Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

Το Ποίημα της Εβδομάδας: Ο Μεγάλος Καθρέφτης, Μίλτος Σαχτούρης (29/7/1919 - 29/3/2005)






Ο Μεγάλος Καθρέφτης


Ἕνας κρύος ἀγέρας φύσηξε μέσ᾿ ἀπ᾿ τὰ πρόσωπα τοῦ Μεγά-
λου Καθρέφτη μου. Τὰ πῆρε ὕστερα ὁ ἥλιος κι ἡσύχασαν
Εἶναι μέσα στὸν καθρέφτη, ζωντανοὶ μαζὶ καὶ νεκροί: Ἐγὼ
ὁ Κάφκα, μιὰ μεταβυζαντινὴ ἁγία κι ὁ Ντύλαν Τόμας.
Ὁ Ντύλαν Τόμας φούσκωσε, ἔβγαλε μία κραυγὴ κι ἔσκασε
μὲ κρότο. Οἱ στίχοι του ὅμως μείναν ἀνέπαφοι, ὡραῖοι, μα-
ζὶ μὲ τοὺς δικούς μου ἀγκαλιάζονται. Ὁ Κάφκα ἔβγαλε μέσ᾿
ἀπ᾿ τὰ μάτια του δυὸ ψάρια καὶ δυὸ ἀναμμένα κάρβουνα.
Τὰ πέταξε κατ᾿ ἐπάνου μας γιὰ νὰ μᾶς κάψει.
Ἡ ἁγία ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶναι δεμένη πάνω στὸν τροχὸ ποὺ
γυρίζει. Τρέχουν τὰ αἵματά της.
Στὸ τέλος τοὺς παίρνει ὅλους ὁ διάβολος
καὶ ἡσυχάζουν.


ἀπὸ τὴ συλλογή ΚΑΤΑΒΥΘΙΣΗ (1990)

 πηγή


Ο Μίλτος Σαχτούρης γεννήθηκε στην Αθήνα και ήταν δισέγγονος του Υδραίου ναυάρχου Γεωργίου Σαχτούρη. Φοίτησε στη Νομική Σχολή της Αθήνας, αλλά δεν πήρε πτυχίο. Από τα πανεπιστημιακά χρόνια η ποίηση του απορροφούσε το ενδιαφέρον του. Ύστερα από μια σύντομη σύγκρουση με το οικογενειακό του περιβάλλον αφοσιώθηκε τελικά ολοκληρωτικά στην ποίηση. Δεν άσκησε κανένα επάγγελμα και έμεινε μακριά από τα φιλολογικά στέκια, ζώντας μοναχικά και διακριτικά. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής συνδέθηκε με έναν κύκλο διανοουμένων της εποχής, όπως ο Ελύτης, ο Εγγονόπουλος, ο Σινόπουλος, ο Χατζιδάκις κ.ά.

Το 1945 εμφανίστηκε στα ελληνικά Γράμματα με την ποιητική συλλογή Η λησμονημένη της οποίας το εξώφυλλο φιλοτέχνησε ο Εγγονόπουλος. Από την πρώτη αυτή εμφάνιση ξεχώρισε ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της ποίησής του. Πρόκειται για μια ποίηση που αντλεί το υλικό της από πράγματα τα οποία προέρχονται από τον οικείο χώρο του δημοτικού τραγουδιού, όμως τα γνωρίσματά της είναι εφιαλτικά και ο κόσμος που δημιουργεί, τρομακτικός και παράλογος. Αυτό σημαίνει ότι παράλογος και εφιαλτικός είναι ο σύγχρονος κόσμος, ο κόσμος που έζησε ο ποιητής, μέσα στον οποίο αισθανόταν ασφυκτικά χωρίς να βρίσκει διέξοδο. Έτσι στην ποίησή του καταφεύγει στην αλληγορία και εκφράζει την επιθυμία να απογειωθεί: «Πάντα θα ’χουμε ανάγκη από ουρανό», γράφει χαρακτηριστικά.

Ακόμα ο Σαχτούρης υποστήριζε: «Τα ποιήματά μου δεν είναι απαισιόδοξα. Απεναντίας είναι σαν τα ξόρκια. Ξορκίζουν το κακό». Επηρεασμένα τα περισσότερα από τον υπερρεαλισμό που συνδέεται άμεσα με το υποσυνείδητο αλλά και με τα όνειρα, κινούνται στον ίδιο χώρο από συλλογή σε συλλογή. Παράλληλα, όμως, ο ίδιος δεν πίστεψε ποτέ ότι ο ποιητής μπορεί να διαδραματίσει λυτρωτικό ρόλο, εμμένοντας στην περιγραφή των φρικαλεοτήτων του πολέμου που τον σημάδεψε στη νεανική του ηλικία. Έτσι με τα σύμβολα του υπερρεαλισμού απέδωσε το αδιέξοδο του σύγχρονου ανθρώπου με τρόπο λακωνικό.

Στη συλλογή Με το πρόσωπο στον τοίχο (1952) η ποίησή του γίνεται πιο προσωπική και συνδέει τον υπερρεαλισμό με το «παράλογο», όπως το εξέφρασε ο Καμύ, ο Ιονέσκο κ.ά. Ακολούθησαν οι συλλογές Όταν σας μιλώ (1956), Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο (1958).

Το 1963 ο Μίλτος Σαχτούρης τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποιήσεως και το 1972 με το Α΄. Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες και αρκετά μελοποιήθηκαν από Έλληνες συνθέτες.

Σεξ, βία και κανιβαλισμός στα παραμύθια των Αδελφών Γκριμ (+ προτάσεις για διάβασμα)











Της Ελένης Λογοθέτη


Πάνε περισσότερα από  200 χρόνια από τότε που τα παραμύθια των αδελφών Γκριμ δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά. Η Ωραία Κοιμωμένη, η Σταχτοπούτα, η Χιονάτη και η μικρή Γοργόνα είναι οι αθώες, γλυκές και εύθραυστες ηρωίδες που όλοι γνωρίζουμε από τα παιδικά μας βιβλία και τις ταινίες του Disney. Αν όμως σήμερα, τα παραμύθια των αδελφών Γκριμ παρουσιάζονται από τρυφερά έως και γλυκερά, οι πρωτότυπες γερμανικές εκδοχές τους ήταν ωμές έως και σοκαριστικές.
   O Γιάκομπ και ο Βίλχελμ Γκριμ απομακρύνθηκαν γρήγορα από τις νομικές σπουδές τους για να αφοσιωθούν στη μελέτη του μεσαιωνικού παραμυθιού. Κάνοντας εκτεταμένη έρευνα και συλλέγοντας λαϊκούς μύθους και θρύλους, οι αδελφοί Γκριμ δημοσίευσαν το υλικό τους, σε παιδική λογοτεχνική μορφή,με σκοπό να δώσουν στα παιδιά περισσότερο μια λαογραφία παρά ένα φανταστικό παραμύθι. Όμως,  η κουλτούρα των λαών που κατοικούσαν την κεντρική και βόρεια Ευρωπη των 18ο αιώνα, δεν ήταν ακριβώς... αναίμακτη και ευγενική. Ο σκοταδισμός, η μαγεία, η βία και γενικώς η βαρβαρότητα στα ήθη και έθιμα της εποχής αποτυπώνονταν γλαφυρά στα "Παιδικά και οικογενειακά παραμύθια", που δημοσιεύτηκαν το 1812 και έλαβαν αρνητικότατες κριτικές. Οι δύο παραμυθάδες, κατανοώντας ότι ποτέ δεν θα πουλούσαν το έργο τους σε ευπρεπείς, χριστιανικές οικογένειες,  έσπευσαν, να "στρογγυλέψουν" τις διηγήσεις τους, "γλυκαίνοντας" τους ήρωές τους, αφαιρώντας τη σεξουαλική ασυδοσία που επικρατούσε συχνά στην πλοκή, περιστέλλοντας δραστικά το στοιχείο της βίας και προσδίδοντας κάποια σταθερά ηθικά χαρακτηριστικά στα πρόσωπά τους.
   Οι δύο παραμυθάδες, κατανοώντας ότι ποτέ δεν θα πουλούσαν το έργο τους σε ευπρεπείς, χριστιανικές οικογένειες,  έσπευσαν, να "στρογγυλέψουν" τις διηγήσεις τους, "γλυκαίνοντας" τους ήρωές τους, αφαιρώντας τη σεξουαλική ασυδοσία που επικρατούσε συχνά στην πλοκή, περιστέλλοντας δραστικά το στοιχείο της βίας και προσδίδοντας κάποια σταθερά ηθικά χαρακτηριστικά στα πρόσωπά τους. 





Η Αλήθεια πίσω από τα Παραμύθια των Αδελφών Γκριμ





Η Ωραία Κοιμωμένη


   Στην αρχική εκδοχή της ιστορίας, δεν είναι το φιλί ενός όμορφος πρίγκηπα που ξυπνά την ωραία Κοιμωμένη, αλλά το ότι γεννάει δύο δίδυμα παιδιά. Πως; Ενώ δεν είχε τις αισθήσεις της, η πριγκίπισσα βιάζεται από ένα μονάρχη. Στη συνέχεια, ο βιαστής μονάρχης επιστρέφει θριαμβευτικά στον πύργο που κρυβόταν η ωραία κοιμωμένη και υπόσχεται να στείλει συνοδεία για να πάρει αυτήν και τα παιδιά της, ξεχνώντας να της αναφέρει ότι είναι παντρεμένος. Όταν έφτασαν στο παλάτι, η γυναίκα του μονάρχη προσπαθεί να τους σκοτώσει όλους, αλλά ανατρέπεται από τον βασιλιά. Στο τέλος, η ωραία Κοιμωμένη παντρεύεται τον βιαστή βασιλιά και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.





Η Σταχτοπούτα ή Ο Βασιλιάς που ήθελε να παντρευτεί την κόρη του



  Στις παλαιότερες εκδόσεις της ιστορίας, η ελαφρώς πιο σκοτεινή Σταχτοπούτα σκοτώνει την πρώτη μητριά της, έτσι ώστε ο πατέρας της να παντρευτεί την πραγματική οικοδέσποινα του σπιτιού, δηάδή την κόρη του.  
Σε άλλη παραλλαγή της ιστορίας, με τίτλο Ο Βασιλιάς που ήθελε να παντρευτεί την κόρη του, η βασίλισσα  πεθαίνει και ο βασιλιάς ορκίζεται ότι ποτέ δεν θα παντρευτεί ξανά, εκτός αν βρει γυναίκα που να ταιριάζει απόλυτα στα ρούχα της νεκρής βασίλισσας του.
Τα ρούχα ταιριάζουν απόλυτα στην κόρη του! Έτσι, ο ίδιος επιμένει να την παντρευτεί. Η βασιλοπούλα- προσπαθώντας να βρει έναν τρόπο να αποφύγει το γάμο με τον πατέρα τηςιτου λέει ότι θα δεχτεί να τον παντρευτεί άν της φέρει ένα μπαούλο που θα κλειδώνει από έξω και μέσα και θα μπορεί να ταξιδεύει πάνω από στεριά και θάλασσα.
Τρελός από έρωτα για την κόρη του,ο βασιλιας το βρίσκει και της το παίρνει, αλλά η ίδια λέει ότι πρέπει να βεβαιωθεί ότι το σεντούκι λειτουργεί. Για να το αποδείξει, ο ίδιος την κλειδώνει μέσα στο μπαούλο και την πετάει στην θάλασσα.  
 Έτσι, η βασιλοπούλα δραπετεύει από τον πατέρα της, αλλά καταλήγει σε μια ξένη χωρα να εργάζεται ως υπηρέτρια. Από εδώ ακολουθεί η γνωστή ιστορία της Σταχτοπούτας, με τον πρίγκηπα, το γοβακι και το χαρούμενο, παιδικό τέλος του ρομαντικού γάμου.






Το δέντρο του Κέδρου (The juniper tree , με στοιχεία από Χιονάτη)



   Άγνωστη ιστορία των αδελφών Γκριμ, ίσως επειδή ήταν τόσο άγρια που απλά δεν έπαιρνε... επιδιόρθωση.
   Μια παντρεμένη ετοιμοθάνατη γυναίκα , προσεύχεται στον κέδρο της αυλής της για ένα παιδί "κόκκινο σαν αίμα και άσπρο σαν το χιόνι". Η γυναίκα αποκτά ένα γιο και πριν πεθάνει, ζητά από τον άντρα της να τη θάψει κάτω από το δέντρο .  Ο χήρος ξαναπαντρεύεται αλλά η μητριά απεχθάνεται τον γιο του, επειδή θέλει η κόρη της να κληρονομήσει τον πλούτο της οικογένειας. Έτσι, η κακιά μητριά δίνει στο αγόρι ένα μήλο το οποίο βρίσκεται μέσα σε ένα σεντούκι. Όταν ο μικρός γιος σκύβει για να το πάρει, η μητριά χτυπά με δύναμη το καπάκι στον λαιμό του κόβοντας το κεφάλι του. Για να μην την καταλάβει κανείς, βάζει το κεφάλι πίσω στην θέση του και τυλίγει ένα μαντήλι γύρω από το λαιμό του νεκρού αγοριού για να μην φαίνεται το κόψιμο.
  Η κόρη όμως της μητριάς, η Μάρτζορυ, χτυπάει κατά λάθος το κεφάλι του ετεροθαλούς αδερφού της ρίχνοντας το στο πάτωμα. Μητέρα και κόρη για να μην τις ανακαλύψουν, τεμαχίζουν το σώμα, το κάνουν στιφάδο και το δίνουν στον πατέρα που δεν ήξερε τίποτα, ο οποίος και τρώει το γιο του.
Η Μάρτζορυ όμως, κρατά τα κόκαλα του νεκρού αγοριού και τα θάβει κάτω από το δέντρο, όπου βρίσκεται θαμμένη και η μητέρα του.
Τελικά, το αγόρι μετενσαρκώνεται σε πουλί και ρίχνει μια πέτρα στο κεφάλι της μητριάς του. Η κακιά σκοτώνεται, τα μάγια λύνονται και το αγόρι ξαναζωντανεύει. 
 Παρά τα ηθικό δίδαγμα και το αίσιο τέλος, ο κανιβαλισμός, οι δολοφονίες και αποκεφαλισμοί της ιστορίας ήταν πολλά μαζεμένα και αρκετά σοκαριστικά στοιχεία ακόμα και για μεγάλους.








 Στο σήμερα


   Με τον θάνατο των αδελφών Γκριμ, Βρετανοί και Γάλλοι εκδότες ανέλαβαν να ωραιοποιήσουν ακόμα περισσότερο το αρχικό υλικό και πλέον, στις μέρες μας, με τις χιλιάδες διασκευές που έχουν γίνει κι εξακολουθούν να γίνονται, αυτό που έχει απομείνει από τις πρωτότυπες καταγραφές των Γκριμ είναι απλά ο σκελετός των παραμυθιών.






Αδελφοί Γκριμ


Οι αδελφοί Γιάκομπ (Jacob Ludwig Carl Grimm) και Βίλχελμ Καρλ Γκριμ (Wilhelm Carl Grimm) ήταν δύο ιδιαίτερα δημοφιλείς συλλέκτες παραδοσιακών παραμυθιών που γεννήθηκαν στις 4 Ιανουαρίου του 1785 και στις 24 Φεβρουαρίου του 1786 αντίστοιχα στο Χάναου της Γερμανίας.
Οι γονείς τους Φιλιπ Βίλχελμ (Philip Wilhelm Grimm) και Δωροθέα (Dorothea Zimmer), είχαν συνολικά εννέα παιδιά, από τα οποία τα τρία απεβίωσαν όταν ήταν ακόμα βρέφη. Όταν ο Γιάκομπ, που ήταν και ο μεγαλύτερος εν ζωή γιος, ήταν ένδεκα ετών, ο πατέρας τους πέθανε.
Τελείωσαν το Γυμνάσιο στο Κάσσελ και μετά σπούδασαν νομικά στο Πανεπιστήμιο του Μάρμπουργκ. Αφού εργάστηκαν ένα διάστημα ως βιβλιοθηκάριοι στο Κάσσελ προσελήφθησαν ως καθηγητές στο Πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν, ο Γιάκομπ το 1830 και ο αδελφός του πέντε χρόνια αργότερα. Όμως το 1837 απολύθηκαν επειδή διαμαρτυρήθηκαν μαζί με άλλους πέντε συναδέλφους τους κατά του βασιλιά Ερνέστου Αυγούστου Α΄, για την απόφασή του να καταργήσει το φιλελεύθερο σύνταγμα του βασιλείου του Ανόβερου. Η ομάδα των επτά, αυτών διαδηλωτών έγινε γνωστή ως "οι επτά του Γκέτινγκεν" (Göttinger Sieben).
Ο Γιάκομπ Γκριμ δεν παντρεύτηκε ποτέ, αλλά ο Βίλχελμ παντρεύτηκε την Henriette Dorothea Wild, με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Ο Βίλχελμ Καρλ Γκριμ πέθανε στις 16 Δεκεμβρίου του 1859, ενώ ο αδελφός του Γιάκομπ στις 20 Σεπτεμβρίου του 1863 στο Βερολίνο. Και οι δύο είναι θαμμένοι στο κοιμητήριο του αγίου Ματθαίου στο Βερολίνο.





Τα παραμύθια των αδελφών Γκριμ

 

   Οι Γκριμ ήταν συγγραφείς και συλλέκτες παραδοσιακών παραμυθιών, στα οποία ο Βίλχελμ Καρλ Γκριμ έδωσε λογοτεχνική μορφή και τα προσάρμοσε για παιδιά. Άρχισαν να συλλέγουν παραμύθια γύρω στο 1807, μια περίοδο που υπήρχε έντονο ενδιαφέρον για παρόμοια έργα, καθώς μεταξύ του 1805 και του 1809 οι Λούντβιχ Άχιμ φον Άρνιμ (Ludwig Achim von Arnim) και Κλέμενς Μπρεντάνο (Clemens Brentano) είχαν κυκλοφορήσει μία συλλογή με παραδοσιακά ποιήματα ("Des Knaben Wunderhorn"), ενώ περίπου έναν αιώνα πριν ο Γάλλος Σαρλ Περώ (Charles Perrault) είχε εκδώσει και αυτός μια συλλογή με παραμύθια ("Contes de ma mere l’ oye", 1697).
   Τον πρώτο τόμο παραμυθιών τον εξέδωσαν το 1812. Ο τόμος, υπό το όνομα "Kinder - und Hausmärchen" ("Παιδικά και Οικογενειακά Παραμύθια"), περιείχε 86 ιστορίες. Ακολούθησαν άλλες 70 ιστορίες σε ένα δεύτερο τόμο, που εκδόθηκε το 1814. Μέχρι το 1857 επτά εκδόσεις των παραμυθιών είχαν εκδοθεί και περιείχαν συνολικά 211 παραμύθια. Ανάμεσα σε αυτά υπάρχουν γνωστά παραμύθια όπως η Κοκκινοσκουφίτσα, Η Χιονάτη και οι Επτά Νάνοι, Ο Βασιλιάς Βάτραχος, Κουτσοκαλιγέρης, Χάνσελ και Γκρέτελ, Ραπουνζέλ, Ο γενναίος ραφτάκος, Η Ωραία Κοιμωμένη, Σταχτοπούτα, Ο λύκος και τα εφτά κατσικάκια, Αδελφός και Αδελφή και άλλα. Πίστευαν πως τα παραμύθια είχαν κοινή ρίζα και μετακινούνταν μαζί με τα ινδοευρωπαϊκά φύλα (ινδοευρωπαϊκή ή μονογενετική θεωρία), κάτι που περιέγραφαν στην εισαγωγή του έργου τους. Ακόμα, επέλεξαν 50 από αυτά και δημιούργησαν μία έκδοση αποκλειστικά για παιδιά με το όνομα "Kleine Ausgabe" ("Μικρή έκδοση").
  Μεταξύ του 1816 και του 1818 εξέδωσαν δύο τόμους με γερμανικούς θρύλους με τίτλο "Deutsche Sagen" ("Γερμανικοί μύθοι"), που περιείχε 585 ιστορίες γραμμένες με χρονολογική σειρά. Ακόμα, κυκλοφόρησαν μία έκδοση με ιρλανδικές ιστορίες σχετικές με ξωτικά ("Irische Elfenmärchen") το 1826, η οποία αποτελούσε μετάφραση και σχολιασμό μέρους του έργου "Fairy Legends and Traditions of the South of Ireland" του Ιρλανδού Τόμας Κρόφτον Κρόκερ, καθώς και μία έκδοση με τον τίτλο "Deutsche Mythologie" ("Γερμανική Μυθολογία") το 1835.Τα παραμύθια ήταν πάρα πολύ όμορφα και παίχτηκαν σε πολλά θέατρα.



διαβάστε ακόμα:



- συλλογική ερευνητική εργασία Α' Τάξης 1ου Εσπερινού ΕΠΑΛ Ταύρου -





ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ ΓΚΡΙΜΜ - ΤΟΜΟΣ Α

«Τον παλιό καλό καιρό, όταν οι ευχές βοηθούσαν ακόμα στις δύσκολες περιστάσεις, ζούσε ένας βασιλιάς. Όλες οι θυγατέρες του ήταν πανέμορφες, η μικρότερη όμως ήταν τόσο όμορφη, ώστε ακόμα κι ο ήλιος, που τόσα έχουν δει τα μάτια του. τη θαύμαζε κάθε φορά που αντίκριζε το πρόσωπο της. Κοντά στον πύργο του βασιλιά ήταν ένα μεγάλο και σκοτεινό δάσος ...»

"Είναι ίσως η κατάλληλη στιγμή να καταγράψουμε τούτα τα παραμύθια, αφού οι άνθρωποι που κρατούν ακόμα ζωντανή την παράδοση σπανίζουν ολοένα και περισσότερο. Αυτοί βέβαια που ξέρουν ακόμα παραμύθια, ξέρουν πολλά. Γιατί μπορεί οι άνθρωποι να λιγοστεύουν, τα παραμύθια όμως όχι. Αλλά το ίδιο το έθιμο αργοπεθαίνει, σαν τις κρυψώνες εκείνες μέσα σε σπίτια και αυλές, που περνούσαν από παππού σ' εγγονό και τώρα υποχωρούν διαρκώς στην ανάγκη για περισσότερο χρήσιμο χώρο μέσα στις καινούργιες κατοικίες μας, στην ανάγκη για μια κενή κι ανόητη μεγαλοπρέπεια..."
"Με τη σωστή χρήση αυτών των βιβλίων δεν πρόκειται ν' ανακαλύψουμε μέσα στις σελίδες τους τίποτα κακό. Μέσα σ' αυτά ο καθένας βρίσκει μιαν εικόνα της καρδιάς του. Τα παιδιά κοιτάζουν άφοβα τ άστρα, ενώ άλλοι δεν τολμούν να κοιτάξουν προς τον ουρανό, να μην προσβάλουν τάχα τους αγγέλους ".
(από τον Πρόλογο των ΑΔΕΛΦΩΝ ΓΚΡΙΜΜ. 1812)

Περιέχονται τα παραμύθια:
1. Ο πρίγκιπας βάτραχος ή ο καρδιοσιδεροσφιγμένος Χάινριχ
2. Η γάτα και το ποντίκι
3. Το παιδί της Παναγίας
4. Παραμύθι για ένα παλικάρι που ξεκίνησε να μάθει τι θα πει φόβος
5. Ο κακός λύκος και τα εφτά κατσικάκια
6. Ο πιστός Ιωάννης
7. Ο έξυπνος χωριάτης
8. Ο θαυμαστός βιολιστής
9. Τα δώδεκα αδέρφια
10. Η παλιοπαρέα
11. Αδερφούλης κι αδερφούλα
12. Το Μαρούλι
13. Οι τρεις νάνοι του δάσους
14. Οι τρεις κλώστρες
15. Ο Χάνσελ και η Γκρέτελ
16. Τα τρία φύλλα του φιδιού
17. Το άσπρο φίδι
18. Το άχυρο, το κάρβουνο και το φασόλι
19. Ο ψαράς κι η γυναίκα του
20. Ο γενναίος ραφτάκος
21. Η Σταχτοπούτα
22. Το αίνιγμα
23. Το ποντίκι, το πουλί και το λουκάνικο
24. Η κυρά-Καλή
25. Τα εφτά κοράκια
26. Η Κοκκινοσκουφίτσα
27. Οι μουζικάντηδες της Βρέμης
28. Το κόκαλο που τραγουδούσε
29. Ο Διάβολος με τις τρεις χρυσές τρίχες
30. Η ψείρα και ο ψύλλος
31. Το κορίτσι με τα κομμένα χέρια
32. Ο Χανς, το εξυπνοπούλι
33. Οι τρεις ξένες γλώσσες
34. Η Έλσα, η ξύπνια
35. Ο ραφτάκος στον ουρανό
36. Το τραπεζάκι, ο χρυσογάιδαρος κι η μαγκούρα
37. Ο Δαχτυλάκης
38. Ο γάμος της κυρά-Μαριώς
39. Τα καλικαντζαράκια
40. Ο γαμπρός ληστής
41. Ο κυρ-Κόρμπες
42. Ο νονός
43. Η κυρά-Τρούντε
44. Ο Θάνατος νονός
45. Οι περιπέτειες του Δαχτυλάκη
46. Το πουλί του Μάγου[ή Ο Μπλαβογένης στη γερμανική παράδοση ]
47. Το παραμύθι του κέδρου
48. Ο γερο-Σουλτάνος
49. Οι έξι κύκνοι
50. Η Τριανταφυλλένια[ Η ωραία κοιμωμένη του δάσους ]
51. Ο Βρισκοπούλης
52. Ο βασιλιάς Τσιχλογένης
53. Η Χιονάτη και οι εφτά νάνοι
54. Ο γυλιός, το καπελάκι κι η μικρή τρομπέτα
55. Ο Κουτσοκαλιγέρης
56. Ό πολυαγαπημένος Ρολάνδος
57. Το χρυσό πουλί
58. Ο σκύλος κι ο σπουργίτης
59. Ό Φρίντερ και το Κατινάκι του
60. Τα δυο αδέρφια

Οι αδελφοί Γιάκομπ (Jacob Ludwig Carl Grimm) και Βίλχελμ Καρλ Γκριμ (Wilhelm Carl Grimm) ήταν δύο ιδιαίτερα δημοφιλείς συλλέκτες παραδοσιακών παραμυθιών που γεννήθηκαν στις 4 Ιανουαρίου του 1785 και στις 24 Φεβρουαρίου του 1786 αντίστοιχα στο Χανάου της Γερμανίας.

Οι Γκριμ ήταν συγγραφείς και συλλέκτες παραδοσιακών παραμυθιών, στα οποία ο Βίλχελμ Καρλ Γκριμ έδωσε λογοτεχνική μορφή και τα προσάρμοσε για παιδιά. Άρχισαν να συλλέγουν παραμύθια γύρω στο 1807, μια περίοδο που υπήρχε έντονο ενδιαφέρον για παρόμοια έργα, καθώς μεταξύ του 1805 και του 1809 οι Λιούντβιχ Άχιμ φον Άρνιμ (Ludwig Achim von Arnim) και Κλέμενς Μπρεντάνο (Clemens Brentano) είχαν κυκλοφορήσει μία συλλογή με παραδοσιακά ποιήματα (Des Knaben Wunderhorn ) , ενώ και ο γάλλος Περώ (Charles Perrault) είχε εκδόσει νωρίτερα, συλλογές με παραμύθια.

Τον πρώτο τόμο παραμυθιών τον εξέδωσαν το 1812. Ο τόμος, υπό το όνομα Kinder- und Hausmärchen (Παιδικά και Σπιτικά Παραμύθια) περιείχε 86 ιστορίες. Ακολούθησαν άλλες 70 ιστορίες σε ένα δεύτερο τόμο, που εκδόθηκε το 1814. Μέχρι το 1857 επτά εκδόσεις των παραμυθιών είχαν εκδοθεί και περιείχαν συνολικά 211 παραμύθια. Ανάμεσα σε αυτά υπάρχουν γνωστά παραμύθια όπως η Κοκκινοσκουφίτσα, Η Χιονάτη και οι επτά νάνοι, ο παπουτσομένος γάτος και άλλα. Πίστευαν πως τα παραμύθια είχαν κοινή ρίζα και μετακινούνταν μαζί με τα ινδοευρωπαϊκά φύλα (ινδοευρωπαϊκή ή μονογενετική θεωρία ) , κάτι που περιέγραφαν στην εισαγωγή του έργου τους. Ακόμα, επέλεξαν 50 από αυτά και δημιούργησαν μία έκδοση αποκλειστικά για παιδιά με το όνομα Kleine Ausgabe (Μικρή έκδοση ) .

Μεταξύ του 1816 και του 1818 εξέδωσαν δύο τόμους με γερμανικούς θρύλους με τίτλο Deutsche Sagen (Γερμανικοί μύθοι) , που περιείχε 585 ιστορίες, γραμμένες με χρονολογική σειρά. Ακόμα, κυκλοφόρησαν μία έκδοση με ιρλανδικές ιστορίες (Irische Elfenmärchen ) το 1826, καθώς και μία έκδοση με τον τίτλο Deutsche Mythologie (Γερμανική Μυθολογία ) το 1835.
(πηγή: el.wikipedia.org)

Εκδόσεις: 'Αγρα, 1994
Σελίδες: 513





 


















info:

επιλογή των φωτογραφιών και των προτάσεων για διάβασμα:

το άρθρο αναδημοσιεύται από το News.gr  και γράφει η Ελένη Λογοθέτη

Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2013

Βιβλίο: Μόνος στο Βερολίνο / Hans Fallada, εκδ. Πόλις



Αντιφασιστικό αριστούργημα



γράφει ο Γιάννης Κούτρας





Το μυθιστόρημα του Χανς Φάλλαντα Μόνος στο Βερολίνο γράφτηκε το 1947 και μας μεταφέρει στο Βερολίνο του Β’ παγκόσμιου πολέμου. Μέσα από τις ιστορίες των απλών καθημερινών ανθρώπων που ζουν και εργάζονται στην πρωτεύουσα και όχι από τους στρατιώτες της πρώτης γραμμής, ούτε από τους στρατηγούς και τα στελέχη του καθεστώτος, αποκαλύπτεται με διεισδυτικό τρόπο «ο τρόμος και η αθλιότητα του Γ’΄Ράιχ». Ταυτόχρονα όμως το μυθιστόρημα αυτό είναι και ένας φόρος τιμής σε αυτούς που αντιστάθηκαν στη ναζιστική θηριωδία ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες εν μέσω πολέμου κι όταν είχε πλέον εξαλειφθεί κάθε οργανωμένη αντίσταση.
Ο Φάλλαντα αφηγείται την ιστορία (βασισμένη σε πραγματικά περιστατικά) ενός ζευγαριού μεσήλικων γερμανών των Κβάγκελ που όταν μαθαίνουν ότι ο γιος τους σκοτώθηκε στο μέτωπο της Γαλλίας αποφασίζουν να κάνουν τη δικιά τους αντίσταση, δηλαδή να γράφουν κάρτες και γράμματα με μηνύματα ενάντια στο καθεστώς και να τα αφήνουν σε πολυσύχναστα κτίρια με την ελπίδα να βρουν μαζική απήχηση, ως τη στιγμή που συλλαμβάνονται, βασανίζονται, φυλακίζονται και τελικά εκτελούνται. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι απλοί άνθρωποι της εργατικής τάξης (ο Ότο Κβάγκελ δουλεύει σε εργοστάσιο που παράγει φέρετρα για το μέτωπο) που δεν είχαν σχέση με την πολιτική αποφασίζουν ότι οφείλουν να ταχθούν ενάντια στη βαρβαρότητα ακόμα κι αν ξέρουν πως αυτό θα σημάνει τη θανατική τους καταδίκη.
Ταυτόχρονα όμως ο συγγραφέας διηγείται μια σειρά από παράλληλες ιστορίες: των γειτόνων, των συγγενών, των διωκτών και των συγκρατούμενων των ηρώων του φτιάχνοντας έτσι ένα αντιπροσωπευτικό ψηφιδωτό της ναζιστικής κοινωνίας. Το βασικό χαρακτηριστικό της είναι ο φόβος. Κανείς δεν μπορεί να εμπιστευτεί τον διπλανό του, οποιοσδήποτε μπορεί να είναι χαφιές της Γκεστάπο και στην κοινωνία στρατόπεδο οι επιλογές σου είναι είτε να γίνεις ενεργό μέλος του ναζιστικού κόμματος με τα αντίστοιχα προνόμια, είτε να προσπαθήσεις να περάσεις απαρατήρητος... αν τα καταφέρεις. Δεν είναι τυχαίο πως μέσα σε αυτό το πλαίσιο αναδεικνύονται κάθε λογής τυχοδιώκτες και χαφιέδες που επιβιώνουν ως παράσιτα που είτε βάζουν στο μάτι την περιουσία της εβραίας γειτόνισσας για παράδειγμα, είτε εκβιάζουν και μηχανορραφούν συστηματικά. Το ναζιστικό Βερολίνο παρουσιάζεται γεμάτο αλκοολισμό, τζόγο, μορφίνη και πορνεία, η κοινωνία των Αρίων είναι μια σαπίλα.
Από την άλλη ο ίδιος ο μηχανισμός καταστολής περιγράφεται σε όλες τις πτυχές του. Από τον ρουφιάνο της διπλανής πόρτας, την Γκεστάπο και τα υπόγειά της, τις φυλακές, τα δικαστήρια και τα ψυχιατρεία, το ναζιστικό κράτος όχι μόνο καταπιέζει, αλλά κυριολεκτικά συνθλίβει κάθε αμφισβήτηση. Δεν είναι τυχαίο πως μαζί με τους Κβάγκελ διώκονται και τιμωρούνται όλοι οι συγγενείς και οι φίλοι τους. Ο Φάλαντα είναι πολύ καυστικός όταν επισημαίνει τον παραλογισμό "όταν ένας άντρας του εγκληματολογικού χτυπάει κάποιον με τον υποκόπανο του όπλου του και σχεδόν τον σκοτώνει, κι όταν ένας μεθυσμένος γιατρός αφήνει τον τραυματία να πεθάνει, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Όταν όμως ένας πάστορας δεν αποτρέπει μια αυτοκτονία, όταν αφήνει έναν κρατούμενο, που δεν επιτρέπεται να έχει πια προσωπική βούληση, να αποφασίσει μόνος του πως να πεθάνει, τότε πρόκειται για έγκλημα". Εδώ έχει σημασία να κάνουμε μια παρατήρηση. Ο συγγραφέας δεν περιγράφει μια κοινωνία που ο φασισμός έρχεται από τα κάτω, δεν είναι λίγο πολύ αντανάκλαση της ποιότητας των ανθρώπων "που τον εξέθρεψαν". Ίσα ίσα αυτό που περιγράφεται στο βιβλίο είναι μια συστηματική, ισοπεδωτική από τα πάνω επιβολή της πειθαρχίας και του φόβου που καταλήγει να αλλοτριώνει τις συνειδήσεις. Ο τρόπος λειτουργίας της Γκεστάπο, όπου οι κατώτεροι είναι αναλώσιμοι και αν δείξουν "ευαισθησία" τιμωρούνται είναι ενδεικτικός.
Ο Φάλαντα γράφει συνειδητά σε απλό ύφος, όπου δεν υπάρχουν οι μεγάλες και δύσκολες περιγραφές, αλλά κυριαρχεί η άμεση αφήγηση και η πολύ διεισδυτική αποτύπωση των χαρακτήρων, η πειστική ανάλυση των σκέψεων και των κινήτρων όλων των προσώπων, τα οποία δείχνουν ρεαλιστικά και ανθρώπινα. Γι’ αυτό και είναι πράγματι εντυπωσιακό πως ένα μυθιστόρημα που σύμφωνα με τα λόγια του συγγραφέα μοιάζει με "ζοφερό πίνακα" ("περισσότερο φως θα έμοιαζε με ψέμα") και που το τέλος της ιστορίας είναι λίγο πολύ προδιαγεγραμμένο, κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον των αναγνωστών ως την τελευταία στιγμή.
Ο συγγραφέας αφιερώνει το βιβλίο "στη ζωή, τη ζωή που θριαμβεύει μέσα από τα δάκρυα, την πείνα, τη δυστυχία και τον θάνατο" και το κάνει γράφοντας μια πολύ θλιβερή ιστορία. Δεν είναι τυχαίο ότι το συγκεκριμένο βιβλίο θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας αντιφασιστικής λογοτεχνίας. Αξίζει να το διαβάσει κανείς για να ανακαλύψει πως ακόμα και μέσα στο πιο μαύρο σκοτάδι μπορεί να υπάρξει αντίσταση και ελπίδα, κυρίως όμως γιατί ο ναζισμός δεν είναι ένα μουσειακό απολίθωμα του παρελθόντος, αλλά μια υπαρκτή απειλή στο σήμερα. Κάθε βιβλίο όπως το "Μόνος στο Βερολίνο" που περιγράφει τη φρίκη μιας τέτοιας κοινωνίας, είναι ένας ακόμη λόγος να παλέψουμε και να φωνάξουμε ακόμα πιο δυνατά: "Ποτέ ξανά!"

Τιμή 20€, 668 σελίδες
Εκδόσεις Πόλις

Σοσιαλισμός από τα Κάτω 

Βιβλίο: Ο εθνικισμός και η άνοδος της ακροδεξιάς / Άννα Φραγκουδάκη, εκδ. Αλεξάνδρεια

Θεσμικές αυταπάτες



γράφει η Μαργαρίτα Παπαμηνά*


 

Μετά την είσοδο της Χρυσής Αυγής στη Βουλή έχει ανοίξει μια πλατιά συζήτηση σχετικά με την άνοδο της ακροδεξιάς στην Ελλάδα, στην οποία φιλοδοξεί να συμβάλλει με το τελευταίο βιβλίο της η Άννα Φραγκουδάκη. Καταρχήν η συγγραφέας κάνει μια ενδελεχή ανάλυση των ακροδεξιών οργανώσεων στην Ελλάδα που ξεπέρασαν το όριο του 3% και μπήκαν στο κοινοβούλιο (ΛΑΟΣ, ΧΑ). Σωστά επισημαίνει ότι, παρόλο που οι δυο αυτές ακροδεξιές οργανώσεις ακολουθούν μεταξύ τους διαφορετικές τακτικές ως προς τις θέσεις, τους στόχους και την τοποθέτησή τους απέναντι στους κανόνες της κοινοβουλευτικής νομιμότητας, έχουν κοινή ιδεολογία που τη συνθέτει ο φανατικός εθνικισμός, ο αυταρχισμός, ο αντισημιτισμός και η ξενοφοβία. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό ότι η Φραγκουδάκη τοποθετεί ξεκάθαρα στο τόξο της ακροδεξιάς και το ΛΑΟΣ, αναφέροντας πληθώρα στοιχείων που εκφράζουν το ακραία εθνικιστικό και ρατσιστικό του πρόσωπο. Γυρίζει πίσω στη δεκαετία του ΄90 σε μια περίοδο όπου οι φασίστες, παρόλο που ήταν θλιβερή μειοψηφία, άρχισαν να απολαμβάνουν ιδιαίτερης προβολής από τα ΜΜΕ, ποντάροντας ιδιαίτερα στα εθνικά ζητήματα. Η μετατροπή τους σε «περιζήτητες τηλεπερσόνες», σε συνδυασμό με το ότι εκπρόσωποι όλων των πολιτικών κομμάτων τούς αποδέχτηκαν ως ισότιμους συνομιλητές, έδωσε χώρο και υπόσταση στους φασίστες.
Η είσοδος του ΛΑΟΣ στη Βουλή το 2007 νομιμοποίησε την ακροδεξιά και τράβηξε συνολικά το πολιτικό σκηνικό στα δεξιά, με αποκορύφωμα τη συμμετοχή του ΛΑΟΣ στην τριμερή κυβέρνηση του Λ. Παπαδήμου, όπου για πρώτη φορά στη Μεταπολίτευση φασίστες, όπως ο Βορίδης, γίνονται υπουργοί. Είναι προφανές ότι οι φασίστες του ΛΑΟΣ με τις γραβάτες έστρωσαν το δρόμο στους «λεβέντες με τις μαύρες μπλούζες» της Χρυσής Αυγής. Δίκαια, η συγγραφέας επισημαίνει ότι η ΧΑ είναι μια εγκληματική ναζιστική συμμορία, που εφαρμόζει τη χιτλερική θεωρία της κυριαρχίας στους δρόμους σαν προθάλαμο για την κυριαρχία της στο κράτος και χρησιμοποιεί τη βία ως κεντρική «πολιτική» της πρακτική.
Όμως, προχωρώντας την ανάλυση της η Φραγκουδάκη σχετικά με το ρατσισμό και τον εθνικισμό σαν αίτιες που οδήγησαν στην άνοδο της ακροδεξιάς, εμφανίζει αδυναμίες. Δεν θεωρεί ότι ο ρατσισμός αποτελεί βασική αιτία της ακροδεξιάς ανόδου. Η λανθασμένη της εκτίμηση απορρέει από το γεγονός ότι εστιάζει μόνο στην απουσία κρατικής μεταναστευτικής πολιτικής και εξαφανίζει την επιθετική ρατσιστική πολιτική που αποτελεί κεντρική επιλογή των κυβερνήσεων, ιδιαίτερα από το 2008 και μετά, τόσο στην Ελλάδα, όσο και πανευρωπαϊκά. Η πολιτική που κλείνει τους μετανάστες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης-κολαστήρια, που στήνει φράχτες στον Έβρο, που ενισχύει τη FRONTEX και οργανώνει επιχειρήσεις σκούπα, είναι αυτή που οπλίζει τα χέρια των νεοναζί της Χρυσής Αυγής. Ο ρατσισμός κατά των μεταναστών και ιδιαίτερα των μουσουλμάνων – και όχι τόσο ο αντισημιτισμός – είναι η αιχμή του δόρατος. Η ισλαμοφοβία, που αποτελεί πλέον τη βάση του κυρίαρχου ρατσιστικού λόγου, ανοίγοντας ξανά ζητήματα διακρίσεων με βάση το χρώμα και επαναφέροντας επιχειρήματα περί ανωτερότητας και κατωτερότητας των πολιτισμών, δεν αναφέρεται από τη Φραγκουδάκη, που μοιάζει να ξεχνά ότι αυτές οι θεωρίες δίνουν τροφή στους φασίστες.
Αντίθετα, τονίζεται περισσότερο ο εθνικισμός. Τον εμφανίζει, όμως, σαν κοινωνικό φαινόμενο και όχι σαν πολιτική στρατηγική της κυρίαρχης τάξης. Η άποψή της ότι ο «παραδοσιακός εθνικισμός» είναι σήμερα ανεπίκαιρος λόγω της παγκοσμιοποίησης και των υπερεθνικών πολιτικών θεσμών, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, έχει αποδειχτεί μύθος. Η εθνικιστική καμπάνια για το όνομα της Μακεδονίας το ’92, για παράδειγμα, ήταν μια πρωτοβουλία που ήρθε από τα πάνω για να εξυπηρετήσει στόχους, τόσο στην εξωτερική, όσο και στην εσωτερική πολιτική της χώρας, που φιλοδοξούσε να πάρει μέρος στη μοιρασιά, όχι μόνο της πρώην Γιουγκοσλαβίας, αλλά όλων των Βαλκανίων. Επιπλέον, χαρακτηριστική είναι η εθνικιστική πολιτική που έχει ακολουθηθεί από τις κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ σε ζητήματα που άπτονται των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στις άρχουσες τάξεις, που διεκδικούν τα δικά τους συμφέροντα στην περιοχή, έχει οδηγήσει τις δυο χώρες στα πρόθυρα πολέμου τρεις φορές (1976,1987,1996), αποδεικνύοντας ότι ο πόλεμος δεν αποτελεί μια ξεπερασμένη τακτική για τους καπιταλιστές, όπως θέλει να θεωρεί η συγγραφέας. Το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης ενίσχυσε τον εθνικισμό και τον έφερε πιο έντονα στο προσκήνιο. Άλλωστε, ο εθνικισμός – οικονομικός και πολιτικός – βρίσκεται διαρκώς στη φαρέτρα της άρχουσας τάξης, αποτελεί δομικό κομμάτι του καπιταλισμού και δεν σταμάτησε ποτέ να παίζει κεντρικό ρόλο στο εσωτερικό των χωρών, προκειμένου να εξαπατά την εργατική τάξη και να την πείθει ότι οι όποιες θυσίες γίνονται προς όφελος του εθνικού συμφέροντος.
Το βασικότερο όμως πρόβλημα, που εμφανίζει το βιβλίο της Φραγκουδάκη, ο αναγνώστης το συναντά στις αναφορές της σχετικά με το κίνημα και την Αριστερά, αφού σαν αιτία για την άνοδο της ακροδεξιάς θεωρεί την εμφάνιση ενός γενικευμένου καθεστώτος ανομίας με σημείο σταθμό την εξέγερση του Δεκέμβρη ‘08, επεκτείνοντας το στις απεργίες και στα κινήματα που ακολούθησαν, καθώς και στην αδιέξοδη, όπως καταλήγει, αντιμνημονιακή της πολιτική. Έτσι, αν και προσπαθεί να κρατήσει αποστάσεις από τη “θεωρία των δυο άκρων” καταλήγει να ενσωματώνει ακριβώς αυτό το σχήμα. Δεν ήταν οι πλατείες των αγανακτισμένων και οι ομαδικές μούντζες στη Βουλή αυτές που ζέσταναν το αυγό του ναζιστικού φιδιού, ούτε η Αριστερά επειδή είναι αντιμνημονιακή, αντι-ΕΕ και οργανώνει απεργίες. Έχοντας τέτοια εκτίμηση δεν είναι τυχαίο ότι το αντιφασιστικό κίνημα απουσιάζει εντελώς από το βιβλίο. Η παρατήρηση της Φραγκουδάκη ότι η βία της ΧΑ δεν καταδικάζεται από την πλειοψηφία της κοινωνίας ξεχνάει ότι οι φασιστικές επιθέσεις σε γειτονιές και οι προσπάθειες της ΧΑ να παρέμβει μέσα σε εργασιακούς χώρους έχουν ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων και έχουν δημιουργήσει ένα πλατύ αντιφασιστικό μέτωπο με τη συμμετοχή ευρύτερων κομματιών κόσμου, συνδικάτων και οργανωμένων πολιτικών χώρων σε όλη την Ελλάδα, από την Κρήτη μέχρι την Ξάνθη και από τη Μανωλάδα μέχρι τις συνοικίες της Αθήνας, με αποκορύφωμα την πανελλαδική και διεθνούς εμβέλειας κινητοποίηση «19 Γενάρη - Αθήνα Πόλη Αντιφασιστική».
Το πώς εκτιμά και με ποιά εργαλεία την αντικειμενική κατάσταση η Φραγκουδάκη έχει τεράστια επίπτωση στην πολιτική στρατηγική που προτείνει. Η ανάλυσή της χάνει το πραγματικό υποκείμενο που μπορεί να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση και την άνοδο της ακροδεξιάς και καταλήγει να βλέπει ως μόνη λύση μια «σοσιαλδημοκρατική ευρωπαϊκή πολιτική» στα πλαίσια της ΕΕ και της ΟΝΕ, ξεχνώντας πως οι θεσμοί του αστικού κράτους βρίσκονται σε πλήρη σύμπνοια με τις ανάγκες του κεφαλαίου και όχι της κοινωνίας. Η καπιταλιστική κρίση και η άνοδος της ακροδεξιάς δεν θα αντιμετωπιστούν με επικλήσεις στους θεσμούς αλλά με ενίσχυση του κινήματος, ανοίγοντας την αντικαπιταλιστική προοπτική και δυναμώνοντας το ενιαίο αντιφασιστικό μέτωπο. Μ` αυτή την έννοια το βιβλίο της Άννας Φραγκουδάκη σίγουρα είναι ένα χρήσιμο βιβλίο κυρίως, όμως, λόγω της ανάλυσης σχετικά με το ποια είναι η ακροδεξιά στην Ελλάδα και λιγότερο για τις απαντήσεις που έχει να προσφέρει στο κίνημα.

*δασκάλα, μέλος της ΚΕΕΡΦΑ Χανίων

Τιμή 15,98€, 278 σελίδες
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2013

περιοδικό Σοσιαλισμός από τα Κάτω 

Ιστορία: Ταϊλάνδη 1973: Έμπνευση για το Πολυτεχνείο

γράφει ο Νίκος Λούντος



Σε έναν από τους τοίχους της Αρχιτεκτονικής στη διάρκεια της κατάληψης το Νοέμβρη του ’73, το σύνθημα έγραφε απλώς: «Ταϊλάνδη». Από μόνη της η αναφορά στη χώρα της μακρινής Ανατολής σήμαινε την ελπίδα ότι ο ξεσηκωμός του Νοέμβρη μπορούσε να ρίξει τη χούντα. Ένα μήνα νωρίτερα, στα μέσα Οκτώβρη, μια εξέγερση στην Μπανγκόκ, την πρωτεύουσα της Ταϊλάνδης, με τους φοιτητές στην πρώτη γραμμή, είχε αναγκάσει το στρατό να κάνει στην άκρη ανοίγοντας το δρόμο για τη δημοκρατία, 16 χρόνια μετά το πραξικόπημα. Η Ταϊλάνδη έστελνε το μήνυμα ότι και οι πιο σκληρές χούντες μπορούν να λυγίσουν μπροστά στη μαζική κινητοποίηση.
Ο στρατός είχε τον έλεγχο στην πολιτική της Ταϊλάνδης από το 1932. Στην «επανάσταση του 1932» ο στρατός ψαλίδισε τις εξουσίες του βασιλιά και άνοιξε το δρόμο για την ανάπτυξη του καπιταλισμού στη χώρα. Από το 1957 μια στρατιωτική κυβέρνηση πήρε άμεσα στα χέρια της την εξουσία. Όλα τα πολιτικά κόμματα απαγορεύτηκαν, επιβλήθηκε λογοκρισία σε όλα τα έντυπα, έγιναν μαζικές συλλήψεις και η καταστολή κάθε κινητοποίησης έγινε ο κανόνας. Ο στρατάρχης Σαρίτ που αυτοχρίστηκε πρωθυπουργός, στην προσπάθειά του να βρει στήριγμα στην εξουσία του, παραχώρησε στο βασιλιά πολλά από τα τελετουργικά προνόμια που είχε χάσει. Ο βασιλιάς θα απένειμε προσωπικά τα πτυχία στους φοιτητές, ενώ στο χαιρετισμό μπροστά στη βασιλική οικογένεια έπρεπε να ακουμπήσεις το κεφάλι στο έδαφος. Όταν ο Σαρίτ πέθανε το 1963, η χούντα συνέχισε την εξουσία της με επικεφαλής το στρατάρχη Θανόμ. Η εξουσία του στρατού και η καταστολή κάθε αντιπολίτευσης γινόταν στο όνομα της προστασίας της ανάπτυξης. Και πράγματι ανάπτυξη υπήρξε. Η Ταϊλάνδη μέσα στις μεταπολεμικές δεκαετίες της οικονομικής άνθησης, το ΄50 και το ΄60, είχε το επιπλέον «προνόμιο» να μπορεί να εκμεταλλευτεί τους πολέμους που γίνονταν στη γειτονιά της, όντας έξω από αυτούς, τόσο τον πόλεμο της Κορέας όσο και του Βιετνάμ που στη συνέχεια επεκτάθηκε στην Καμπότζη και το Λάος, χώρες με τις οποίες συνορεύει. Το 1973, οι ΗΠΑ είχαν 12 βάσεις στη χώρα, με 550 πολεμικά αεροσκάφη και χιλιάδες στρατεύματα για τους πολέμους στην περιοχή. Μπορεί πολύς κόσμος να εξοργιζόταν με το «κράτος εν κράτει» των Αμερικάνων, αλλά για τη χούντα της Ταϊλάνδης, όπως και για την άρχουσα τάξη της χώρας συνολικά, όλα αυτά σήμαιναν ευκαιρίες για μπίζνες.
Η ανάπτυξη όμως σήμανε ταυτόχρονα δυνάμωμα της εργατικής τάξης και των αγώνων. Ο εργατικός πληθυσμός είχε αυξηθεί κατακόρυφα μέσα σε αυτές τις δεκαετίες. Με τα συνδικάτα παροπλισμένα, οι συνθήκες εργασίας και οι μισθοί ήταν στο έλεος των αφεντικών. Τη δεκαετία του ’70 ο πληθωρισμός άρχισε να τρώει ταχύτατα τα όποια εξασφαλισμένα μεροκάματα. Είχαν ήδη αρχίσει να ξεσπάνε, παράνομες φυσικά, απεργίες. Αλλά όσο πλησιάζαμε προς την εξέγερση του 1973, ο ρυθμός και η ένταση δυνάμωναν. Τους πρώτους εννιά μήνες του χρόνου έγιναν 40 απεργίες. Ανάμεσά τους, η απεργία στη Χαλυβουργία κράτησε ένα μήνα και κατάφερε να κερδίσει ξεσηκώνοντας τη συμπαράσταση πολλών άλλων κλάδων.
Δεν ήταν μόνο η εργατική τάξη που είχε πολλαπλασιαστεί. Το ίδιο είχε γίνει και με τους φοιτητές. Η ανάπτυξη απαιτούσε μεγαλύτερο όγκο μορφωμένων και ειδικευμένων εργατών. Οι 15.000 φοιτητές του 1961 είχαν γίνει 50.000 το 1972. Για πρώτη φορά, παιδιά της εργατικής τάξης βρίσκουν μια θέση στο πανεπιστήμιο. Χωρίς καμιά προηγούμενη παράδοση φοιτητικού κινήματος στη χώρα, τη δεκαετία του ’60 εμφανίζονται οι πρώτοι ριζοσπαστικοί σύλλογοι, έντυπα που δείχνουν προσανατολισμό προς τ' Αριστερά.

Βιετνάμ

 

Το 1968 έρχεται να δυναμώσει αυτή την τάση. Τα γεγονότα του Παρισιού και οι επόμενες εξεγέρσεις που απλώθηκαν σε ολόκληρο τον κόσμο βρίσκουν ανταπόκριση στη νεολαία της Ταϊλάνδης. Αν ο πόλεμος του Βιετνάμ καταφέρνει να ξεσηκώσει τους αμερικάνους φοιτητές, οι φοιτητές της Ταϊλάνδης ξέρουν ακόμη καλύτερα τι σημαίνει η βαρβαρότητα που εξελίσσεται πέρα από τα ανατολικά τους σύνορα. Το 1972 οι φοιτητές θα ηγηθούν ενός μαζικού μποϊκοτάζ των γιαπωνέζικων προϊόντων στα πλαίσια μιας καμπάνιας ενάντια στον ξένο έλεγχο πάνω στην οικονομία.
Η φοιτητική ριζοσπαστικοποίηση θα πάρει διάφορες μορφές αλλά θα καθοριστεί από την κυριαρχία των σταλινικών και μαοϊκών ιδεών. Για παράδειγμα, μια από τις πιο μαζικές μορφές που παίρνει είναι η συμμετοχή φοιτητών σε καταυλισμούς «ανάπτυξης», δουλεύοντας στην ύπαιθρο. Η προσωπική επαφή με την ύπαιθρο και τη φτώχεια των αγροτών έμοιαζε με μεγάλο βήμα πολιτικοποίησης και δράσης. Το 1971, τρεισίμιση χιλιάδες φοιτητές είχαν πάρει μέρος σε πάνω από 60 καταυλισμούς. Όμως, η φοιτητική δράση δεν περιορίζεται στη «φυγή προς τα χωράφια». Μέσα στην Μπανγκόκ, το φοιτητικό κίνημα δίνει μάχη ενάντια στις αυξήσεις στα εισιτήρια των λεωφορείων.
Η χούντα έχει πρόβλημα να αντιμετωπίσει τη ριζοσπαστικοποίηση των φοιτητών και σε πολλές περιπτώσεις κάνει βήματα πίσω. Τον Ιούνη του ΄73, ο πρύτανης ενός από τα καινούργια Πανεπιστήμια αναγκάζεται να παραιτηθεί, αφού προηγουμένως είχε επιχειρήσει να αποβάλει έναν φοιτητή που δημοσίευσε μια αντιδικτατορική παμφλέτα.
Τον Οκτώβρη της ίδιας χρονιάς ο στρατός δοκίμασε να παίξει το χαρτί της πυγμής. 'Εντεκα πανεπιστημιακοί και φοιτητές συλλαμβάνονται επειδή μοίραζαν φυλλάδια που απαιτούσαν δημοκρατικό σύνταγμα. Σε υπεράσπισή τους ξεσπάνε οι πρώτες μεγάλες διαδηλώσεις. Η χούντα κάνει την επιλογή να στείλει φαντάρους και τανκς, ανοίγοντας πυρ κατά των φοιτητών. Το αποτέλεσμα ήταν οι φοιτητικές διαδηλώσεις να μετατραπούν σε μαζική εξέγερση. Ο κόσμος που πήγαινε στη δουλειά του με το λεωφορείο κατέβαινε στο μέσο της διαδρομής για να ενωθεί με τις διαδηλώσεις. Οι δυνάμεις καταστολής φάνηκαν απροετοίμαστες για μια τέτοια αντίσταση. Οχήματα του στρατού και πυροσβεστικά πέρασαν στα χέρια των φοιτητών. Κυβερνητικά κτίρια δέχθηκαν επίθεση και άρχισαν να φλέγονται. Με τη βενζίνη από τα «κατασχεμένα» οχήματα πυρπολήθηκαν κάποια από τα πιο μισητά αστυνομικά τμήματα.
Όσο το κίνημα παρέμενε στενά φοιτητικό, ο βασιλιάς πίστευε πως μπορούσε να παίξει το παιχνίδι του «ρυθμιστή», κλείνοντας το μάτι στους διαδηλωτές με δηλώσεις κατά της υπερβολικής βίας του κράτους, ενώ ταυτόχρονα τους καλούσε σε υποχώρηση. Κάποιοι από τους ηγέτες των φοιτητών που είχαν αυταπάτες για το ρόλο του βασιλιά, του ζήτησαν τη συμβουλή του και ξαφνιάστηκαν όταν τους είπε να γυρίσουν σπίτια τους και να αφήσουν την πολιτική για τους «μεγάλους». Ορισμένοι δέχθηκαν τη «συμβουλή» και κάλεσαν σε υποχώρηση. Όμως, το κίνημα είχε πλέον αγκαλιάσει την εργατική τάξη που έβλεπε στην εξέγερση μια ευκαιρία να πάρει την εκδίκησή της για τις πικρές μάχες των τελευταίων χρόνων. Στην κορύφωση των γεγονότων στις 13 Οκτώβρη, μισό εκατομμύριο άνθρωποι διαδήλωναν στο κέντρο της Μπανγκόκ, μοιάζοντας να αδιαφορούν για την αγριότητα της καταστολής. Ο βασιλιάς αναγκάστηκε να αλλάξει γραμμή δείχνοντας στη χούντα την πόρτα της εξόδου. Έδωσε την εξουσία σε μια νέα κυβέρνηση που υποσχέθηκε σύνταγμα και εκλογές. Ήταν ο φόβος της άρχουσας τάξης μπροστά στο τι θα σήμαινε ένας ακόμη μεγαλύτερος ξεσηκωμός που οδήγησε σε αυτή την επιλογή.

Εξαφανίστηκαν

 

Για τους απλούς ανθρώπους, οι εξελίξεις ήταν ένας θρίαμβος. Την επόμενη μέρα όλοι οι ένστολοι είχαν εξαφανιστεί από τους δρόμους. Ο κόσμος βγήκε από τα σπίτια του και άρχιζε να καθαρίζει την πόλη μιας και οι αρχές δεν ήταν πρόθυμες για κάτι τέτοιο. Αντίθετα με τις ελπίδες του βασιλιά, οι υποσχέσεις για δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις δεν έβαλαν τέλος στους αγώνες. Το αντίθετο. Φάνηκε πως πίσω από τα δημοκρατικά αιτήματα, το πραγματικό ζητούμενο ήταν η κοινωνική δικαιοσύνη. Μέσα στους δύο μήνες μετά την εξέγερση η νέα κυβέρνηση αντιμετώπισε 300 εργατικές απεργίες. Έκανε την εμφάνισή του ένας νέος νομιμοποιημένος συνδικαλισμός. Το φοιτητικό κίνημα έζησε μια άνοιξη με συλλόγους, συνελεύσεις και πολιτικές παρατάξεις να ξεπηδάνε. Την Πρωτομαγιά του 1975 διαδηλώνει ένα εκατομμύριο. Στις εκλογές εκείνης της χρονιάς τα αριστερά κόμματα που επανεμφανίζονται μετά τη χούντα παίρνουν 14,4%. Ένα χρόνο αργότερα, μισό εκατομμύριο εργάτες συμμετέχουν στη γενική απεργία ενάντια στην ακρίβεια. Στην ύπαιθρο οι αγώνες αποκτάνε πιο οργανωμένη μορφή, με τους αγρότες σε κάθε ευκαιρία να μετακινούνται στην πρωτεύουσα για διαδηλώσεις ώστε να γίνεται ο αγώνας τους πολιτικό γεγονός.
Η άρχουσα τάξη της Ταϊλάνδης χρειάστηκε να ξανακαταφύγει στο μακελειό τον Οκτώβρη του 1976, με το στρατό μαζί με φασιστικές ομάδες να ανοίγουν μαζί πυρ κατά φοιτητικών και εργατικών συγκεντρώσεων, ώστε να καταφέρει να καθυποτάξει το κύμα της ριζοσπαστικοποίησης. Μια νέα χούντα επιβλήθηκε για να πάρει πίσω όσα κερδήθηκαν στη σύντομη μεταπολίτευση του ’74 - ’76. Η σταλινική Αριστερά είχε υποτιμήσει τις πόλεις και έστελνε τους αγωνιστές την ύπαιθρο για να «περικυκλώσουν» το σύστημα. Όμως η Μπανγκόκ ήταν το επίκεντρο της εξέγερσης το ΄73 και ακριβώς εκεί ήταν που η εργατική τάξη βρέθηκε ανυπεράσπιστη μπροστά στην άγρια καταστολή.

Εργατική Αλληλεγγύη 

Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

Το Ποίημα της Εβδομάδας: Πόλις, Χ.Φ. Λάβκραφτ (20/8/1890-15/3/1937)




ΠΟΛΙΣ

Ήταν χρυσή κι εκθαμβωτική,
εκείνη η Πόλη του φωτός·
ένα όραμα αιωρήθηκε
στης νύχτας το βαθύ·
μια περιοχή κάλους και δόξας,
           με ναούς από μάρμαρο λευκό.

Ενθυμούμαι την εποχή
καθώς ξημέρωνε στα μάτια μου·
ο παράφρων καιρός του παραλογισμού,
οι ημέρες που μουδιάζουν το μυαλό,
όταν ο χειμώνας λευκοντυμένος και φρικαλέος,
           εφορμά με μανία για να βασανίσει.

Ομορφότερη απ’ τη Σιών
έλαμπε στον ουρανό,
όταν οι ακτίνες του Ωρίωνα
σκιάσαν τα μάτια μου,
φέρνοντας ύπνο γεμάτο αμυδρές αναμνήσεις
           στιγμών θολών και περασμένων.

Τ’ αρχοντικά της ήταν μεγαλοπρεπή,
με γλυπτά δουλεμένα υπέροχα,
υψωμένα αγέρωχα,
σε σπάνια ξαναϊδωμένα αίθρια.
Οι κήποι, ευωδιαστοί και φωτεινοί,
           με περίεργα θαύματα ν’ ανθίζουν μέσα τους.

Οι λεωφόροι με παρέσυραν
με τις πανέμορφές τους θέες·
σιγουρεύτηκα από τις ψηλές αψίδες
πως κάποτε
είχα περιπλανηθεί εκστασιασμένος από κάτω τους
           απολαμβάνοντας την ευδία.

Στις πλατείες στεκόταν
μια σκαλιστή συστοιχία·
με γενειάδες μακριές, επιβλητικοί,
σοβαροί άντρες στις μέρες τους –
μονάχα ένας στεκόταν διαλυμένος, σπασμένος,
           το γενειοφόρο του πρόσωπο αποκολλημένο.

Στην αστραφτερή πόλη
κανένα θνητό δεν είδα,
αλλά η φαντασία μου, επιεικής
στης μνήμης τον νόμο,
προχώρησε αργά προς τις μορφές των πλατειών
           κι αντέδρασε στα πέτρινα χαρακτηριστικά με δέος.

Απέβαλα το θολερό κάρβουνο
που στο μυαλό μου πυρακτωνόταν
και πάσχισα να θυμηθώ
τους περασμένους αιώνες·
να περιπλανηθώ στην αιωνιότητα ελεύθερα,
           επισκεπτόμενος του παρελθόντος τ’ απεριόριστο.

Τότε η τρομερή προειδοποίηση
στην ψυχή μου επιταχύνθηκε,
όπως το δυσοίωνο πρωινό
που ανατέλλει κοκκινωπό
και πανικόβλητος ξέφυγα απ’ τη γνώση  των τρόμων
           του παρελθόντος που περιμένουν ξεχασμένοι και νεκροί.


πηγή: Βακχικόν 

Μεταφράζει ο Αναστάσιος Δρακόπουλος

βιογραφία
 

Κατερίνα Γώγου (1940-1993)






γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης

«Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια
Στο μυαλό είναι ο Στόχος, το νου σου ε;»


Γνωρίσαμε την Κατερίνα Γώγου μέσα από τις ταινίες του παλιού ασπρόμαυρου εμπορικού κινηματογράφου, που οι στερεότυποι ρόλοι της εποχής της έδιναν πάντα τον ρόλο της ξεπεταγμένης, μοντέρνας και "επαναστάτριας" κόρης.... Δεν ήταν η Φίρμα του συστήματος της εποχής, ούτε έπαιζε με τους πολύφερνους γαμπρούς της τότε "σόου μπιζ" αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι στην πορεία των χρόνων δεν έκανε αξιόλογη πορεία σε σοβαρότερες και πραγματικά "κινηματογραφικές", αν μπορούμε να το πούμε έτσι, ταινίες - ο ρόλος της αδελφής του Θανάση Βέγγου στο φίλμ "Τί έκανες στον πόλεμο Θανάση" του Ντίνου Κατσουρίδη, είναι ενδεικτικός. Βραβεύτηκε στην ταινία "Το βαρύ πεπόνι" με το βραβείο Α' γυναικείου ρόλου (Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης - 1977).
Πόσοι όμως γνωρίζουν ότι ήταν και μια ποίητρια που σημάδεψε με την παρουσία της μια ολόκληρη εποχή παρέα με τους μακαρίτες Άσιμο και Σιδηρόπουλο, που έκφρασε την ηττημένη δεκαετία μετά την αυταπάτη της επαναφοράς της δημοκρατίας και τα αποτελέσματα της απογοήτευσης που έφερε η επίσημη Αριστερά στο σύνολο του εργατικού κινήματος του τόπου μας.  Η Κατερίνα Γώγου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1940 και έφυγε με τον τρόπο των ηρώων από τη ζωή το 1993. Ήταν 53 ετών.

η ποιήτρια Κατερίνα Γώγου


   Την εποχή εκείνη που οι ποιητές είτε προτιμούσαν τη σιωπή (Αναγνωστάκης), είτε είχαν επαναπαυθεί στις δάφνες τους υποτιμώντας τον κόσμο και τη μεγαλοφυία τους η Γώγου με πόνο ψυχής έφτιαξε γνήσια υπαρξιακή ποίηση που το ήθελε αλλά δεν μπορούσε να είναι επαναστατική... Είναι η ποίηση της κοινωνικής και προσωπικής απόγνωσης αλλά και της γνώσης ότι οι βάρβαροι είναι ήδη εδώ και πρέπει να αγωνιστούμε ενάντια στην απαλλοτρίωση ψυχής και κοινωνίας που πρεσβεύουν...

25 ΜΑΪΟΥ

Ένα πρωί θ' ανοίξω την πόρτα
και θα βγω στους δρόμους
όπως και χτες.
Και δεν θα συλλογιέμαι παρά
ένα κομμάτι από τον πατέρα
κι ένα κομμάτι από τη θάλασσα
-αυτά που μ' άφησαν-
και την πόλη. Την πόλη που τη σάπισαν.
Και τους φίλους μας που χάθηκαν.
Ένα πρωί θα ανοίξω την πόρτα
ίσα ολόισα στη φωτιά
και θα μπω όπως και χτες
φωνάζοντας "φασίστες!!"
στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες
μ' ένα κόκκινο λάβαρο
ψηλά να γυαλίζει στον ήλιο.
Θ' ανοίξω την πόρτα
και είναι -όχι πως φοβάμαι-
μα να, θέλω να σου πω, πως δεν πρόλαβα
και πως εσύ πρέπει να μάθεις
να μην κατεβαίνεις στο δρόμο
χωρίς όπλα όπως εγώ
- γιατί εγώ δεν πρόλαβα-
γιατί τότε θα χαθείς όπως και εγώ
"έτσι" "αόριστα"
σπασμένη σε κομματάκια
από θάλασσα, χρόνια παιδικά
και κόκκινα λάβαρα.
Ένα πρωί θ' ανοίξω την πόρτα
και θα χαθώ
με τ΄όνειρο της επανάστασης
μες την απέραντη μοναξιά
των δρόμων που θα καίγονται,
μες την απέραντη μοναξιά
των χάρτινων οδοφραγμάτων
με το χαρακτηρισμό -μην τους πιστέψεις!-
Προβοκάτορας.




 Η Ποίηση της Καυτερίνας Γώγου είναι τόσο επίκαιρη που ο καθένας μας, αναγνωρίζει σε αυτήν τον δικό του προβληματισμό, την δική του αγωνία που βρίσκεται και σε άμεση συνάρτηση με το κοινωνικό περιβάλλον και τις ανάγκες της εποχής μας...

Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ
είναι μη γίνω "ποιητής"
Μην κλειστό στο δωμάτιο
ν' αγναντεύω τη θάλασσα
κι απολησμονήσω.
Μην κλείσουνε τα ράμματα στις φλέβες μου
κι από θολές αναμνήσεις και ειδήσεις της ΕΡΤ
μαυρίζω χαρτιά και πλασάρω απόψεις.
Μη με αποδεχτεί η ράτσα που μας έλειωσε
για να με χρησιμοποιήσει.
Μη γίνουνε τα ουρλιαχτά μου μουρμούρισμα
για να κοιμίζω τους δικούς μου.
Μη μάθω μέτρο και τεχνική
και κλειστώ μέσα σε αυτά
για να με τραγουδήσουν.
Μην πάρω κιάλια για να φέρω πιο κοντά
τις δολιοφθορές που δεν θα παίρνω μέρος
μη με πιάσουν στην κούραση
παπάδες και ακαδημαϊκοί
και πουστέψω
Έχουν όλους τους τρόπους αυτοί
και την καθημερινότητα που συνηθίζεις
σκυλιά μας έχουν κάνει
να ντρεπόμαστε για την αργία
περήφανοι για την ανεργία
Έτσι είναι.
Μας περιμένουν στη γωνία
καλοί ψυχίατροι και κακοί αστυνόμοι.
Ο Μάρξ...
τον φοβάμαι
το μυαλό μου τον δρασκελάει και αυτόν
αυτοί οι αλήτες φταίνε
δεν μπορώ γαμώτο να τελειώσω αυτό το γραφτό
μπορεί...ε;...μίαν άλλη μέρα...



ΜΑΥΡΑ ΠΟΥΛΙΑ

Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών
Εξάρχεια Πατήσια Μεταξουργείο Μετς.
Κάνουν ό,τι λάχει.
Πλασιέ τσελεμεντέδων και εγκυκλοπαιδειών
φτιάχνουν δρόμους και ενώνουν ερήμους
διερμηνείς σε καμπαρέ της Ζήνωνος
επαγγελματίες επαναστάτες
παλιά τους στρίμωξαν και τα κατέβασαν
τώρα παίρνουν χάπια και οινόπνευμα να κοιμηθούν
αλλά βλέπουν όνειρα και δεν κοιμούνται.
Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα
στις ταράτσες παλιών σπιτιών
Εξάρχεια Βικτώρια Κουκάκι Γκύζη.
Πάνω τους έχετε καρφώσει εκατομμύρια σιδερένια μανταλάκια
τις ενοχές σας αποφάσεις συνεδρίων δανεικά φουστάνια
σημάδια από καύτρες περίεργες ημικρανίες
απειλητικές σιωπές κολπίτιδες
ερωτεύονται ομοφυλόφιλους
τριχομονάδες καθυστέρηση
το τηλέφωνο το τηλέφωνο το τηλέφωνο
σπασμένα γυαλιά το ασθενοφόρο κανείς.
Κάνουν ό,τι λάχει.
Ταξιδεύουν οι φίλοι μου
γιατί δεν τους αφήσατε σπιθαμή για σπιθαμή.
Όλοι οι φίλοι μου ζωγραφίζουνε με μαύρο χρώμα
γιατί τους ρημάξατε το κόκκινο
γράφουνε σε συνθηματική γλώσσα
γιατί η δική σας μόνο για γλύψιμο κάνει.
Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά και σύρματα
στα χέρια σας. Στο λαιμό σας.
Οι φίλοι μου.

(συλλογή «Τρία Κλικ Αριστερά» διασκευή Magic de Spell)

Αξίζει να σημειωθεί ότι το έργο της αποτελεί σκληρό ύμνο για τον μοναχικό άνθρωπο της πόλης καθώς και στον ιδιόμορφο αγώνα που επιτελεί μέσα σε ένα σύστημα που καταρρέει, μια μάχη ατομική-συλλογική σε έναν τόπο που όσο και να το θέλουν δεν χάνει την ιστορική και προπαντώς, ταξική του μνήμη.
Δεν είναι τυχαίο που ανακαλύπτουμε ξανά την Γώγου, αυτή τη φορά υπό το καινούργιο πρίσμα της ελπίδας και των αγώνων ως μια σοφή φωνή που μας προειδοποιεί να μην ξεχάσουμε την ιστορική μας ευκαιρία για αληθινή ελευθερία...


-εργογραφία-
  • Tρία κλίκ αριστερά "1978,
  • "Ιδιώνυμο"1980,
  • "Το Ξύλινο Πάλτο"1982,
  • "Απόντες"1986,
  • "Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών"1988,
  • "Νόστος"1990.



-σημείωση-

Όλα τα βιβλία της – εκτός από ένα (Νέα Σύνορα) – κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.