Παρασκευή 17 Ιουλίου 2015

Νίκος Καρούζος, Ἡ εὐγένεια τῆς κωμωδίας μας (+ 2 ποιήματα)

 

 Ἡ εὐγένεια τῆς κωμωδίας μας

Ὅταν ξεραθεῖ τὸ χαμομήλι στὸν καλύτερο ἥλιο τῆς χρονιᾶς
ἔρχονται βράδια νὰ γυρέψει ἀπὸ δαῦτο κι ὁ φτωχὸς κι ὁ πλούσιος
κι ὅπως κυλάει ζεστὸ μέσα μας καὶ βάλσαμο
κ᾿ εὐωδιάζουν τὰ σπλάγχνα κι ἁρμονίζονται
φέρνοντας κάποιο αἴσθημα φαγωμένης πεταλούδας μὲ τὰ χνούδια της
ἕνα τίποτα ἕνα χορτάρι φέρνοντας ὅλη τὴν εἰρήνη
ἔτσι κι ὁ Ἰησοῦς ἕνα τίποτα, μονάχα φτυσμένος
μονάχα ἡ μέσα φλόγα ποὺ λιώνει τὴν ἁφὴ
κι ὁ Θεὸς γυμνοπόδης ἕν᾿ ἀρνὶ στὸν ἀέρα
ψηλὰ στὸ δέντρο τῆς βυσσινιᾶς τὸ καιόμενο πέρα στὴ δύση.
Ἂ τί φριχτὸ ποὺ εἶναι τὸ νερὸ ἕνα τίποτα κι ὁ ἀόρατος
μᾶς ἔτυχε καθὼς τὸ μαχαίρι στὸ λαιμὸ τοῦ κόκορα.


Ὁ μειλίχιος τρόπος τοῦ Βαρβαρόσσα

Un Poete sauvage avec un plomb dans Ι᾿ aile -
TRISTAN CORBIERE
Γέροντας πιὰ καὶ πρώην καπνιστής
μοναχὸς μὲ τὰ γένια του στὸ ἄκαρπο τὸ ὕψος περπατώντας
ἀπὸ νέφη σὲ νέφη, τὸ ἀνθρώπινο, τί δρόμος,
μὲ μικρούτσικα βήματα κωμικὰ καὶ ξεβίδωτα
στὴν ἀλύπητη μουσική τους ἀκούγοντας
τὰ φτηνά του τὰ ξύλινα συρτοπάπουτσα
ὁ Βαρβαρόσσας τὸ συνήθιζε νὰ λέει: Μὲ συγχωρεῖτε,
τί νὰ κάνω, οἱ αἰσθήσεις μὲ πᾶνε στὶς αἰσθήσεις.
Ἔτσι μιλοῦσε, τίποτ᾿ ἄλλο δὲν ἔλεγε,
γλείφοντας μὲ λεπτὴ συγκίνηση τὰ χείλη.
Μαύρη μεγάλη τρύπα τὸν τυραννοῦσε
στὸ στῆθος πού ῾χε τώρα παλιώσει
ξεχειλώνοντας οἰκτρὰ τὸ κρέας!
Ὅλοι τὸν κλαίγαν ἀμίλητοι σὰν ἥμερο κι ἀξιοδάκρυτο
δράκο παρωχημένο
σὰν ἀπὸ αἰῶνες, ἀλήθεια, ξαφνιασμένο
καὶ μ᾿ εὐλάβεια κούφια τοῦ χάριζαν οἱ ψεῦτες
ἕνα κάποιο συμβατικὸ προσκύνημα.
Ἐκεῖνος ὅμως εἶχε μία φριχτὴ σοβαρότητα
δὲν ἔδινε σημασία στὸν εὐχάριστο σεβασμό τους -
ἄλλωστε ποτὲ δὲν ἐξαρτήθηκε-
μὰ ὑποφέροντας βαθιὰ τὸν ἑαυτό του
τὰ ὁράματα ποὺ χτυπιοῦνται σὰν κάποτε
τὰ φτερὰ τοῦ κόκορα πού ῾χε σφάξει τὰ κρασᾶτα
τίναζε ξάφνου κάποια στιγμὴ τὸ κεφάλι του πρὸς τ᾿ ἀπάνω
καὶ γινότανε κεῖνος ὁ παλιὸς κι ἀνελέητος τρόμος
ἀνοίγοντας τὸ στόμα του στὴν κατερήμωση
σὰν ἀποτρόπαιο τέρας τῆς χειμωνιάτικης Προϊστορίας
κι ἀποσποῦσε μ᾿ ἕνα κρὰκ τὴ μασέλα του
τὴν ἔριχνε μέσα σ᾿ ἕνα ποτήρι νερὸ δίχως εὐγένεια
δίχως κανένα σύμπλεγμα ποὺ τὸν ἔβλεπαν ὁλόγυρα
χτυποῦσε τὰ παλαμάκια κ᾿ ἔμπαινε σιγηλὴ κι ἀθέατη
μιὰ χανούμισσα δίκοπη στὸ βαθὺ μετάξι θροΐζοντας-
τί θλιβερὸ τὸ θέαμα ἡ γρήγορη ὑπόκλιση...-
καὶ ἔσπρωχνε κοντά του τὴν ἄσπρη καρέκλα.
Ἐκεῖνος τότε καθότανε (μὲ προσπάθεια ὁλοφάνερη)
κάνοντας ἀλλόκοτα κινήματα
καὶ στήλωνε τὰ μάτια του στὴ μασέλα.
Οἱ παριστάμενοι φεύγαν ἕνας-ἕνας με θεατρίνικους τεμενάδες
οἱ ὦρες περνοῦσαν ὁλοένα, κατὰ τὴν ἄσχημη
καὶ θλιβερὴ συνήθεια: τὴν πραγματικότητα.
Ἐκεῖνος ὅμως ἔμενε νὰ κοιτάζει βοερά τη μασέλα
Βουλιαγμένος

Ἡ νύχτα μὲ συμφέρει

Πράγματι ἡ νύχτα μὲ συμφέρει.
Πρῶτα-πρῶτα ἐλαττώνει τὶς φιλοδοξίες· ὕστερα
διορθώνει τὶς σκέψεις· ἔπειτα
συμμαζώνει τὴ θλίψη καὶ τὴν κάνει ὑποφερτότερη
τὴ σιωπὴ μὲ σέβας ἀνατέμνει·
ἐξαίρει τὴν ὄσφρηση μὰ προπάντων ἡ νύχτα περιζώνει.



Νίκος Καροῦζος - Ποιήματα

Νίκος Καροῦζος (1926-1990): ποιητὴς ἀπὸ τὸ Ναύπλιο. Σπούδασε νομικὰ καὶ πολιτικὲς ἐπιστῆμες στὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν. Ἔζησε ἐπὶ σαράντα χρόνια στὴν Ἀθήνα, ἀλλάζοντας δεκάδες σπίτια καὶ συνοικίες.

πηγή: users.uoa.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου