οποίο συνοψίζει την προηγούμενη δουλειά του γύρω από τις κρίσεις μέσα στον καπιταλισμό και το ρόλο των πόλεων τόσο στη διαμόρφωση αυτών των κρίσεων όσο και στο ξεπέρασμά τους, αλλά παράλληλα επιχειρεί να διαμορφώσει μια σύγχρονη αντικαπιταλιστική στρατηγική.

Πρόκειται για μια προσπάθεια φιλόδοξη, ακόμη και για κάποιον με τις περγαμηνές του Χάρβεϊ, που αξίζει να διαβαστεί, περισσότερο γιατί τολμάει να συνθέσει συνολικές εικόνες για την πορεία του καπιταλισμού στο χώρο και στο χρόνο σε παγκόσμια κλίμακα και λιγότερο για τις απαντήσεις που έχει να προσφέρει στο κίνημα για την ανατροπή του συστήματος. Για την ακρίβεια, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου ο Χάρβεϊ προχωράει στην πιο σκληρή μέχρι τώρα ρήξη του με τη λενινιστική στρατηγική της επαναστατικής αριστεράς και αυτό είναι η μεγάλη του αδυναμία. Αλλά ας μην προτρέξουμε.
Σίγουρα είναι συναρπαστικό να μπορεί κανείς να βρει μέσα στις λιγότερες από 300 σελίδες αυτού του βιβλίου ένα πανόραμα που απλώνεται από το Παρίσι του Οσμάν (Haussmann) το 19ο αιώνα μέχρι τον κατασκευαστικό οργασμό στη σημερινή Κίνα περνώντας μέσα από την «προαστιοποίηση» των ΗΠΑ μετά το Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, όλα δεμένα μεταξύ τους και με τους κύκλους άνθησης και κρίσης του καπιταλισμού.
Σε αυτά τα κεφάλαια του βιβλίου μπορεί ο αναγνώστης να βρει εντυπωσιακούς παραλληλισμούς ανάμεσα στις μορφές που πήρε η κερδοσκοπία γύρω από το δομημένο περιβάλλον και η εξέλιξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε όλες αυτές τις διαφορετικές περιόδους της ιστορίας.
Ωστόσο, ακόμη και σε αυτές τις καλύτερες ενότητες του βιβλίου είναι ορατές οι αδυναμίες της αντίληψης του Χάρβεϊ για τη λειτουργία του καπιταλισμού. Ούτε λίγο ούτε πολύ, αποδίδει τη μακρόχρονη μεταπολεμική ανάκαμψη (1945 – 1970 περίπου) στη δυνατότητα της «προαστιοποίησης» να αποτελέσει «έναν τρόπο απορρόφησης του πλεονάζοντος προϊόντος, ως εκ τούτου επίλυσης του προβλήματος απορρόφησης του πλεονάζοντος κεφαλαίου» (σελ. 46).
Η κατασκευή μεγάλων αυτοκινητόδρομων και άλλων έργων υποδομής (όπως τα αεροδρόμια) που μεταμόρφωσε τις πόλεις μεταπολεμικά, όπως και η κατασκευή των σιδηρόδρομων τον 19ο αιώνα, ήταν μορφή επενδύσεων που μεγάλωνε το πλεονάζον προϊόν και μεγάλωνε τις πιέσεις για πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους. Αν δεν υπήρχε ένας άλλος παράγοντας (συγκεκριμένα ο διογκωμένος ρόλος της πολεμικής βιομηχανίας), η «προαστιοποίηση» θα είχε οδηγήσει σε κρίση πολύ πιο γρήγορα.
Όπως έχει παρατηρήσει ο Κρις Χάρμαν στο άρθρο του “Theorising neoliberalism” (International Socialism Journal 117, Δεκέμβρης 2007), o Xάρβεϊ στα βιβλία του για τον Νεοφιλελευθερισμό και για τον Ιμπεριαλισμό ως ένα βαθμό επαναλαμβάνει την αντίληψη των Μπαράν και Σουίζι στο έργο τους «Το μονοπωλιακό κεφάλαιο» περί πλεονάζοντος προϊόντος, χωρίς όμως τις αναφορές των Μπαράν και Σουίζι στο ρόλο των εξοπλισμών.
Πρόκειται για λαθεμένη προσέγγιση που γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν ο Χάρβεϊ οδηγείται στην αντίληψη ότι ο καπιταλισμός αντιμετωπίζει τα προβλήματά του με «συσσώρευση μέσω της υφαρπαγής» (accumulation by dispossession). Μέσα σε συνθήκες άγριας λεηλασίας μισθών, συντάξεων, ασφαλιστικών ταμείων, δημόσιων εκτάσεων κλπ από Μνημόνια επίσημα και ανεπίσημα, αυτή η ιδέα μοιάζει ελκυστική. Ωστόσο, η «υφαρπαγή» δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εκμετάλλευση σαν ερμηνεία για την παραγωγή υπεραξίας μέσα στον καπιταλισμό. Η λεηλασία μισθών και του κοινωνικού μισθού είναι εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης, η ιδιωτικοποίηση του ασφαλιστικού τομέα και των κρατικών επιχειρήσεων είναι μεταβίβαση από έναν καπιταλιστικό τομέα σε έναν άλλο, καθώς δεν μπορούμε να θεωρούμε τις ΔΕΚΟ ως μη-καπιταλιστικές. Η πηγή της συσσώρευσης, η δύναμη του κεφάλαιου βρίσκεται εκεί όπου παράγεται η υπεραξία. Αν χάσουμε αυτό το κέντρο και περιοριστούμε σε διαδικασίες αναδιανομής της υπεραξίας κινδυνεύουμε να βλέπουμε το δέντρο χωρίς το δάσος.
Τα ζητήματα αυτά δεν είναι ακαδημαϊκά, έχουν συνέπειες πάνω στις στρατηγικές επιλογές του κινήματος και αυτό φαίνεται έντονα στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, όπου ο Χάρβεϊ κάνει επίθεση στην αριστερά που επιμένει να βλέπει τους χώρους δουλειάς σαν κέντρο της σύγκρουσης με το κεφάλαιο. Όχι μόνο βλέπει την αριστερά (κόμματα και συνδικάτα) να «κολυμπούν μέσα σε ένα ωκεανό από διασκορπισμένα κινήματα που δεν διαθέτουν πολιτική συνοχή» (σελ. 218), αλλά καταλογίζει στον Μαρξ και στον Λένιν ότι είδαν την Παρισινή Κομμούνα του 1871 σαν «προλεταριακή εξέγερση και όχι ως ένα πολύ πιο περίπλοκο επαναστατικό κίνημα που πυροδοτείται τόσο από την επιθυμία αναδιεκδίκησης της πόλης την οποία είχε ιδιοποιηθεί η αστική τάξη, όσο και από την επιδιωκόμενη απελευθέρωση των εργατών από τα δεινά της ταξικής καταπίεσης στο χώρο εργασίας» (σελ.219-20).
Μετά από μια τέτοια αποστασιοποίηση από τον Μαρξ και τον Λένιν, η κριτική στο βρετανικό ΣΕΚ ότι ηγήθηκε στον αγώνα κατά του poll-tax της Θάτσερ παρά «την παραδοσιακά εργατίστικη οπτική του» έρχεται ως παρονυχίδα.
Όταν επιχειρεί να συγκεκριμενοποιήσει την κριτική του προς την «παραδοσιακά εργατίστικη οπτική», ο Χάρβεϊ πέφτει σε δυο παγίδες.
Η πρώτη είναι ότι χρεώνει τις αμαρτίες του σταλινισμού συλλήβδην στην στρατηγική της κατάκτησης της εξουσίας από την εργατική τάξη. Γράφει: «οι κομμουνιστικές χώρες από τη Ρώσικη Επανάσταση και μετά, ανίκανες να εγγυηθούν τη λειτουργία αυτού του συστήματος παγκοσμίως, επέλεξαν να απομονωθούν όσο το δυνατόν περισσότερο από την καπιταλιστική παγκόσμια αγορά» (σελ. 225), χωρίς να μπαίνει στον κόπο να σταθεί στο ποιοι και πώς επέβαλαν αυτή την επιλογή. Ο Λένιν, ο Τρότσκι, ο Στάλιν, ακόμη και σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις που ακολούθησαν πολιτικές «υποκατάστασης των εισαγωγών», μπαίνουν όλοι στο ίδιο τσουβάλι μιας «στρατηγικής που απέτυχε».
Η δεύτερη έχει να κάνει με τον ορισμό της εργατικής τάξης και της πρωτοπορίας της. Λέει ο Χάρβεϊ:
«Η έννοια του εργατικού ελέγχου που έχει μέχρι στιγμής κυριαρχήσει στην εναλλακτική αριστερή πολιτική σκέψη είναι προβληματική. Ο αγώνας έχει επικεντρωθεί κυρίως στο εργαστήριο και στο εργοστάσιο ως προνομιακούς χώρους παραγωγής υπεραξίας. Η βιομηχανική εργατική τάξη είχε παραδοσιακά το προνόμιο της πρωτοπορίας του προλεταριάτου, του βασικού επαναστατικού του φορέα».
Αυτό δεν είναι αλήθεια. Η επαναστατική μαρξιστική παράδοση ποτέ δεν αντιμετώπισε την έννοια της πρωτοπορίας με κριτήριο τι δουλειά κάνει ο κάθε εργάτης (το μέταλλο μπροστά, τα γκαρσόνια πίσω). Από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο μέχρι το ΣΕΚ σήμερα, περνώντας από τον Λένιν του «Τι να κάνουμε» και τον Γκράμσι των «Θέσεων της Λυών», η πρωτοπορία πάντα ήταν τα τμήματα εκείνα της τάξης που «αγωνίζονται για την επίτευξη των άμεσων σκοπών και συμφερόντων της εργατικής τάξης, αλλά στο σημερινό κίνημα εκπροσωπούν ταυτόχρονα και τo μέλλον του κινήματος». Κριτήρια πολιτικά και ιδεολογικά και όχι χυδαία επαγγελματικά.
Γι’ αυτό, άλλωστε, η ιστορία του επαναστατικού κινήματος είναι γεμάτη από παραδείγματα όπου η αριστερά αγκάλιασε και πρωτοστάτησε σε πρωτοπόρες μάχες που έδωσαν κομμάτια έξω από το βιομηχανικό - εργοστασιακό τμήμα της εργατικής τάξης: από τις πλύστρες της ρώσικης επανάστασης, στους οδηγούς των φορτηγών στη Μινεάπολη των ΗΠΑ το 1934 μέχρι τις καμαριέρες στις μέρες μας (όχι μόνο στην υπόθεση Στρος-Καν, αλλά σε όλα τα ξενοδοχεία στην Ελλάδα). Ευτυχώς η Αριστερά δεν περίμενε τον Χάρβεϊ να μας πει ότι οι οδηγοί των λεωφορείων μέσα στις πόλεις, οι εμποροϋπάλληλοι στα mall και οι ντελιβεράδες στα φαστφουντάδικα είναι κομμάτια της τάξης μας.
Το επίμαχο ζήτημα δεν είναι ποιος είπε τι πρώτος, αλλά ποιος ενώνει αυτή τη δύναμη στην πάλη για την ανατροπή του καπιταλισμού. Οι προτροπές του Χάρβεϊ να αναζητήσουμε τη λύση έξω από τους χώρους δουλειάς, στην πολιτική έκφραση των κινημάτων της πόλης, στερούν από το αντικαπιταλιστικό κίνημα τη συνοχή που μπορεί να έχει όταν συνδέεται με την εργατική τάξη, τη συλλογικότητά της και τη δύναμή της σαν παραγωγός όλου του πλούτου της κοινωνίας.


Τιμή 16€, 308 σελίδες
Εκδόσεις ΚΨΜ

"Το κλασικό και το σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα στην ελληνική και τη διεθνή εκδοχή του μέσα από τις προτάσεις των Εκδόσεων Άγρα"


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ και το ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΙΑΝΟS σας προσκαλούν
σε μια εκδήλωση με τίτλο:

"Το κλασικό και το σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα
στην ελληνική και τη διεθνή εκδοχή του
μέσα από τις προτάσεις των Εκδόσεων Άγρα"

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΡΗΣ ΚΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ τού Γιώργου Λεονταρίτη
ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ του Γιάννη Μαρή
ΠΩΣ ΝΑ ΚΛΕΨΕΤΕ ΜΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ του Donald Westlake
ΟΙ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΤΟΥ ΜΑΙΓΚΡΕ του Georges Simenon
ΜΑΠΟΥΤΣΕ του Caryl Ferey

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στο Βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟS (Σταδίου 24)
την Παρασκευή 28 Ιουνίου 2013, στις 20.00.


Ομιλητές:
ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ, συγγραφέας, μεταφραστής
ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΛΦΟΠΟΥΛΟΣ, συγγραφέας, κριτικός
ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΕΟΝΤΑΡΙΤΗΣ, δημοσιογράφος, συγγραφέας
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, κριτικός λογοτεχνίας


ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΙΑΝΟS: Σταδίου 24, τηλ. 210.3217.917 www.ianos.gr
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ: Ζωοδόχου Πηγής 99, 114 73 Αθήνα, τηλ. 210.7011.461 www.agra.gr

Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013

Με φωτιά και με μαχαίρι...#ERT #OccupyERT



γράφει ο
Ειρηναίος Μαράκης


  Αθήνα, Τετάρτη 12 Ιουνίου το σωτήριον έτος 2013... Ο Κάφκα κι ο Όργουελ στο μετρό με τα i-phone τους καταγράφουν τη νέα, κοινωνική πραγματικότητα. Παντού σιωπή, σκοτάδι και οργή... Δεν αναθεωρούν τα έργα τους, είχαν μιλήσει για όλα αυτά. Πηγαίνουν για ουζάκι, θέλουν να πιουν, να ξεχάσουν, δεν θέλουν να είναι επίκαιροι ξανά. Αλλά κι ο Μαρξ είναι επίκαιρος και το ξέρει. Νωρίς το πρωί, ισιώνει τη λευκή γενειάδα του, πίνει τούρκικο καφεδάκι, ενημερώνεται από τα social media, οργανώνει συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας. Βλέπει την κίνηση της τάξης και σκέφτεται. Δεν ενδιαφέρεται αν είναι επίκαιρος ή όχι, ούτε βιάζεται, γιατί γνωρίζει ότι "με φωτιά και με μαχαίρι μόνο ο κόσμος προχωρεί" αλλά και με απεργίες στα ΜΜΕ, καταλήψεις και εργατικό έλεγχο στους χώρους δουλειάς. Γιατί καλά τα μυθιστορήματα αλλά, αλίμονο σε όποιον δεν καταλαβαίνει, η ζωή δεν είναι λογοτεχνία. Η μέρα ξημερώνει, καπνός, βρισιές, τρύπια παπούτσια, σκονισμένες συνειδήσεις, μαυροζούμι καφές, τσιγάρο που αλλάζει χέρια και χείλη, σημαίες, κόκκινες σημαίες, απεργιακές φρουρές, συνδικάτα, σωματεία, αίμα, ιδρώτας, δάκρυα, φωνές "ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ!"


   Λίγο πιο πέρα, κανένας δεν θα δει τον μοναχικό διαδηλωτή με τη γκρίζα ζακέτα και το πλατύ χαμόγελο, που θυμίζει νύχτες ηδονικές και μέρες ηλιόλουστες μακριά από της καθημερινότητας την υποταγή, να σηκώνει το δικό του πανό διαμαρτυρίας, ήρεμα και γαλήνια, ζητώντας "ΚΑΝΤΕ ΕΡΩΤΑ, ΟΧΙ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ" ενώ δίπλα του, μικρά κορίτσια και αγόρια ντυμένα στα λευκά και με κρινάκια στα χέρια να χορεύουν στον ρυθμό του βαλς των χαμένων ονείρων...
 

Αθήνα 12/6/2013