Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

Eίναι διαφορετική η Kούβα;

Από το αρχείο του περιοδικού Σοσιαλισμός από τα κάτω, No 63, Μάης-Ιούνης 2007.

Tμήματα της Aριστεράς συνεχίζουν (και μετά τον θάνατο του Φιντέλ Κάστρο) να προτείνουν το μοντέλο της Kούβας σαν το μοντέλο για την προοπτική του κινήματος. O Νίκος Λούντος εξηγεί το χαρακτήρα του καθεστώτος του Kάστρο και προτείνει μια διαφορετική προοπτική.



Το καθεστώς της Κούβας και οι προοπτικές του έχουν ξαναέλθει στην επικαιρότητα. Η άσχημη κατάσταση της υγείας του Φιντέλ Κάστρο, ο οποίος πλησιάζει στα 80α του γενέθλια, τον οδήγησε να βγει για ένα ολόκληρο διάστημα απο το προσκήνιο και να αναθέσει την ηγεσία στον αδελφό του, Ραούλ. Ενα τέλος εποχής αντικειμενικά πλησιάζει. Ο σημαντικότερος λόγος που αξίζει όμως να ασχοληθεί κανείς με την Κούβα είναι ότι οι ριζοσπαστικές αλλαγές στη Βενεζουέλα και στη Βολιβία αλλά και τα συνολικότερα προχωρήματα του κινήματος έχουν επαναφέρει σε πρώτο πλάνο τη συζήτηση για τη στρατηγική. Πώς αλλάζουμε τον κόσμο και τι κοινωνία θέλουμε να φτιάξουμε; Αυτή η συζήτηση στη Λατινική Αμερική περνάει αναγκαστικά “μέσω Αβάνας”. Ενα μεγάλο κομμάτι της λατινοαμερικάνικης αλλά και της παγκόσμιας αριστεράς καθορίστηκε από την κουβανέζικη επανάσταση και κάποιοι ακόμη την προτείνουν ως μοντέλο. Στο άρθρο αυτό προσπαθώ να εξηγήσω γιατί το παράδειγμα της Κούβας δεν είναι βοήθεια για τους επαναστάτες σήμερα αλλά ίσα ίσα δημιουργεί προβλήματα στα πραγματικά διλήμματα που ανοίγει η συζήτηση για τον “Σοσιαλισμό του 21ου αιώνα”.


Για να κρίνουμε και να δούμε τι μπορούμε να διδαχθούμε από την κουβανέζικη επανάσταση του 1959 χρειάζεται να απαντήσουμε σε τρία ερωτήματα. Πρώτον, ποια είναι η φύση της επανάστασης του 1959, δηλαδή πώς, τι και γιατί έγινε; Δεύτερον τι κατάφερε; Τρίτον, γιατί δεν κατάφερε αυτά που οραματιζόταν;


Στο πρώτο ερώτημα, χρειάζεται να ξεκινήσει κανείς όχι από το 1956 οπότε έκαναν την απόβασή τους στην Κούβα οι αντάρτες του Κάστρο, αλλά από το 1933. Η πολιτική αστάθεια που άνοιξε στη δεκαετία του '30 δεν εκλεισε παρά με την σταθεροποίηση του καθεστώτος Κάστρο.


Αντίθετα με τη συνηθισμένη εντύπωση, η Κούβα δεν ήταν ποτέ μια υπανάπτυκτη χώρα της Καραϊβικής. Οι πρώτες δύο, τρεις δεκαετίες του 20ου αιώνα την είχαν οδηγήσει το 1925 να έχει τις περισσότερες αμερικάνικες επενδύσεις από κάθε άλλη λατινοαμερικάνικη χώρα. Η επέκταση των φυτειών του ζαχαροκάλαμου είχε οδηγήσει σε ανάπτυξη και η Κούβα δεχόταν μετανάστες από την Ευρώπη με ρυθμό που ανταγωνιζόταν μόνο το νότιο άκρο της Λατινικής Αμερικής, Αργεντινή και Ουρουγουάη. Η Κούβα δεν ήταν “μπανανία”, διότι το ζαχαροκάλαμο δεν εξαγόταν απλά ως πρώτη ύλη. Τα εργοστάσια επεξεργασίας και παρασκευής ζάχαρης ήταν κι αυτά στην Κούβα και γύρω από αυτά υπήρχε το οδικό δίκτυο, ο σιδηρόδρομος και ό,τι άλλο συνεπάγεται αυτή η ανάπτυξη. Ηταν η πρώτη χώρα της Λατινικής Αμερικής που απέκτησε τηλεφωνικό δίκτυο και διεθνές αεροδρόμιο. Μια εφημερίδα του 1918 περηφανευόταν για το “ασύγκριτο κλίμα του νησιού, το επίπεδο υγείας (μόνο η Αυστραλία έχει καλύτερο επίπεδο θνησιμότητας από όλους τους λαούς του πλανήτη), εξαιρετικά σχολεία, χαμηλό αναλφαβητισμό και διεθνές εμπόριο σε έκρηξη” 
διαβάστε ολόκληρο το άρθρο εδώ

Chris Harman: Cuba behind the myths

 

Issue: 111

Chris Harman

A review of Sam Farber, The Origins of the Cuban Revolution Reconsidered (University of North Carolina Press, 2006), £36.50, and Richard Gott, Cuba: A New History (Yale, Nota Bene series, 2005), £9.99
One side-effect of the current upsurge of struggle in Latin America has been to focus attention once more on Cuba. Castro’s name is bracketed with those of Chavez and Morales, and the island is still seen as a model for much of the Latin American left. Even those who are critical of the Stalinism which passed away with the collapse of the USSR usually still speak of Cuban socialism, and few of those who are marching behind red banners on the streets of Caracas or La Paz are happy to hear critical remarks about Cuban society.
Yet there is also a sense of the need to go beyond Cuba. Talk of ‘socialism of the 21st century’ involves aiming for things not achieved by any of the societies of the 20th century still (mistakenly in my view) referred to almost universally as ‘actually existing socialism’. When the need for democracy and participation is added to this, there is often an at least implied desire to achieve something not existing in Cuba. But how can this something extra be achieved? What needs to be done that was not done in Cuba?
It is impossible to answer any of these questions without looking once again at the revolution of new year 1959.

These two new books provide a useful introduction for anyone wanting to do so.

The authors approach Cuba from rather different angles. Richard Gott’s book is an outline history of Cuba from the Spanish settlement 500 years ago to the present; Sam Farber is concerned with the forces leading to the revolution of January 1959 and developments in its first couple of years. Their political approaches are also distinct. Gott is an honest supporter not only of the revolution but of the Castro regime, willing to admit to its faults (unlike many Cuba enthusiasts), but still, as a socialism-from-above man, with considerable faith in Castro’s politics. By contrast, Farber is a Cuban exile of an unusual sort, a revolutionary socialist Cuban exile. He is someone who has been critical of the Cuban regime at the same time as trying to advance the various struggles against capitalism in the US, where he has lived since the early 1960s. He wrote his first analysis of the revolution in this journal in 1961 under the title ‘Yanqui No, Castro No, Cuba Si’1 (and then engaged in a polemic with Tony Cliff who objected to treating Castro as an enemy in the same league as US imperialism)2. His work therefore complements the out of print writings of opponents of imperialism like K S Karol3 and René Dumont4 who went to Cuba as enthusiasts during the revolution’s first decade and returned considerably disillusioned.

Farber argues that the revolution could occur because the dictator Batista had lost the support not only of the workers and peasants but also of most of the bourgeoisie, leading his army to collapse in the face of a small rebel force. The great mass of people supported the new government because it gave them positive reforms, and it was this which prevented its overthrow by supporters of imperialism and enabled it to take the major means of production under its control. But the government was not based on the workers and peasants: the command posts in the rebel army were held by ‘declassés’ members of the petty bourgeoisie and at no point were democratic organs of genuine popular power established in which the workers and peasants could debate and decide upon the great questions of state. Such discussion was confined to the inner ranks of the regime itself.

All these points are relevant today because there are those in Venezuela and Bolivia who would see the revolutionary processes there occurring along similar lines, through control of the state from above with workers and peasants at best ‘participating’ but not controlling. This seems to be the advice Cuban advisers are giving to Chavez—although usually adding that ‘Venezuela cannot be Cuba’, in that control of the state must be achieved through the mechanisms of bourgeois democracy and most industry can be left in private hands. What matters, despite these differences, is that change takes place from the top down. But what created the conditions in which such change could happen in Cuba? Can they be replicated elsewhere?

περισσότερα / more: International Socialism

Ο Τσε Γκεβάρα και η Επανάσταση στην Κούβα (β' έκδοση)


Οι εργάτες και οι αγρότες στη Βραζιλία, στην Αργεντινή, στη Βενεζουέλα, όταν βγαίνουν στους δρόμους σήμερα κρατούν στα χέρια τους πλακάτ με τη φωτογραφία του Τσε Γκεβάρα. Η εικόνα του Τσε είναι παρούσα σε κάθε αντιπολεμική και αντικαπιταλιστική κινητοποίηση - στις σημαίες, τα μαντήλια και τις μπλούζες των διαδηλωτών στο Σιάτλ και τη Νέα Υόρκη, το Λονδίνο και τη Γένοβα, την Αθήνα και τη Βυρητό, την Τζακάρτα και τη Σεούλ.
Αυτή η νέα γενιά ακτιβιστών, ξέρει πολύ λίγα για τον Τσε. Αλλά αναγνωρίζει αμέσως στη φιγούρα αυτού του προσώπου με τον μπερέ και τα αραιά γένια, μια συμβολική δύναμη. Τη δύναμη της εξέγερσης ενάντια στο σύστημα του πολέμου, του ρατσισμού, της εκμετάλλευσης.

~ ~ 

 Με αφορμή τα 60 χρόνια από την επανάσταση στην Κούβα το Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο προχωράει στη δεύτερη έκδοση του πολύ χρήσιμου βιβλίου "Ο Τσε Γκεβάρα και η Επανάσταση στην Κούβα", μετά τη γρήγορη εξάντληση της πρώτης έκδοσης. Το βιβλίο αποτελεί μια πολύ καλή πολιτική βιογραφία του Τσε και ταυτόχρονα μια πολύ καλή ιστορία της κουβανέζικης επανάστασης.

Οι εργάτες και οι αγρότες στη Βραζιλία, στην Αργεντινή, στη Βενεζουέλα, όταν βγαίνουν στους δρόμους σήμερα κρατούν στα χέρια τους πλακάτ με τη φωτογραφία του Τσε Γκεβάρα. Η εικόνα του Τσε είναι παρούσα σε κάθε αντιπολεμική και αντικαπιταλιστική κινητοποίηση - στις σημαίες, τα μαντήλια και τις μπλούζες των διαδηλωτών στο Σιάτλ και τη Νέα Υόρκη, το Λονδίνο και τη Γένοβα, την Αθήνα και τη Βηρυτό, την Τζακάρτα και τη Σεούλ.

Αυτή η νέα γενιά ακτιβιστών, ξέρει πολύ λίγα για τον Τσε. Αλλά αναγνωρίζει αμέσως στην φιγούρα αυτού του προσώπου με τον μπερέ και τα αραιά γένια, μια συμβολική δύναμη. Τη δύναμη της εξέγερσης ενάντια στο σύστημα του πολέμου, του ρατσισμού, της εκμετάλλευσης.

Ποιος ήταν ο Τσε; Το βιβλίο του Μάικ Γκονζάλες είναι μια πολιτική βιογραφία του Γκεβάρα και μια ιστορία της κουβανέζικης επανάστασης, με την οποία ταυτίστηκε. Απαλλαγμένο από αγιογραφίες και ύμνους, επιχειρεί να αναλύσει την πορεία του επαναστάτη αντάρτη, την προσφορά του, αλλά και τις βαθύτερες αιτίες και τα λάθη που οδήγησαν στην αποτυχία και το τραγικό του τέλος στα βουνά της Βολιβίας.

Ο Τσε είναι σύμβολο ασυμβίβαστης σύγκρουσης με τον ιμπεριαλισμό, ηρωικής επαναστατικής αυτοθυσίας, αγνής αφοσίωσης στον στόχο της αλλαγής. Όμως ο κόσμος δεν αλλάζει από ήρωες, αλλά από απλούς ανθρώπους που χρειάζονται τα διδάγματα από την εμπειρία του παρελθόντος - και τα θετικά και τ' αρνητικά. Και η ιστορία του Τσε έχει να δώσει πολλά τέτοια διδάγματα. Στο κάτω κάτω, η εικόνα του δεν ανήκει σε κανένα κράτος, αλλά στα εκατομμύρια των νέων ανθρώπων του αντιπολεμικού και αντικαπιταλιστικού κινήματος που παλεύουν, όπως εκείνος, για "έναν άλλο κόσμο που είναι εφικτός".

Παρουσίαση του βιβλίου "Το θέατρο της Έλενας Πέγκα" στο Polis Art Cafe στις 29-11-2016



Η Κάπα Εκδοτική σας προσκαλεί στην παρουσίαση του βιβλίου της Ουρανίας Αναγνώστου Το θέατρο της Έλενας Πέγκα την Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2016, στις 20:30, στο Polis Art Cafe (Πεσμαζόγλου 5, Αίθριο Αρσακείου Μεγάρου, Αθήνα).

Θα μιλήσουν:

Δημήτρης Τσατσούλης, κριτικός, καθηγητής Σημειωτικής της Παράστασης και Θεωρίας της Επιτέλεσης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών

Γιώργος Π. Πεφάνης, αναπληρωτής καθηγητής Φιλοσοφίας και Θεωρίας του Θεάτρου και του Δράματος στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών - κριτικός θεάτρου

Καίτη Διαμαντάκου-Αγάθου, επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών

Θα συντονίσει η Κάτια Δημοπούλου, δημοσιογράφος.

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

Το Λογοτεχνία και Σκέψη διαβάζει: Άρης Αλεξάνδρου, Το Κιβώτιο (αποσπάσματα)



Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 1949

Σύντροφε ανακριτά, σπεύδω πρώτα απ' όλα να σας εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου για το χαρτί, το μελάνι και την πένα που μου στείλατε με τον δεσμοφύλακα. Συμφωνώ απολύτως με τη διαδικασία που διαλέξατε, γιατί έτσι θα μπορέσω να καταγράψω τα γεγονότα με την ησυχία μου, χωρίς να φοβάμαι πως θα με διακόψετε, πως θα μου υποβάλετε ερωτήσεις, χωρίς δηλαδή να έχω την αίσθηση ότι τελώ υπό κράτησιν και δίνω λόγο των πράξεων μου. Διότι είναι βέβαια ολοφάνερο ότι πρόκειται για παρεξήγηση.
Απ’ τη στιγμή που με προφυλακίσατε τόσο αναπάντεχα, στα καλά καθούμενα, επιτρέψτε μου να πω, όταν είχα κάθε λόγο να πιστεύω ότι θα έπαιρνα το τρίτο μου παράσημο, απ' τη στιγμή που βρέθηκα σε τούτο το κελί, η μόνη μου ελπίδα ήταν πως θα μου δοθεί η ευκαιρία να εξηγηθώ, ή έστω να απολογηθώ, αν φυσικά βρισκότανε κανείς να μου απαγγείλει μια συγκεκριμένη κατηγορία.
Κάθε φορά που με πιάνανε (και θα ξέρετε βέβαια ότι έχω συλληφθεί δυο φορές, μια στην Κατοχή, οπότε και δραπέτευσα, και μια το ‘47, οπότε πήγα εξορία στην Ικαριά) το πρώτο πράμα πού σκεφτόμουνα, ήταν, τι θα απαντήσω στους χαφιέδες και προσπαθούσα να φανταστώ όλες τις τυχόν ερωτήσεις τους και είχα έτοιμες τις απαντήσεις, πριν φτάσουμε στο Τμήμα ή στην Ασφάλεια. Τώρα όμως, το πρόβλημα μου δεν είναι τι θα απαντήσω στις τυχόν ερωτήσεις (γιατί έχω καθαρή τη συνείδηση μου και καμιά ανάκριση δε με φοβίζει, με την έννοια ότι μπορώ να απαντάω χωρίς να κρύβω τίποτα) το πρόβλημα μου είναι, ή μάλλον ήταν ως τα σήμερα, όσο δεν είχα ακόμα τη γραφική μου όλη – ήταν λοιπόν, πώς θα μπορέσω να μιλήσω, ν’ ακουστώ, να εισακουστώ.
Έτσι, όταν είδα σήμερα το χαρτί, το μελάνι και την πένα, αφημένα όλα αυτά δίπλα στη βούτα, ένιωσα ένα βάρος να πέφτει από πάνω μου, παρ’ όλο που έχω να αντιμετωπίσω τώρα ένα άλλο, αρκετά δύσκολο, αν και καθαρώς τεχνικής φύσεως πρόβλημα. Εξηγούμαι: Σκέφτηκα αν έπρεπε, να συνεχίσω, από κει που σταματήσαμε, κατά τη σύντομη προανάκριση, αν έπρεπε δηλαδή να αρχίσω κατά κάποιο τρόπο απ' το τέλος, ή να αρχίσω, μια και καλή, απ’ την αρχή, ν’ αρχίσω θέλω να πω να διηγιέμαι τα γεγονότα όπως τα ξέρω και τα θυμάμαι (γιατί όταν με ρωτήσατε, «Πώς» και «Πότε» και «Ποιος» στην προανάκριση, εγώ απάντησα «Δεν ξέρω» και σεις μου είπατε, «Δεν ξέρεις, ή δεν θυμάσαι;»). Συνεπώς, αυτό που κυρίως σας ενδιαφέρει, θυμηθώ, και λοιπόν, όταν είδα το χαρτί (έστω και με κάποια οδυνηρή για μένα καθυστέρηση μιας ολόκληρης βδομάδας) χάρηκα που αποφασίσατε επιτέλους να μου ζητήσετε μια γραπτή κατάθεση.
[…]
Άρης Αλεξάνδρου, Το Κιβώτιο, 1998, Κέδρος, σ. 9-10


 […]
Όταν έμεινα ολομόναχος μέσα εκεί και τα μάτια μου συνήθισαν στο μισοσκόταδο, κοίταξα προσεχτικότερα γύρω μου. Το τραπέζι ήταν στενόμακρο και τα κεριά δεν τα ‘χανε στεριώσει σε σεμντάνια, όπως μου φάνηκε στην αρχή, μα σε μπεκ γκαζιού – άρα το τραπέζι θα το είχαν κουβαλήσει απ' την αίθουσα της χημείας.
Εξακολουθούσα να στέκω σε στάση προσοχής και να κοιτάζω γύρω μου, στρέφοντας ελαφρά το κεφάλι, ώσπου ξεθαρρεύτηκα, στάθηκα ανάπαυση, με βάραινε κι ο γυλιός στην πλάτη και το τουφέκι που είχα κρεμασμένο στον ώμο κι ύστερα έσκυψα μπροστά να δω καλύτερα την πόρτα στον χοντρό τοίχο, γιατί μου πέρασε η σκέψη πως ο αντισυνταγματάρχης περιορίστηκε να την ανοιγοκλείσει για να νομίσω πως με άφησε μόνο, ενώ στην πραγματικότητα είχε κρυφτεί στο σκοτάδι της κόχης και με παρακολουθούσε.
Θα μπορούσα βέβαια να ισχυριστώ πως όλες αυτές οι σκέψεις ήταν αποτέλεσμα της κούρασης, της νύστας και του εκνευρισμού μου και θα γινόμουν πιστευτός μια κι ερχόμουνα από πορεία. Και ήταν φυσικό να εκνευριστώ γιατί δεν κοίταξα το ρολόι μου, είχα όμως την εντύπωση πως ο διοικητεύων αργεί πολύ. Αργεί υπερβολικά.
Μα εγώ σας υποσχέθηκα να πω όλη την αλήθεια και λοιπόν το ομολογώ πως δεν ήταν μόνο η κούραση κι ο εκνευρισμός, συνέβαινε και κάτι άλλο πολύ σημαντικότερο. Ακόμα κι αν μου έλεγε ο διοικητεύων να καθίσω (υπήρχε μία καρέκλα μπροστά στο τραπέζι του χημείου) ακόμα κι αν μπορούσα να καπνίσω, πάλι θα με απασχολούσε ή μάλλον θα με βασάνιζε ένα ζήτημα σοβαρότατο, ένα ζήτημα ζωής ή θανάτου ίσως — όχι της δικής μου ζωής φυσικά κι ούτε του δικού μου θανάτου, μα της ζωής του Κόμματος. Εφιστώ ιδιαιτέρως την προσοχή σας επ' αυτού του σημείου και σας παρακαλώ να εξακριβώσετε την αλήθεια των λεγομένων μου (γιατί ευτυχώς, τα όσα θα αναφέρω μπορούν να εξακριβωθούν, ζει ακόμα ο ταξίαρχος Οδυσσέας κι επικαλούμαι τη μαρτυρία του) για να πειστείτε δηλαδή ότι μου έδωσε πράγματι τον μικρό, σφραγισμένο φάκελο.
Τότε που ο ταξίαρχος Οδυσσέας μού έδωσε το «επισκεπτήριο» μου, σκέφτηκα πως πρόκειται για μυστική διαταγή, που έπρεπε να φτάσει στα χέρια κάποιου, κατάλληλα ειδοποιημένου. Φυσικά, δεν απέκλεισα την περίπτωση να μου ζητήσουν το «επισκεπτήριο» και πριν φτάσω στην πόλη Ν, το λογικότερο όμως ήταν να υποθέσω ότι η διαταγή απευθύνεται στον διοικητή της Ν συνταγματάρχη Νικόδημο, στον οποίον και έπρεπε να παρουσιαστώ. Τώρα που έλειπε ο διοικητής, έπρεπε βέβαια να μου το ζητήσει ο διοικητεύων. Μου ήταν αδύνατο να φανταστώ ότι ο διοικητής θα έφευγε, χωρίς να αφήσει σχετική διαταγή στον διοικητευοντα. Κι όμως, ο αντισυνταγματάρχης Βελισάριος όχι μόνο δεν μου ζήτησε το «επισκεπτήριο», αλλά πήρε και το φύλλο πορείας μου και εξαφανίστηκε – μπήκε σε κάποια πλαϊνή αποθήκη, ή με παραμονεύει από τη σκοτεινή κόχη. Δε μου αρέσει να κάνω τον έξυπνο, αλλά νομίζω ότι δεν χρειαζότανε μεγάλη νοημοσύνη για να υποπτευτεί κανείς πως ο μικρός εκείνος φάκελος δεν περιείχε στρατιωτικές διαταγές, αλλά ένα μήνυμα κομματικό, ή μάλλον, για να λέμε τα πράγματα με το όνομα τους, αντιφραξιονιστικό. Εν πάση περιπτώσει, μια και κανείς δε μου είχε ζητήσει το «επισκεπτήριο» πριν φτάσω στην πόλη Ν (παρ’ όλο που δε λείψανε οι ευκαιρίες, γιατί πέρασα από φυλάκια και κατά τόπους φρουραρχεία) ήμουν απολύτως σίγουρος πως θα μου το ζητάγανε στην έδρα της Στρατιωτικής Διοίκησης της Ν και το αποτέλεσμα ήταν ότι τώρα (τότε θέλω να πω που στεκόμουνα σε στάση ημιαναπαύσεως μπροστά στα δυο κεριά) ένιωθα σαν να 'χα κάνει άδικα όλον εκείνον τον δρόμο, ή πως δεν έφτασα ακόμα στο τέρμα, σαν να μην έφτασα ακόμα στην πόλη Ν, παρ’ όλο που βρισκόμουνα κιόλας στο γραφείο του στρατιωτικού διοικητή της ή, για την ακρίβεια, του αντικαταστάτη του. Εξ ου και ο εκνευρισμός μου και η καχυποψία μου.
[…]
Άρης Αλεξάνδρου, Το Κιβώτιο, 1998, Κέδρος, σ. 14-16



Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 1949

Σύντροφε ανακριτά, θεωρώ περιττό να σας κουράσω με τεχνικές λεπτομέρειες, δε χρειάζεται άλλωστε να σας περιγράψω τη ζημιά που έπαθε το ρολόι, μια και το είχα πάρει απόφαση να μην το διορθώσω. Σημασία έχει ότι ανέβηκα στο καμπαναριό απ' τη στριφογυριστή σκάλα, εξέτασα τον μηχανισμό και διεπίστωσα πως η βλάβη ήταν ασήμαντη. Με το σφυρί που είχα πάρει μαζί μου, χάλασα το ρολόι για καλά. Ήταν αδύνατο πια να διορθωθεί, έτσι που να δουλεύει μόνο τον. Ήταν όμως δυνατόν να μετακινεί κανείς τους δείχτες από μέσα. Τους μετακίνησα λοιπόν και από τις έντεκα παρά είκοσι που ήτανε σταματημένο, το 'βαλα να δείχνει τη σωστή ώρα (σύμφωνα με το ρολόι του χεριού μου), δηλαδή εννέα παρά δέκα. Παρακολουθώντας το ρολόι μου, συνέχισα να μετακινώ τον λεπτοδείχτη, έτσι που το ρολόι της εκκλησιάς έδειχνε συνεχώς τη σωστή ώρα, μέχρι που έφτασα στις εννέα ακριβώς. Τότε ο μηχανισμός λειτούργησε κανονικά και το ρολόι χτύπησε εννέα φορές. Συνέχισα την μετακίνηση γι’ άλλα δεκαεννέα λεπτά και επέστρεφα στο πρώην Γυμνάσιο.
Όταν παρουσιάστηκα στον διοικητεύοντα, με συνεχάρη χαρούμενος – προφανώς τον είχαν πληροφορήσει πως το ρολόι δουλεύει, μπορεί μάλιστα να άκουσε και ο ίδιος τους
χτύπους. Του εξήγησα τι είχε συμβεί. Του τόνισα ότι η βλάβη ήταν ανεπανόρθωτη και ο μόνος τρόπος να εφαρμοστεί η απόφαση του ακτίφ, ήταν να γυρίζουμε τους δείχτες από μέσα. Πίστευα και εξακολουθώ να πιστεύω πως οι εύκολες, οι πρόχειρες λύσεις, δεν είναι λύσεις. Σκέφτηκα λοιπόν να παρασύρω τον διοικητεύοντα σε μια πρόχειρη λύση.
– Μια και δούλεψε το ρολόι, δεν πρέπει να σταματήσει, είπε ο διοικητεύων σαν να μονολογούσε.
Με διέταξε να τρέξω και να κινήσω τους δείχτες. Υπάκουσα. Σε μισή ώρα, μου έστειλε τέσσερις φαντάρους να τους εκπαιδεύσω στην μετακίνηση του λεπτοδείχτη. Τους είχε εφοδιάσει με ένα χρονόμετρο, επιταγμένο απ' τον πρώην .Αθλητικό Σύλλογο της πόλεως Ν. Τους υπέδειξα να μετακινούν τον λεπτοδείχτη κάθε τριάντα δευτερόλεπτα. Οι τέσσερις φαντάροι κάνανε έξι ώρες βάρδια ο καθένας τους και το σύστημα λειτούργησε ικανοποιητικά δυο μέρες περίπου, ύστερα όμως βαρέθηκαν να μετακινούν τον λεπτοδείχτη τόσο συχνά κι έτσι τον έβλεπες να πηδάει ξαφνικά απ' τις εννιάμισι στις δέκα παρά είκοσι έξι, λόγου χάρη, και ο διοικητεύων τιμώρησε αυστηρά τον φαντάρο που εξετέλεσε πλημμελώς τα καθήκοντα του. Για περισσότερη σιγουριά, τοποθέτησε τέσσερις ελεγκτές, που παρακολουθούσαν τη μετακίνηση του λεπτοδείχτη, καθισμένοι στο παράθυρο του Δημαρχείου, στην απέναντι μεριά της πλατείας. Έτσι, το ρολόι «λειτούργησε» κανονικά, μέχρι την ημέρα που ο Νικόλαος Εσκιτζόπουλος – αλλά ας μην προτρέχω. Το παν είναι να αφηγηθώ τα γεγονότα με την σειρά τους.
[…]
Άρης Αλεξάνδρου, Το Κιβώτιο, 1998, Κέδρος, σ. 32-33


Κινηματογράφος: «Stopover» και «Το Μέλλον»


γράφει η Δήμητρα Κυρίλλου
Δυο ταινίες από γυναίκες δημιουργούς ξεχωρίζουν από την κινηματογραφική έξοδο των τελευταίων ημερών. Δυο ταινίες από γυναικεία ματιά αλλά και με γυναίκες στο κέντρο τους, φανερώνουν πόσο πιο ορατές είναι οι γυναίκες και ο ρόλος τους στην κοινωνία, αλλά και πόσο οι διακρίσεις είναι παρούσες.


Stopover (Διασχίζοντας τον κόσμο)

Στο Stopover των αδελφών Κουλέν οι ηρωίδες είναι στρατιωτίνες του Γαλλικού στρατού. Η Ορόρ και η Μαρίν κατάγονται από το επαρχιακό Λοριάν και έχουν καταταγεί στον στρατό για να βρουν μια δουλειά και να μπορέσουν να γυρίσουν τον κόσμο. Επιστρέφοντας στη Γαλλία μετά από αποστολή στο Αφγανιστάν, προβλέπεται στάση όλου του τμήματος σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο στην Κύπρο (αν και τα γυρίσματα έγιναν στη Ρόδο), για συλλογική «αποσυμπίεση». Με αυτό τον όρο οι ανώτεροί τους εννοούν μια τριήμερη παραμονή σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο (αδιανόητο για την οικονομική δυνατότητα των 1300 ευρώ που παίρνουν μισθό), προκειμένου να αποβάλουν το άγχος και τις αναμνήσεις από τις δύσκολες στιγμές της αποστολής και να επιστρέψουν στις οικογένειές τους «χαλαροί». Η διαδικασία περιλαμβάνει από γυμναστήριο και σάουνα μέχρι διασκέδαση στο κλαμπ αλλά και ομαδική ψυχοθεραπεία, όπου με τη βοήθεια ψηφιακής τρισδιάστατης αναπαράστασης συγκεκριμένων στιγμών των συμπλοκών που βίωσαν, προσπαθούν να τους βάλουν να διαχειριστούν, να εξορθολογικοποιήσουν την κατάσταση. Η ταινία είναι έντεχνα δομημένη πάνω στην αντίθεση: Ήλιος, θάλασσα, χορός, πολύχρωμα κοκτέιλ και ημίγυμνα σώματα, ντόπια καμάκια από τη μια, βόμβες, τραυματισμοί και θάνατος από την άλλη. Το αποτέλεσμα, μελετημένο από τη σκοπιά των στρατοκρατών, όμως ποτέ δε μπορείς να αγνοήσεις τον ανθρώπινο παράγοντα. «Τι γυρεύαμε στο Αφγανιστάν;» διερωτάται η Ορόρ κάποια στιγμή όταν πληροφορείται ότι στη συμπλοκή όπου τραυματίστηκε σοβαρά, το στρατιωτικό σχέδιο πολύ απλά δεν περιλάμβανε τη διάσωσή της. Έτσι, παρόλο που η ίδια λειτουργεί σαν φωνή της λογικής σε σχέση με την πιο κυκλοθυμική Μαρίν και την τρίτη κοπέλα της ομάδας (οι υπόλοιποι είναι όλοι άντρες), συνειδητοποιεί ότι η πολεμική μηχανή είναι πέρα από κάθε λογική και θα πάρει τις αποφάσεις της. Η ταινία δεν είναι αντιπολεμικό μανιφέστο, ούτε έχει στόχο να καταγγείλει ανοιχτά τον ιμπεριαλισμό. Όμως κάνει ακόμα και τον πιο ανυποψίαστο θεατή να αισθανθεί τις συνέπειές του, την ίδια τη βία όχι μόνο όταν ξεσπά, αλλά και όταν παραμονεύει. Εκεί που οι στρατιώτες χαλαρώνουν με τα ποτά τους χορεύοντας για το «τίποτα» ξεσπούν μέχρι θανάτου, γιατί «χρειάζονται έναν εχθρό», έτσι λειτουργεί το σύστημα. Το ανθρώπινο σώμα γίνεται το μέσον για να εκφραστούν οι καλύτερες αλλά και οι χειρότερες προθέσεις. Τέλος η αναφορά στην Ευρώπη κατεδαφίζει τους τελευταίους μύθους γύρω από αυτή. Στην ειδυλλιακή Κύπρο, ύστατο σύνορο της «πολιτισμένης» Ευρώπης με τον κόσμο της «υπανάπτυξης», εκεί απελευθερώνονται τα χειρότερα ένστικτα των στρατιωτών της ελευθερίας και δίπλα τους περνάει μια κλούβα με πρόσφυγες και μετανάστες.


Το Μέλλον (L’avenir)

Η ταινία «Το μέλλον» της Μία Χάνσεν – Λαβ κινείται σε τελείως διαφορετικό επίπεδο. Παρακολουθεί την Ναταλί, καθηγήτρια φιλοσοφίας στη Σορβόννη αποστρατευμένη αριστερή, αφοσιωμένη στους παλιούς και νέους φοιτητές της, την οικογένεια και ασφαλώς την επιστήμη της φιλοσοφίας. Τα πάντα περνάνε μέσα από την ερμηνεία του Ρουσό. Η απόλυτα δομημένη και ισορροπημένη ζωή της ανατρέπεται όταν ο άντρας της την αφήνει για μια άλλη γυναίκα, τα παιδιά της ανεξαρτητοποιούνται, η απαιτητική μητέρα της καταρρέει και η Ναταλί θα πρέπει να αναζητήσει ένα άλλο κέντρο στη ζωή της. Σε αυτή την διαδικασία, ξανασυναντά έναν αναρχικό πρώην φοιτητή της και το κοινοβιακό πείραμα που προσπαθεί να στήσει στη Γαλλική εξοχή. Χιούμορ και μελαγχολία για τα «μεγάλα» ερωτήματα και την πεζή καθημερινότητα.

Θέατρο: Το Δάνειο

“Το Δάνειο”, το έργο του Καταλανού Τζόρντι Γκαλθεράν που κέρδισε το πρώτο βραβείο στο Τουρνουά Σύγχρονου Καταλανικού Θεάτρου της Τζιρόνα τον Νοέμβριο του 2011, ανεβαίνει για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά στο Θέατρο του Ν. Κόσμου, σε σκηνοθεσία Παντελή Δεντάκη και Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Πρόκειται για μια κωμωδία της οικονομικής κρίσης. Μπροστά στην επίμονη άρνηση του υπερόπτη διευθυντή μιας τράπεζας να του χορηγήσει δάνειο με μοναδική εγγύηση τον λόγο της τιμής του, ο Αντόνιο, ένας αξιολύπητος επίδοξος δανειολήπτης, απειλεί τον τραπεζίτη ότι θα γοητεύσει τη γυναίκα του και θα την ρίξει στο κρεββάτι, αφού το μοναδικό του όπλο είναι η ακαταμάχητη έλξη που ασκεί στις γυναίκες. Πρόκειται για μια καταφανή μπλόφα που ωστόσο φέρνει τα πάνω κάτω αφού η κυριαρχική στάση και η αυτοπεποίθηση του διευθυντή στο εργασιακό του περιβάλλον εξαφανίζεται σταδιακά όταν έρχεται να διαχειριστεί μια τέτοια ανήκουστη απειλή στο προσωπικό του περιβάλλον.

Μπλόφα
Οι μισητές τράπεζες απέναντι στον απλό καθημερινό πελάτη που ζητάει απεγνωσμένα χρήματα για να ζήσει είναι μια εύκολη σύγκρουση. Ο θεατής από την αρχή αναγνωρίζει τον εαυτό του στο πλευρό του πελάτη. “Στην τράπεζα τα πάντα μετριούνται σε ευρώ”, απαντάει ο διευθυντής στην επίμονη προσπάθεια του Αντόνιο να του εξηγήσει πως τα χρήματα αυτά τα έχει πραγματική ανάγκη. Η μπλόφα του Αντόνιο είναι το μοναδικό όπλο στο χέρι του απέναντι στην παντοδυναμία του διευθυντή. Και όμως πιάνει, όπως ένα τηλεφώνημα για βόμβα σταματάει τα πάντα, αποδεικνύοντας πως σ’ αυτή τη ζωή υπάρχουν καταστάσεις που δεν μετριούνται με ευρώ. Ο Γκαλθεράν χρησιμοποιώντας την σχέση του προϊστάμενου ενός τραπεζικού καταστήματος με έναν πελάτη προφανώς θέλει να δημιουργήσει ένα περιβάλλον αναγνωρίσιμο από την μεγάλη μερίδα του απλού κόσμου. Ο συγγραφέας στο “Δάνειο” κάνει ξεκάθαρο πως δεν μπορεί κανείς να κερδίσει χρήματα με τίμια μέσα. Όμως δεν θέλει να προχωρήσει παρακάτω σε μια κριτική της κρίσης ή του συστήματος. Αντιθέτως χρησιμοποιεί το περιβάλλον της κρίσης για να δημιουργήσει μια σύγχρονη φαρσοκωμωδία. Η σκηνοθεσία απλή και λειτουργική, έχει, όπως και η υποκριτική στάση των δυο ηθοποιών Μιχάλη Οικονόμου και Γιάννη Σαρακατσάνη, μια ναΐφ αισθητική, με χαρακτήρες στα όρια της καρικατούρας. Πρόκειται για μια ξέγνοιαστη και χαλαρή κωμωδία που η αποδοχή της από το κοινό για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά αντανακλά και την αναγκαιότητα για διακωμώδηση της δύσκολης καθημερινότητας μέσα στην κρίση.

Βιβλιοπαρουσίαση του «Κόκκινου Δεκέμβρη»

Από αριστερά: Μ.Χαραλαμπίδης, Π.Βόγλης, Τ.Κωστόπουλος, Π.Παπαστράτης


Γέμισε το Πόλις Art cafe στη Στοά του Βιβλίου τη Δευτέρα 21/11 το απόγευμα κατά την διάρκεια της παρουσίασης του νέου βιβλίου του Τάσου Κωστόπουλου “Κόκκινος Δεκέμβρης. Το ζήτημα της επαναστατικής βίας”. Στην παρουσίαση που συντόνισε o ιστορικός, καθηγητής Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Προκόπης Παπαστράτης, μίλησαν ο Πολυμέρης Βόγλης, καθηγητής κοινωνικής ιστορίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και συγγραφέας διαφόρων μελετών μεταξύ αυτών του βιβλίου “Η αδύνατη επανάσταση” και ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης από το Φόρουμ Κοινωνικής Ιστορίας, συγγραφέας του βιβλίου “Δεκεμβριανά '44”.
“Τα Δεκεμβριανά ήταν η μοναδική στιγμή στη νεώτερη ελληνική ιστορία που ο κόσμος βίωσε αυτό που ονομάζουμε επανάσταση και μάλιστα στο κέντρο της πολιτικής ζωής, στην πρωτεύουσα. Αυτό εξηγεί και την βία και την αδιαλλαξία της δεξιάς μετά τη Βάρκιζα, γνωστή σαν «Λευκή τρομοκρατία», αφού έπρεπε να αποτραπεί με κάθε μέσο η επανάληψη μιας αντίστοιχης επαναστατικής κατάστασης. Ταυτόχρονα γίνεται κατανοητό γιατί οι 33 αυτές μέρες αναδείχθηκαν από τη δεξιά σαν το βασικό κεφάλαιο του αντικομμουνιστικού αφηγήματος” τόνισε ο Πολυμέρης Βόγλης. Ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης μίλησε για το βαθύ χάσμα που δημιουργείται κατά τη διάρκεια της κατοχής ανάμεσα σε αυτούς που αντιστάθηκαν και σε αυτούς που συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς. Εξήγησε τη μεγάλη σημασία του βιβλίου του Τ. Κωστόπουλου που γεμίζει κενά και τονίζει την αναγκαιότητα για ακόμη μεγαλύτερη ιστορική έρευνα εκείνης της περιόδου από τη μεριά της αριστερής ιστοριογραφίας. Τέλος ο Τάσος Κωστόπουλος αναφέρθηκε στην ίδια τη συγγραφή του βιβλίου και στις δυσκολίες για την εξασφάλιση έγκριτων πηγών για την πραγματική αποτίμηση της βίας της περιόδου των Δεκεμβριανών. Το βιβλίο “Κόκκινος Δεκέμβρης. Το ζήτημα της επαναστατικής βίας” μπορεί κανείς να το βρει στο Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο.

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Φθινοπωρινό παζάρι βιβλίων (21-26/11)




Φθινοπωρινό
παζάρι βιβλίων

21-26 Νοεμβρίου
στο βιβλιοπωλείο των
ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΤΩΝ ΣΥΝΑΔΕΛΦΩΝ
(Καλλιδρομίου 30, Εξάρχεια)

• Βιβλία με 1-3 ευρώ

• Προσφορές σε επιλεγμένους τίτλους

• Σπάνια και συλλεκτικά βιβλία


Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2016

Η ποίηση στην Οκτωβριανή Επανάσταση - Παρουσίαση βιβλίου


Την Κυριακή 27 Νοέμβρη στις 19:00 θα παρουσιαστεί το βιβλίο του Παναγιώτη Μανιάτη ''Η ποίηση στην Οκτωβριανή Επανάσταση'' στην Εργατική Λέσχη Νέας Σμύρνης (Ελευθερίου Βενιζέλου 12 & Αιγαίου). Για το βιβλίο θα μιλήσει η δημοσιογράφος-συγγραφέας Φαίη Ρέμπελου. Την εκδήλωση θα συνοδεύσει οπτικοακουστικό υλικό σοβιετικής πρωτοπορίας.



Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2016

Προβλήματα της σύγχρονης λογοτεχνίας, του Θεοχάρη Παπαδόπουλου (αναδημοσίευση)

Από τις 28 – 09 – 2011 ως και την 01 – 10 – 2011 έγινε το Όγδοο Διεθνές Λογοτεχνικό Φόρουμ στο Πλέβεν Βουλγαρίας. Από την Ελλάδα προσκλήθηκε πήρε μέρος και ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος με την παρακάτω εργασία, περίληψη της οποίας διαβάστηκε στα πλαίσια των εκδηλώσεων του φόρουμ.  



 
      Στις μέρες μας, παρατηρούμε ότι οι διάφορες ηθικές αξίες φθίνουν ολοένα και περισσότερο και παράλληλα με τις αξίες φθίνει και ο πολιτισμός με την ολική παρακμή και των εφτά τεχνών. Έτσι, βλέπουμε, τον κόσμο να στρέφεται προς διάφορα θεάματα τύπου Big Brother, που επιζητούν ένα κοινό χειροκροτητών χωρίς δικιά τους άποψη και γνώμη.
      Μια από τις τέχνες που βρίσκεται σε παρακμή είναι και η λογοτεχνία. Τα περισσότερα βιβλία, σήμερα, μένουν απούλητα στις προθήκες των βιβλιοπωλείων ή – στην καλύτερη περίπτωση – σκονίζονται στα ράφια των βιβλιοθηκών, όπου παραμένουν άθιχτα για πολλά χρόνια. Έχουν παρατηρηθεί βιβλιοθήκες σε νοικοκυριά με περισσότερα μπιμπελό παρά βιβλία! Ειδικότερα, οι νέοι προτιμούν να ασχοληθούν με ιστότοπους κοινωνικής δικτύωσης ( Facebook, Twitter κ.λ.π. ), παρά να διαβάσουν ένα βιβλίο. Η εικόνα ενός ογκώδους τόμου φαντάζει απωθητική και βαρετή...


      Παράλληλα, αρκετοί ριζοσπάστες πανεπιστημιακοί απαξιώνουν τη λογοτεχνία ως πολιτιστικό εργαλείο μιας διεφθαρμένης και καταπιεστικής κοινωνικής τάξης. Ξεχνάνε, όμως, ότι υπήρξαν και υπάρχουν αρκετοί ριζοσπάστες λογοτέχνες παγκόσμια αναγνωρισμένοι για την αξία τους, όπως ο Ζολά και ο Μαγιακόβσκι. Η λογοτεχνία αν και διαφημίζεται και προωθείται από το ίδιο το σύστημα μπορεί να είναι ακόμα και επαναστατική! Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Alvin Kernan «Μονάχα οι τέχνες, και ειδικότερα η λογοτεχνία, εξακολουθούν σε κάθε ευκαιρία να δαγκώνουν το χέρι που τις ταΐζει»*.
      Ας δούμε τώρα τους λόγους, που η λογοτεχνία παρακμάζει:
      Ο πρώτος λόγος, που θεωρείται και ο κυριότερος είναι η εισβολή της εικόνας και ιδιαίτερα της τηλεόρασης στο προσκήνιο. Μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις, άρα το φιλότεχνο κοινό στρέφεται προς την εικόνα, που με την αμεσότητά της λέει πολύ περισσότερα από ότι ένα βιβλίο. Θα χρειαζόντουσαν σελίδες επί σελίδων για να περιγράψουν τέλεια ένα τοπίο. Αντίθετα, αυτό το καταφέρνει άμεσα η εικόνα. Ειδικότερα με την τηλεόραση, το απλό πάτημα ενός κουμπιού και η γρήγορη εναλλαγή των εικόνων, δίνουν έναν όγκο πληροφοριών, που θα χρειαζόταν χιλιάδες ή και εκατομμύρια σελίδων για να γραφτεί. Η εισβολή της τηλεόρασης εξόρισε εντελώς το βιβλίο καθώς σχεδόν σε κάθε νοικοκυριό υπάρχουν δύο με τρεις τηλεοράσεις. Ενώ το βιβλίο χαλαρώνει και ξεκουράζει, προτιμήθηκε η τηλεόραση ως μέσο χαλάρωσης και το βιβλίο θεωρήθηκε κουραστικό. Στην πραγματικότητα, όμως, αν μια εικόνα μας δίνει χίλιες λέξεις τότε ο όγκος των πληροφοριών, που δίνει η τηλεόραση είναι πολύ μεγαλύτερος, άρα πιο κουραστικός και πολύ πιο εύκολα μπορεί να προκαλεί με τον όγκο του αυτόν σύγχυση στο σκεπτόμενο άνθρωπο.
      Ένας δεύτερος λόγος είναι οι πειραματισμοί και οι υποτιθέμενες ή  με κάθε θυσία επιδιωκόμενες καινοτομίες στο χώρο της λογοτεχνίας, που συχνά είναι κατά γενική ομολογία αποτυχημένοι, απομακρύνοντας τους καλοπροαίρετους αναγνώστες. Έχουμε δει λογοτέχνημα, που να ξεκινάει ποίημα και να καταλήγει πεζό, να ξεκινάει πεζό και να καταλήγει σε ποίημα, να ξεκινάει διήγημα και να καταλήγει σε δοκίμιο, να ξεκινάει δοκίμιο και να καταλήγει σε διήγημα! Έχουμε, επίσης, παρατηρήσει την προσπάθεια να γραφτεί ένα λογοτέχνημα από τρεις και τέσσερις συγγραφείς μαζί! Ο ένας γράφει την αρχή, ο δεύτερος τη μέση, ο τρίτος το τέλος με αποτέλεσμα να μη βγαίνει κανένα νόημα ή να χάνεται η γνησιότητα της έμπνευσης και ο αναγκαίος αυθορμητισμός. Ο κάθε συγγραφέας έχει τη δική του ξεχωριστή προσωπικότητα, το δικό του στυλ. Ακόμα και αν μιμείται παλιότερους ή σύγχρονούς του συγγραφείς δεν παύει να εκφράζει μια διαφορετικότητα, άρα η συμμετοχή πολλών συγγραφέων σε ένα λογοτέχνημα προσπαθεί να ισομοιράσει ανόμοια στυλ. Φανταστείτε ένα λογοτέχνημα που θα το άρχιζε ο Τσέχωφ, θα το συνέχιζε ο Ουγκώ και θα το τελείωνε ο Καζαντζάκης! Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι παραπάνω πειραματισμοί απέτυχαν και οι συγγραφείς, που τους δοκίμασαν ή τα συγκεκριμένα  πονήματα έμειναν παντελώς άγνωστα παρά τη διαφήμιση, που γνώρισαν ως καινοφανείς προσπάθειες.
      Οι δύο λόγοι, που αναφέραμε παραπάνω θεωρούνται και οι κυριότεροι για την παρακμή και τη φθίνουσα πορεία της λογοτεχνίας, όμως, αυτοί οι λόγοι εξηγούν την επιφάνεια του προβλήματος χωρίς να μπαίνουν στην ουσία του.
      Ο βασικότερος και αληθινός λόγος, που  η λογοτεχνία παρακμάζει είναι οι κοινωνικές συνθήκες, που επικρατούν σήμερα, οι συνθήκες ζωής του μέσου ανθρώπου. Κάθε κοινωνία διαμορφώνεται από τις συνθήκες ζωής, που κυριαρχούν. Ζούμε σε μια κοινωνία, όπου ο πολιτισμός, γενικότερα παρακμάζει και η λογοτεχνία είναι κομμάτι του πολιτισμού. Αυτή η παρακμή οφείλεται στις σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες, που εξυψώνουν και εξιδανικεύουν το κυνηγητό του χρήματος, την εντατική εργασία και τη ρουτίνα που αποφέρει το δρομολόγιο: Σπίτι – δουλειά και δουλειά – σπίτι. Η οικονομική κρίση ανάγκασε τον μέσο εργαζόμενο να δουλεύει περισσότερο και να αμείβεται λιγότερο. Πολλοί εργαζόμενοι αναγκάζονται σήμερα να  εργάζονται σε δυο δουλειές για να τα βγάλουν πέρα. Από το δουλεύουμε για να ζούμε, φτάσαμε στο ζούμε για να δουλεύουμε!  Στην ουσία ο ελεύθερος χρόνος έχει εκμηδενιστεί και αν υπάρχει ακόμα έστω και ελάχιστος δεν φτάνει για την ανάγνωση ενός βιβλίου. Που να βρεθεί χρόνος για την ανάγνωση ενός μυθιστορήματος; Πως είναι δυνατόν να θυμάται κάποιος τι διάβασε στο ίδιο μυθιστόρημα πριν από δέκα μέρες, όταν είχε πάλι λίγο ελεύθερο χρόνο; Όπως υποστηρίζει και ο Alvin Kernan: «υπάρχει και υπήρχε ανέκαθεν μια στενή λειτουργική σχέση ανάμεσα στη λογοτεχνία και στην κοινωνία που τη γεννά».** Ζούμε σε μια παρακμασμένη κοινωνία που όσο πάει σήπεται όλο και περισσότερο. Άρα ως προϊόν αυτής της κοινωνίας έχουμε την παρακμασμένη λογοτεχνία.
      Αλλά, και από τη σκοπιά των συγγραφέων οι κοινωνικές συνθήκες καθιστούν την συγγραφή και την έκδοση ενός βιβλίου δύσκολη και δαπανηρή.
      Οι περισσότεροι συγγραφείς δεν ζουν από τις πωλήσεις των έργων τους και αναγκάζονται να ακολουθήσουν ένα επάγγελμα και να γράφουν μόνο στον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο τους. Για την συγγραφή ενός βιβλίου απαιτείται χρόνος και κόπος. Αν κάποιος συγγραφέας σήμερα δουλεύει πρωί και απόγευμα και προσπαθεί να γράψει ένα μυθιστόρημα στον ελεύθερο χρόνο του, πόσα χρόνια θα χρειαστούν;
      Μια άλλη δυσκολία, που συναντούν σήμερα οι συγγραφείς είναι το κόστος έκδοσης των βιβλίων τους. Οι εκδοτικοί οίκοι απαιτούν τεράστια ποσά, με αποτέλεσμα οι συγγραφείς να μετράνε τις πενιχρές οικονομίες τους και να μην τους φτάνουν για την έκδοση ενός βιβλίου. Αν ο εκδοτικός οίκος έχει όνομα τότε ο συγγραφέας πληρώνει και ένα ποσό για τη φίρμα. Ένα μικρό βιβλίο εκατό σελίδων μπορεί να κοστίσει ακόμα και δύο χιλιάδες ευρώ. Φανταστείτε πόσο θα μπορεί να κοστίσει ένα ογκώδες μυθιστόρημα ή ένα βιβλίο με έγχρωμη εικονογράφηση.        
      Στην παρακμή της λογοτεχνίας βοηθάει και ο εκδοτικός τομέας, που απαξιώνει οποιοδήποτε αξιόλογο λογοτέχνημα με τη δικαιολογία ότι «δεν πουλάει» και προωθεί περιπετειούλες με λίγο πορνό για αλατοπίπερο! Τα συγκεκριμένα λογοτεχνήματα προβάλλονται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και διαφημίζονται ως best seller, μοσχοπουλιούνται και ξεχνιούνται μετά από ένα εξάμηνο!     
      Τι θα γίνει λοιπόν, η λογοτεχνία θα σβήσει, όπως ισχυρίζεται ο Alvin Kernan; Θα πάψει να υπάρχει αναγνωστικό κοινό, με αποτέλεσμα να σταματήσουν να γράφονται λογοτεχνικά βιβλία; Οι νέες γενιές θα γνωρίσουν τη λογοτεχνία σαν μουσειακό είδος;
      Ακόμα και αν τα διάφορα είδη λογοτεχνίας συνεχίσουν να παρακμάζουν μέχρι που να σβήσουν εντελώς, υπάρχει ένα είδος που μπορεί να εξακολουθεί να αντιστέκεται στο πείσμα των καιρών και δεν θα εξαφανιστεί ποτέ. Πρόκειται για την ποίηση. Γιατί η ποίηση; Τι παραπάνω έχει από τα άλλα είδη λογοτεχνίας;
      Η ποίηση είναι το μόνο λογοτεχνικό είδος, που μπορεί να αντισταθεί στην έλλειψη ελεύθερου χρόνου, λόγω του ότι περιέχει άμεσα νοήματα. Σε ελάχιστους στίχους μπορεί να εμπεριέχονται σπουδαίοι συλλογισμοί. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι σήμερα δεν γράφονται τεράστια ποιήματα. Ο καιρός που γράφονταν έπη έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Το ποίημα μικραίνει όλο και περισσότερο, γίνεται μια κραυγή και αυτή η κραυγή είναι ικανή να ταρακουνήσει, να προτρέψει αλλά και να τέρψει ευχάριστα τον αναγνώστη. Αν μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις, ένα μικρό και περιεκτικό ποίημα μπορεί να αξίζει όσο χίλιες εικόνες! Η ποίηση μπορεί να διαβαστεί σε διάφορα μικροδιαλείμματα από τη ρουτίνα της μέρας, που ο χρόνος δεν επαρκεί για τίποτα περισσότερο. Δεν είναι τυχαίο ότι όλο και περισσότεροι ποιητές γράφουν ολιγόστιχα ποιήματα. Πολλοί από αυτούς, μάλιστα, στρέφονται στο μικρό, άμεσο και κομψό χαϊκού.
      Υπάρχει, όμως, και ένας άλλος λόγος, που η ποίηση είναι το μόνο είδος της λογοτεχνίας, που θα διατηρηθεί ζωντανό. Είναι γνωστό ότι ποιητές υπάρχουν πολλοί. Είναι επίσης, γνωστό ότι υπάρχουν πολλοί εν δυνάμει ποιητές, που καταχωνιάζουν τα ποιήματά τους σε ένα συρτάρι για να τα θυμηθούν μετά από χρόνια, αν υπάρξει η κατάλληλη προτροπή. Υπάρχει, όμως και ένα φανατικό κοινό αναγνωστών. Σε πείσμα του σύγχρονου ρητού: «Η ποίηση δεν πουλάει», θα βρούμε φανατικούς αναγνώστες όχι μόνο της παλιότερης αλλά και της σύγχρονης ποίησης.
      Πιο πάνω αναφερθήκαμε στην έλλειψη ελεύθερου χρόνου από τη σκοπιά των συγγραφέων. Η ποίηση, σίγουρα χρειάζεται καιρό και κόπο για να γραφτεί, αλλά απαιτεί πολύ λιγότερο χρόνο από ότι ένα μυθιστόρημα, μια νουβέλα, ένα διήγημα.      
      Όσον αφορά το κόστος έκδοσης μιας ποιητικής συλλογής είναι πολύ μικρότερο από το κόστος έκδοσης μιας συλλογής διηγημάτων ή ενός μυθιστορήματος. Ένα βιβλίο σαράντα οκτώ σελίδων με τριάντα πέντε ποιήματα κοστίζει σήμερα από χίλια ως χίλια πεντακόσια ευρώ – ανάλογα με τον εκδοτικό οίκο. Ένας μέσος εργαζόμενος, σήμερα, μπορεί να εκδίδει μια ποιητική συλλογή κάθε δυο χρόνια και να αντέχει το κόστος έκδοσής της.
      Συμπερασματικά, η λογοτεχνία σήμερα αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα, κινδυνεύει να σβήσει και ψυχομαχεί, όμως η ποίηση είναι το αθάνατο και αγέραστο κύτταρο, που θα τη διατηρήσει για πάντα ζωντανή.
Βιβλιογραφία:
*Alvin Kernan: «Ο θάνατος                         της Λογοτεχνίας», εκδ. «Νεφέλη», σελ.62.
**Alvin Kernan: «Ο θάνατος της Λογοτεχνίας», εκδ. «Νεφέλη», σελ.63.
ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ (*)
--------------------------
(*) Δημοσιεύτηκε στο περ. «Δευκαλίων ο Θεσσαλός», τευχ. 37, Ιούνης-Αύγουστος 2012, σελ. 78-79. Η αναδημοσίευση είναι από την εξαιρετική λογοτεχνική σελίδα "Ποίηση και Λογοτεχνία" που αξίζει την σ΄τήριξη και την προσοχή μας.

Βιβλίο: Jane Hawking, Ταξιδεύοντας στην αιωνιότητα: Η ζωή μου με τον Στίβεν, εκδόσεις Gema


Jane Hawking
Ταξιδεύοντας στην αιωνιότητα
Η ζωή μου με τον Στίβεν
Μετάφραση: Έφη Φρυδά
Σελ.: 672, τιμή: 17 € (με τον ΦΠΑ)ISBN: 978-960-6893-33-9
ΕΚΔΟΣΕΙΣ GEMA




Η Τζέιν Χόκινγκ, η πρώτη σύζυγος του ιδιοφυούς αστροφυσικού Στίβεν Χόκινγκ, αφηγείται τις αναμνήσεις της από την κοινή τους ζωή σε ένα συγκινητικό βιβλίο, στο οποίο βασίστηκε η βραβευμένη με Όσκαρ ταινία «Η θεωρία των πάντων» (2014).

Πρόκειται για τη συναρπαστική ιστορία του γάμου τους, του τραυματικού διαζυγίου τους αλλά και της πρόσφατης συμφιλίωσής τους. Σ’ αυτό το εξαιρετικά ειλικρινές αλλά και αστείο βιβλίο, η Τζέιν Χόκινγκ περιγράφει όχι μόνο τα ιδιαίτερα περίπλοκα και οδυνηρά διλήμματα του πρώτου της γάμου αλλά και τον τρόπο με τον οποίο τα τρωτά σημεία της σχέσης του ζευγαριού τονίζονταν από τον αντίκτυπο που είχε η φήμη και ο πλούτος στη ζωή τους. Το αποτέλεσμα είναι ένα βιβλίο για την αισιοδοξία, την αγάπη και την αλλαγή, που θα μιλήσει στην καρδιά και το μυαλό του αναγνώστη. 
 

Έγραψαν για το βιβλίο:

«Ο Στίβεν Χόκινγκ μπορεί να σκέφτεται σε έντεκα διαστάσεις, αλλά η πρώτη σύζυγός του έχει μάθει να αγαπάει σε πολλές».
-The Sunday Times

«Τι γίνεται ο χρόνος όταν διαλύεται ένας γάμος; Και τι απογίνεται μια γυναίκα που έχει τοποθετήσει όλο της το είναι μέσα σ’ αυτή τη σφαίρα; Για την Τζέιν Χόκινγκ η φυσική επιστήμη της αγάπης και της απώλειας βρίσκεται σ’ ένα προσωπικό σύμπαν».
-The Guardian



ΕΚΔΟΣΕΙΣ GEMA: Μαρασλή 3, 106 76 Αθήνα,
τηλ.: 210- 7258350, fax: 210- 7222072,

Ποιητική βραδιά: Γη της απαγγελίας (Πέμπτη 3/11, 8μμ στο Homesick)









Μια ποιητική βραδιά (στο Homesick, Πέμπτη 3 Νοεμβρίου στις 8μμ, Ανδρέα Μεταξά 26, 10681 Αθήνα) που οργανώνει η ομάδα "ΓΗ ΤΗΣ ΑΠΑΓΓΕΛΙΑΣ" όπου ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος και ο Χρήστος Ζυγομαλάς θα διαβάσουνε τα ποιήματα τους. Ωστόσο σε αυτη την εκδήλωση όλοι όσοι έχουνε ποίηση και θέλουνε να διαβάσουνε είναι καλεσμένοι.

Θέατρο: Το Παλαιοβιβλιοπωλείο πάει στη Μικρή Πλάνη!



Το Παλαιοβιβλιοπωλείο πάει στη Μικρή Πλάνη!
Η Μικρή Πλάνη πάει στο Παλαιοβιβλιοπωλείο!


Η μικρή αλλά θαυματουργή θεατρική σκηνή του Παγκρατίου Μικρή Πλάνη (Δικαιάρχου 106-108) ενώνει δυνάμεις με το Παλαιοβιβλιοπωλείο Ν. Χρυσός (Χαριλάου Τρικούπη 63).

Για όλα τα Σαββατοκύριακα του Νοεμβρίου, υποδεχόμαστε «Στη Νεκρά» τους φίλους του Παλαιοβιβλιοπωλείου με μια προνομιακή προσφορά 2 εισιτηρίων στην τιμή του ενός (12€ τα 2 άτομα)!
Το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να κάνετε εγκαίρως την κράτησή σας τηλεφωνικά στη Μικρή Πλάνη (2107019616) αναφέροντας το Παλαιοβιβλιοπωλείο. Επίσης με το απόκομμα του εισιτηρίου σας κερδίζετε έκπτωση 20% για κάθε αγορά σας από το Παλαιοβιβλιοπωλείο μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου!
   

Η ομάδα Πλάνη παρουσιάζει το έργο του Ρεμί Ντε Βος "Στη Νεκρά"

Είναι άραγε η εργασιακή μας πραγματικότητα η μόνη δυνατή πραγματικότητα; Δουλεύουμε για να ζούμε ή ζούμε για να δουλεύουμε; Έχετε δουλειά; Ψάχνετε δουλειά; Βρήκατε δουλειά; Ψάξατε καλά; Ψάξατε παντού; Καμία δουλειά δεν είναι ντροπή! Δουλειά να’ ναι και ό,τι να ‘ναι! Δουλειά να ‘ναι κι όπου να ‘ναι!
Ύστερα από έναν πρώτο επιτυχημένο κύκλο παραστάσεων, την άνοιξη του 2016, η ομάδα Πλάνη παρουσιάζει για δεύτερη συνεχή σεζόν, το έργο «Στη Νεκρά» του Ρεμί ντε Βος, για 12 μόνο παραστάσεις, κάθε Σάββατο και Κυριακή, από τις 15 Οκτωβρίου.

Μπας και ανήκετε σε αυτή τη νέα ράτσα ασφαλισμένων και εμβολιασμένων προσκυνητών της νέας εποχής που λυμαίνονται τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες; Μήπως, από την άλλη, παίρνετε αγχολυτικά για να μη σπάτε βιτρίνες;
Όχι, όχι, δεν συντρέχει κανένας λόγος ανησυχίας. Άλλωστε, όλοι, λίγο πολύ, είμαστε στρεσαρισμένοι αυτή την περίοδο…
Το τρομακτικά επίκαιρο σπονδυλωτό έργο του γάλλου συγγραφέα Ρεμί ντε Βος γράφτηκε το 1994 και με προφητικό τρόπο καταδεικνύει τη θέση μας στο σύγχρονο οικονομικό σύστημα και το θαυμαστό ευρωπαϊκό σύμπαν. Ανεργία, ανύπαρκτα εργασιακά δικαιώματα, φόβος, κατάθλιψη, νευρώσεις, περιθωριοποίηση, μετανάστευση, ρατσισμός είναι οι λέξεις-κλειδιά μιας κωμικοτραγικής παράστασης που παρουσιάζει με βιτριολικό χιούμορ τη ζωή μας σήμερα, μια ζωή που προς το παρόν έχουμε όλοι μας με τον ένα ή τον άλλο τρόπο βάλει «στη νεκρά».

Εκδήλωση για την Παγκόσμια Μέρα της Φιλοσοφίας


Το Διεθνές Πολιτιστικό Κέντρο "Ανάδρασις" σας καλεί στις 20/11/2016 και ώρα 18:00 σε εκδήλωση για την Παγκόσμια Μέρα της Φιλοσοφίας. Η εκδήλωση θα γίνει στο Αίτιον, οδός Τζιραίων 8 κοντά στο σταθμό του μετρό Ακρόπολη. Επιστήμονες, και ποιητές θα μιλήσουν και θα απαγγείλουν με θέμα: "Φιλοσοφία και ποίηση".

Το Ποίημα της Εβδομάδας: Κατερίνα Γώγου, Έκθεσις αυτοψίας, 2.11.75

 
 
«... το σώμα κείτονταν μπρούμυτα παράλληλα
ενωνόταν με το Βατικανό.
Το ένα χέρι του ματωμένο απλωμένο μούντζα στο ΚΚΙ
και τ' άλλο κραδαίνοντας τα γεννητικά του όργανα
στους ειδικούς της κουλτούρας.
Τα αίματα στα μαλλιά του βδέλλες
στα σκεπασμένα ομοφυλοφιλικά σύνδρομα
στους εις άπασαν την επικράτειαν άνδρας της γης.
Το πρόσωπό του παραμορφωμένο από τα κάδρα
της τάξης που αρνήθηκε
μελανός εθελοντής του κουρελοπρολεταριάτου.
Τα δάχτυλα του χεριού τού αριστερού
σπασμένα απ' το σοσιαλιστικό ρεαλισμό
πεταμένα σε φωταγωγημένα σκουπίδια.
Το σαγόνι σπασμένο
με άπερκατ εργάτη συνδικαλιστή
επί μισθώσει τραμπούκου.
Τ’ αυτιά μισοφαγωμένα από τσογλαναρά που δεν είχε στύση.
Ο αυχένας σπασμένος αποκομμένος απ' το σώμα
πάνω στη βασική αρχή να λειτουργούνε χώρια.
Η μάνα παντού.
 
Αυτός ήταν ο θάνατος του κομουνιστή και ομοφυλόφιλου ΠΑΖΟΛΙΝΙ, που κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή καβάλα σ' ένα πενηνταράκι μηχανάκι έτρεχε να προλάβει να παίξουνε τα σινεμά στο Αιγάλεω, στο Λίβερπουλ και προπαντός στην Όστια, με κρατημένες επάνω του κουτιά από ταινίες και ρημαδογειτονιές.
Και το ριγέ σημαιάκι της ποίησης.
Αντίο.
 
Το παραπάνω ποίημα της αείμνηστης Κατερίνας Γώγου περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή της «Το ξύλινο παλτό» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Το ποίημα το αντιγράφουμε από τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων της «Τώρα να δούμε εσείς τι θα κάνετε,Ποιήματα 1978 - 2002» (2015, β΄έκδοση, εκδόσεις Καστανιώτη).