Σάββατο, 31 Αυγούστου 2013

Άδικο και άδοξο τέλος για τις εκδόσεις Disney στην Ελλάδα


Άδικο και άδοξο τέλος για τις εκδόσεις Disney στην Ελλάδα

γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης

το πρώτο τεύχος του Κομιξ ΧΑΜΕΝΟΙ ΣΤΙΣ ΑΝΔΕΙΣ Καρλ Μπαρκς (1949)

και το τελευταίο τεύχος ΤΑ ΛΑΦΥΡΑ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΤΗ


«Αν πάντως θέλετε τόσο πολύ να σταματήσετε, ας επιλέγατε το τεύχος 313, συμβολικά (σαν) τη σακαράκα του Ντόναλντ!»

σχόλιο αναγνώστη στο facebook

   Με μια λιτή (και τελείως απρόσμενη) ανακοίνωση στο περιοδικό Κομιξ #303 οι εκδότες του ενημέρωσαν το αναγνωστικό κοινό ότι η μεγάλη και όμορφη περιπέτεια των εκδόσεων Disney στην Ελλάδα έλαβε τέλος, μια περιπέτεια που διήρκεσε για 48 και πλέον χρόνια. Η ανακοίνωση έγινε σε μια περίεργη στιγμή όπου το περιοδικό Κόμιξ είχε συμπληρώσει 25 χρόνια συνεχής εκδοτικής παρουσίας κι ενώ είχε ξεπεράσει το δύσκολο όριο των 300 τευχών, όταν στον συγκεκριμένο χώρο ακόμα και ο στόχος των 100 τευχών θεωρείται ιδιαίτερα δύσκολος αλλά και ενθαρρυντικός για την συνέχεια, κι ενώ το ιστορικό περιοδικό Μίκυ Μάους λίγο ήθελε για να φτάσει στο τεύχος #2500! Αξίζει να σημειώσουμε, ότι το άσχημο αυτό νέο ξάφνιασε τους πιστούς αναγνώστες του περιοδικού αλλά και όλων των περιοδικών που έκδιδε η Νέα Ακτίνα του Χρήστου και Ντέιβιντ Τερζόπουλου, εφόσον δεν είχαν καμία ενημέρωση ότι η εταιρία βρισκόταν σε εκείνη την δύσκολη θέση που θα οδηγούσε στο κλείσιμο των περιοδικών. Αν και όπως αναφέρει ο Χρήστος Τερζόπουλος σε δεύτερη ανακοίνωση του στην σελίδα του περιοδικού Κόμιξ στο facebook: «η διακοπή της έκδοσης των περιοδικών δεν ήταν μια επιπόλαια και ξαφνική επιλογή. Εδώ κι πολλούς μήνες, από την αρχή του χρόνου, είχαμε επαφές και διαπραγματευόμασταν για να βρούμε βιώσιμη λύση για τα περιοδικά. Χρειάζεται ψυχικό σθένος, συμπληρώνει, να γίνονται διαπραγματεύσεις με νηφαλιότητα και σύνεση χωρίς να μεταφερθεί η αγωνία στους συνεργάτες μας». Συνεχίζει γράφοντας ότι μέχρι την τελευταία στιγμή κρατούσαν τη σπίθα ζωντανή για να μπορέσει να συνεχιστεί η έκδοση των περιοδικών, αναφέροντας ως παράδειγμα το τελευταίο βιβλίο του Φλόυντ Γκότφρεντσον (ιστορικού σχεδιαστή κόμιξ που ανέδειξε την βαθύτερη και περιπετειώδη πλευρά ενός χαρακτήρα όπως ο Μίκυ Μάους, ξεπερνώντας ακόμα και τα όρια που έβαλε ο δημιουργός του ήρωα Ουώλτ Ντίσνεϊ), και συγκεκριμένα το έργο Ο Μίκυ Μάους στην κοιλάδα του Θανάτου. Ενώ δίνει την εικόνα ότι συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις – που όπως είναι φυσικό δεν μπορεί να αποκαλύψει την εξέλιξη τους, και ότι είναι πολύ πιθανό να ξανασυναντήσουμε στα περιπτερά μας τον κόσμο του Καρλ Μπαρκς και του Ρομάνο Σκάρπα, άγνωστο όμως που και με ποιόν τρόπο.
   Όμως η ανακοίνωση αυτή δεν ικανοποίησε του αναγνώστες, ανθρώπους που εδώ και πολλά χρόνια στηρίζουν ξοδεύοντας από το υστέρημα τους τις εκδόσεις, που μεγάλωσαν με τον κόσμο του Ντίσνεϊ, και που οδήγησαν τα συγκεκριμένα περιοδικά να «έχουν την μεγαλύτερη διείσδυση στην χώρα τους και υπερδιπλάσια από την δεύτερη χώρα. Ως ποιότητα οι εκδόσεις μας, στο σύνολο τους, θεωρούνται οι καλύτερες που υπάρχουν» όπως σημειώνει ο Χρήστος Τερζόπουλος στον Επίλογο που δημοσιεύεται στο τελευταίο τεύχος του Κόμιξ και που επιβεβαιώνει η πρόσφατη Συνάντηση Εκδοτών στην Μπολόνια. Αλλά αυτά είναι πράγματα που ήδη γνώριζαν οι αναγνώστες και γι’ αυτό ξαφνιάστηκαν με το απότομο κλείσιμο των περιοδικών. Χωρίς δηλαδή να υπάρχει κάποια ενημέρωση από τα πριν, όπως είναι και το σωστό. Ο θυμός των αναγνωστών που εκφράζεται μέσω των σχολίων τους στο facebook είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα για το σοκ που δημιούργησαν οι ανακοινώσεις. Αν όμως οι αναγνώστες είχαν ενημερωθεί για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η εταιρεία και για την πιθανότητα να κλείσουν τα περιοδικά μέσα σε κάποιο εύλογο χρονικό διάστημα, κι όχι έτσι ξαφνικά, ή για την προσπάθεια να βρεθεί κάποια λύση για να παραμείνουν στο προσκήνιο οι εκδόσεις της Ντίσνεϊ, η στεναχώρια τους θα ήταν μεγάλη αλλά θα έδειχναν κατανόηση. Τώρα με έναν Επίλογο που δεν λέει τίποτα επί της ουσίας και μ’ ένα δεύτερο γράμμα του εκδότη που προσπαθεί να αντιστρέψει το αρνητικό κλίμα οι αναγνώστες έχασαν την εμπιστοσύνη τους. Αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι οι εκδότες υποτίμησαν τη νοημοσύνη των αναγνωστών. Γράφει συγκεκριμένα ο Χρήστος Τερζόπουλος στην αρχή της δεύτερης επιστολής του: «Μερικά τμήματα όπως ο κυβερνητικός ανασχηματισμός, η υποτίμηση του νομίσματος και το κλείσιμο εφημερίδας ή περιοδικού δεν ανακοινώνονται εκ των προτέρων». Ας παραδεχθούμε όμως ότι σοφιστείες περί κυβερνητικών ανασχηματισμών που δεν ανακοινώνονται κι άλλων παράλογων συγκρίσεων δεν μπορούν να αποτελέσουν δικαιολογία για το άδικο και άδοξο τέλος των εκδόσεων Ντίσνεϊ στην Ελλάδα. Έτσι κι αλλιώς, και για να απαντήσουμε στα επιχειρήματα του εκδότη, σε περίπτωση κυβερνητικού ανασχηματισμού  μπορεί ο πολίτης να μην γνωρίζει ποιοι θα αναλάβουν συγκεκριμένα χαρτοφυλάκια αλλάς σίγουρα είναι ενημερωμένος ότι επίκειται κάποια κυβερνητική αλλαγή κι έτσι προετοιμάζεται ανάλογα. Αυτό είναι το πολιτικά ορθό. Όμως στις business δεν χωράει συναισθηματική φόρτιση και αυτό είναι κάτι που πολύ σκληρά έμαθαν αρκετοί από τους αναγνώστες των περιοδικών Ντίσνεϊ (αν και θα έπρεπε να ήταν υποψιασμένοι με αυτά που συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό στη χώρα μας είτε σε πολιτικό, είτε σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο). Προσοχή: Δεν δικαιολογώ την στάση των εκδοτών αλλά προσπαθώ να ερμηνεύσω ένα φαινόμενο που έχει λάβει τρομακτικές διαστάσεις, ιδιαίτερα σε αυτή την περίοδο που η καπιταλιστική κρίση και η εκμετάλλευση γιγαντώνονται. Ας θυμηθούμε μόνο το παράδειγμα της ΕΡΤ και θα καταλάβουμε, περισσότερα λόγια είναι φτώχεια στη συγκεκριμένη περίπτωση. Άδικο και άδοξο λοιπόν, το τέλος των Ντίσνεϊ εκδόσεων στην Ελλάδα αλλά πάνω απ’ όλα ανέντιμο. Αλλά  όταν οι ιδιοκτήτες δεν σέβονται αυτό που έχουν δημιουργήσει τέτοια αποτελέσματα υπάρχουν, ας θυμηθούμε το πρόσφατο κλείσιμο του ιστορικού βιβλιοπωλείου της Εστίας  αλλά και της Ελευθεροτυπίας που πέταξαν στον κάλαθο των αχρήστων ιστορία και πολιτισμό χρόνων. Είναι η ίδια λογική, άσχετα τις όποιες δικαιολογίες ή και διαφοροποιήσεις που μπορεί να υπάρχουν.
   Στην ουσία έχουμε μια πισώπλατη μαχαιριά σε όλους όσους αγάπησαν τον κόσμο του Ντίσνεϊ στην Ελλάδα. Η μεγάλη Τέχνη του Καρλ Μπαρκς, του Ρομάνο Σκάρπα, του Ντον Ρόσα, του Φλόυντ Γκοτφρεντσον, του Τζοβάν Μπατίστα Κάρπι κι άλλων πολλών δημιουργών ρίχνεται στην πυρά. Τέτοια συμπεριφορά δεν διακρίνει κανείς ούτε στον χαρακτήρα και τη δράση του Μαύρου Φαντάσματος. Έτσι είναι όμως στον καπιταλισμό, η καλή τέχνη  και η ιστορική της καταγραφή, όπως έκανε το Κόμιξ εδώ και πολλά χρόνια, γίνεται θυσία στον βρώμικο βωμό του κέρδους. Τέτοια μοχθηρία δεν συναντάμε ούτε στον Σκληρόκαρδο Χρυσοκούκη! Και βέβαια, για να εμβαθύνουμε λίγο περισσότερο, αυτή είναι και η μοίρα του ελληνικού κόμιξ ή των περιοδικών τουλάχιστον που εκδίδονται στην Ελλάδα κατά καιρούς, ίδια και απαράλλαχτη σαν τους πιονέρους του ελληνικού κόμιξ (βλέπε Ανεμοδουράς) που ενώ ξεκινούσαν με τις καλύτερες των προϋποθέσεων στο τέλος κατάληγαν να αφήνουν στη μέση μια καταπληκτική δουλειά. Το ιστορικό 9 της Ελευθεροτυπίας είχε την ίδια τύχη. Παρόλα αυτά οι αναγνώστες του Μίκυ Μάους, του Κομιξ και των άλλων περιοδικών θα περιμένουμε μια επίσημη ανακοίνωση από τους εκδότες και τη Νέα Ακτίνα για να βγάλουμε τα οριστικά μας συμπεράσματα, γιατί στην ουσία αυτό που στεναχώρησε τόσο κόσμο ήταν το ξαφνικό της υπόθεσης και το χωρίς μια ουσιαστική εξήγηση τέλος της όμοεφης περιπέτειας των εκδόσεων Ντίσνεϊ στην Ελλάδα. Να παραθέσω όμως και το ακόλουθο σχόλιο που έκανε αναγνώστης στο πολύ καλό ιστολόγιο Comics Trades και στην παρουσίαση για το τεύχος #303 που δίνει και μια άλλη ενδιαφέρουσα οπτική επί του ζητήματος: «Ο Ντέιβιντ Τερζόπουλος είναι γιος τού Χρήστου Τερζόπουλου και, όπως γράφει ο ίδιος στον «επίλογο», έχει αναλάβει ως εκδότης τής Νέας Ακτίνας εδώ και ενάμισι χρόνο. (Το όνομά του έχει αντικαταστήσει το όνομα του πατέρα του στα «ψιλά γράμματα» του Κόμιξ από πέρσι τον Αύγουστο.) Επομένως, δεν πρόκειται για παράδοση σκυτάλης, αλλά για αποχαιρετισμό. Αν πιστέψουμε τα σχόλια, κάτω από την καταχώριση για το τρέχον τεύχος, στη σελίδα τού Κόμιξ στο facebook, κάποιος τους πήρε τηλέφωνο και του επιβεβαίωσαν ότι το περιοδικό όντως κλείνει. Νομίζω ότι δύο τινά συμβαίνουν. Ή τους χτύπησε και αυτούς η κρίση, ή η Disney επανήλθε δριμύτερη και θα αναλάβει εκείνη την έκδοση τών κόμικς της στην Ελλάδα. Το είχε επιχειρήσει και γύρω στο 2003-2004, αλλά τότε ο Τερζόπουλος το είχε πολεμήσει. Εκείνη την περίοδο είχαν σταματήσει να δέχονται συνδρομές, ενώ στη στήλη τής αλληλογραφίας στο Κόμιξ δημοσίευαν γράμματα από αναγνώστες που περιέγραφαν πόσο είχαν επηρεάσει τη ζωή τους τα κόμικς τού Ντίσνεϋ. Το περίεργο είναι ότι στο τελευταίο τεύχος τού Κόμιξ υπάρχουν ακόμα πληροφορίες για συνδρομές. Ένα παρόμοιο γράμμα είχε δημοσιεύσει η Gladstone στην Αμερική, όταν η Disney αποφάσισε να αναλάβει εκείνη την έκδοση των κόμικς της στην Αμερική. Αν όντως συμβαίνει κάτι τέτοιο και σε μας, ας ελπίσουμε ότι η κατάσταση θα θυμίζει λιγότερο Αμερική (όπου η Disney δεν τα κατάφερε, και τα κόμικς της δεν κατάφεραν ποτέ να ανακάμψουν, ούτε με την Gladstone, που τα ξαναπήρε, ούτε με αυτούς που τη διαδέχτηκαν) και περισσότερο Ιταλία, όπου εκεί η Disney πήρε τα ηνία από τη Mondadori και τα πάει καλά. Αν, βέβαια, δεν πρόκειται να αναλάβει η Disney την έκδοση των κόμικς, προβλέπω ότι ανάμεσα στις διάφορες ανεφάρμοστες προεκλογικές υποσχέσεις των κομμάτων θα προστεθεί και η επανακυκλοφορία τού Μίκυ Μάους...»
   Θα κλείσω μ’ ένα απόσπασμα από το γράμμα του Ντειβιντ Τερζόπουλου: «Πιστεύω πως τα περιοδικά μας δεν προσέφεραν μόνο ψυχαγωγία αλλά παράλληλα κατάφεραν να δώσουν σημαντικά μαθήματα και να καλλιεργήσουν μια ιδιαίτερη νοοτροπία ζωής.» Κι έτσι ακριβώς είναι. Μέσα από τα κόμιξ, που οι παλιότεροι ακόμα και διανοούμενοι αποκαλούσαν υποτιμητικά «μικυμάου», δημιουργήθηκε μια γενιά αναγνωστών που περίμενε σαν το πρώτο της ραντεβού τα νέα τεύχη με τον Ντόναλντ, τον Μίκυ, τον Γκούφυ και την τρελή παρέα τους, που γνώρισε την ζωή μέσα από την περιγραφή συγκεκριμένων τύπων ανθρώπων, που οδήγησε στην κατάκτηση μιας ιδιαίτερης πολιτισμικής αντίληψης. Η ωραία αυτή κατάκτηση χάνεται, χωρίς να υπολογίζεται κάτι απ’ όλα όσα περιγράψαμε σε αυτό το κείμενο. Τώρα αντί για αναγνώστες θα έχουμε κυνηγούς δώρων και άλλων τέτοιων γελοίων κόλπων που κάνουν οι ποταποί εκδότες άλλων εντύπων για να προσεγγίσουν το κοινό με ξεφτιλισμένα κι ανούσια θέματα κι άλλα αδιάφορα για τον καθημερινό άνθρωπο. Δυστυχώς, ο ελληνικός τύπος όπως και ο διεθνής βρίσκεται σε παρακμή και πολύ δύσκολα θα βγει από το τέλμα που έχει πέσει. Και την βασικότερη ευθύνη γι’ αυτό την έχουν οι εκδότες, δηλαδή οι ιδιοκτήτες των εντύπων αλλά και γενικότερα το πολιτικοκοινωνικό σύστημα που ζούμε. Αλλά τι άφησαν όρθιο οι ιδιοκτήτες κάθε λογής για να μείνει ο χώρος του κόμιξ ανεπηρέαστος; Δυστυχώς, χάνουμε τις αναμνήσεις μας. Το μόνο θετικό από όλη αυτή την ιστορία είναι ότι επιτέλους, όπως και σε άλλα ζητήματα, αρχίζουμε να ξυπνάμε και να αναγνωρίζουμε ότι οι καπιταλιστές, όπως ο Σκρουτζ Μακ Ντακ, είναι καλοί μόνο στα παραμύθια. 


info για το Κομιξ





 και για το Μίκυ Μαους





Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Νίκος Καζαντζάκης: συντηρητικός διανοούμενος αλλά και μεγάλος συγγραφέας




γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης

   Το ακόλουθο σχόλιο γράφτηκε μετά από την συμμετοχή μου σε μια φιλική κουβέντα με κρασί  και μεζέδες όπoυ τέθηκε το μεγάλο θέμα για τον ρόλο των διανοούμενων σήμερα και για τους συγγραφείς που υπερασπίζονται την πολιτική των μνημονίων. Στη συζήτηση αναφέρθηκαν επίσης ως παραδείγματα για μια διαφορετική διανόηση σήμερα διάφοροι Έλληνες συγγραφείς και ποιητές (Ρίτσος,Ελύτης κα). Αναφέρθηκε και το όνομα του Νίκου Καζαντζάκη, ως διανοούμενου που δίνει το παράδειγμα για μια τέτοια αντίληψη σήμερα. Ιδιαίτερα από έναν συνομιλητή ο Καζαντζάκης έτυχε ιδιαίτερης αγάπης και στήριξης του έργου του, όπως είναι και το σωστό, αλλά και της φιλοσοφίας του. «Χρειαζόμαστε έναν μεγάλο και πρωτότυπο στοχαστή σαν τον Καζαντζάκη για να πάμε μπροστά» δήλωνε χαρακτηριστικά. Πάνω σε αυτό παραθέτω την απάντηση που του έδωσα, εμπλουτισμένη για τις ανάγκες ενός άρθρου, η οποία όμως είναι μια σκέψη που εξελίσσεται και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως oριστική. Δεν είμαι φιλόλογος. Καταθέτω την άποψη μου ως αναγνώστης και μόνο, χωρίς να ξεχνώ ότι στα δύσκολα χρόνια της εφηβείας ο Καζαντζάκης ήταν ένας πιστός φίλος ενώ δεν έμεινα ιδεολογικά ανεπηρεάστος. Αλλά οι αντιλήψεις αλλάζουν στην πάροδο των χρόνων. Γι΄αυτό θα επιθυμούσα από τον καλοπροαίρετο αναγνώστη να συμμετέχει με σχόλια που μπορούν να βοηθήσουν στον διάλογο.
   Αναμφισβήτητα ο Καζαντζάκης είναι ένας μεγάλος συγγραφέας και ιδιόμορφος γλωσσοπλάστης, που βρίσκεται στην κορυφή των Γραμμάτων μας, όμως δεν είναι ένας μεγάλος στοχαστής αλλά είναι μάλλον ένας συντηρητικός διανοούμενος . Ούτε πρωτότυπος είναι. Ο Καζαντζάκης ήταν ένας ατομιστής και ιδεαλιστής διανοούμενος και συγγραφέας, και εδώ παίζει ρόλο η μικροαστική καταγωγή του, αν και παράλληλα ήταν ταγμένος στην απελευθέρωση του ανθρώπου από τα διάφορα ιδεολογικά και κυρίως κοινωνικά δεινά. (Να σημειώσουμε, ότι ιδεαλισμός είναι η φιλοσοφική θεωρία που στο Βασικό πρόβληματης φιλοσοφίας, δηλαδή τη σχέση μεταξύ ανθρώπου και εξωτερικού κόσμου, ήσυνείδησης και ύλης, παίρνει θέση υπέρ της πρωταρχικότητας του πνεύματος, της Νοήσηςκαι της Συνείδησης. Οι ιδεαλιστές φιλόσοφοι υποστήριζαν ότι μόνο η συνείδησή μας έχει πραγματική υπόσταση και ότι ο υλικός κόσμος είναι μόνοπροϊόν των αισθήσεων, των παραστάσεων μας και των αντιλήψεών μας. Ο Ιδεαλισμός είναι στενά συνδεδεμένος με την θρησκεία αφού είτε άμεσα είτε έμμεσα όλες οι ιδεαλιστικέςφιλοσοφίες καταλήγουν στην ύπαρξη κάποιας ανώτερης δύναμης ανεξάρτητης από τονάνθρωπο. Ο ιδεαλισμός έχει εκφάνσεις στην κοινωνική ζωή και στην ίδια τηνδιαδικασία της γνώσης. Η πορεία της γνώσης η γενίκευση των φαινομένων "βοηθάει" πολλές φορές στην διάσπαση της συνείδησης από τηνπραγματικότητα, στο μετασχηματισμό των γενικών εννοιών σε έννοιες απόλυτεςαποσπασμένες από την ύλη.) Σε αυτή την αγωνιστική κατεύθυνση κινήθηκε ο Καζαντζάκης. Όχι όμως με την αρτιότητα ενός υλιστή αλλά με τα χίλια μπερδέματα που είχαν πάντοτε στην Ιστορία οι ιδεαλιστές και η, κατά βάθος, μεταφυσική ανάγνωση της πραγματικότητας που έχουν. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι εαν είσαι υλιστής είσαι και εξασφαλισμένος από ολισθήματα. Ακόμα κι όταν είσαι μαρξιστής, , ας θυμηθούμε τον Κάουτσκι.. Αλλά βέβαια οι μαρξιστές διανοούμενοι (Λένιν, Γκράμσι, Τρότσκι,Λούκατς κα) πατάνε γερά στα πόδια τους γιατί βασικό αντικείμενο τους είναι η να εντοπίσουν τη σημαντική και πολλαπλή επιρροή των οικονομικών γεγονότων πάνω στη νομική και πολιτική τάξη, πάνω στις επικρατούσες έννοιες του δικαίου και της κοινωνικής ηθικής. Τα οικονομικά γεγονότα για τον μαρξισμό αποτελούντην πραγματική μηχανή της ιστορικής διαδικασίας (ιστορικός υλισμός). Σημαντική φιλοσοφική αφετηρίατου Μαρξ είναι επίσης η θεώρηση του ανθρώπου όχι ως μεμονωμένου ατόμου με προκαθορισμένες ελευθερίες (κατά το ατομικιστικό πρότυπο του φιλελευθερισμού), αλλά ως κοινωνικού ατόμου. Αυτή ηαντίληψη είναι συνήθης ευρύτερα στον σοσιαλισμό.) Το παράδειγμα και η κατάληξη του Χέγκελ, η υπεράσπιση μιας ανώτερης δύναμης με υλιστικά επιχειρήματα, είναι χαρακτηριστικά. Κι όμως ο Χέγκελ ήταν ένας ενθουσιώδης υποστηρικτής της Γαλλικής Επανάστασης - είχε πιστέψει ότι θα εγκαινίαζε την εποχή που η λογική θα ξεκινούσε να καθορίζει τις ανθρώπινες υποθέσεις. Κατέληξε να γίνει ένας συντηρητικός διανοητής, που πίστευε ότι ο Θεός αντιπροσώπευε την ύψιστη λογική και ότι το καταπιεστικό και αυταρχικό Πρωσικό κράτος ήταν η ύψιστη εφαρμογή του. Οι Φόυερμπαχ και Μαρξ πήγαν πράγματι, πολύ μακρύτερα. Αλλά δεν θέλω να επεκταθώ. Θα αρκεστώ στην παρατήρησητου Μαρξ ότι «Η ζωή δεν καθορίζεται απότη συνείδηση, αλλά η συνείδηση από τη ζωή» (Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία, εκδ. Γκούτερμπεργκ) ενώ «οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης είναι σε κάθε εποχή οι κυρίαρχες ιδέες, δηλαδή η τάξη που είναι η κυρίαρχη υλική δύναμη σε μια κοινωνία είναι ταυτόχρονα η κυρίαρχη διανοητική δύναμη» (στο ίδιο). Αυτό είναι κάτι που γνώριζε ο Καζαντζάκης, δεν είχε αδιαφορήσει για τον Μαρξ, αλλά χρησιμοποιούσε επιλεκτικά τα συμπεράσματά του.
   Ο Καζαντζάκης βέβαια, δεν ήταν αδιάφορος για κανένα από τα φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής του. Διάβασε Ανρί Μπερξόν που διατύπωσε τη θεωρίαγια την ζωική ορμή που είναι μια τυφλή, ανυπότακτη σε κανόνες δύναμη που δρώντας έξω από κάθε προγραμματισμό και σκοπιμότητα, στάθηκε η αιτία, για να δημιουργηθεί η ζωή στα διάφορα επίπεδα της. Όπως διάβασε και Νίτσε, ο οποίος απέρριπτε κάθε κανόνα με τον οποίο θα μπορούσαμε να ρυθμίσουμε την ηθική συμπεριφορά μας ενώ σημείωνε ότι «η συμμόρφωση προς τον κανόνα είναι η αρχή του πολιτισμού και εκείνο που κάνει τηζωή μας να έχει νόημα και να αξίζει να τη ζούμε». Ο Υπεράνθρωπος είναι η σημαντικότερη συμβολή του, ένα πρότυπο που μπορεί, υποτίθεται, να εμπνεύσει τον τρόπο που πρέπει στο εξής να ζούμε. Βέβαια, ο Νίτσε κατέληξε να διαβάσει την παρακμή της αστικής κοινωνίας, γιατί αυτό συμβόλιζε η αναζήτηση του για ένα νέο ηθικό πρότυπο και να προτείνει μια βίαιη αναπροσαρμογή της επικρατούσας θεωρίας χωρίς να οδηγήσει σε ένα ριζοσπαστικό ξεκαθάρισμα με το αστικό παρελθόν ενώ οι ναζί του Χίτλερ εκμεταλλεύτηκαν με τον χειρότερο τρόπο τα κενά της θεωρίας του. Στην ουσία ο Νίτσε δεν ήταν ένας ριζοσπάστης διανοητής ενώ σύμφωνα με τον Χρήστο Κεφαλή, συγγραφέα και  μέλος της ΣΕ του περιοδικού Μαρξιστική Σκέψη «Για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της άκρας αντίδρασης, ο Νίτσε αναπτύσσει ολόπλευρα τον ιρασιοναλισμό, δίνοντάς του μια κατάλληλη, ελκυστική και άρτια επεξεργασμένημορφή. Επιπλέον, ενώά λλοι στοχαστές της περιόδου, όπως οι Τζέιμς, Μπερξόν,κ.ά., εκπληρώνουν αυτό το καθήκον περιφερειακά ή εν μέρει, ο Νίτσε το εκπληρώνει κεντρικά και καθολικά. Εστιάζει με ευρύτητα στα αποφασιστικά ζητήματα του αντισοσιαλιστικού αγώνα της αντίδρασης, μετατρέποντας τονι ρασιοναλισμό σε ένατ έλεια ακονισμένο εργαλείο για την ιδεολογική διεξαγωγή αυτού του αγώνα και παρέχοντας ταυτόχρονα όλα τα αναγκαία προσχήματα για την έμπρακτη άσκηση και δικαίωση τηςβαρβαρότητας.
   Η σημασία του Νίτσε, για την οποία μιλά και η διαρκής επίδρασή του, δεν μπορεί έτσι να υποτιμηθεί, παραπέμπει όμως στη βαθιά μεταλλαγή του αστικού κόσμου. Στην εποχή της ανόδου της, όταν εκπλήρωνε ένα μεγάλο δημιουργικό έργο, η αστική τάξηα ναδείκνυε γίγαντες στοχαστές, όπωςχ αρακτήρισε ο Μαρξ τον Χέγκελ. Αργότερα, καθώς ο καπιταλισμός άρχισε να συγκρούεται με τις ανάγκες της εξέλιξης, η αστική τάξη μπορούσε πλέον να εκπροσωπείται κεντρικά το πολύ από μεσαίου αναστήματος διανοητές,όπως ο Τζ. Σ. Μιλ ή ο Μαξ Βέμπερ. Αλλά και αυτό έπρεπε να ακολουθηθεία πό μια παραπέρα υποβάθμιση με την έλευση του ιμπεριαλισμού, όταν η πλειοψηφία των αστών ιδεολόγων ξεπέφτει στην κατηγορία των νάνων. Ο Νίτσε είναι σημαντικός ακριβώς επειδή είναι ο πιο ψηλός από τους νάνους της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης. Και ενώ δεν αληθεύει διόλου ότι όλοι οι αστοί ιδεολόγοι της εποχής πέφτουν τόσο χαμηλά –κατ’ εξαίρεση μπορεί να εμφανίζονται ακόμη μεγάλοι αστοί στοχαστές, όπως οι Σαρτρ και Τσόμσκι, που όμως αδιάλειπτα αντιτάσσονται στην αντίδραση– ο Νίτσε προσφέρει μια κατάδειξη της αυξανόμενης ανάγκης τουιμπεριαλισμού να φέρνει στο προσκήνιο τους νάνους για να πολεμήσει την εξέλιξη. Η αξία του Νίτσε για την άκρα αντίδραση συνίσταται σε τούτο: ότι εμφανιζόμενος μερικές δεκαετίες πριν την έλευση του ιμπεριαλισμού δεν τον προπαρασκευάζει μόνοι δεολογικά, αλλά θέτει και τον πήχη των φιλοδοξιών των άλλων εκπροσώπωντου, των πιο κοντών νάνων.» (Ο ιμπεριαλιστικός ρασιοναλισμός του Νίτσε, περιοδικό Μαρξιστική Σκέψη)

Φλερτάροντας με τον φασισμό


   Με αυτές τις σκληρά διαφορετικές και αντίθετες φιλοσοφικές ιδεολογίες συντάχθηκε ο Καζαντζάκης χωρίς ποτέ να καταφέρει να ξεκαθαρίσουμε με τις αντιθέσεις αυτών. Πράγματι, θα δούμε πολλές φορές τον Καζαντζάκη να συνδέει τον εαυτό του με την κίνηση της εργατικής τάξης αλλά δυστυχώς, ως παντογνώστη ςκριτής κι όχι συμμετέχοντας στις αγωνιστικές διαδικασίες που θα ξεκαθάριζαν σε μεγάλο βαθμό αυτές τις μπερδεμένες ιδέες. Έτσι διάβαζε την κοινωνική ιστορίαμέσα από το πρίσμα της πάλης των τάξεων ενώ παράλληλα διαστρέβλωνε τα καταληκτικά συμπεράσματα του Μαρξ, φτάνοντας ότι η λύση μπορεί να είναι ατομική- ακόμα κι αν δεν το σημείωσε ποτέ στα γραπτά του. Αυτό υπογράμμιζαν άλλωστε οι φιλοσοφικές θεωρίες που παραθέτω (εκτός μαρξισμού). Η πάλη των τάξεων για τον Καζαντζάκη πράγματι σήμαινε την ανατροπή μιας προηγούμενης τάξης και κοινωνικής πραγματικότητας με βάση διάφορες επαναστατικές διαδικασίες στην παραγωγή και με βάση την ύπαρξη μιας άλλης τάξης που ανατρέπει την εξουσία της προηγούμενης.Έτσι έγινε με την πτώση της Φεουδαρχίας και τους Αστούς στην πρώτη γραμμή, εκεί οδηγούμαστε αυτή την περίοδο και μέσα από την μεγαλήτερη καπιταλιστική κρίση που έχουμε γνωρίσει ποτέ. Η οικονομική βαρβαρότητα σε βάρος των πολλών και των φτωχών πρέπει να ανατραπεί. Όμως σε αυτό διαφωνούσε ο Καζαντζάκης κι έτσι,χωρίς κάποια απτά επιχειρήματα, υποστήριξε ότι η μια πέφτει απ' το τραπέζι παραφουσκωμένη από όσα έφαγε, για ν' ανέβει μια νέα και πεινασμένη, να φάει και να συνεχίζει αυτός ο αέναος κύκλος. Άρα τίποτα δεν αλλάζει, εκτός από τον εαυτό μας. Τέτοιες ιδέες υπάρχουν και σήμερα που βάζουν εμπόδια στην κινητοποίηση του κόσμου. Για τον Καζαντζάκη ήταν απλώς ο Φόβος και η Πείνα που αποτελεί απαραίτητο συστατικό στοιχείο κάθε λαού και κοινωνίας και βάζει σε κινηση την Ιστορία.
   Με τέτοια λάθος οπτική ο Καζαντζάκης δικαιολόγησε την φασιστική εισβολή της Ιταλίας στην Αιθιοπία στις αρχές του Β' Π.Π. Ο Φόβος και η Πείνα  αποτελούν την κινητήρια δύναμη της Ιστορίας αναγνωρίζοντας «το δικαίωμα που έχει η Ιταλία να ζήσει, να μην πνιγεί μέσα στα στενά σύνορα πουδεν τη χωρούν» ενώ λίγες γραμμές πιο πριν έγραφε «πονώ την Αβησσυνίαπου υπερασπίζεται την ελευθερία της...» (Ο φόβος και η Πείνα, Η Καθημερινή, 20/7/1936). Πιο συγκεκριμένα: «Πριν από λίγους μήνες οι «διανοούμενοί» μας περιέφεραν μιαν εξοργισμένη κι’ ανώδυνη διαμαρτυρία εναντίον της Ιταλίας που χύθηκε να φάει την Αβησσυνία. Κάποιος με ρώτησε αν θα την υπέγραφα. – Σίγουρα, του αποκρίθηκα, πονώ την Αβησσυνία που υπερασπίζεται την ελευθερία της, μα συνάμα αναγνωρίζω και το δικαίωμα που έχει η Ιταλία να ζήσει, να μην πνιγεί μέσα στα στενά σύνορα που δεν την χωρούν. Όλοι οι λαοί που δημιούργησαν τους μεγάλους πολιτισμούς ακολούθησαν τα ίδια αδηφάγα, απάνθρωπα, σκοτεινά τους ένστικτα: στην πρώτη τους σωματική ανάπτυξη αδίκησαν, άρπαξαν, έφαγαν· κι άμα στερέωσαν το σώμα τους κι’ έπαψε η πείνα, άρχισαν να δημιουργούν. Το ίδιο κάνει και σήμερα η Ιταλία, τους ίδιους ακολουθώντας απάνθρωπους νόμους. ... Θα υπέγραφα, αν η διαμαρτυρία ήταν εναντίον της Αγγλίας και της Γαλλίας που έχουν όλο τον κόσμο κι αρνούνται να δώσουν και στους φτωχούς λαούς γη για να ζήσουν. Είναι οι απάνθρωποι παραχορτασμένοι κεφαλαιούχοι των εθνών και δεν αφήνουν τους άλλους λαούς, τους προλετάριους, να σηκώσουν κεφάλι. Κι’ αν και τα δυο ένστικτα η Πείνα κι’ ο Φόβος είναι αρχέγονα,βαθύτατα ανθρώπινα, όμως από τα δυο προτιμώ την Πείνα, γιατί μονάχα αυτή θέτει σε κίνηση τα στεκούμενα νερά και σπρώχνει τον κόσμο προς τ’ απάνω. – Και δε φοβάσαι μη σε πουν φασίστα; – Γιατί να φοβηθώ; Μήπως δεν με είπαν και κομμουνιστή; Και δεν μπορώ να είμαι ποτέ μήτε το ένα μήτε το άλλο. Γιατί είμαι άνθρωπος ελεύθερος. Καιείμαι ελεύθερος γιατί δεν είμαι άνθρωπος ενεργείας και δεν έχω ανάγκη, για να δράσω, από δόγματα και βεβαιότητες και πρακτικούς συλλογισμούς.» ... (Βρεττάκος 1960:577-579).




H απάντηση της Γαλάτειας Καζαντζάκη

   Η Γαλάτεια Καζαντζάκη,κομμουνίστρια και μαχητική δημοτικίστρια μέχρι το τέλος της ζωής, απάντησε με μια αιχμηρή κριτική που δημοσιεύθηκε στις σελίδες της βραχύβιας "Ελευθέρας Γνώμης" στις 26 Ιουλίου 1936. Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Ονομάζει λοιπόν τα φασιστικά έθνη, έθνη πεινασμένα και "προλεταριακά" που θέλουν να χορτάσουν. Και ξεχνά πως από την αρπαγή, την κτηνώδη βία, την κυνική περιφρόνηση της διεθνούς ηθικής,που εξασκούν αυτά τα έθνη, και τις κατακτήσεις που επιδιώκουν, οι μόνοι που έχουν να ωφεληθούν είναι βέβαια πάλι οι χορτάτοι κεφαλαιοκράται των χωρών αυτών. Ο λαός ο προλετάριος τι θα βάλει στην τσέπη του από τον μαζεμένο πλούτο; Οι αγρότες, οι εργάτες, η μάζα, τί έχει να κερδίσει από τις κατακτήσεις αυτές; Σε τι θ' αλλάξει η τύχη τους;»  Και συνεχίζει στο ίδιο μοτίβο. Ο προβληματισμός της για το αν άλλαξε η τύχη των προλετάριων στα «χορτασμένα κράτη» είναι επίκαιρος μέχρι σήμερα, όπως κι ολόκληρο το κείμενο.Καταλήγουμε λοιπόν στις προηγούμενες παρατηρήσεις και βλέπουμε πόσο η ιδεαλιστική ανάγνωση της Ιστορίας από τον Καζαντζάκη έρχεται σε σύγκρουση μετην ωμή κοινωνική αλήθεια, όπως την περιέγραψε η Γαλάτεια. Κατάληξη όλων των παραπάνω ήταν ο Καζαντζάκης να διατυπώσει μια αντιδραστική θέση η οποία ερχότανσε ευθεία σύνδεση με τον κυρίαρχο, πανευρωπαϊκά, αντιφασιστικό συναίσθημα. Δεν θα περίμενα βέβαια, την αρτιότητα της σκέψης ενός Τρότσκι ή μιας Ρόζας Λούξεμπουργκ, από τον Καζαντζάκη όμως η ολική τυφλότητα του συγγραφέα, με αφορμή τα παραπάνω αποσπάσματα, δημιουργεί ζήτημα. Από αυτό και μόνο τολμώ να πω ότι ο Καζαντζάκης δεν ήταν μεγάλος διανοούμενος αλλά μάλλον ένας συντηρητικός διανοούμενος, τελείως διαφορετικός σε σχέση µε την εικόνα που μας δίνει  η κυρίαρχη αφήγηση και ειδικότερα εδώ στο νησί μας αν και βέβαια παραμένει ένας μεγάλος συγγραφέας. Ήταν επίσης δημοτικιστής, δεν πρέπει να το παραβλέπουμε αυτό ενώ μας έχει δώσει κατά τη γνώμη μου και μια από τις ωραιότερες εικόνες του Καβάφη όταν ζούσε – έστω και κάπως σκηνοθετημένη.  Σε αυτό πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί και χρειάζεται να μελετήσουμε το σύνολο του βίου του Κρητικού συγγραφέα, που ήθελε αλλά δεν κατάφερε να να γίνει ένα με τον απλό λαό στην προσπάθεια του για κοινωνική απελευθέρωση. Ήταν ένας συνοδοιπόρος αλλά ποτέ ένας από εμάς κι αυτό νομίζω ότι στοίχισε και στον ίδιο ακριβά, γιατί δεν κατάφερε να σπάσει από την επιρροή των κυρίαρχων ιδεών.
   Έχω την εντύπωση ότι στο τέλος έφτασε σ' έναν ιδιότυπο μηδενισμό. Αγαπούσε τις μικρές χαρές της ζωής, την Γυναίκα, τους λαούς όπου γης - εκπληκτικά τα οδοιπορικά του σε Αγγλία, Ισπανία, Ρωσία, Κίνα, Ιαπωνία, Σινά κτλ, χαιρότανε την μουσική και μια πετυχημένη μαντινάδα (και από αυτά μόνο ήταν δικός μας ο Καζαντζάκης θα σχολιάσει ο καλοπροαίρετος αναγνώστης - και θα έχει δίκιο) αλλά δεν ήξερε που και κυρίως πως να διοχετεύσει το πάθος του, το μεράκι του που σιγά-σιγά τον τυραννούσε μέχρι το τέλος. Η Ασκητική, η κορυφή του φιλοσοφικού έργου του Καζαντζάκη, είναι η καλύτερη απόδειξη. (Ένα μαχητικό κείμενο που ξεκινάει προσπαθώντας να σπάσει τους δεσμούς με τη Ράτσα και την έγνοια των προγόνων στην προσπάθεια ο αγωνιζόμενος άνθρωπος να ανέβει την ανηφόρα για να καταλήξεισ' ένα καταληκτικό σχόλιο μη δράσης ). Μόνη σωτηρία για τον Καζαντζάκη λοιπόν η Λογοτεχνία. Εδώ ο μεγάλος Κρητικός συγγραφέας έκανε μια γενναιόδωρη κατάθεση ψυχής, παραθέτοντας μας από μια σειρά μυθιστορημάτων με τις αγωνίες του αλλά και τις αγωνίες ενός κόσμου που πολύ αγάπησε αλλά όπως σημειώνω παραπάνω δεν κατάφερε να συνδεθεί μαζί του στα ουσιώδη, όπως με αρτιότητα έπραξε ο ποιητής Κώστας Βάρναλης. Ο οποίος Βάρναλης ενώ ξεκίνησε τη θητεία του στα γράμματα με διάφορες ιδεαλιστικές, ρομαντικές αντιλήψεις, πάντα στην υπεράσπιση της κυρίαρχης εθνικής, ταξικής και ιδεολογικής αφήγησης, έσπασε τα δεσμά και έγινε αυτός που γνωρίζουμε. Αλλά να μην ξεχνάμε τον Καζαντζάκη, ιδιαίτερα αυτά τα δύσκολα χρόνια που ήρθαν,ως αρνητικό παράδειγμα όμως.  Γιατί ο Καζαντζάκης είναι είναι η εικόνα μιας εποχής που φεύγει, μιας εποχής που αναζητά τους δικούς της οργανικούς διανοούμενους, τους μαχητές της έτοιμους παρατεταγμένους και μαζί με τους εργάτες, την αγροτιά και το επαναστατικό (σοσιαλιστικό) κόμμα της απέναντι στα στρατεύματα της οικονομικής βαρβαρότητας. Τα έργα του αξίζουν να διαβαστούν απ'όλους, χωρίς τα στολίδια του κινηματογραφικού Ζορμπά. Ενώ επιβάλλεται να αναθεωρήθει η οπτική μας γι' αυτά.
   Νομίζω για ένα τέτοιο κόσμο πρέπει να αγωνιστούμε , που δεν θα αναλώνεται σε ανέξοδες και μάταιες φιλοσοφικές θεωρίες, θα είναι ένας κόσμος πραγματικά της δράσης και που δεν θα περιμένει ταπεινούς (και άθλιους) γραφιάδες σαν εμένα ή πουλημένους στην καθεστωτική πολιτική σκηνοθέτες (λέγε με Σμαραγδή) να κάνουν παιγνίδι για τους δικούς τους λόγουςχωρίς να εξετάζουν την πραγματικότητα πίσω από τα κάθε λογής προσωπεία.

Δευτέρα, 12 Αυγούστου 2013

Κινηματογράφος: “Στο δρόμο”



γράφει η Δήμητρα Κυρίλλου

 Το να μεταφέρεις στην οθόνη το «Στο δρόμο» του Τζακ Κέρουακ είναι από μόνο του μια τεράστια πρόκληση. Πρόκειται για τη «βίβλο» της γενιάς του «beat», της γενιάς που στάθηκε επικριτικά στο μεταπολεμικό Αμερικανικό όνειρο και αναζήτησε μια εναλλακτική προοπτική χωρίς τελικά να τη βρει. Η περιπλάνηση στους δρόμους και τις πόλεις της Αμερικής ήταν το μέσον γι’αυτή την αναζήτηση και αντικείμενο του βιβλίου του Κέρουακ, που μετέφερε στο σινεμά ο Βραζιλιάνος Βάλτερ Σάλλες, («Κεντρικός σταθμός», «Ημερολόγια μοτοσυκλέτας»).
Η ταινία ακολουθεί τον ίδιο τον Κέρουακ -Σαλ Πάρανταϊς και την παρέα του, όπου περιλαμβάνονται οι πιο χαρακτηριστικές φιγούρες των «μπίτνικς»: Ο Αλλεν Γκίνσμπεργκ (Κάρλο Μαρξ!), ο Ουίλλιαμ Μπάρροουζ (Ολντ Μπουλ Λι), ο Νιλ Κασάντι (Ντιν Μοριάρτι).
Η κυρίαρχη ιδεολογία του τέλους της δεκαετίας του ’40 -χοντροκομμένα αντικομμουνιστική, πρόβαλλε τις αξίες της σκληρής εργασίας, της αποταμίευσης, της οικογένειας, τον «καθως πρέπει» τρόπο ζωής. Όμως ο Σαλ, γόνος φτωχής εργατικής οικογένειας που μετανάστευσε από το Κεμπέκ στη Νέα Υόρκη δεν ήθελε να προσαρμοστεί στη μοίρα του να πεθάνει όπως ο πατέρας του με ρόζους στα χέρια από τη βαρειά χειρωνακτική εργασία. Έψαχνε ένα ουσιωδέστερο νόημα για να ζει κανείς. Έτρεχε πίσω από ανθρώπους τρελλαμένους για ζωή, για συζήτηση, που δεν χασμουριούνται αλλά «...καίγονται σαν ρωμαϊκά κεριά μέσα στη νύχτα». Κινητήρια δύναμη και κέντρο της παρέας ήταν ο Ντιν Μοριάρτι. Ο Ντιν ενσάρκωνε κάθε τι το αντίθετο στις κυρίαρχες αξίες: Αλκοόλ, ναρκωτικά, μουσική τζαζ, αχαλίνωτο σεξ, άσκοπες περιπλανήσεις, καμιά αποδοχή οποιουδήποτε είδους δέσμευσης απέναντι σε τίποτα και σε κανέναν. Ο Σαλ αφήνεται σκόπιμα να παρασυρθεί.
Περιγράφοντας τις περιπέτειες των ηρώων ο Σάλλες γύρισε μια όμορφη ταινία για την αμερικανική ήπειρο και την μεταπολεμική κοινωνία. Χωρίς να ενδώσει στην αισθητική της καρτ-ποστάλ, δείχνει την απεραντοσύνη του Καλιφορνέζικου τοπίου αλλά και την απέραντη φτώχεια των εργατών στις μπαμπακοφυτείες, που ζούσαν σε τσαντήρια και δούλευαν όλη μέρα για πενταροδεκάρες. Τη μαγεία των τζαζ κλαμπ, μόνο που ο Σαλ κι οι φίλοι του ήταν οι μοναδικοί λευκοί σ’αυτά. Την αστυνομία που περιπολούσε στο ειδυλλιακό τοπίο και εκβίαζε τους περαστικούς για να εισπράξει τη μίζα της. Εδώ βρίσκονται τα δυνατά σημεία της ταινίας και τα βαθύτερα κίνητρα των πρωταγωνιστών, όπου θα μπορούσε ίσως να επεκταθεί περισσότερο, παρά στην επανάληψη του ξέφρενα ηδονιστικού τους τρόπου ζωής.
Οι ήρωες του Κέρουακ δεν είναι χωρίς ψεγάδια. Κοροϊδεύουν τον κονφορμισμό και τα προτάγματα του προέδρου Τρούμαν, ψάχνουν την ελευθερία, όμως τελικά αναπαράγουν κάθε είδους σεξιστική συμπεριφορά στις προσωπικές τους σχέσεις γιατί τις θεωρούν εμπόδιο στην απελευθέρωση. Μόνο που τα αίτια της μιζέριας τους είναι πολύ βαθύτερα από τη γκρίνια μιας ζηλιάρας ερωτικής συντρόφου, βρίσκονται στη φτώχεια, το ρατσισμό, την καταστολή, μέσα στην καρδιά του αμερικανικού καπιταλισμού και παρεπιπτόντως στα σύμβολά του.
Οι μπίτνικς συγκρούστηκαν κυρίως με τα σύμβολα γι’αυτό δεν είχαν ελπίδα να νικήσουν. Πέρασαν όμως στις επόμενες γενιές ένα τεράστιο επικριτικό μήνυμα για τον αμερικανικό τρόπο ζωής και την ιδεολογία του, σε μια εποχή που φάνταζε αστραφτερός και παντοδύναμος. Η επιρροή τους στην εξέλιξη της μουσικής, της λογοτεχνίας, της κουλτούρας είναι αναμφισβήτητη. Σήμερα αξίζει να τους θυμηθούμε και να τους ανακαλύψουμε ξανά.

Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2013

Το Λογοτεχνία και Σκέψη διαβάζει: Χένρι Μίλερ και Τροπικό του Καρκίνου.







"Στον μεσημβρινό του χρόνου δεν υπάρχει αδικία: υπάρχει μονάχα η κίνηση της ποίησης που γεννάει την ψευδαίσθηση της αλήθειας και του δράματος. Εάν σε οποιαδήποτε στιγμή έρθει κάποιος ενώπιος ενωπίω με το απόλυτο, τότε η μεγαλειώδης ευσπλαχνία που κάνει ανθρώπους , όπως ο Γκαουτάμα και ο Ιησούς, να μοιάζουν θεϊκοί, παγώνει και χάνεται - το τερατώδες δεν είναι ότι οι άνθρωποι μπόρεσαν ρόδα να δημιουργήσουν από τούτη τη στοιβαγμένη κόπρο αλλά ότι, για κάποιο λόγο ανεξιχνίαστο, είχαν θελήσει να δημιουργήσουν ρόδα. Για τον ένα ή για τον άλλο λόγο, ο άνθρωπος θέλει το θαύμα, το αναζητάει, και για να το κατορθώσει θα πρέπει να πορευθεί μέσα από το αίμα. Θα διαφθαρεί από τις ιδέες, σε μια σκιά θα περιορίσει τον εαυτό του αν για ένα δευτερόλεπτο στη ζωή του όλη μπορέσει να κλείσει τα μάτια απέναντι στην αποτροπιαστική πραγματικότητα. Τα πάντα υπομένει – την ατίμωση, τον εξευτελισμό, την ένδεια, τον πόλεμο, το έγκλημα, την πλήξη – μπροστά στην πίστη ότι μες στη νύχτα κάτι θα συμβεί, ένα θαύμα, που θα κάνει τη ζωή υποφερτή. Και αδιάκοπα, όλο το χρονικό διάστημα, ένας καταμετρητής τρέχει εδώ κι εκεί εντός μας και δεν υπάρχει χέρι να μπορεί να τον φτάσει και να τον παύσει. Ναι, όλη την ώρα κάποιος τρώει της ζωής τον άρτο και πίνει της ζωής τον οίνο, κάποιος χοντρός παπάς σαν κατσαρίδα που κρύβεται στα κελάρια καταβροχθίζει τον άρτο και μπεκροπίνει με τον οίνο, ενώ πάνω απ’ το φως ενός δρόμου ένας οικοδεσπότης φάντασμα αγγίζει τα χείλη και το αίμα γίνεται άχρωμο σαν το νερό. Κι έξω από το δίχως σταματημό μαρτύριο και τη δίχως σταματημό δυστυχία κανένα θαύμα δεν γίνεται, κανένα έστω μικροσκοπικό κατάλοιπο ανακούφισης. Μονάχα ιδέες, ωχρές, εξασθενημένες ιδέες που πρέπει να παχύνουνε για το σφαγείο – ιδέες που παρουσιάζονται σαν τη χολή, σαν τα εντόσθια ενός γουρουνιού όταν του ανοίγουνε το κουφάρι"



Εκδόσεις Μεταίχμιο
Μετάφραση Γιώργος – Ίκαρος Μπαμπασάκης

Νέο τεύχος International Socialism No 139 στο Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο

Μόλις έφτασε το νέο τεύχος International Socialism. Μπορείτε να κάνετε τις παραγγελίες σας.
Τα περιεχόμενα είναι τα εξής:http://www.marxistiko.gr/home.php?Book_ID=957

Issue 139


 

Analysis
Where is the British left going?
Alex Callinicos

Turkey: Between Islamic neoliberalism and Kemalist nationalism
Ron Margulies

Left reformism, the state and the problem of socialist politics today
Paul Blackledge

Egypt: The workers advance
Philip Marfleet

Privatising the NHS
Jeni Gosling

The Human Genome Project: Brave new world of scientific understanding or false dawn?
John Parrington

What gender does
Nancy Lindisfarne and Jonathan Neale

Sexuality in pre-class society: A response to Sheila McGregor
Colin Wilson

The neoliberal era in Britain: Historical developments and current perspectives
Neil Davidson

Pick of the quarter


ΜαρξιστικόΒιβλιοπωλείο
Φειδίου14-16 (πίσω από ΤΙΤΑΝΙΑ-REX)
210-5247584,marxistiko@yahoo.gr
www.marxistiko.gr

Χιλή 1972-1973: Η τραγωδία του κοινοβουλευτικού δρόμου (νέο βιβλίο από το Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο το Σεπτέμβρη)

Στα 40 χρόνια από το πραξικόπημα στη Χιλή το 1973 το Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο κυκλοφορεί στις αρχές Σεπτέμβρη το βιβλίο

Χιλή 1972-1973Η τραγωδία του κοινοβουλευτικού δρόμου
Κείμενα:
Λέανδρος Μπόλαρης, Luis Angel Fernandez Hermana, Mike Gonzales

Χιλή 1973, πριν 40 χρόνια: Διαδήλωση των cordones industriales, του δίκτυου των "επιτροπών αγώνα" που φτιάχτηκαν από τα κάτω σε πολλά εργοστάσια και χώρους δουλειάς και μπορούσαν να προσφέρουν την εναλλακτική πρόταση εξουσίας απέναντι στις επιθέσεις της άρχουσας τάξης και της Δεξιάς και τους συμβιβασμούς της αριστερής κυβέρνησης Λαϊκής Ενότητας του Σαλβαδόρ Αλιέντε. (Περισσότερα στο βιβλίο που θα κυκλοφορήσει σύντομα από το Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο)



Το Ποίημα της Εβδομάδας: Άσμα για όλες τις θάλασσες και όλα τα καράβια (Song for all seas, all ships) Ουίτμαν, Ουώλτ, 1819-1892


Άσμα για όλες τις θάλασσες και όλα τα καράβια

(Song for all seas, all ships)

του Walt Whitman
από τη συλλογή Φύλλα Χλόης (Leaves of Grass, 1855)

απόδοση : Ναπολέων Λαπαθιώτης



1

Θάναι τραχιά και σύντομα τα σημερνά τα λόγια μου,
Για τα καράβια που αρμενίζουν μέσ’ τις θάλασσες, καθένα με την ίδια του σημαία, και με το σήμα,
Για τους αγνώστους ήρωες πούναι μέσ΄ τα καράβια – για τα κύματα που απλώνονται, κι απλώνονται, πιο πέρα κι απ΄ το μάτι,
Για τη νερόσκονη που σπάει και τους αγέρηδες οπού σφουράνε και φυσάν,
Και θέλω να υψωθεί μέσ΄ απ΄ τα λόγια μου, κι ένα  τραγούδι για τους ναύτες όλων των εθνών,
Απότομο ως το κύμα.
Θέλω να υμνήσω τους πρώτους καπετάνιους, τους γέρους ή τους νέους, και τους δεύτερους, κι όλους  τους ατρόμητους τους ναύτες,
Τους λίγους κι εκλεχτούς, τους σιωπηλούς, που η μοίρα δεν μπορεί να τους ξαφνιάσει, μήτε και να τους σκιάξει ποτέ ο θάνατος.
Προσεχτικά από σένα, μαζωμένοι, γέρικε ωκεανέ, και διαλεγμένοι,
Από σένα, θάλασσα, που διαλές και ξεδιαλές τη ράτσα μέσ’ απ΄ τους καιρούς, κι ενώνεις όλα τα έθνη.
Θρεμένοι από τα σένα, γριά παραμάνα δύστροπη, και που να σ΄ ενσαρκώνουν,
Ατίθασοι, άγριοι, σαν και σένα.
(Πάντα να βγαίνουν ήρωες σε στεριά και θάλασσα, μονάχοι, καν δυο - δυο, –
Πάντα η γενιά τους να βαστάει, δίχως ποτέ της να σωθεί – αν κι είναι σπάνιοι, μ΄ αρκετοί, το σπέρμα να φυλάξουν).

2


Άπλωνε, ω θάλασσα, τις χωριστές σημαίες των εθνών!
Άπλωνε, πάντα φανερά, τα χώρια σήματά τους!
Μόν’ βάστα, σε παρακαλώ, για σένα και για του ανθρώπου την ψυχή, κάποια σημαία που νάναι παραπάνου απ΄ όλες,
Σήμα νοερό, υφασμένο για όλα τα έθνη, σήμα του ανθρώπου που αίρεται πιο πάνου κι απ΄ το θάνατο,
Μνημόσυνο όλων των γενναίων καπεταναίων, των πρώτων και των δεύτερων, και των γενναίων ναυτών,
Κι όλων όσοι έχουν χαθεί, κάνοντας το καθήκον,
Που να βαστάει τη μνήμη τους και νάχει στο ύφασμά της, άτι απ΄ τους αφόβους καπεταναίους, τους νέους και τους γέρους,
Ένα παγκόσμιο λάβαρο, που πάντα μαλακά να κυματίζει, απάνω απ΄ όλους τους αντρείους τους ναύτες,
Σ΄ όλες τις θάλασσες και σ΄ όλα τα καράβια.-


πρωτότυπο

To-day a rude brief recitative,
Of ships sailing the seas, each with its special flag or ship-signal,
Of unnamed heroes in the ships—of waves spreading and spreading far as the eye can reach,
Of dashing spray, and the winds piping and blowing,
And out of these a chant for the sailors of all nations,
Fitful, like a surge.

Of sea-captains young or old, and the mates, and of all intrepid sailors,
Of the few, very choice, taciturn, whom fate can never surprise nor death dismay.
Pick'd sparingly without noise by thee old ocean, chosen by thee,
Thou sea that pickest and cullest the race in time, and unitest nations,
Suckled by thee, old husky nurse, embodying thee,
Indomitable, untamed as thee.

(Ever the heroes on water or on land, by ones or twos appearing,
Ever the stock preserv'd and never lost, though rare, enough for seed preserv'd.)

Flaunt out O sea your separate flags of nations!
Flaunt out visible as ever the various ship-signals!
But do you reserve especially for yourself and for the soul of man one flag above all the rest,
A spiritual woven signal for all nations, emblem of man elate above death,
Token of all brave captains and all intrepid sailors and mates,
And all that went down doing their duty,
Reminiscent of them, twined from all intrepid captains young or old,
A pennant universal, subtly waving all time, o'er all brave sailors,
All seas, all ships.



Ο Ουώλτ Ουίτμαν (Walt Whitman), ο επιφανέστερος αμερικανός ποιητής

του προηγούμενου αιώνα (1819-1892), είχε αγγλική και ολλανδική την καταγωγή.

Στα νεανικά του χρόνια αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τις σπουδές του

για να εργασθεί ως ξυλουργός, οικοδόμος, τυπογράφος και δάσκαλος.

Από το 1838 άρχισε να συνεργάζεται με εφημερίδες και περιοδικά.

Βαθιά επηρεασμένος από τις θεωρίες του Έμερσον εκδίδει,

το 1855 στην πρώτη της μορφή, τη συλλογή του "Φύλλα χλόης",

αποτελούμενη από δώδεκα ποιήματα.

Έκτοτε εμπλουτίζει σε αλλεπάλληλες εκδόσεις τη συλλογή αυτή με νέες συνθέσεις,

εξασφαλίζοντας την αναγνώριση φανατικών θαυμαστών όπως ο Σουίνμπερν και ο Ο.Μ. Ροσσέτι,

αλλά και την επιφυλακτικότητα του ευρύτερου κοινού,

κυρίως για τις προωθημένες περί ηθικής αντιλήψεις του.

Κατά τον Αμερικανικό Εμφύλιο υπηρετεί ως εθελοντής νοσοκόμος, εμπειρία που τον σφραγίζει

και που την καταγράφει στα "Πολεμικά απομνημονεύματά του" (1875).

Άλλα του έργα: "Δημοκρατικές απόψεις" (1871), "Δείγματα ημερών" (1882),

"Κλαδιά του Νοεμβρίου" (1888), "Χαίρε, φαντασία μου" (1891).

Βιβλιονετ