Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

"Όχι πολύ μακριά από κει" - Ναι, είναι γεγονός: Το πρώτο ελληνικό λογοτεχνικό video book!

"Όχι πολύ μακριά από κει" - Video Book

Ο άνθρωπος στο ΝηΣί, η ανοικτή βιβλιοθήκη ΟPENBOOK 
και η Motion Pixel Story παρουσιάζουν το πρώτο ελληνικό λογοτεχνικό video book: "Όχι πολύ μακριά από κει"

 

 

 


Δημιουργία: Motion Pixel Story - Μολουδάκης Δημήτρης 
Διήγημα: Ο άνθρωπος στο ΝηΣί- Νικόλας Σμυρνάκης Γιάννης Φαρσάρης 
Αφήγηση: Ο άνθρωπος στο ΝηΣί - Νικόλας Σμυρνάκης

Music: "Tribe" & "Firefly" by Podington Bear (podingtonbear.com)
SFX Sound: freesound.org & freesfx.co.uk
Ευχαριστίες στον Κυριάκο Χαριτάκη

 Η διανομή του video book γίνεται με άδεια Creative Commons

Ιστορία: Ο Πόλεμος των Χωρικών




γράφει ο Σωτήρης Κοντογιάννης


Για την επίσημη ιστορία, η πιο σημαντική ημερομηνία της εποχής της αναγέννησης θεωρείται το 1492, η χρονιά όπου ο Χριστόφορος Κολόμβος "ανακάλυψε" την Αμερική. Για τους επαναστάτες, όμως, ξεχωρίζει μια άλλη ημερομηνία: το 1525. Εκείνη τη χρονιά κορυφώθηκε στην κεντρική Ευρώπη η μεγαλύτερη εξέγερση που είχε γνωρίσει μέχρι τότε ο φεουδαρχικός κόσμος.
Ο "Πόλεμος των Χωρικών", όπως έχει μείνει στην ιστορία, ξεσήκωσε εκατοντάδες χιλιάδες φτωχούς που, ενωμένοι σε αυτοσχέδιους στρατούς, σάρωσαν την ύπαιθρο, έκαψαν μοναστήρια, εκτέλεσαν πρίγκιπες και βαρόνους, κατέλαβαν κάστρα και πόλεις και έσπειραν τον πανικό, για πάνω από ένα χρόνο, στην άρχουσα τάξη. Η Ευρώπη θα έπρεπε να περιμένει τρεις ολόκληρους αιώνες για να γνωρίσει, με τη Γαλλική Επανάσταση του 1789, μια μεγαλύτερη "αναταραχή".
Οι αγρότες δεν κατάφεραν να νικήσουν στον Πόλεμο των Χωρικών. Οι στρατοί τους ήταν κακά οργανωμένοι, οι στρατιώτες τους άπειροι και ανεκπαίδευτοι, τα όπλα τους λίγα, απαρχαιωμένα και στοιχειώδη. Ακόμα χειρότερα, όπως γράφει ο Φρίντριχ Έγκελς, οι χωρικοί "επέδειξαν αξιοσημείωτη έλλειψη αποφασιστικότητας". Μέχρι και την τελευταία στιγμή πίστευαν ότι οι διαφορές τους με τους άρχοντες μπορούσαν να διευθετηθούν με κάποιον φιλικό τρόπο.
Η άρχουσα τάξη, οι πρίγκιπες και ο ανώτατος κλήρος, δεν είχαν τέτοιες αυταπάτες. Η αντίδρασή τους ήταν βίαιη και βάρβαρη. Ο αριθμός των νεκρών είναι δύσκολο να εκτιμηθεί: κάποιοι υπολογίζουν ότι έφτασαν τις 100 χιλιάδες, άλλοι δίνουν ακόμα μεγαλύτερα νούμερα. Στο Φράνκενχαουζεν τα μισθοφορικά στρατεύματα του Κόμη της Έσσης και του Δούκα της Σαξονίας αιφνιδίασαν στις 15 Μάη του 1525 τον στρατό των επαναστατών που είχε οχυρωθεί στην είσοδο της πόλης. Οι χωρικοί διαλύθηκαν και έτρεξαν πανικόβλητοι να κρυφτούν στα σοκάκια της πόλης.
Αυτό που ακολούθησε ήταν μια ανελέητη σφαγή: "Χιλιάδες χωρικοί", γράφει ο Τζ. Ρ. Έλτον, ένας συντηρητικός ιστορικός, "σκοτώθηκαν, κυρίως την επομένη των μαχών που δεν ήταν παρά άτακτη φυγή, όπου οι ένοπλοι άνδρες των ηγεμόνων διασκέδαζαν να καταδιώκουν... τους φυγάδες". Ανάμεσα στα θύματα της σφαγής του Φράνκενχάουζεν ήταν και ο Τόμας Μίντσερ -ο σημαντικότερος πνευματικός ηγέτης της εξέγερσης. Ο Μίντσερ αιχμαλωτίστηκε και αφού βασανίστηκε φριχτά δικάστηκε με συνοπτικές διαδικασίες και εκτελέστηκε στις 27 Μάη.
Ο Μίντσερ ήταν ιερέας. Τα κείμενά του είναι γεμάτα από μυστικιστικές μισαλλοδοξίες, θεολογικές αναφορές και χιλιαστικά οράματα. Ο Μίντσερ επηρεάστηκε βαθιά από την "προτεσταντική επανάσταση" του Λούθηρου, που εκδηλώθηκε τον Οκτώβρη του 1517 με την διάσημη θυροκόλληση των 95 θέσεων στην είσοδο της Μητρόπολης της Βιτεμβέργης. Η ρήξη, όμως, ήρθε πολύ γρήγορα. Και η αιτία δεν ήταν ούτε οι "Γραφές", ούτε το "εσωτερικό φως", ούτε το Άγιο Πνεύμα: η πραγματική αιτία ήταν ο κοινωνικός συντηρητισμός του Λούθηρου.


 

Διαμάχη

 

Την εποχή του Μαρξ και του Έγκελς οι επίσημοι ιστορικοί αντιμετώπιζαν τον Πόλεμο των Χωρικών σαν μια καθαρά θεολογική διαμάχη. Αν οι άνθρωποι της εποχής κατάφερναν να επιλύσουν τα επουράνια, γράφει ο Έγκελς ειρωνευόμενος τους "πατριώτες ιστοριοδίφες" και τους "κρατικούς εγκεφάλους" της Γερμανίας του 19ου αιώνα, "τότε δεν θα υπήρχε... κανένας λόγος να τσακώνονται για τις υποθέσεις αυτού του κόσμου.
Αυτοί οι ιδεολόγοι είναι αρκετά εύπιστοι ώστε να παίρνουν τοις μετρητοίς όλες τις αυταπάτες που έχει μια εποχή για τον εαυτό της... Για τους ταξικούς αγώνες που διεξάγονται σε αυτούς τους συγκλονισμούς... οι ιδεολόγοι μας δεν έχουν ιδέα...". Μια ματιά στις σημερινές, ισλαμοφοβικές θεωρίες περί "Σύγκρουσης των Πολιτισμών" δείχνει ότι δεν έχουν αλλάξει και πολλά στους σύγχρονους "πατριώτες ιστοριοδίφες". Ούτε, φυσικά, στους "κρατικούς εγκεφάλους".
Η φεουδαρχική κοινωνία του 16ου αιώνα ήταν χωρισμένη σε μια ολόκληρη σειρά από "κλειστές τάξεις". Στην κορυφή αυτής της πυραμίδας βρίσκονταν ο αυτοκράτορας και οι πρίγκιπες. Δίπλα τους στέκονταν οι αρχιεπίσκοποι, οι επίσκοποι και οι ηγούμενοι, οι αξιωματούχοι της εκκλησίας. Στον πάτο ήταν "η μεγάλη μάζα του έθνους", οι αγρότες. "Πάνω στους αγρότες έπεφτε το βάρος όλων των άλλων στρωμάτων της κοινωνίας... Παντού τον μεταχειρίζονταν σαν πράγμα, σαν μεταφορικό ζώο και ακόμα χειρότερα. Αν ήταν δουλοπάρικος, βρισκόταν πέρα για πέρα στο έλεος του αφέντη του. Αν ήταν υποτελής, έφταναν οι νόμιμες, συμβατικές υποχρεώσεις για να τον τσακίσουν...".
Η εξαθλίωση, η αυθαιρεσία της εξουσίας και η κακομεταχείρηση είχαν οδηγήσει τους αγρότες πολλές φορές σε εξεγέρσεις μέσα στα προηγούμενα χρόνια -με εντυπωσιακές επιτυχίες μερικές φορές. Το 1381 ο επαναστατημένος στρατός του Γουάτ Τέιλορ κατέλαβε για λίγο το Λονδίνο, απαιτώντας το τέλος της δουλοπαρικίας. Αλλά καμιά από αυτές τις εξεγέρσεις δεν είχε πάρει τον καθολικό χαρακτήρα που πήρε ο Πόλεμος των Χωρικών.
Αυτό που έκανε την εξέγερση του 16ου αιώνα μεγάλη ήταν οι αλλαγές στην ίδια την βάση της κοινωνίας, στην δομή της παραγωγής: από τις αρχές του 15ου αιώνα κιόλας η παραγωγή για την ανταλλαγή άρχισε, σταδιακά, να αντικαθιστά την παραγωγή για άμεση κατανάλωση, το μοντέλο που χαρακτήριζε την πρώϊμη φεουδαρχική περίοδο.
Αυτό που επέτρεψε αυτή την εξάπλωση της αγοράς ήταν οι νέες τεχνικές -ανάμεσά τους και η ανακάλυψη της πυξίδας, που επέτρεψε στον Κολόμβο να πάει και να επιστρέψει από την Αμερική. Οι "παραγωγικές δυνάμεις", για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία του Μαρξ, είχαν κάνει ένα άλμα προς τα μπρος, που πίεζε τώρα για μια νέα, διαφορετική οργάνωση και της παραγωγής και ολόκληρης της κοινωνίας. Οι εξεγέρσεις των αγροτών των περασμένων αιώνων ήταν εξεγέρσεις απελπισίας. Ο πόλεμος των χωρικών ήταν μια πρώιμη επανάσταση ελπίδας.
Οι άρχουσες τάξεις τρομοκρατήθηκαν από την επανάσταση. Και την έσφαξαν. Οι πρίγκιπες κατάφεραν να σταματήσουν το ρολόι της ιστορίας για τρεις ολόκληρους αιώνες. Αλλά όχι για πάντα.

επίσης:


πηγή άρθρου:



Το καλλιτεχνικό εργαστήρι LaCulturelá διοργανώνει και φέτος εργαστήρια Δημιουργικής Γραφής και Σεναρίου





Το καλλιτεχνικό εργαστήρι LaCulturelá διοργανώνει και φέτος εργαστήρια Δημιουργικής Γραφής και Σεναρίου.
 
Στο εργαστήρι δημιουργικής γραφής οι συμμετέχοντες καλούνται μέσα από τη μελέτη λογοτεχνικών κειμένων και την εφαρμογή συγκεκριμένων πρωτότυπων ασκήσεων να παραγάγουν τα δικά τους έργα. Θέματα τα οποία θα μελετηθούν στο εργαστήριο:

• Θέμα, Βασική Ιδέα και Πυρήνας (premise).
• Ο Μυθιστορηματικός Χαρακτήρας ως κεντρικό σημείο αφετηρίας της ιστορίας.
• Σκηνικό: χώρος και χρόνος.
• Πλοκή: Επιλέγοντας τα σωστά μονοπάτια.
• Οπτική Γωνία: Ο αφηγητής που αξίζει την προσοχή μας.
• Λογοτεχνικό Ύφος: Επιλέγοντας λέξεις και σύνταξη – δίνοντας το ρυθμό.
Ενδεικτικά αναφέρουμε κάποια κείμενα που θα μελετηθούν στο εργαστήριο:
• Κωνσταντίνος Θεοτόκης - Το πίστομα
• Δημοσθένης Βουτυράς - Παραρλάμα
• Αντόνιο Ταμπούκι – Μικρές Παρεξηγήσεις Άνευ Σημασίας
• Ρέημοντ Κάρβερ – Ο Καθεδρικός Ναός
• Μ. Καραγάτσης – Γιούγκερμαν
• Χουάν Ρούλφο – Ο κάμπος στις φλόγες
• Θ. Βαλτινός – Στοιχεία από τη δεκαετία του '60
• Ντον Ντελλίλο – Άνθρωπος σε πτώση
• Σώτη Τριανταφύλλου - Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης
• Φίλιπ Ροθ – Το ζώο που ξεψυχά

Επιλογή από τα καλύτερα κείμενα θα εκδοθεί σε συλλογή διηγημάτων σε συνεργασία με εκδοτικό οίκο.

Σενάριο.
 
Στο εργαστήρι σεναρίου οι συμμετέχοντες μαθαίνουν τη δομή ενός κινηματογραφικού σεναρίου, παρακολουθούν ταινίες και ασκούνται στη γραφή πρωτότυπων σκηνών. Έπειτα επιχειρούν τη σύνθεση ενός σεναρίου ταινίας μικρού μήκους, με απώτερο στόχο την κινηματογράφηση του.
Θέματα τα οποία θα αναλυθούν στο εργαστήρι σεναρίου:

- Η δομή των τριών πράξεων.
- Η έννοια της κινηματογραφικής σκηνής.
- Ο κινηματογραφικός χαρακτήρας και η εξέλιξη του.
- Τι είναι οι σεκάνς και πώς να τις ενώσεις.
- Η έννοια του beat.
- Χτίζοντας την πλοκή: Δίνοντας και εκπληρώνοντας υποσχέσεις.
- Κινηματογραφικός διάλογος
- Η δομή των οχτώ σεκάνς.

Κάποιες από τις ταινίες που αναλύονται στο εργαστήριο:

• Οργισμένο Είδωλο του Μάρτιν Σκορσέζε.
• Φάργκο των Αδελφών Κοέν
• Όλα είναι δρόμος του Παντελή Βούλγαρη
• Blade Runner του Ρίντλει Σκότ
• Soul Kitchen του Φατίχ Ακίν
• Ο Βασιλιάς του Νίκου Γραμματικού
• Η μεγάλη ανατριχίλα του Λώρενς Κάσταν
• China town του Ρομάν Πολάνσκι
• Ο Ταξιτζής του Μάρτιν Σκορσέζε
• Pulp Fiction του Κουέντιν Ταραντίνο
• Rumble fish του Φράνσις Φορντ Κόπολα 

Το εργαστήριο δημιουργικής γραφής πραγματοποιείται κάθε Τετάρτη 16.00-19.00, το εργαστήριο Σεναρίου, κάθε Τετάρτη 19.00-22.00.
Έναρξη εργαστηρίων Τετάρτη 09 Οκτωβρίου 2013.
Πληροφορίες: 6932906157
Εγγραφές: Δευτέρα & Τετάρτη 18.30-20.30, LaCulturelá, Ταξιάρχου Μαρκοπούλου 29, Ηράκλειο.

Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013

Ο αντιφασισμός στην Τέχνη: Το Κύμα (Die Welle/The Wave)




γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης

  Είναι πια εμφανές σε όλους ότι χρειαζόμαστε κάτι πολύ περισσότερο από θυμό και οργή για να αντιμετωπίσουμε τα φαινόμενα του ρατσισμού και της ανόδου των ναζιστικών συμμοριών στην Ελλάδα και αλλού. Κι αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς να γνωρίζουμε την φύση του ναζισμού, του ρατσισμού και της ξενοφοβίας αλλά και βέβαια εαν δεν χτίσουμε ένα ενιαίο μέτωπο από τα κάτω, από την βάση δηλαδή της κοινωνίας, για να δώσει ένα οριστικό τέλος σε αυτό τον εφιάλτη. Αυτά όμως είναι θέματα που δεν θέλω να αναλύσω εδώ, σε αυτή την καινούργια στήλη για το ιστολόγιο μας όπου θα προσεγγίσουμε διάφορα έργα που έχουν ένα ξεκάθαρο αντιφασιστικό προσανατολισμό και μήνυμα. Θα είναι μια προσπάθεια όπου θα δημοσιεύονται διάφορες προτάσεις ή και αντιπροτάσεις αν θελετε, με διάφορα αντιφασιστικά έργα και μέσα από διάφορες μορφές τέχνης. Σε αυτή την προσπάθεια θα ήθελα την άποψη σας και τις παρατηρήσεις σας. Δεν είμαι φιλόλογος, δεν είμαι κριτικός τέχνης και νομίζω πως η συμμετοχή σας θα είναι καθοριστική. Ξεκινάμε λοιπόν, με "Το Κύμα"*, ένα βιβλίο και ταινία που ασχολείται με το δύσκολο και ιδιαίτερο θέμα του ναζισμού στην σύγχρονη κοινωνία, που εξετάζει εαν μπορεί να εφαρμοστεί και στην εποχή μας και που ασχολείται επίσης με τον τρόπο που προσεγγίζει νεαρούς μαθητές που γυρεύουν απαντήσεις στα διάφορα κοινωνικά και ατομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν. Το σχολείο, όπως αποδεικνύεται μέσα από την καθημερινή ειδησεογραφία, μπορεί να αποτελέσει προνομιακό πεδίο για τους φασίστες ώστε με τον καλύτερο γι' αυτούς τρόπο να στρατολογήσουν μέλη στις συμμορίες τους από μαθητές και ιδιαίτερα από εκείνα τα παιδιά που νιώθουν αποκλεισμένα και διαφορετικά. "Το Κύμα" προσπαθεί να συνεισφέρει σε αυτό τον διάλογο, όμως δεν το καταφέρνει. Αν και έχει όλες τις προδιαγραφές για ένα σύγχρονο έργο καταγγελίας στο τέλος το μόνο που καταφέρνει είναι να αναπαράγει ξεπερασμένες ιδέες, συσκοτίζοντας την πραγματικότητα και χωρίς στο τέλος, να δίνει απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτει.
   Τι είναι όμως "Το Κύμα"; Σύμφωνα με την πολύ καλή παρουσίαση στο διαδικτυακό φανζίν Chimeres "Το Κύμα", ως βιβλίο και ταινία - με αρκετές διαφοροποιήσεις που δεν θα αναλύσουμε εδώ και που έχουν να κάνουν κυρίως με δραματουργικούς λόγους - "πραγματεύεται τη διεξαγωγή ενός πειράματος σε κάποιο σχολείο της Γερμανίας (ΗΠΑ)**. Ένα πείραμα, το οποίο ξεκινά με τις καλύτερες των προθέσεων, αλλά εξελίσσεται σε κάτι ανεξέλεγκτο κι εν τέλει, βίαιο. Ο Ράινερ Βένγκερ (Μάρτιν Ρος), καθηγητής Λυκείου με αναρχικό παρελθόν και πρωτοποριακές ιδέες για την εκπαίδευση, αναλαμβάνει, στο πλαίσιο του μαθήματος της πολιτικής θεωρίας, να διδάξει στους φοιτητές του για την τυραννία. Ο ίδιος, βέβαια, θα προτιμούσε να αναλάβει να μιλήσει για την αναρχία, αλλά σε αυτό τον έχει προλάβει ένας αυστηρός καθηγητής της παλιάς σχολής. Προκειμένου, λοιπόν, να κάνει το μάθημα πιο ενδιαφέρον και με αφορμή το σχόλιο ενός μαθητή του πως «δεν μπορεί σήμερα να ξαναϋπάρξει φασισμός» σοφίζεται ένα παιχνίδι ρόλων. Ο ίδιος αναλαμβάνει τον ρόλο του ηγέτη και οι μαθητές του το ρόλο των ακολούθων του. Οι τελευταίοι φαίνεται να ανταποκρίνονται με πρωτοφανή ενθουσιασμό, στις ανάγκες των «ρόλων» τους. Πειθαρχούν με χαρά σε μια σειρά κανόνων συμπεριφοράς, ονοματίζουν την μικρή κοινωνία τους, ως "Το Κύμα", φορούν ένα είδος ενιαίας στολής, επινοούν έναν κοινό χαιρετισμό, φιλοτεχνούν ένα διακριτικό σήμα και μαθαίνουν τελικά να αντιλαμβάνονται ο ένας τον άλλο ως μέλη μιας εκλεκτής ομάδας, εντός της οποίας όλοι είναι ίσοι με όλους." Έτσι, με αφορμή αυτό το πείραμα ξεδιπλώνεται ένα απίστευτο κουβάρι ρατσιστικής βίας όπου οι μαθητές στρατεύονται κάτω από την δύναμη του Αρχηγού - ο οποίος δεν είναι άλλος από τον δάσκαλο τους, που μας θυμίζει πολύ το αρνητικό παράδειγμα της ναζιστικής Γερμανίας. Όσοι μαθητές δεν ακολουθούν "Το Κύμα" που υποτίθεται προάγει την συνεργασία και την αγάπη στην κοινότητα ενώ στην πραγματικότητα στρατικοποιεί τις ανθρώπινες σχέσεις, αντιμετωπίζονται ως εχθροί και απομονώνονται. Το φαινόμενο αποκτά τρομακτικές διαστάσεις στο σχολείο και στο τέλος χάνει τον σκοπό του που δεν ήταν άλλος από το να εξηγήσει γιατί μπορεί ακόμα και σήμερα να επαναληφθεί η τραγική ιστορία του Β' Π.Π. 





   Αλλά δεν θα πρότεινα σε κανέναν και για κανένα λόγο, να διαβάσει ή να παρακολουθήσει Το Κύμα εαν δεν το έχει κάνει ήδη. Κι αυτό γιατί το βιβλίο του Todd Strasser (1981) και η ομώνυμη ταινία του Dennis Gansel (2008) δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια πολύ καλή ιστορία φαντασίας και αγωνίας, βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα (τον Απρίλιο του 1967 σε ένα γυμνάσιο του Πάλο Άλτο της Καλιφόρνια από το δάσκαλο Ρον Τζόουνς πραγματοποιήθηκε ένα πείραμα πάνω στη φύση του φασισμού και των αιτίων της υποστήριξής του από απλούς ανθρώπους, που προσπαθούσε να δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα του τύπου "εαν θα ήταν πιθανός ο φασισμός σήμερα" ή "αν θα μπορούσε να ξανασυμβεί, εδώ και τώρα, σ' ένα συνηθισμένο σχολείο στη Γερμανία σήμερα" στην ουσία συσκοτίζοντας την πραγματικότητα αντί να την ξεκαθαρίζει. Αν και ξεκίνησε σαν απλή άσκηση πειθαρχίας, το πείραμα προς το τέλος του ξέφυγε από τον έλεγχο, και τέλειωσε με πρωτοβουλία του δασκάλου με έναν όχι και τόσο διδακτικό, αλλά σίγουρα οδυνηρό τρόπο.) 
   Kι αυτό γιατί ο Φασισμός κι ο Ναζισμός μπορεί να λατρεύουν την ωμή δύναμη και την πειθαρχία στρατιωτικού τύπου αλλά δεν μπορούν να επιβληθούν πάνω στην κοινωνία χωρίς κάποιους, όσο το δυνατόν, πιο συγκεκριμένους λόγους που βρίσκονται σε άμεση αλληλεπίδραση μεταξύ τους και έχουν άμεση σχέση με την κρίση του καπιταλισμού, την ενίσχυση των φασιστικών ιδεών από το Κράτος και το Κεφάλαιο αλλά κι από τον τρόπο που δρα η Αριστερά και φυσικά, η εργατική τάξη μέσα από την οργανωμένη παρέμβαση τους. Δηλαδή, χωρίς ταξική και υλιστική ανάγνωση της ιστορίας καμία ψυχολογική ερμηνεία δεν μπορεί να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματα γύρω από τη φύση του ναζισμού. Αντίθετα, όπως αποδεικνύεται και στο βιβλίο/ταινία, το μόνο που δημιουργείται είναι ένα τεράστιο υπαρξιακό κενό στους μαθητές που συμμετέχουν στο εν λόγω Πείραμα. Όχι, η μεταφυσική αντιμετώπιση της Ιστορίας και η ενίσχυση των συλλογικών/ατομικών μας φόβων μόνο προβλήματα δημιουργεί. Μέσα σε όλα Το Κύμα είναι κι ένα ανιστόρητο έργο. Αφορμή γι' αυτό, το σχόλιο στην αρχή του βιβλίου, με τη μορφή απάντησης του δασκάλου προς μαθητή του, ότι ο γερμανικός λαός δεν αντέδρασε στους Ναζί επειδή φοβόταν κι ότι "ο υπόλοιπος πληθυσμός ήταν ανοργάνωτος, άοπλος και φοβισμένος. Όλοι τους είχαν ζήσει την περίοδο του πληθωρισμού, που κυριολεκτικά κατέστρεψε τη χώρα τους. Ίσως κάποιοι ελπίζανε πως οι Ναζί θα κατάφερναν να αποκαταστήσουν την τάξη των πραγμάτων." Κι όμως η γερμανική εργατική τάξη έδωσε σκληρές μάχες στα εργοστάσια, στους δρόμους, στις γειτονιές και τις μπυραρίες για να μην επικρατήσουν οι Ναζί και για να γλιτώσουν από το Σιδερένιο Τακούνι της φασιστικής βίας τις διάφορες δομές που είχε δημιουργήσει η επαναστατική δράση του γερμανικού λαού όλα τα προηγούμενα χρόνια. Ακόμα και μέσα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν έλειπε η Αντίσταση. Θα μου πείτε βέβαια ότι ζητάω ιστορική ακρίβεια από κάποια έργα μυθοπλασίας ενώ και τα δύο βασίζονται σ' ένα πραγματικό γεγονός. Κατ' αρχάς, αμφισβητώ ότι συνέβη καν ένα τέτοιο Πείραμα και αμφιβάλλω και για την επιτυχία του. Οι έφηβοι, όσο κι αν έχουν άγνοια περί ναζισμού, δεν είναι άβουλα όντα - κάτι σαν Φράνκενστάιν - ώστε να καταπίνουν χωρίς κριτική σκέψη και σε διάστημα λίγων μόλις ημερών ολόκληρη τη ναζιστική προπαγάνδα περί βίας. Δέχομαι να γίνουν πιο βίαιοι ή πιο υπάκουοι, όπως ας πούμε γίνεται στον Στρατό, όχι όμως και να χάσουν την κριτική τους σκέψη όταν έχουν ήδη εκφράσει τον αποτροπιασμό τους για το Ολοκαύτωμα. (Στο βιβλίο ο δάσκαλος βάζει να παίξει ένα ντοκυμαντέρ από τα ναζιστικά κρεματόρια κι οι μαθητές αντιδρούν. Έτσι ξεκινάει η συζήτηση περί ναζισμού). Δεύτερο, ότι κι αν όντως συνέβη ένα τέτοιο Πείραμα, εγώ προσωπικά δεν εγκρίνω την εκπαιδευτική μέθοδο του κ. Ρον Τζόουνς (ο δάσκαλος που είχε την φαεινή ιδέα να παίξει με τον ψυχισμό των νεαρών μαθητών του) γιατί την θεωρώ όχι μόνο αντιπαιδαγωγική αλλά και κοινωνικά επικίνδυνη. Και τέλος, γιατί ακόμα και στην μυθοπλασία πρέπει να τηρούνται διάφορα βασικά πράγματα. Γι' αυτό εαν θέλει να δει κανείς καμιά σοβαρή αντιφασιστική ταινία τότε μπορεί να τολμήσει με Το Μεφίστο (1981) του Istvan Sazbo όπου πρωταγωνιστεί ο μέγιστος Κλάους Μαρία Μπραντάουερ ( ή με το συγκλονιστικό Bent του Sean Mathias και βασισμένο στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Martin Sherman, όπου απεικονίζεται με συγκλονιστικό τρόπο το πογκρόμ κατά των Ομοφυλόφιλων απ' τους Ναζί. 

*αν και υπάρχουν διακριτές διαφορές ανάμεσα στο βιβλίο και στην ταινία δεν θα επιχειρήσω να τις εξετάσω  μια προς μια γιατί στόχος μου είναι μια συνολική κριτική παρουσίαση του Κύματος

** στις παρενθέσεις τα ονόματα και τα τοπωνύμια όπως παρουσιάζονται στο βιβλίο

Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2013

Το Ποίημα της Εβδομάδας: Άναμπελ Λη (Annabel Lee) Έντγκαρ Άλαν Πόε (19/1/1809 - 7/10/1849)




 Έντγκαρ Άλαν Πόε, Άναμπελ Λη


Χρόνια πολλά περάσαν από τότε,
       σ' ένα βασίλειο δίπλα στο γιαλό,
που κάποια κόρη ζούσε, τ' όνομά της
       'Αναμπελ Λη, θα το 'χετ' ακουστό.
Κι η κόρη αυτή μονάχην είχε σκέψη
       να μ' αγαπά και να την αγαπώ.
 
Ήμαστ' ακόμα δυο μικρά παιδάκια,
       σ' ένα βασίλειο δίπλα στο γιαλό:
Μα ήταν τρανή η αγάπη που αγαπιόμαστε-
       η 'Αναμπελ Λη κι εγώ. Στον ουρανό
τα φτερωμένα Σεραφείμ, που μας ζηλεύανε,
       μας κοίταζαν με μάτι φθονερό.
 
Κι ήταν γι' αυτό -περάσανε πια χρόνια-
       που στο βασίλειο δίπλα στο γιαλό,
κατέβηκε απ' τα νέφη στην ωραία μου
       'Αναμπελ Λη, ψυχρό, θανατερό
τ' αγέρι κι οι μεγάλοι συγγενήδες της
       τη πήραν και μ' αφήσαν μοναχό,
σ' ένα μνημούρι μέσα να τη κλείσουνε
       στη χώρα τούτη δίπλα στο γιαλό.
 
Οι άγγελοι που δεν είχαν τη δική μας
       την ευτυχία, ζηλέψαν και γι' αυτό-
Ναι! Και γι' αυτό (καθώς το ξέρουν όλοι
       μες στο βασίλειο δίπλα στο γιαλό),
Τ' αγέρι από τα νέφη κάποια νύχτα
       κατέβηκε ψυχρό, θανατερό
και μ' άρπαξε τον ώριο θησαυρό.
 
Κι από των πιο σοφών και πιο μεγάλων
       η αγάπη μας τρανότερη πολύ-
κι ούτ' οι αγγέλοι πάνω στα ουράνια
       κι ουτ' οι δαιμόνοι κάτω απ' το βαθύ
Ωκεανό μπορούνε τη ψυχή μου
       να τη χωρίσουν διόλου απ' τη ψυχή
της ωραίας μου 'Αναμπελ Λη.
 
Γιατί ποτέ δε βγαίνει το φεγγάρι
       χωρίς ονείρατα γλυκά να μου κρατεί
της ωραίας μου 'Αναμπελ Λη.
       Και πάντα, όταν προβάλλουνε τ' αστέρια,
νιώθω και πάλι τη ματιά τη λαμπερή
       της ωραίας μου 'Αναμπελ Λη.
Κι όλη τη νύχτα δίπλα μου τη νιώθω,
       συντρόφισσα μου, αγάπη μου ακριβή
μέσα στον τάφο δίπλα στην ακτή
       που του πελάου το κύμα αντιλαλεί.



Μετάφραση: Κ. Παπαδάκης
 
 
πρωτότυπο
 
 
 
Edgar Allan Poe, Annabel Lee


It was many and many a year ago,
In a kingdom by the sea,
That a maiden there lived, whom you may know
By the name of Annabel Lee.
And this maiden lived with no other thought
Than to love and be loved by me.
  
I was a child and she was a child,
In this kingdom by the sea;
But we loved with a love that was more than love,
I and my Annabel Lee;
With a love that the winged seraphs above
Coveted her and me.
  
And this was the reason, that long ago.
In the kingdom by the sea,
A wind blew out of a cloud, chilling
My beautiful Annabel Lee;
So that her high-born kinsmen came
And bore her away from me.
To shut her up in a sepulchre,
In this kingdom by the sea.
  
The angels, not half so happy in heaven,
Went envying her and me --
Yes! that was the reason, as all men know
In this kingdom by the sea,
That the wind came out of the cloud by night,
Chilling and killing my Annabel Lee.
  
But our love it was stronger by far than the love
Of those who were older than we --
Of many far wiser than we;
And neither the angels in heaven above,
Nor the demons under the sea,
Can ever dissever my soul from the soul
Of the beautiful Annabel Lee.
 
For the moon never beams without bringing me dreams
Of the beautiful Annabel Lee;
And the stars never rise, but I feel the bright eyes
Of the beautiful Annabel Lee.
And so all the night-tide I lie down by the side
Of my darling, my darling -- my life and my bride,
In the sepulchre there by the sea;
In her tomb by the sounding sea.
 

 

ένα καλό ποστ για το ποίημα εδώ (από το πειραματικό σχοχείο του ΑΠΘ)



Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε (19 Ιανουαρίου 1809 - 7 Οκτωβρίου 1849) ήταν Αμερικανός συγγραφέας, ποιητής και κριτικός.
Υπήρξε ένας από τους κύριους εκπροσώπους του αμερικανικού ρομαντισμού. To λογοτεχνικό του έργο είχε σημαντική επίδραση στην παγκόσμια λογοτεχνία, αποτελώντας θεμέλιο λίθο για την εξέλιξη σύγχρονων λογοτεχνικών ειδών, όπως η αστυνομική λογοτεχνία ή οι ιστορίες τρόμου και φαντασίας.

Ο Πόε γεννήθηκε το 1809 στη Βοστώνη και οι γονείς του ήταν ηθοποιοί. Ο πατέρας του, Ντέηβιντ Πόε, εγκατέλειψε την οικογένεια του τον Ιούλιο του 1811 ενώ πέθανε πέντε μήνες αργότερα, στις 11 Δεκεμβρίου. Η μητέρα του, Ελίζαμπεθ Άρνολντ Χόπκινς, υπέφερε από φυματίωση και πέθανε στις 8 Δεκεμβρίου του 1811, ενώ ο Πόε ήταν μόλις δύο ετών.
Μετά το θάνατο της μητέρας του, έζησε στο σπίτι του επιτυχημένου εμπόρου καπνού Τζον Άλλαν και μεγάλωσε στην πόλη Ρίτσμοντ της Βιρτζίνια.

Το 1815, η οικογένεια Άλλαν μετακόμισε στη Σκωτία και την Αγγλία, όπου έζησαν συνολικά για πέντε χρόνια.
Στο διάστημα αυτό, ο Πόε φοίτησε σε δύο αγγλικά σχολεία κοντά στην πόλη του Λονδίνου. Μετά την επιστροφή του στο Ρίτσμοντ, εγγράφτηκε στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια, το 1826, όπου παρέμεινε μόνο για ένα χρόνο. Ήρθε σε σύγκρουση με τον πατριό του, εξαιτίας οικονομικών χρεών που ανέπτυξε μέσω της χαρτοπαιξίας, κατά την περίοδο φοίτησης του. Τελικά ο Πόε εγκατέλειψε το σπίτι των Άλλαν και κατατάχθηκε το 1827 στον αμερικανικό στρατό, πιθανότατα για λόγους οικονομικής επιβίωσης. Στην αίτηση κατάταξής του δήλωσε το όνομα Έντγκαρ Α. Πέρι, αναφέροντας επίσης ως ηλικία τα 22 χρόνια ενώ ήταν δεκαοχτώ ετών. Τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε το πρώτο του βιβλίο, μία ποιητική συλλογή με τίτλο Ταμερλάνος και άλλα Ποιήματα.

Το 1829, εκδόθηκε το δεύτερο ποιητικό βιβλίο του Al Aaraaf, ενώ παράλληλα έκανε αίτηση εγγραφής στην στρατιωτική ακαδημία του Ουέστ Πόιντ (West Point), με την υποστήριξη του πατριού του. Εκεί θεωρείται πως ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με το έργο άλλων ρομαντικών ποιητών, ενώ σύντομα ανέπτυξε εκ νέου οικονομικά χρέη. Υπήρξε σκόπιμα αμελής ως προς τα καθήκοντά του γεγονός που οδήγησε τελικά στην απόλυσή του. Αμέσως μετά, ο Πόε μετακόμισε στη Βαλτιμόρη όπου έζησε με την θεία του Μαρία Κλεμ και την πρώτη του ξαδέλφη Βιρτζίνια Ελίζα Κλεμ. Προκειμένου να συντηρείται οικονομικά, ξεκίνησε να γράφει πεζά κείμενα υποβάλλοντας συμμετοχή σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς.
Το 1833, βραβεύτηκε για το διήγημά του Μήνυμα στο μπουκάλι, γεγονός που του εξασφάλισε μία πρώτη αναγνώριση σε ένα περιορισμένο τοπικό λογοτεχνικό κύκλο.

Το Δεκέμβριο του 1835, άρχισε να εργάζεται ως συντάκτης στην εφημερίδα Southern Literary Messenger (Λογοτεχνικός Αγγελιοφόρος του Νότου), στο Ρίτσμοντ. Την ίδια περίοδο παντρεύτηκε τη δεκατριάχρονη ξαδέρφη του, η οποία στο πιστοποιητικό του γάμου τους, αναφερόταν ψευδώς πως ήταν είκοσι ενός ετών.

Το 1838 εκδόθηκε η Αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πυμ (The Narrative of Arthur Gordon Pym) ενώ το καλοκαίρι του επόμενου χρόνου, ο Πόε μετακόμισε στη Φιλαδέλφεια, όπου ξεκίνησε να εργάζεται ως βοηθός συντάκτη στο περιοδικό Burton's Gentleman's Magazine. Δημοσίευσε αρκετά άρθρα, διηγήματα και κριτικές απολαμβάνοντας ολοένα και μεγαλύτερη φήμη.
Το ίδιο διάστημα, εκδόθηκε η δίτομη συλλογή έργων του Tales of the Grotesque and Arabesque (Ιστορίες του Γκροτέσκου και του Αραβουργήματος), η οποία αν και δεν αποτέλεσε σημαντική εμπορική επιτυχία, επαινέθηκε από την κριτική και θεωρείται σήμερα ορόσημο στην ιστορία της αμερικανικής λογοτεχνίας. Ο Πόε εγκατέλειψε τη θέση του μετά από περίπου ένα χρόνο και ανέλαβε χρέη βοηθού συντάκτη στο περιοδικό Graham's Magazine.

Στις 20 Ιανουαρίου του 1842, η σύζυγός του έδειξε για πρώτη φορά δείγματα πως έπασχε από φυματίωση και υπό το βάρος της ασθένειάς της, ο Πόε κατέφυγε στο ποτό. Εγκατέλειψε εκ νέου την θέση του στο Graham's Magazine και επέστρεψε στη Νέα Υόρκη όπου εργάστηκε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα στην εφημερίδα Evening Mirror και ως συντάκτης στην έκδοση του Broadway Journal.
Στις 29 Ιανουαρίου του 1845 εκδόθηκε το ποίημα του Το Κοράκι, ένα από τα πιο γνωστά έργα του και το οποίο του πρόσφερε μεγάλη αναγνώριση, γεγονός που τον βοήθησε επίσης να αυξήσει το ισχνό του εισόδημα δίνοντας διαλέξεις. Ανατυπώθηκε σε αρκετές εφημερίδες και περιοδικά, ωστόσο ο ίδιος ο Πόε δεν αποκόμισε οικονομικά οφέλη από το ίδιο το έργο εξαιτίας της έλλειψης νόμων περί πνευματικών δικαιωμάτων.

Τον Ιανουάριο του 1847, η σύζυγός του Βιρτζίνια πέθανε και τον επόμενο χρόνο, ο Πόε αρραβωνιάστηκε την ποιήτρια Σάρα Έλεν Ουίτμαν. Ο προγραμματισμένος τους γάμος τελικά δεν πραγματοποιήθηκε, πιθανότατα εξαιτίας των προβλημάτων του Πόε με το ποτό. Σύμφωνα με μία άλλη εκδοχή, η μητέρα της Ουίτμαν είχε σημαντική συμβολή στη διάλυση της σχέσης τους. Με βάση την αλληλογραφία του Πόε, εκείνης της περιόδου, γνωρίζουμε ότι επιχείρησε να αυτοκτονήσει, από υπερβολική δόση λάβδανου. Αργότερα, ο Πόε επέστρεψε στο Ρίτσμοντ όπου αραβωνιάστηκε την Σάρα Ελμίρα Ρόυστερ και μαζί όρισαν ως ημερομηνία του γάμου τους την 17η Οκτωβρίου του 1849. Σύμφωνα με επιστολή του προς την Μαρία Κλεμ στις 18 Σεπτεμβρίου του 1849, ο Πόε θα πραγματοποιούσε ένα ταξίδι στη Φιλαδέλφεια, προκειμένου να συναντήσει την ποιήτρια Λέον Λάουντ, με αφορμή την επιμέλεια της έκδοσης ενός τόμου με έργα της.
Ανακαλύφθηκε σε παραληρηματική κατάσταση στους δρόμους της Βαλτιμόρης από έναν περαστικό, ο οποίος μετά από σχετική υπόδειξη του Πόε, έστειλε επιστολή στον Δρ. J. E. Snodgrass, ενημερώνοντας τον σχετικά. Ο Snodgrass έλαβε την επιστολή στις 3 Οκτωβρίου και την ίδια ημέρα φρόντισε, μαζί με τον θείο του Πόε, Χένρυ Χέρινγκ, για την μεταφορά του Πόε στο νοσοκομείο, όπου τελικά πέθανε στις 7 Οκτωβρίου. Καθώς δεν κατάφερε κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του να συνέλθει επαρκώς, ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει πώς είχε οδηγηθεί στην κατάσταση του. Όταν βρέθηκε, φορούσε ρούχα που πιστεύεται ότι δεν του ανήκαν ενώ επανειλημμένα πρόφερε το όνομα Ρέυνολντς κατά την διάρκεια της τέταρτης νύχτας που έμεινε στο νοσοκομείο. Σύμφωνα με επιστολή του ιατρού Δρ. John J. Moran που εξέτασε τον Πόε στο νοσοκομείο, προς την θεία του, οι τελευταίες του λέξεις ήταν "Lord help my poor soul" ("Κύριε βοήθησε την φτωχή ψυχή μου").

Η πραγματική αιτία θανάτου του Πόε παραμένει ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα και δεν υπάρχει μία οριστική θέση, καθώς ουδέποτε υπήρξε ή βρέθηκε ένα επίσημο πιστοποιητικό θανάτου. Ο Δρ. J. E. Snodgrass, ο οποίος γνώριζε προσωπικά τον Πόε και βρέθηκε μαζί του στις τελευταίες του ημέρες, βεβαίωνε πως ο θάνατός του ήταν απόρροια αλκοολισμού. Αντίθετα, ο Δρ. John Moran, θεωρούσε πως ο θάνατός του δεν σχετιζόταν με χρήση κάποιου είδους τοξικής ουσίας.
Τόσο τα γραπτά του Snodgrass όσο και του Moran, με θέμα τις τελευταίες ημέρες ζωής του Πόε, περιέχουν σημαντικές αντιφάσεις με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζονται εν γένει με δυσπιστία από τους μελετητές και βιογράφους του συγγραφέα. Πληθώρα άλλων θεωριών έχουν προταθεί επίσης, μεταξύ αυτών πιθανή σύφιλη, επιληψία, δηλητηρίαση, δολοφονία ή λύσσα, θεωρίες όμως που δεν επιβεβαιώνονται μέχρι σήμερα από επίσημα ιατρικά έγγραφα ή αναφορές.

Η ταφή του έγινε στις 8 ή 9 Οκτωβρίου και ο τάφος του βρίσκεται στη Βαλτιμόρη, όπου αποτελεί ένα ιδιαίτερο αξιοθέατο της περιοχής. Από το 1949, κάποιος ανώνυμος επισκέπτης επισκέπτεται τον τάφο του στις 19 Ιανουαρίου, αφήνοντας τρία κόκκινα τριαντάφυλλα και ένα μπουκάλι κονιάκ στη μνήμη του.

Την ημέρα της ταφής του Πόε, μία νεκρολογία δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα New York Tribune, υπογεγραμμένη με το ψευδώνυμο Ludwig, το οποίο όπως αποκαλύφθηκε αργότερα ανήκε στον εκδότη και επιμελητή ανθολογιών, Ρούφους Ουίλμοτ Γκρίζγουολντ. Η νεκρολογία ανέφερε στην εισαγωγή της: "O Έντγκαρ Άλλαν Πόε είναι νεκρός. Πέθανε στη Βαλτιμόρη προχθές. Η ανακοίνωση αυτή θα τρομάξει αρκετούς, αλλά λίγοι θα νιώσουν θλίψη για το γεγονός." και θεωρείται απόρροια της εχθρότητας που είχε καλλιεργηθεί μεταξύ του Πόε και του Γκρίσγουολντ.

160 χρόνια μετά το θάνατό του, στις 12 Οκτωβρίου του 2009 έγινε η κηδεία του ομοιώματος του ποιητή, με τιμές, στη Βαλτιμόρη.
 




 πηγή:

             

Ιστορία - 50 χρόνια από το “Όνειρο” του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ







Στις 28 Αυγούστου 1963 περίπου 300.000 διαδηλωτές συνέρρευσαν στο Μνημείο Λίνκολν στο κέντρο της Ουάσινγκτον, της πρωτεύουσας των ΗΠΑ. Ήταν ο τελικός σταθμός της «Πορείας για Ελευθερία και Δουλειές». Πάνω από 500 συνεργεία τηλεόρασης και ραδιοφώνου κάλυπταν το γεγονός. Οι ομιλητές ήταν πολλοί, εκπρόσωποι των οργανώσεων για τα πολιτικά δικαιώματα των Μαύρων, συνδικάτων, Εκκλησιών. Όμως, η ομιλία που έμεινε στην ιστορία ήταν του αιδεσιμότατου Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και ιδιαίτερα το κομμάτι της που κάθε παράγραφος ξεκινούσε με τη φράση «I have a dream –Έχω ένα όνειρο…»
Εκατό χρόνια πριν, είπε ο Κινγκ, η Αμερική έδωσε μια επιταγή στους Μαύρους. Αλλά όταν πήγαν να την εξαργυρώσουν, ανακάλυψαν ότι ήταν ακάλυπτη. Ήταν μια έμμεση αναφορά στη Διακήρυξη της Χειραφέτησης των Μαύρων από τον πρόεδρο Λίνκολν μετά τη νίκη των Βορείων στην μάχη του Γκέτισμπεργκ κατά τον Αμερικάνικο Εμφύλιο.
Αυτό ήταν αλήθεια. Όταν ο Κινγκ έλεγε ότι «Έχω ένα όνειρο ότι κάποια μέρα η Πολιτεία της Αλαμπάμα θα μεταμορφωθεί σε ένα μέρος όπου τα μικρά μαύρα αγόρια και μαύρα κορίτσια θα μπορούν να κρατάνε το χέρι των μικρών λευκών αγοριών και κοριτσιών και να περπατάνε μαζί σαν αδέλφια» δεν χρησιμοποιούσε κάποια υπερβολή ως σχήμα λόγου. Στην Αλαμπάμα και στον υπόλοιπο Νότο των ΗΠΑ, οι Μαύροι δεν είχαν δικαίωμα να κάθονται στα ίδια παγκάκια με τους λευκούς.
Το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα των Μαύρων δεν ξεκίνησε με την Πορεία στην Ουάσινγκτον. Οργανώσεις όπως η NAACP (Εθνική Επιτροπή για την Πρόοδο των Έγχρωμων) είχαν δεκαετίες ζωής. Όμως, κυρίως περιορίζονταν στις νομικές καμπάνιες και στην άσκηση πίεσης σε φιλελεύθερους πολιτικούς για να προωθήσουν νομοθεσία ενάντια στις ρατσιστικές διακρίσεις. Ακόμα και η ιδέα της Πορείας στην Ουάσινγκτον δεν ήταν καινούργια. Το 1941 ο Φίλιπ Α. Ράντολφ, ένας μαύρος συνδικαλιστής, είχε ξεκινήσει να οργανώνει μια τέτοια πορεία. Δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ μετά από πιέσεις της κυβέρνησης Ρούζβελτ που σαν αντάλλαγμα νομοθέτησε την κατάργηση των φυλετικών διακρίσεων στις Ομοσπονδιακές υπηρεσίες.
Όμως, τα χρόνια του πολέμου έφεραν μεγάλες αλλαγές. Εκατομμύρια Μαύροι μετανάστευσαν από το Νότο στα εργοστάσια του Βορρά. Εκεί κατά κανόνα απασχολούνταν στις πιο κακοπληρωμένες, ανθυγιεινές δουλειές και βρίσκονταν αντιμέτωποι με τον «ανεπίσημο» ρατσισμό. Όμως, οι Μαύροι είχαν αποκτήσει πλέον μια νέα αυτοπεποίθηση. Επίσης, τμήματα του πολιτικού κατεστημένου αναγνώριζαν ότι οι διακρίσεις στο Νότο ζημίωναν την εικόνα του αμερικάνικου καπιταλισμού και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Όμως, τίποτα δεν γίνεται αυτόματα. Για παράδειγμα, για δεκαετίες η πολιτική μηχανή των Δημοκρατικών στο Νότο έπαιζε αποφασιστικό ρόλο στην ανάδειξη υποψηφίων προέδρων. Κι αυτή η μηχανή ήταν δεμένη με τους ιδιοκτήτες των μεγάλων φυτειών όπου δούλευαν οι Μαύροι σε συνθήκες όχι πολύ διαφορετικές από αυτές της εποχής της σκλαβιάς.
Χωρίς την παρέμβαση του μαζικού κινήματος των Μαύρων τίποτα δεν θα άλλαζε. Κι αυτό το κίνημα άρχισε να αναπτύσσεται δυναμικά από τα μέσα της δεκαετίας του ’50. Την 1η Δεκέμβρη του 1955 στο Μοντγκόμερι της Αλαμπάμα μια μαύρη ράφτρα, η Ρόζα Παρκς, αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θέση της σε ένα λευκό, στις θέσεις του λεωφορείου που προορίζονταν για λευκούς. Σύμφωνα με τους νόμους της Πολιτείας απαγορευόταν στους Μαύρους να κάθονται στα καθίσματα των λευκών –και έπρεπε να σηκώνονται για να κάτσουν λευκοί όταν οι θέσεις ήταν γεμάτες.



Δεκαετία αγώνων

 

 

Η Ρόζα Παρκς δεν πήρε την απόφασή της εκείνη τη στιγμή, παρόλο που μετά δήλωσε ότι «απλά ήταν πολύ κουρασμένη για να σταθεί όρθια». Ήταν ακτιβίστρια του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα και συνδικαλίστρια. Η απάντηση στη σύλληψή της ήταν ένα καλά οργανωμένο μποϊκοτάζ των λεωφορείων της πόλης που κράτησε για ένα χρόνο. Το 80% των μαύρων της πόλης αρνιόταν να ανέβει στα λεωφορεία και επειδή έκαναν το μεγαλύτερο όγκο της επιβατικής κίνησης, τα έσοδα της εταιρείας μειώθηκαν κατακόρυφα. Ο αγώνας έληξε με νίκη. Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ ήταν από τους οργανωτές αυτής της κινητοποίησης.
Η επόμενη μορφή πάλης ήταν τα λεγόμενα sit-in, κάτι ανάμεσα σε καθιστική διαμαρτυρία και κατάληψη. Η καμπάνια ξεκίνησε το 1958, αλλά η πιο διάσημη στιγμή της ήρθε το 1960, στην πόλη Γκρίνσμπορο της Βόρειας Καρολίνας με στόχο την αλυσίδα πολυκαταστημάτων Woolworth. Εκεί οι καφετέριες ήταν «φυλετικά διαχωρισμένες» σε μαύρων και λευκών. Μια ομάδα μαύρων φοιτητών αγόρασε μερικά πράγματα και κράτησε τις αποδείξεις. Μετά κάθισε στη «λευκή» καφετέρια. Όταν αρνήθηκαν να τους εξυπηρετήσουν, έβγαλαν τις αποδείξεις και ρώτησαν γιατί τα χρήματά τους περνούσαν όταν ήταν να αγοράσουν ρούχα αλλά όχι όταν παράγγελναν καφέ. Φυσικά αρνήθηκαν να σηκωθούν και οι μπάτσοι τους έβγαλαν σηκωτούς.
Η συνέχεια ήταν τα Freedom Rides, τα «λεωφορεία της Ελευθερίας». Μαύροι και λευκοί αντιρατσιστές ναύλωναν λεωφορεία που ξεκινούσαν από το Βορρά με προορισμό πόλεις του Νότου. Σύμφωνα με μια απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στα «ΚΤΕΛ» που διέσχιζαν διαφορετικές Πολιτείες είχαν καταργηθεί οι θέσεις για λευκούς και μαύρους. Ήταν μια πολύ επικίνδυνη απόφαση για όσους την έπαιρναν. Επανειλημμένα λεωφορεία έγιναν στόχος εμπρησμών, αγωνιστές χτυπήθηκαν άγρια από τη Κου-Κλουξ-Κλαν και την αστυνομία, μερικοί δολοφονήθηκαν.
Το 1963 έγιναν συνολικά 900 διαδηλώσεις σε 100 πόλεις, και οι συλληφθέντες είχαν ξεπεράσει τις 20.000.
Η κυβέρνηση Κένεντι αρχικά είχε αντιταχθεί στην πραγματοποίηση της Πορείας στην Ουάσινγκτον. Όμως, όταν οι οργανωτές της επέμεναν στην πραγματοποίησή της, έκανε στροφή και την υιοθέτησε. Η συνέχεια ήταν το πέρασμα μιας σειράς νόμων που καταργούσαν τις φυλετικές διακρίσεις και εξασφάλιζαν το δικαίωμα ψήφου των Μαύρων στο Νότο –οι περισσότερες από αυτές τις Πολιτείες είχαν ένα ολόκληρο νομικό οπλοστάσιο για να εμποδίζουν την εγγραφή των μαύρων στους εκλογικούς καταλόγους.
Όμως, αυτό δεν ήταν το τέλος του κινήματος των Μαύρων. Το καλοκαίρι του 1965 στο «γκέτο» του Γουότς στο Λος Άντζελες ξέσπασε μια εξέγερση όταν η μαύρη νεολαία έμαθε ότι η αστυνομία είχε ξυλοκοπήσει άγρια έναν μαύρο οδηγό. Οι νεκροί έφτασαν τους 38, εκατοντάδες κτίρια παραδόθηκαν στις φλόγες. Την έκρηξη στο Γουοτς θα την ακολουθούσαν σχεδόν τριακόσιες παρόμοιες σε γκέτο και γειτονιές των μαύρων. Η ανεργία, οι άθλιες συνθήκες στέγασης, η συστηματική παρενόχληση από τη ρατσιστική αστυνομία ήταν το υπόβαθρό τους.



Με κάθε μέσο

 

 



Σε πολιτικό επίπεδο, μια νέα γενιά αγωνιστών έβρισκε ανεπαρκή την πολιτική του Κινγκ και των συνεργατών του, η οποία βασιζόταν στην συνεργασία με τις «φωτισμένες» πτέρυγες των λευκών πολιτικών, δικαστών και επιχειρηματιών. Οι ιδέες της «μαύρης απελευθέρωσης», επηρεασμένες από τα απελευθερωτικά κινήματα των αποικιακών λαών, άρχισαν να παίρνουν το πάνω χέρι. Ο Μάλκολμ Χ διακήρυττε ότι η λευτεριά για τους μαύρους θα έρθει «με όποιο μέσο είναι απαραίτητο» -ακόμα και με το όπλο στο χέρι.
Ο πόλεμος στο Βιετνάμ ήταν ο καταλύτης για την ριζοσπαστικοποίηση του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα των μαύρων. Αυτό που σπάνια αναφέρεται στα αφιερώματα για τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, είναι ότι και ο ίδιος ακολούθησε αυτή τη διαδρομή. Τον Απρίλη του 1967 τάχτηκε δημόσια ενάντια στον πόλεμο, αποκαλώντας την αμερικάνικη κυβέρνηση «το μεγαλύτερο εξαγωγέα βίας στον κόσμο». Στην ίδια ομιλία κατάγγειλε τους «καπιταλιστές της Δύσης» που εκμεταλλεύονταν τις χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής, αφήνοντας πίσω τους κοινωνικά ερείπια. Ο άλλος λόγος που πρόβαλε ήταν ότι ο πόλεμος στο Βιετνάμ και οι εξοπλισμοί, στερούσαν κονδύλια από την καταπολέμηση της φτώχειας.
Σε μια άλλη ομιλία του στα τέλη της ίδιας χρονιάς, ο Κινγκ είπε: «Γιατί υπάρχουν σαράντα εκατομμύρια φτωχοί στις ΗΠΑ; Όταν αρχίσεις να σκέφτεσαι αυτό το ερώτημα, τότε βάζεις ένα ζήτημα για το οικονομικό σύστημα, για μια ευρεία ανακατανομή του πλούτου. Όταν θέτεις αυτό το ερώτημα αρχίζεις να αμφισβητείς την καπιταλιστική οικονομία… Αρχίζεις να αναρωτιέσαι: σε ποιον ανήκει το πετρέλαιο; Σε ποιον ανήκει το σιδηρομετάλλευμα; Αναρωτιέσαι γιατί οι άνθρωποι πρέπει να πληρώνουν για το νερό σε έναν κόσμο που αποτελείται κατά τα 2/3 από νερό;»
Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ δολοφονήθηκε στις 4 Απρίλη 1968, στη Μέμφιδα του Τενεσί. Είχε πάει εκεί για να στηρίξει με όλες του τις δυνάμεις τους μαύρους σκουπιδιάρηδες που είχαν φτιάξει συνδικάτο και είχαν κατέβει σε απεργία ζητώντας καλύτερα μεροκάματα και τέλος στις ρατσιστικές διακρίσεις.


Λέανδρος Μπόλαρης

 http://www.ergatiki.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=8483:i1086&Itemid=240


Ιστορία - 90 χρόνια από τη σφαγή στο Πασαλιμάνι

Η ήττα της Γενικής Απεργίας του Αυγούστου 1923 καθόρισε την πορεία του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς για την επόμενη δεκαετία. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι καθόρισε συνολικά την πορεία των κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων. Ο Πειραιάς ήταν το κέντρο της απεργίας. Η σφαγή των απεργών στο Πασαλιμάνι, στις 22 Αυγούστου, είναι το πιο γνωστό επεισόδιο της μεγάλης ταξικής αναμέτρησης.
Ο στρατός άνοιξε πυρ στο απεργιακό συλλαλητήριο. Έντεκα εργάτες και εργάτριες έπεσαν νεκροί, περίπου εκατό τραυματίστηκαν, εκατοντάδες ήταν οι συλλήψεις. Στην πραγματικότητα δεν ξέρουμε πόσοι εργάτες δολοφονήθηκαν εκείνη τη μέρα. Την επόμενη χρονιά ο Ριζοσπάστης έκανε ένα αφιέρωμα στη σφαγή και δημοσίευσε τα ονόματα και τις φωτογραφίες τριών νεκρών –ανάμεσά τους και ένα παιδί 12 χρονών. Το υπόβαθρο των γεγονότων που οδήγησαν στην απεργία ήταν η εργοδοτική επίθεση του καλοκαιριού εκείνης της χρονιάς. Τα αφεντικά άρχισαν να απαιτούν δραματικές μειώσεις των μισθών, μέχρι και 30% και κατάργηση του νόμου για την καταγγελία των συλλογικών συμβάσεων που καθιέρωνε την αποζημίωση για απολυόμενους εργατοϋπάλληλους. Όπου οι εργάτες αρνιόταν να δεχτούν «εθελοντικά» το πετσόκομμα του μεροκάματου, η απάντηση ήταν λοκ-άουτ και απολύσεις.
Το πρόσχημα για αυτή την επίθεση –οι απολυμένοι σύντομα μετριόνταν σε χιλιάδες- ήταν η ανατίμηση της δραχμής σε σχέση με την αγγλική λίρα που ήρθε ως αποτέλεσμα των κερδοσκοπικών παιχνιδιών στο χρηματιστήριο. Υποτίθεται ότι η υπερτιμημένη δραχμή έθιγε την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων. Οι καπιταλιστές είχαν έτοιμη τη λύση: να μειωθεί το εργατικό κόστος.
Η άρχουσα τάξη πίστευε ότι η πολιτική κατάσταση την ευνοούσε, και δεν έπεφτε έξω. Μπορεί οι φιλοδοξίες της για την «Ελλάδα των Δυο Ηπείρων και των Πέντε Θαλασσών» να είχαν χαθεί μέσα στο αίμα και τους καπνούς της πυρπολημένης Σμύρνης. Όμως, είχε καταφέρει να κρατήσει το τιμόνι στα χέρια της, στηριγμένη στις ξιφολόγχες του στρατού –ό,τι είχε απομείνει από αυτόν.


Βιομήχανοι υπουργοί

 

 

Η «Επανάστασις» των στρατιωτικών που είχε εκθρονίσει τον βασιλιά Κωνσταντίνο ήταν ένα ανοιχτά φιλοκαπιταλιστικό καθεστώς. Ένα παράδειγμα αρκεί. Ο ναύαρχος Αλέξανδρος Χατζηκυριάκος ήταν ένας από τους βασικούς της «Επαναστατικής Επιτροπής» του 1922. Αλλά ένας Χατζηκυριάκος δεν ήταν φαίνεται αρκετός. Υπουργός Εθνικής Οικονομίας (εκείνη την εποχή κάλυπτε και τις αρμοδιότητες του σημερινού υπουργείου Εργασίας) διορίστηκε o αδελφός του, ο Ανδρέας Χατζηκυριάκος. Αυτός ο κύριος ήταν ιδιοκτήτης της τσιμεντοβιομηχανίας ΑΓΕΤ και πρόεδρος του ΣΕΒ.
Οι εργατικοί αγώνες είχαν αναπτυχθεί ορμητικά το 1919-1921. Όμως, το 1922 ήταν η χρονιά της κάμψης. Το ξεκίνημα της εργοδοτικής επίθεσης βρήκε τα συνδικάτα αδυνατισμένα. Η διάσπαση των δυνάμεων ήταν ένας άλλος παράγοντας αδυναμίας. Η ΓΣΕΕ ήταν συνδεδεμένη επίσημα («οργανικά» ήταν ο όρος) με το ΣΕΚΕ (Κ) το μετέπειτα ΚΚΕ. Ωστόσο, πολλά και ισχυρά σωματεία δεν ανήκαν στη δύναμή της και ελέγχονταν από βενιζελικούς ή βασιλόφρονες συνδικαλιστές. Όμως, η εργοδοτική επίθεση δεν έκανε διάκριση ανάμεσα στα «κόκκινα» και τα «κίτρινα» συνδικάτα.
Η απεργία δεν ήταν ένα ξέσπασμα οργής. Υπήρχε συνειδητή παρέμβαση μιας δύναμης που έσπρωξε προς την κατεύθυνση της συσπείρωσης και του αγώνα. Αυτή η δύναμη ήταν το ΣΕΚΕ (Κ). Το κόμμα είχε τα δικά του προβλήματα που τα είχε προκαλέσει η καταστολή και η υποχώρηση του κινήματος. Από την άνοιξη του 1923 μια νέα ηγεσία προσπάθησε να το ανασυγκροτήσει και να το θέσει επικεφαλής της εργατικής αντίστασης. Η «γενιά του μετώπου» -επαναστάτες όπως ο Πουλιόπουλος, ο Νίκολης, ο Μοναστηριώτης ήταν η ραχοκοκαλιά της, μαζί με άλλους αγωνιστές, όπως ο Σεραφείμ Μάξιμος που δεν είχε μόνο μεγάλη μαρξιστική κατάρτιση αλλά και πείρα από τα συνδικάτα. Οδηγός για αυτή την προσπάθεια ήταν η στρατηγική του «ενιαίου μετώπου» της Κομμουνιστικής Διεθνούς.
Αυτή η προσπάθεια είχε δυο σκέλη. Το πρώτο, η συσπείρωση όλων των δυνάμεων που ήταν ενάντια στην περικοπή μισθών και τις απολύσεις. Με πρωτοβουλία του ΣΕΚΕ και της ΓΣΕΕ οργανώθηκε στις αρχές του Ιούνη μια πλατιά «Εργατική Συνδιάσκεψη» στην οποία συμμετείχαν όλες σχεδόν οι Ομοσπονδίες και τα σωματεία. Συγκροτήθηκε μια Επιτροπή Αμύνης –που σύντομα βρήκε μιμητές σε τοπικό επίπεδο σε πολλές πόλεις.
Οι κομμουνιστές προσπαθούσαν να τους δώσουν μαζικό και μαχητικό χαρακτήρα –για παράδειγμα στην Θεσσαλονίκη και τον Πειραιά κερδίζουν τις Ενώσεις Παλαιών Πολεμιστών (ένα άλλο μέτωπο που πρωταγωνιστούσαν) στην συμμετοχή στις συγκεντρώσεις. Το δεύτερο σκέλος ήταν η προσπάθεια να δυναμώσει η επαναστατική πτέρυγα στο κίνημα. Ένα πρώτο αποτέλεσμα ήταν η ανάδειξη ενός κομμουνιστή, του Κουρτίδη, στη θέση του γενικού γραμματέα του ΕΚΠ, προπύργιο του «βενιζελικού» συνδικαλισμού μέχρι τότε.
Στις 9 Αυγούστου το συνδικάτο των μυλεργατών του Πειραιά έστειλε τελεσίγραφο 24 ωρών για σταμάτημα των απολύσεων και των περικοπών στους μισθούς. Η απεργία τους παρέλυσε τους μύλους –ουσιαστικά τη διακίνηση του αλευριού. Το ΕΚΠ και η ΓΣΕΕ κάλεσαν σε υλική στήριξη των απεργών. Η συνέχεια ήταν η εξάπλωση της απεργίας στο λιμάνι που παραλύει.
Στις 20 Αυγούστου «ο Πειραιεύς παρουσιάζει από πρωίας ασυνήθη όψιν». Η Ομοσπονδία Ηλεκτρισμού ακολουθεί το απεργιακό κάλεσμα της ΓΣΕΕ και το τραμ παραλύει. Η σιδηροδρομική σύνδεση Αθήνας - Πειραιά διακόπτεται και γίνεται προσπάθεια για αποκατάστασή της από το ανώτερο προσωπικό. Η ηλεκτροδότηση της πρωτεύουσας εξασφαλίζεται την τελευταία στιγμή με την κατάληψη του εργοστασίου του Φαλήρου από στρατιωτικό τμήμα.


Ναυτεργάτες

 

 

Τα πληρώματα των πλοίων που καταπλέουν στον Πειραιά δηλώνουν την υποστήριξή τους στην απεργία, με αποτέλεσμα να αποκλείονται πάνω σε αυτά και να παρεμποδίζεται η έξοδός τους από στρατιωτικές φρουρές. Οι εργάτες του τελωνείου Πειραιά ακολουθούν. Εν τω μεταξύ, η Καπνεργατική Ομοσπονδία κηρύσσει από τις 20 Αυγούστου πανελλαδική απεργία. Το πρωί της 21ης, οι πρωινές εφημερίδες δεν κυκλοφορούν λόγω συμμετοχής στην απεργία των τυπογράφων και της Ομοσπονδίας Τύπου.
Η απεργία αναπτύσσεται με τη μορφή χιονοστιβάδας. Μοιάζει με τη «μαζική απεργία» που περιέγραφε η Ρόζα Λούξεμπουργκ δεκαεπτά χρόνια πριν στη μπροσούρα της «Μαζική Απεργία, Κόμμα, Συνδικάτα». Στις 20 Αυγούστου η ΓΣΕΕ τίθεται επικεφαλής του απεργιακού κινήματος με σκοπό να το επεκτείνει: καλεί σε Γενική Πανελλαδική Απεργία –«διαρκείας» θα λέγαμε σήμερα.
Την ίδια μέρα η κυβέρνηση Πλαστήρα δημοσιεύει το διάταγμα για την απαγόρευση των σωματείων. Ο Σ. Μάξιμος θα θυμίσει λίγα χρόνια αργότερα, στο βιβλίο του Κοινοβούλιο και Δικτατορία, τα λόγια που είχε πει ο υπουργός Εσωτερικών σε αντιπροσωπεία της ΓΣΕΕ την παραμονή της απεργίας: «Η εβδομάδα αυτή θα είναι Εβδομάδα των Παθών για σας… Θα σας τσακίσουμε». Το όνομά του ήταν Γεώργιος Παπανδρέου. Η σφαγή στο Πασαλιμάνι ήταν η απόδειξη του πόσο κυριολεκτούσε. Το απεργιακό κύμα άρχισε να κάμπτεται και στις 25 Αυγούστου η ΓΣΕΕ αναγκάστηκε να κηρύξει το τέλος της γενικής απεργίας.
Πολλές αναλύσεις για το εργατικό κίνημα στη δεκαετία του ’20 συχνά αποδίδουν την αδυναμία του στη πλημμύρα φτηνών «εργατικών χεριών» που πρόσφεραν οι πρόσφυγες από την Μικρά Ασία. Είναι αλήθεια ότι οι εργοδότες στρατολόγησαν και το 1923 πρόσφυγες σαν απεργοσπάστες για ένα κομμάτι ψωμί. Όμως, δεν ήταν οι «ξένοι» (έτσι αντιμετωπίζονταν τότε οι πρόσφυγες) ο παράγοντας που έκρινε την έκβαση της μάχης. Ούτε η χρησιμοποίησή τους έλυνε το πρόβλημα των εργοδοτών, ιδιαίτερα όταν επρόκειτο να αντικαταστήσουν έμπειρους ή ειδικευμένους εργάτες, όπως οι θερμαστές, οι τυπογράφοι, οι οδηγοί των τραμ.
Αποφασιστικό ρόλο έπαιξε η απουσία των σιδηροδρομικών από την μάχη. Η ηγεσία της ΠΟΣ πίστευε ότι μπορούσε να κρατήσει τα μέλη της μακριά από την εργοδοτική επίθεση, λόγω των καλών της σχέσεων με την κυβέρνηση. Διαψεύστηκε σκληρά: το 1924 και το 1925 οι απεργίες της ΠΟΣ θα κατέληγαν σε ήττες, απομονωμένες.
Το εργατικό κίνημα μπήκε σε μια φάση υποχώρησης και κρίσης. Το ίδιο και το ΣΕΚΕ (Κ). Το 1924 ο Σ. Μάξιμος έγραφε στην Κομμουνιστική Επιθεώρηση: «Στις 20 Αυγούστου 1923 είχαμε 70.000 με 80.000 εργάτες που μας ακολουθούσαν. Τον Σεπτέμβριο είχαμε αρκετές χιλιάδες εργατών δυσαρεστημένες με το κόμμα και με μειωμένη εμπιστοσύνη προς αυτό. Στην περίοδο αυτή αρχίζει να εκδηλώνεται καλύτερα η κρίση του κόμματος…»
Το εργατικό κίνημα θα περάσει στην αντεπίθεση στις αρχές της δεκαετίας του ’30. Όμως, πλέον το ΚΚΕ δεν ήταν το επαναστατικό κόμμα του Πουλιόπουλου, του Μάξιμου. Το αποτέλεσμα ήταν νέες ήττες, πολύ πιο τραγικές από εκείνη του 1923.

Λέανδρος Μπόλαρης

http://www.ergatiki.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=8525:i1087&Itemid=62 


Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

Το Λογοτεχνία και Σκέψη διαβάζει: Ο χορός του γλάρου, Αντρέα Καμιλλέρι


 Ενώ οδηγούσε προς τη Βιγκάτα, παρατήρησε ότι έτρεχε με εκατό, δε συνήθιζε να οδηγεί τόσο γρήγο­ρα. Κατάλαβε ότι πατούσε με δύναμη το γκάζι εξαι­τίας της πείνας που ένιωσε μόλις βγήκε από την ια­τροδικαστική υπηρεσία και έκοψε ταχύτητα. Μπήκε στην ταβέρνα τόσο βιαστικά, ώστε ο Έντσο, μόλις τον είδε να φτάνει τρέχοντας, ρώτησε: «Έχετε κάτι;». «Τίποτα, τίποτα». Κάθισε στο συνηθισμένο τραπέζι. «Τι να σας φέρω;» «Τα πάντα».

Έπεσε με τα μούτρα στο φαγητό, έτρωγε με τέ­τοια λαιμαργία, ώστε ένιωθε ντροπή. Ευτυχώς που δεν υπήρχαν ακόμη πελάτες, εκτός από έναν που ού­τε σήκωσε τα μάτια του από την εφημερίδα που είχε μπροστά του, στηριγμένη σ' ένα μπουκάλι. Στο τέλος, ο Έντσο είπε με θαυμασμό: «Σε φόρμα σάς βρίσκω, αστυνόμε!». «Ευχαριστώ». «Θέλετε ένα χωνευτικό;» «Όχι».

Το στομάχι του δε χωρούσε ούτε σταγόνα νερό. Μπορεί αν έπινε το χωνευτικό, να έσκαγε όπως ο χο­ντρός άνθρωπος στην ταινία των Μόντυ Πάιθον «Το νόημα της ζωής».

Όταν μπήκε στο αυτοκίνητο, ο χώρος τού φάνηκε πιο στενός. Περπάτησε μέχρι το φάρο με μικρά βήματα, μάλλον επειδή δεν μπορούσε να περπατήσει πιο γρήγορα ή επειδή ήθελε να διαρκέσει περισσό­τερο ο περίπατος. Όταν έφτασε στον επίπεδο βράχο, κάθισε. Παρότι είχε κοιμηθεί αρκετά, ξαφνικά ένιωσε νύστα. Φαίνεται ότι είχε ανάγκη από ύπνο. Γύρισε πίσω, μπήκε στο αυτοκίνητο και πήρε το δρόμο για τη Μαρινέλλα, ώστε να κοιμηθεί κάνα δίωρο..........................

 Γύρισε στη Μαρινέλλα όταν ο ήλιος είχε δύσει και μόνο μια κόκκινη γραμμή στο βάθος του ορίζοντα, εκεί όπου ο ουρανός γινόταν ένα με τη θάλασσα, μαρτυρούσε την ύπαρξη του. Το κύμα έσκαγε ήρεμα στην ακτή. Τα πουλιά είχαν κουρνιάσει. Μετά το τη­λεφώνημα με το διοικητή ένιωσε ότι πεινούσε. Μπο­ρεί να επρόκειτο για ένα είδος επιβράβευσης. Κάποτε είχε διαβάσει πως παλιά, μετά τις επιδημίες πανού­κλας, οι άνθρωποι έτρωγαν και ζευγάρωναν συνεχώς. Μπορούσε να συγκρίνει τον Μπονέττι-Αλντερίγκι με επιδημία πανούκλας; Με πανούκλα όχι, αλλά με χο­λέρα ναι. Όταν άνοιξε το ψυγείο, είχε την εντύπωση ότι βρέθηκε μπροστά στον κρυμμένο θησαυρό που έλεγαν πως τον είχαν κρύψει τα πολύ παλιά χρόνια οι ληστές. Η Αντελίνα τού είχε ετοιμάσει ένα σωρό φαγητά: μελιτζάνες με παρμεζάνα, πάστα με λουκά­νικο, καπονάτα, καλαμαράκια με μελιτζάνες, τυρί από τη Ραγκούζα και μαύρες ελιές. Φαίνεται δε βρή­κε φρέσκο ψάρι στην αγορά. Έστρωσε το τραπεζάκι έξω στη βεράντα κι ενώ στο φούρνο ζεσταίνονταν οι μελιτζάνες με την παρμεζάνα και η πάστα, ήπιε στην υγεία του Φάτσιο δύο ποτήρια παγωμένο λευκό κρα­σί. Όταν σηκώθηκε από το τραπέζι για να τηλεφωνή­σει στη Αίβια, είχαν περάσει τρεις ολόκληρες ώρες. Δεν κοιμήθηκε καλά....................................

«Και πού θα πάτε να φάτε;»

«Κοίταξε, Έντσο, προτιμάω να μείνω νηστικός παρά να δω το διοικητή».

«Αστυνόμε, θα σας βάλω στη μικρή σάλα και δε θ' αφήσω να μπει κανένας!»

«Πώς θα φύγω όμως όταν τελειώσω το φαγητό;»

«Μην ανησυχείτε, θα τα αναλάβω όλα εγώ. Υπάρχει η πίσω πόρτα».

Μόλις είχε τελειώσει τη μακαρονάδα με τα μύδια, όταν στο άνοιγμα της πόρτας της μικρής σάλας εμ­φανίστηκε το κεφάλι του Έντσο.

«Έφτασα» είπε.

Και εξαφανίστηκε για να εμφανιστεί ύστερα από λίγο με τα μπαρμπούνια. 0 αστυνόμος τα απόλαυσε περισσότερο από κάθε άλλη φορά, επειδή τα έτρωγε δύο βήματα πιο πέρα από τον κύριο και διοικητή που πίστευε ότι βρισκόταν στο σπίτι του αγκαλιά με τη λεκάνη της τουαλέτας.

Στις δύο και μισή ακριβώς έφυγε με τον Γκάλλο για τη Φιάκκα. Με το δικό του αυτοκίνητο όμως, επειδή το πρωί είχε υπάρξει κι ένα δεύτερο τηλεφώ­νημα του διοικητή που διέταζε τους πάντες να κάνουν οικονομία στη βενζίνη....................

Γλυκιά και γαλήνια ήταν η νύχτα, χωρίς καθόλου αέρα. Και το φεγγάρι αντί να ταξιδεύει πάνω από τους αγρούς, έπλεε πάνω από τη θάλασσα. 0 χειμώνας ένιωθε ότι οι μέρες του ήταν μετρημένες και είχε αφεθεί στην τύχη του με μια αίσθηση μελαγχολικής γλύκας, γιατί χωρίς την παραμικρή αντίσταση αφη­νόταν να την κυριέψουν μέρες και νύχτες που μύρι­ζαν άνοιξη. Ο Μονταλμπάνο έφαγε, καθισμένος στη βεράντα, ένα γεμάτο πιάτο με πάστα φούρνου που είχε ετοιμάσει η Αντελίνα. Στην πραγματικότητα, εκείνο το πιάτο θα ήταν καλό για μεσημεριανό φα­γητό, αλλά ευτυχώς η Αντελίνα ποτέ δεν ξεχώριζε τα φαγητά σε μεσημεριανά και βραδινά. Και ο αστυνό­μος πολλές φορές πλήρωνε τις συνέπειες. Όπως σί­γουρα θα συνέβαινε εκείνο το βράδυ, επειδή για να χωνέψει την πάστα φούρνου μπορεί να έμενε όλη νύ­χτα ξάγρυπνος.

Μετά σηκώθηκε μ' έναν αναστεναγμό, μπήκε στο σπίτι, κάθισε δίπλα στο τραπεζάκι πάνω στο οποίο είχε αφήσει το γράμμα που είχαν στείλει στον Φίλιπ­πο Μανζέλλα και το διάβασε για τρίτη φορά. ...........

 Στην ταβέρνα του Έντσο έφαγε ελαφρά. Απέφυγε τα ζυμαρικά και έφαγε μόνο λίγα ορεκτικά και τηγανητά μπαρμπούνια. Επέστρεψε στο Τμήμα λίγο μετά τις δύο.

«Καταρέ, πάω στη Φιάκκα. Θα έχω μαζί μου το κινητό επειδή δε θα επιστρέψω το απόγευμα. Αν έχετε κάποιο πρόβλημα, τηλεφωνήστε μου. Θα τα πούμε αύριο το πρωί».

Κατευθύνθηκε προς το χώρο στάθμευσης και συ­νάντησε τον Γκάλλο.

«Είμαι έτοιμος, αστυνόμε».

«Θα πάω μόνος μου στη Φιάκκα, ευχαριστώ».

«Μα γιατί; Θα δείτε ότι δε νυστάζω πια, σήμερα το βράδυ κοιμήθηκα καλά!»..................

  «Πού με πας;»

«Σ' ένα εστιατόριο στην ακροθαλασσιά όπου σερβίρουν μεγάλη ποικιλία από ορεκτικά, όλα θαλασσινά, γι' αυτό σε συμβουλεύω να μην παραγγείλεις πρώτο πιάτο».

«Υπέροχα! Σε πόση ώρα θα φτάσουμε;»

«Σε μισή ώρα θα είμαστε εκεί».

«Είναι κοντά στο σπίτι σου;»

«Δέκα λεπτά».

«Έχεις ωραίο σπίτι;»

«Είναι σε όμορφο μέρος. Η βεράντα του είναι πάνω στην παραλία, όπου περπατάω με τις ώρες».

«Μετά το φαγητό θα με πας να τη δω;»

«Αν θέλεις».

«Θα μου προσφέρεις ένα ουίσκι στη βεράντα»...........................

Καθισμένος στη βεράντα με συντροφιά τη μελαγχολία προσπάθησε να παρηγορηθεί μ’ένα τεράστιο πιάτο καπονάτα.

πηγή αποσπάσματος


 περιγραφή:

Πριν καλά καλά χαράξει η μέρα, μια άσπρη φλόγα ανάβει στην ακρογιαλιά. Αρχίζει ξαφνικά το απελπισμένο φτεροκόπημα, το τρεμάμενο χτύπημα των φτερών ενός γλάρου που κράζει απεγνωσμένα και κάνει πονεμένες συστροφές, σαν να βιδώνεται, από κάτω προς τα επάνω, γύρω από το στραμμένο προς τον ουρανό ράμφος του.

H μυστηριώδης εξαφάνιση του επιθεωρητή Φάτσιο από το αστυνομικό τμήμα της Βιγκάτα· πτώματα που ανακαλύπτονται και ανασύρονται μέσα από πηγάδια που βρίσκονται σε περιοχές έρημες και άγονες· κρυμμένες και αμφιλεγόμενες υπάρξεις, θλιβερά πάθη, χυδαία ξελογιάσματα και κουτσομπολιά^ κιάλια και τηλεσκόπια, επικίνδυνη ηδονοβλεψία και ελεεινή κλεπτομανία· εμπόριο χημικών όπλων στο οποίο εμπλέκονται ανήθικοι πολιτικοί· και σ’ ένα δωμάτιο, μια άδεια καρέκλα, ανάμεσα σε απρεπή και αισχρά αντικείμενα βασανισμού, κηλίδες ξεραμένου αίματος, μυρωδιά θανάτου, σκοτεινά πράγματα, διάσπαρτα σημάδια ανήθικου και φρικτά απάνθρωπου εξαναγκασμού. Και ενώ ο Μονταλμπάνο συναρμολογεί τα κομμάτια μιας κατακερματισμένης εγκληματικής ιστορίας, δεν μπορεί να ξεφύγει από την αναστάτωση που του προκάλεσε ο θόρυβος που έκαναν οι φτερούγες του γλάρου καθώς πέθαινε…

εκδόσεις Πατάκη 

Αντρέα Καμιλλέρι 

Ένα ταξίδι ...αλλιώς (εκδόσεις Σαίτα )

Ένας χρόνος συμπληρώθηκε από την πρώτη απελευθέρωση ebook των Εκδόσεων Σαΐτα! Συνεχίζουμε λοιπόν το ελεύθερο ταξίδι μας στην ανοικτή Λογοτεχνία μοιράζοντας στους αναγνώστες μας μια συλλογή διηγημάτων δώδεκα συγγραφέων από διάφορα μέρη της Ελλάδας αλλά και του εξωτερικού! 

Οι Ευρυδίκη Αμανατίδου, Καίτη Βασιλάκου, Χάρης Γαντζούδης, Γιώργος Γρηγοράκης, Φώτης Δούσος, Κώστας Θερμογιάννης, Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης, Στέφανος Λίβος, Δημήτρης Νίκου, Ευάγγελος Ι. Τζάνος, Κατερίνα Τζωρτζακάκη κι εγώ, σας προσκαλούμε να μας ακολουθήσετε σ' «ένα ταξίδι ...αλλιώς».

Μπορείτε να κατεβάσετε δωρεάν το ψηφιακό βιβλίο από τη διεύθυνση http://www.saitapublications.gr/2013/09/ebook.41.html (σε μορφή .pdf) ή να το διαβάσετε σε μορφή εικονικού βιβλίου, χωρίς να κατεβάσετε το αρχείο, μέσω της διεύθυνσης: http://issuu.com/saita.publications/docs/ena_taxidi_allios

εκδόσεις Σαίτα