Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

Ανακοίνωση του "Λογοτεχνία και Σκέψη"





    Θα ήθελα να ανακοινώσω στους αναγνώστες και φίλους του ιστολογίου ότι το "Λογοτεχνία και Σκέψη" (http://logotexnia-ch.blogspot.com/) θα αναστείλει την λειτουργία του για ορισμένο χρονικό διάστημα καθώς από αυτή την εβδομάδα θα μπω στην τελική ευθεία για μεταμόσχευση νεφρού και όπως είναι ευνόητο δεν θα μπορώ να ακολουθήσω μια φυσική σειρά αναρτήσεων. Το ίδιο θα ισχύει και για τα άλλα ιστολόγια που διαχειρίζομαι.

Ευχαριστώ για την προτιμησή σας.

Ειρηναίος Μαράκης 

Κυκλοφόρησε ανέκδοτο μυθιστόρημα του Σαραμάγκου. - Το είχε υποβάλει προς έκδοση το 1953, αλλά δεν είχε λάβει καν απάντηση





Μπορεί η Πιλάρ ντελ Ρίο να ματαίωσε την επίσκεψή της στην Ελλάδα και να μην είχαμε την ευκαιρία να τη συναντήσουμε στο Μέγαρο Μουσικής την περασμένη εβδομάδα, φαίνεται όμως από τα πυκνά δημοσιεύματα του ξένου Τύπου αυτές τις ημέρες ότι η χήρα του πορτογάλου νομπελίστα Ζοζέ Σαραμάγκου (1922-2010) είχε πολλές ασχολίες τον τελευταίο καιρό.



Κυρίως είχε να φροντίσει για την έκδοση ενός χειρογράφου με τίτλο «Claraboya» (Φεγγίτης) που είχε στείλει το 1953 ο 31χρονος -και άσημος τότε Σαραμάγκου- σε πορτογάλο εκδότη με την ελπίδα ότι θα εκδοθεί. Εις μάτην όμως. Ο εκδότης δεν μπήκε καν στον κόπο να του στείλει μιαν απάντηση.

Δύο δεκαετίες αργότερα, ο κόσμος αρχίζει να αναγνωρίζει το ταλέντο του συγγραφέα από την ταπεινή Αζινιάγκα. Το 1989, ο εκδότης στον οποίο ο Σαραμάγκου είχε προ τριακονταετίας αποστείλει το «Claraboya» επικοινωνεί μαζί του για να του πει ότι ανακάλυψε το χειρόγραφό του σε κάποια μετακόμιση και ότι επιθυμούσε να το εκδώσει. Ο Σαραμάγκου αρνήθηκε. «Είχε πληγωθεί πολύ από την αρχική αδιαφορία του εκδότη», είπε η Πιλάρ ντελ Ρίο κατά την παρουσίαση του βιβλίου - τόσο μάλιστα, που ο ίδιος δεν ήθελε να δει το βιβλίο τυπωμένο όσο ζούσε, άφησε όμως το ελεύθερο στους κληρονόμους του να πράξουν κατά το δοκούν.

«Όλοι ξέρουμε, και το ήξερε και ο ίδιος, ότι η απόφαση να εκδοθεί το βιβλίο είναι σωστή», είπε η Ντελ Ρίο, σχολιάζοντας ότι πιθανόν εκείνος ο παλιός εκδότης θεώρησε ότι το κείμενο ήταν «προχωρημένο» για την εποχή του. Ουτοπίες, απογοητεύσεις, λεσβιακές σχέσεις, βιασμός, κακοποίηση και οικογενειακοί δεσμοί που καταρρέουν, νοσταλγία και κακία είναι συστατικά στοιχεία αυτού του βιβλίου που μάλλον δεν θα είχε καλή τύχη στην Πορτογαλία του καθεστώτος Σαλαζάρ στη δεκαετία του 1950.

Το μυθιστόρημα είναι αφιερωμένο στον παππού του Σαραμάγκου και αφηγείται τις ιστορίες έξι οικογενειών που ζουν στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο στην Λισαβόνα του Σαλαζάρ τη δεκαετία του 1940. «Είναι ένας φόρος τιμής στην ομορφιά και στην καλοσύνη», ανάφερε η Ντελ Ρίο: «Το μυθιστόρημα δεν αναφέρεται στη δικτατορία ή στην πολιτική αλλά αυτή η σιωπή εμπεριέχει και τη δικτατορία και την καταπίεση ενός καθεστώτος μικροπρεπούς, βάρβαρου και νόθου όπου το μόνο πράγμα που σώζει τους καλλιεργημένους ανθρώπους είναι η ποίηση και τους άλλους η μουσική».

«Οι αναγνώστες του Σαραμάγκου θα βρουν σε αυτό το νεανικό μυθιστόρημα τον ίδιο συγγραφέα που έγραψε το Kάιν», τόνισε η Ντελ Ρίο, η οποία μετέφρασε το μυθιστόρημα, όπως και άλλα του συζύγου της, στα ισπανικά. «Το κείμενο είναι ένα πορτρέτο της καθημερινής, ταπεινής ζωής στη Λισαβόνα. Η πόλη έχει αλλάξει, αλλά οι χαρακτήρες θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι άνθρωποι σημερινοί», συνέχισε η ίδια και χαρακτήρισε το μυθιστόρημα «αντίδοτο στους δύσκολους καιρούς που περνάμε, το οποίο μας διδάσκει ότι παρά τις δυσκολίες μπορούμε να βρίσκουμε την ευτυχία σε μικρές στιγμές της καθημερινότητας».

Το «Claraboya», που κυκλοφορεί ήδη στην Πορτογαλία, στην Ισπανία και στη Λατινική Αμερική, είναι το τελευταίο ανέκδοτο μυθιστόρημα του Σαραμάγκου. Μέλημα της χήρας του συγγραφέα είναι τώρα να συλλέξει και να εκδώσει τα θεατρικά και τα δεκάδες δοκίμια που έγραψε ο τιμημένος το 1998 με το βραβείο Νομπέλ συγγραφέας.


http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=447007&h1=true 

Μία ημέρα στη ζωή ενός «λαμόγιου» Η απότομη πτώση ενός νοσηρού Νεοέλληνα. Ψέματα, φιλαργυρία, πελατειακές σχέσεις και έλλειψη αυτογνωσίας στη μετεμφυλιακή Ελλάδα

(
(Ο Αλέξανδρος Κοτζιάς εξέδωσε τη «Φανταστική περιπέτεια» το 1986, δείχνοντας πρόωρα τη διάβρωση του κοινωνικού ιστού)

 
Δημοσιεύοντας εν έτει 1986 τη Φανταστική περιπέτεια, ο Αλέξανδρος Κοτζιάς, ένας από τους πιο εμβληματικούς πεζογράφους της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς (εφέτος συμπληρώνονται 20 χρόνια από τον θάνατό του), βάζει στην άκρη τους ματωμένους ογκόλιθους της πολιτικής και της Ιστορίας, οι οποίοι θα βαρύνουν την ύπαρξη των ηρώων σε όλο το υπόλοιπο - παλαιότερο και νεότερο - έργο του, για να προσανατολιστεί στην καθημερινότητα και στο παρόν της Μεταπολίτευσης.
Κεντρικός χαρακτήρας της Φανταστικής περιπέτειας είναι ένας υπερπληθωρικός συγγραφέας που ακούει στο όνομα Αλέξανδρος Καπάνταης και μοιάζει να έχει πετύχει στη ζωή του τα πάντα: εργάζεται σε υψηλόβαθμη θέση στο Δημόσιο, αποτελεί ενεργό μέλος διαφόρων σωματείων, μετέχει στη δράση της δημοκρατικής παράταξης, έχει να επιδείξει πλήθος λογοτεχνικά βραβεία, με τα οποία τιμήθηκε στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, διαθέτει τον προσωπικό του βιογράφο, διορισμένο από κρατική υπηρεσία, περιβάλλεται από μια συγκροτημένη οικογένεια και βρίσκει ιδανικές στιγμές διαφυγής στην αγκαλιά της ερωμένης του.
Πολύ γρήγορα όμως όλη η περιβάλλουσα λάμψη θα εξαφανιστεί: γυναίκα, ερωμένη και παιδιά θα συμπεριφερθούν στον Καπάνταη με τον πιο σκαιό τρόπο, οι συνάδελφοί του στο υπουργείο θα τον εμπαίξουν αλύπητα, ο στενότερος φίλος του θα πεθάνει στο νοσοκομείο (φρικτά εγκαταλελειμμένος από τον ίδιο) και, το χειρότερο, η εκδήλωση που έχει ετοιμαστεί προκειμένου να γιορταστούν τα 40 χρόνια της πνευματικής δημιουργίας του (επί της ουσίας, του διανοητικού αυνανισμού του) θα αποτύχει παταγωδώς.

Ανατριχιαστικά επίκαιρο
Ο μύθος του έργου εξαπλώνεται στον χρόνο μιας πλήρους ημέρας του Καπάνταη. Καταφεύγοντας σε μια αποσπασματική, παλίνδρομη και από σκοπού διαταραγμένη και συγκεχυμένη αφήγηση, ο Κοτζιάς θα κινηθεί ανάμεσα στα δύο άκρα του εικοσιτετραώρου του πρωταγωνιστή του (πρωινό και περασμένα μεσάνυχτα), για να συνοψίσει τον θλιβερά αναξιόπιστο πρώην και νυν βίο του: ανύπαρκτος γραφιάς, κομματικός χαμαιλέων, καταστροφέας περιουσιών, αλλά και παντελώς ανίκανος πατέρας, σύζυγος ή εραστής.
Ο Κοτζιάς θα προβάλει επίσης με μεγάλη επιδεξιότητα τον παρανοϊκά εγωιστικό λόγο του Καπάνταη και θα αποδείξει, μέσω της παράθεσης των τεκμηρίων και των ευρημάτων του βιογράφου του (ο οποίος θα συγκρουστεί ανοιχτά μαζί του), πως, εγκλωβισμένος καθώς είναι σε μια τέτοια παθολογία, αδυνατεί να διακρίνει ότι η επελθούσα καταστροφή έχει πολύ συγκεκριμένες και χειροπιαστές αιτίες και δεν έχει κατέβει από τον ουρανό στο κεφάλι του.
Εύκολα καταλαβαίνουμε, ακολουθώντας μια τέτοια γραμμή, ότι η κατάρρευση του δραματικά άχρηστου Καπάνταη - ακόμη μία αποκρουστική μορφή στην πινακοθήκη αρνητικών ηρώων του Κοτζιά - δεν είναι μια κατ' ιδίαν διάλυση και διάψευση, αλλά μια απείρως δυσοίωνη απεικόνιση της ελληνικής κοινωνίας μετά την έξοδό της από το φάσμα του Εμφυλίου και της δικτατορίας: οι τυχάρπαστες προσωπικές ή δημόσιες σχέσεις, το τυφλό επαγγελματικό κέρδος, τα πολλαπλά πελατειακά φαινόμενα, η ολοφάνερη έκπτωση των πολιτικών ή των καλλιτεχνικών θεσμών και, πρωτίστως, η πλήρης έλλειψη αυτογνωσίας και η τεράστια ικανότητα για αυτοεξαπάτηση, που συνιστά αδίκημα πολύ σοβαρότερο από εκείνο της αυταπάτης, αποτυπώνονται με απωθητική ενάργεια στην περίπτωση του Καπάνταη, προσδίδοντας στη συμπτωματολογία της καθολικό μέγεθος.
Ενα μέγεθος που, κοιταγμένο από την προοπτική της δύστροπης (αν μη τι άλλο) εποχής μας, αποκτά κυριολεκτικά ανατριχιαστικές διαστάσεις: γίνεται αλλόκοτα ορατό και επίκαιρο, δείχνοντας ότι η λογοτεχνία δεν εκώφευσε όλα τα προηγούμενα χρόνια - ή τουλάχιστον δεν εκώφευσε πάντα - στα ισχυρά προανακρούσματα της επερχόμενης λαίλαπας.
Ο σιχαμερός διάνος που πρωταγωνιστεί στις σελίδες της Φανταστικής περιπέτειας, στερημένος ευθύς εξαρχής οιουδήποτε ηθικού ερείσματος, δεν είναι ο μόνος που έχει την τέχνη να μετονομάζει τον κυνισμό, την ανικανότητα και την παρακμή μιας απίστευτα κενόδοξης καριέρας σε αγαθοεργό πνεύμα και δαφνοστεφή αρετή της πορείας ενός καθ' όλα ευυπόληπτου πολίτη.
Μπορεί οι άλλοι να επιφυλάσσουν στον Αλέξανδρο Καπάνταη την πιο σκληρή και ταπεινωτική τιμωρία, αλλά, ατυχώς γι' αυτούς, έχουν προλάβει να μολυνθούν εις βάθος από τον νοσηρό κόσμο του. Τα παιδιά του, η γυναίκα του, η ερωμένη του, αλλά και οι συνάδελφοί του, ζουν παρόμοιες με του Καπάνταη ζωές, εγκλωβισμένες σε μια πολύχρωμη φούσκα παρασιτικών αξιών. Τεκμήρια όλα αυτά για τον καθ' ολοκληρίαν (και εξαιρετικά πρόωρα) διαβρωμένο κοινωνικό οργανισμό.

http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=447628

Τα βιβλία της απελευθέρωσης Η καταγραφή των τίτλων που εκδόθηκαν λίγο πριν και λίγο μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους




«Ποιος έλληνας πολίτης έχει δικαίωμα ψήφου; Η ιδιοκτησία αποτελεί κρίσιμο παράγοντα; Και αν ναι, τότε μήπως πρέπει η κυβέρνηση να δώσει στους μη έχοντας ιδιοκτησία τα μέσα να αποκτήσουν;» ερωτά στις 14 Φεβρουαρίου 1830 τη Γερουσία ο πρώτος κυβερνήτης του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους Ιωάννης Καποδίστριας. Τα ερωτήματα περιλαμβάνονται αναλυτικά, μαζί με την απάντηση της Γερουσίας, σε οκτασέλιδο φυλλάδιο τυπωμένο την ίδια χρονιά από την Εθνική Τυπογραφία, πιθανότατα στο Ναύπλιο.
Οποιος επιθυμεί να διαβάσει το κείμενο μπορεί να ανατρέξει σε ένα από τα τέσσερα αντίτυπα που εντοπίζονται στη Βιβλιοθήκη της Βουλής, στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και στη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Χίου. Αυτά μαθαίνουμε από τον δεύτερο τόμο της Ελληνικής Βιβλιογραφίας του 19ου αιώνα (1819-1832) που μόλις κυκλοφόρησε από τα κατάλοιπα του άοκνου βιβλιογράφου Φίλιππου Ηλιού (1931-2004). Ο όγκος της πληροφορίας που περικλείεται κωδικοποιημένη στα 1.412 λήμματα που περιλαμβάνει ο τόμος προκαλεί ίλιγγο: για την πολιτική και την κοινωνική ιστορία, για την ιστορία των θεσμών, των ιδεών, της εκπαίδευσης, των επιστημών και προπάντων του βιβλίου.
Τα ιστορικά ενδιαφέροντα του Φίλιππου Ηλιού, γιου του πολιτικού της Αριστεράς Ηλία Ηλιού, εντοπίζονται από νωρίς στον χώρο των ιδεών, των νοοτροπιών και των κοινωνικών μορφωμάτων. Εκείνο που τον χαρακτηρίζει ως ερευνητή είναι η βούληση για εποπτεία όλης της ύλης. «Δεν του αρκούσαν οι δειγματοληψίες, ήθελε να ξέρει και το παραμικρό τεκμήριο της Ιστορίας» εξηγεί ο ιστορικός Σπύρος Ασδραχάς, παλαιός φίλος και συνοδοιπόρος του. «Ετσι έφθασε να συγκεντρώσει έναν τεράστιο αμητό, προϊόν του οποίου είναι κατά κύριο λόγο το βιβλιογραφικό του έργο».
Η ποσοτική ιστορία την οποία γνωρίζει ο Ηλιού στη Γαλλία του προσφέρει τη μέθοδο για να τιθασεύσει το υλικό που συλλέγει. Ο πρώτος τόμος κυκλοφορεί την άνοιξη του 1998 και εισάγει ένα νέο παράδειγμα στην ελληνική βιβλιογραφία. Με πηγές την τρίτομη Ελληνική Βιβλιογραφία 1800-1863 (1939-1957) του Δ. Σ. Γκίνη και του Β. Γ. Μέξα, τις μεταγενέστερες προσθήκες και το υλικό νέας έρευνας, ο Ηλιού αποθησαυρίζει τις αυτοτελείς εκδόσεις που απευθύνονται σε ελληνόφωνους και ελληνόγλωσσους πληθυσμούς κομίζοντας εντυπωσιακό πλήθος στοιχείων.


Στην αναλυτική καταγραφή τίτλων και περιεχομένων, σύμφωνα με το παράδειγμα του θεμελιωτή της ελληνικής βιβλιογραφίας Εμίλ Λεγκράν, προστίθενται πληροφορίες για τα τιράζ και τις επανεκδόσεις, για προαγγελίες και βιβλιοκρισίες, για τους συνδρομητές, για τη διασπορά των αντιτύπων σε βιβλιοθήκες της ημεδαπής και της αλλοδαπής, φωτομηχανικές ανατυπώσεις των εξωφύλλων σε σμίκρυνση που εκφράζουν την αισθητική και τις τυπογραφικές δυνατότητες των εκδοτών, στατιστικοί πίνακες, ποικίλα ευρετήρια και ερμηνεία των ευρημάτων. Η βιβλιογραφία του αποτελεί μια περιεκτική ιστορία του ελληνικού βιβλίου και ταυτόχρονα προσφέρει την ερευνητική υποδομή για μια κοινωνική ιστορία της ανάγνωσης.
Αυτό το πρότυπο ακολούθησε ο δεύτερος τόμος, που προέρχεται από την επεξεργασία των καταλοίπων του Ηλιού στο Εργαστήρι Βιβλιογραφίας «Φίλιππος Ηλιού» του Μουσείου Μπενάκη, με την επιμέλεια της Πόπης Πολέμη, παλαιάς συνεργάτιδος του Ηλιού, και τη συνεργασία των Αναστασίας Μυλωνοπούλου και Ειρήνης Ριζάκη. Ξεφυλλίζοντάς τον ο τόμος αφηγείται με ενάργεια την ταραχή του πολέμου, τις μετακινήσεις, τις ιδεολογικές ζυμώσεις, τις μεταβολές και τη νέα συνείδηση που διαμορφώνεται στα κρίσιμα χρόνια του Αγώνα και της ίδρυσης του ελληνικού κράτους.
Την περίοδο αυτή η παραγωγή περιορίζεται και ο χάρτης του κόσμου του βιβλίου ανατρέπεται. Νέα γεωγραφία και νέα εκδοτικά κέντρα, νέο τιτλολόγιο, νέοι συντελεστές, νέο αναγνωστικό κοινό. Η βουτιά της εκδοτικής παραγωγής από τους 104 τίτλους το 1819 στους 38 το 1821 και στους 28 το 1822 - τη χαμηλότερη τιμή της περιόδου - μαρτυρεί τον αναβρασμό της Επανάστασης, που ανακόπτει την εκδοτική ανάπτυξη των προεπαναστατικών χρόνων.
Στα χρόνια που ακολουθούν ο λαός που αγωνίζεται για την ελευθερία και την αυτοδιάθεσή του ενδιαφέρεται για πολιτικά συστήματα και νόμους και αναζητεί υποδείγματα. Το 1821 μεταφράζεται το γαλλικό Σύνταγμα του 1814 και το 1824 τυπώνεται στο Μεσολόγγι μετάφραση του βρετανικού και του αμερικανικού Συντάγματος.
Λίγο αργότερα το νεοσύστατο κράτος χρειάζεται σχολικά εγχειρίδια. Το Εγχειρίδιον διά τ' αλληλοδιδακτικά σχολεία του Γάλλου Λουί-Σαρλ Σαραζέν μεταφράζεται το 1830 με την έγκριση της κυβέρνησης, τυπώνεται σε 550 αντίτυπα και διανέμεται δωρεάν στα σχολεία, ενώ βρετανοί ιεραπόστολοι εφοδιάζουν από τη Μάλτα και το Λονδίνο τους έλληνες μαθητές με μεταφράσεις διδακτικών αναγνωσμάτων.
Η εκδοτική παραγωγή αυξάνεται σταδιακά και φθάνει το 1830 τους 139 τίτλους, με το εκπαιδευτικό βιβλίο να παίρνει το προβάδισμα από το θρησκευτικό των προεπαναστατικών χρόνων. Η λαϊκή λογοτεχνική βιβλιοθήκη υποχωρεί και η λόγια λογοτεχνία αναβαθμίζεται, με εξέχουσες περιπτώσεις τις Ωδές του Κάλβου και τον Υμνο του Σολωμού, ενώ οι μεταφράσεις αυξάνονται, πρώτα από την αγγλική γλώσσα και ακολούθως από τη γαλλική.
Τα εντυπωσιακά τιράζ των βενετικών εκδόσεων του 1823 του Ψαλτηρίου (50.000 αντίτυπα), της Οκτωήχου (100.000 αντίτυπα) και της Χρησίμου παιδαγωγίας (150.000) αποτελούν μεμονωμένες περιπτώσεις. Τα περισσότερα βιβλία τυπώνονται σε 1.000 αντίτυπα και τα έντυπα της περιόδου παραμένουν, όπως τα προηγούμενα χρόνια, ολιγοσέλιδα. Το 44% της παραγωγής δεν υπερβαίνει καν τις 48 σελίδες.

Τυπογραφεία σε 28 νέες πόλεις
Ριζικά διαπιστώνουμε ότι μεταβάλλεται την περίοδο αυτή ο εκδοτικός χάρτης. Η Βενετία, που στην προεπαναστατική εικοσαετία τύπωνε το 52% των τόμων, υποχωρεί σε ποσοστό 16,7%, αντιστοίχως και η Βιέννη. Τυπογραφεία πρωτοεμφανίζονται στην Αθήνα, στην Αίγινα, στο Ναύπλιο, στην Κόρινθο, στο Μεσολόγγι, σε συνολικά 28 πόλεις στις απελευθερωμένες περιοχές που παράγουν το 45,4% του ελληνικού βιβλίου, φτωχού συνήθως σε τυπογραφικά στοιχεία και εικονογράφηση.
Γύρω από τα νέα εκδοτικά κέντρα αναπτύσσεται μια νεωτερική φιλελεύθερη λογιοσύνη. Ανθρωποι με ποικίλες γεωγραφικές και κοινωνικές προελεύσεις που έχουν περιπλανηθεί στην Ανατολή και έχουν σπουδάσει στη Δύση, φορείς της νέας «εθνικής συνείδησης», καταφθάνουν στο νέο κράτος, στελεχώνουν τη διοίκηση, την εκπαίδευση και τον Τύπο και «διακονούν με ποικίλα μέσα εκείνην που ο Κοραής ωραία αποκαλεί "Επιστήμη της Ελευθερίας"».
Πολλά βιβλία κυκλοφορούν και την περίοδο αυτή με τη μέθοδο της συνδρομής και δημοσιεύουν καταλόγους με στοιχεία των συνδρομητών τους που επιτρέπουν να γίνουν εκτιμήσεις για το αναγνωστικό κοινό. Κατάλογο 930.000 γνωστών συνδρομητών ελληνικών βιβλίων για την περίοδο 1749-1922 κατέλιπε ο Φίλιππος Ηλιού, ο οποίος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι την περίοδο 1819-1832 το αναγνωστικό κοινό διευρύνεται και «οι περιοχές του νεότευκτου κράτους γίνονται το μεγάλο κέντρο ζήτησης και κατανάλωσης του ελληνικού βιβλίου».
Ολα αυτά τα στοιχεία αντλούμε διατρέχοντας τον 800σέλιδο καλαίσθητο τόμο. Ποια η χρηστικότητά του όταν η σύνολη Ελληνική Βιβλιογραφία του 19ου αιώνα φιλοξενείται στον ιστότοπο του Μουσείου Μπενάκη από το 2008; θα αναρωτηθεί ο αναγνώστης. Η έντυπη έκδοση, που κυκλοφορεί με CD του εξαντλημένου πρώτου τόμου, «επιτρέπει τη συνολική εποπτεία», όπως επισημαίνει στην εισαγωγή της η Πόπη Πολέμη - και όπως διαπιστώνουμε από την ανάγνωση.
Σε κάθε περίπτωση, έντυπα και ηλεκτρονικά, καρπός μόχθου όχι ενός αλλά πολλών ανθρώπων, τέτοια έργα στοιχειοθετούν μια υποδομή από καιρό χρειαζούμενη για να παρακολουθήσουμε πώς η ελληνική εκδοτική παραγωγή εκτινάσσεται στους 9.000 τίτλους ετησίως σήμερα και συρρικνώνεται, με ό,τι καλό ή κακό συνεπάγεται αυτό, από τις 52 πόλεις της περιόδου 1819-1832 στην τελεία του αθηναϊκού κέντρου.




http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=447622

Κινηματογράφος: Τα κορίτσια της βροχής, της Αλίντας Δημητρίου




Με τα «κορίτσια της βροχής» ολοκληρώνεται η τριλογία ντοκιμαντέρ της Αλίντας Δημητρίου για τη συμμετοχή των γυναικών στους πολιτικούς αγώνες. Είχαν προηγηθεί το «Πουλιά στο βάλτο», σχετικά με την αντίσταση στη γερμανική κατοχή και η «Η ζωή στους βράχους» (2009), με θέμα τις εξορίες και διώξεις των γυναικών του Δημοκρατικού Στρατού στον Εμφύλιο (είχαμε γράψει σχετικά σε παλαιότερο φύλλο της ΕΑ). Αυτό το τρίτο ντοκιμαντέρ αναφέρεται στη διάρκεια της χούντας 1967-74.
Έχει ιδιαίτερη αξία ότι η σκηνοθέτις Αλίντα Δημητρίου επιμένει να σκαλίζει κεφάλαια «δύσκολα», «δυσάρεστα» στην πρόσφατη ελληνική ιστορία και μάλιστα μέσα από τα μάτια των γυναικών, για τις οποίες ελάχιστα έχουν γραφτεί, λες κι ήταν μόνο βοηθητικές σε έναν ευρύτερο αγώνα ή ακόμη χειρότερα λες και δεν υπήρξαν ποτέ.
Στηρίχηκε στις μαρτυρίες 50 γυναικών που διώχθηκαν, εξορίστηκαν και βασανίστηκαν για τις πολιτικές απόψεις και τη δράση τους στο κίνημα. Το αποτέλεσμα είναι ένα ντοκουμέντο που ταρακουνά το θεατή, τον κάνει να αισθανθεί άβολα, όχι για να θρηνήσει τα βάσανα των ηρωίδων αλλά για να βγάλει τα συμπεράσματα για το σήμερα.
Όπως βλέπουμε στο πρώτο μέρος της ταινίας, η πρώτη γενιά των γυναικών μπήκε στον αγώνα στην εκπληκτική δεκαετία του 1960, όταν η ήττα του εμφύλιου έδινε σιγά-σιγά τη θέση της σε μια νέα αριστερή πολιτικοποίηση. Ο Λαμπράκης, τα Ιουλιανά, η δολοφονία Πέτρουλα ήταν τα πιο χαρακτηριστικά γεγονότα και η νεολαιίστικη οργάνωση των «Λαμπράκηδων» ήταν ο πολιτικός τους χώρος.
Ο Ρίτσος, ο Βάρναλης, ο Λειβαδίτης, ο Μίκης του «Επιτάφιου» ήταν οι πολιτιστικές αναφορές που τα ένωναν όλα, κι αυτές μαζί, στη σύγκρουση με το σύστημα που κληρονόμησε η μετεμφυλιοπολεμική περίοδος. Οι γυναίκες προέρχονταν από διαφορετικά κοινωνικά περιβάλλοντα, οι περισσότερες αριστερές από κούνια, κάποιες άλλες όχι, όμως, το καθοριστικό ήταν η πολιτική συγκυρία. «Έμπαινες άσχετη, απολίτικη και κατέληγες με τους κομμουνιστές», τονίζει μια από αυτές. Και πράγματι, ήταν ακτιβίστριες της αριστεράς που πάλευαν στην πράξη, μοιράζοντας προκηρύξεις και διαδηλώνοντας στο πεζοδρόμιο.
Το πραξικόπημα της 21ης Απρίλη 1967 τις έπιασε εντελώς απροετοίμαστες, όπως και όλη την ηγεσία της αριστεράς. Αρκετές πίστευαν ότι δεν θα κρατήσει και πολύ, ενώ όσες δεν συνελήφθησαν άμεσα πέρασαν στην παρανομία. Αυτό που ακολούθησε ήταν η καταστολή, οι διώξεις, η εξορία στα Γιούρα και το χειρότερο απ’ όλα, τα βασανιστήρια στη διαβόητη Ασφάλεια της οδού Μπουμπουλίνας, άλλο ένα κεφάλαιο της περιόδου της χούντας που έχει σκόπιμα αποσιωπηθεί.
Γύρω στα 1972-73, μπαίνει στη μάχη η δεύτερη φουρνιά αγωνιστών και αγωνιστριών, με την αντιδικτατορική δράση στα πανεπιστήμια, που κορυφώθηκε με τις καταλήψεις της Νομικής και του Πολυτεχνείου το 1973. Και εδώ παρακολουθούμε το νέο κύμα πολιτικοποίησης που κατάφερε τελικά να ανατρέψει τη χούντα, πληρώνοντας όμως το δικό του φόρο σε διώξεις και αίμα.

Βασανιστές

Φάλαγγα, ξυλοδαρμοί, ηλεκτροσόκ, η απειλή (τουλάχιστον) του βιασμού, κάθε λογής σωματικά και ψυχικά βασανιστήρια επιστρατεύτηκαν από τους πιο έμπειρους βασανιστές της χούντας που είχαν εκπαιδευτεί στις ΗΠΑ από τη CIA. Οι περισσότερες γυναίκες δεν λύγισαν. Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος που οι ίδιες εκθέτουν τον εαυτό τους στο φακό της σκηνοθέτριας, η οποία χρειάστηκε να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους με το προηγούμενό της έργο, ώστε να τις πείσει να το κάνουν.
Δεν παρουσιάζονται υπεράνθρωποι, ίσα-ίσα περιγράφουν με μεγάλη ειλικρίνεια, σχεδόν αυθόρμητα τις αντιδράσεις και τα συμπεράσματά τους, τη συνείδηση ότι η ζωή τους κρέμεται από ορισμένα ανθρωποειδή, τη μεγάλη ευθύνη να κρατήσουν ψηλά την πολιτική αξιοπρέπεια. Όπως αναφέρει η σκηνοθέτρια, «συνάντησα αυτές τις γυναίκες και μέτρησα ξανά τον κόσμο με έναν άλλον πήχυ».
Η επίσημη ιστορία τις «αντάμειψε» με σχεδόν μηδενική αναφορά. Η ατιμωρησία των βασανιστών είναι άλλη μια πρόκληση. Μια γυναίκα που πάσχει από κρίσεις επιληψίας ανέφερε ότι η πολιτεία της έδωσε την ευχή της...
Η σκηνοθέτις έχει σκόπιμα μοντάρει την ταινία αποκλειστικά με συνεντεύξεις. Μοναδική και εσκεμμένη σκηνοθετική παρέμβαση στις εξομολογήσεις τους, η παρεμβολή υλικών από τις περυσινές εξεγέρσεις και κυρίως το διήμερο 29-30 Ιούνη 2011. Έτσι η αφήγηση συμπλέκεται με τη σημερινή μνημονιακή Ελλάδα.
Η Αλίντα Δημητρίου χρησιμοποιεί άφοβα την «προφορική μνήμη», δεν διστάζει μπροστά στο ότι θα της αρνηθούν το κύρος της επίσημης γραφής της ιστορίας και της αντικειμενικότητας. Άλλωστε η ίδια έχει επανειλημμένα ξεκαθαρίσει, το κύρος του κυρίαρχου λόγου δεν το διεκδικεί, το μάχεται. Γι’αυτό επιλέγει να δημιουργεί τις ταινίες της με τους δικούς της λιγοστούς πόρους και τη βοήθεια των συνεργατών της, χωρίς εξαρτήσεις από παραγωγούς και κυκλωματα διανομής και χωρίς τις πιέσεις που αυτά βάζουν.
Το εντυπωσιακό είναι ότι χωρίς επίσημο διανομέα, και τα 3 ντοκιμαντέρ της τριλογίας αγκαλιάστηκαν από τη νεολαία, τους εκπαιδευτικούς, πολιτικούς και πολιτιστικούς φορείς και βρήκαν ένα τεράστιο ακροατήριο που στην πραγματικότητα κάνει την καλύτερη σύνδεση με το χτες, για να δικαιώσει τα λόγια μιας από τις γυναίκες: «Είμαστε η συνέχεια των γυναικών της Αντίστασης, και η δική μας συνέχεια είναι η σημερινή νεολαία».

INFO: Μπορείτε να προμηθευτείτε το ντοκιμαντέρ της Αλίντας Δημητρίου ελεύθερα, με αντίγραφα που χορηγεί η ίδια. Τηλέφωνο επικοινωνίας: 210-9810549.

Δήμητρα Κυρίλλου

http://ergatiki.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=3988:i1008&Itemid=160 


Κινηματογράφος: Τα χιόνια του Κιλιμάντζαρο

Τα «χιόνια του Κιλιμάντζαρο» είναι μια ταινία που αρχίζει με την απόλυση 20 εργατών σε ναυπηγείο της Μασσαλίας και τελειώνει με μια νότα ελπίδας αλλά και με πάρα πολλά κρατούμενα για την εργατική τάξη και την αριστερά σήμερα.
Ο Μισέλ, ο κεντρικός ήρωας βρίσκεται λίγα χρόνια πριν τη σύνταξη, οξυγονοκολλητής σε ναυπηγείο και συνδικαλιστής της CGT (συνδικάτο που πρόσκειται στο ΚΚ Γαλλίας). Το ίνδαλμά του είναι ο σοσιαλιστής ηγέτης Ζορές. Ζει απλά, αλλά χωρίς στερήσεις, είναι πολύ αγαπημένοι με τη γυναίκα του τη Μαρικλέρ, που δουλεύει ιδιωτική νοσοκόμα σε σπίτια. Τα παιδιά του έχουν τις δικές τους οικογένειες.
Οι θεατές δεν γνωρίζουν με ποιό τρόπο το συνδικάτο έχει φτάσει στην αποδοχή των απολύσεων, παρακολουθούμε όμως καθώς πέφτουν οι τίτλοι, μια κάλπη από την οποία κληρώνονται οι 20 που θα φύγουν. Ανάμεσά τους κι ο Μισέλ. Ο κουνιάδος του, Ραούλ, τον μέμφεται που συμπεριέλαβε και το δικό του όνομα στην κάλπη, σαν συνδικαλιστής μπορούσε να το έχει αποφύγει. Όμως ο Μισέλ θεωρεί ότι έπραξε σωστά και με αυτό το τρόπο έχει τη συνείδησή του ήσυχη. Θα προσαρμοστεί στη νέα του ζωή με τη βοήθεια της Μαρικλέρ και των φίλων του, στηρίζοντας τα παιδιά και τα εγγόνια του και διανέμοντας διαφημιστικά φυλλάδια.
Λίγο μετά, σε πάρτυ που διοργανώνουν οι παλιοί του συνάδελφοι και τα παιδιά του, κάνουν δώρο στο ζευγάρι ένα ταξιδι - σαφάρι στο Κιλιμάντζαρο. Δεν θα το πραγματοποιήσουν όμως, γιατί την παραμονή της αναχώρησης θα δεχτούν ένοπλη επίθεση στο σπίτι από δυο διαρρήκτες που τους αποσπούν χρήματα, εισητήρια και πιστωτικές κάρτες. Το μεγάλο σοκ για τον Μισέλ έρχεται όταν τυχαία ανακαλύπτει ότι δράστης είναι ο Κριστόφ, ένας νεαρός συνάδελφός του που απολύθηκε την ίδια μέρα με αυτόν.
Ο Μισέλ θα καταδώσει τον Κριστόφ στην αστυνομία, για να διαπιστώσει σύντομα ότι έκανε τη ληστεία από πραγματική ανάγκη και απόγνωση, καθώς έχει να φροντίσει δυό μικρά αδέλφια χωρίς κανένα άλλο στήριγμα. Η συνάντησή τους στο αστυνομικό τμήμα είναι αποκαλυπτική. Ο Μισέλ επιδίδεται σε ηθικοπολιτικό κήρυγμα ενώ ο Κριστόφ πολύ απλά τον κατηγορεί για συμβιβασμό και ξεπούλημα των εργατών, τον θεωρεί έναν βολεμένο εργατοπατέρα με προνόμια, μικροαστική σιγουριά και συνήθειες, σε αντίθεση με τον ίδιο που είναι απόλυτα εξαθλιωμένος.
Αν ο Μισέλ προσάπτει στον Κριστόφ προδοσία του συναδέλφου του με την πράξη του, ο Κριστόφ του ανταποδίδει σοβαρότερες κατηγορίες για προδοσία όλης της εργατικής τάξης, επειδή σαν συνδικάτο ούτε εμπόδισε τις απολύσεις, ούτε προστάτεψε τα πιο φτωχά του μέλη που δεν πρόλαβαν τις κοινωνικές κατακτήσεις των παλιότερων.
Έτσι οι ασκοί του Αιόλου ανοίγουν στο μυαλό του Μισέλ και της Μαρικλέρ που βάζουν ερωτηματικό στη σιγουριά και την αυτοπεπίθηση των πολιτικών απόψεων και πρακτικών τους. Διερωτώνται πώς θα έκριναν τους εαυτούς τους οι ίδιοι σε νεαρή ηλικία, αν γνώριζαν την κατάληξή τους με «προνόμια» όπως σπίτι, αμάξι, παδιά, εγγόνια, κυριακάτικη εκδρομή στην παραλία. Ως τότε την απάντηση την είχαν: Τα κέρδισαν όλα αυτά μέσα από τη συλλογική πάλη των συνδικάτων, αυτήν που τσαλαπατάνε τσογλάνια σαν τον Κριστόφ.
Οι συμβιβασμοί που έκαναν άξιζαν άραγε τις κατακτήσεις που κερδήθηκαν- όπως φαίνεται προσωρινά;

Συνδικάτα

Εμείς θα προσθέταμε ότι όταν τα συνδικάτα σήμερα δε μπορούν να υπερασπιστούν τη νεολαία απέναντι στην ανεργία, αυτή θα τους γυρίσει την πλάτη, ακόμη χειρότερα είναι ευάλωττη σε κάθε είδους ατομικές ή καταστροφικές λύσεις. Το πρόβλημα λοιπόν δεν βρίσκεται στο σπίτι και το αυτοκίνητο του Μισέλ και της Μαρικλέρ, -σιγά τα προνόμια, αλλά στην πλήρη αδυναμία αυτού του συνδικαλισμού να κερδίσει τα πιο ευάλωττα κομμάτια, που τα αφήνει έκθετα στη διάλυση του κοινωνικού κράτους.
Το ζευγάρι δεν βρίσκει απάντηση στα ερωτήματα που θέτει, θα δώσει πάντως τη δική του διέξοδο στο πρόβλημα παίρνοντας υπό την προστασία του τα δυο μικρά αδέλφια του Κριστόφ. Μια ηθική στάση αλληλεγγύης που πηγάζει από την ποιότητα του χαρακτήρα τους αλλά και την αριστερή ιδεολογία τους. Η έμπνευση προέρχεται από το ποίημα του Β. Ουγκώ «Καλοί που είν’οι φτωχοί».
Ο σκηνοθέτης Ρομπέρ Γκεντιγκιάν έχει διακριθεί για τη ρεαλιστική μεταφορά καθημερινών ιστοριών των απλών ανθρώπων, των εργατών, των μεταναστών, των περιθωριοποιημένων. Είναι σταθερά στην αριστερά (σήμερα υποστηρίζει το κόμμα «La Gauche» του Ζ. Λ. Μελανσόν).
Αγαπημένος του χώρος η γενέτειρά του Μασσαλία και κυρίως η λαϊκή συνοικία Λ’ Εστάκ. Υιοθετεί ένα προσωπικό στυλ χαμηλών τόνων, χωρίς τεχνικές κορυφώσεις, καταφέρνει όμως να βγάλει στην επιφάνεια την ποιότητα και τις αντιφάσεις των ηρώων του. Έτσι και στην ταινία, το λιμάνι και οι γερανοί της Μασσαλίας είναι μόνιμο φόντο-σήμα κατατεθέν της ιστορικής πόλης του γαλλικού εργατικού κινήματος που χτυπιέται από την ανεργία.
Ο Γκεντιγκιάν δεν είναι Κεν Λόουτς, υπηρετεί όμως με ειλικρίνεια και αυθεντικότητα τις αρχές του, από αυτή τη σκοπιά αξίζει να δείτε τα «Χιόνια του Κιλιμάντζαρο».

Δήμητρα Κυρίλλου

http://ergatiki.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=4159:i1011&Itemid=62

Βιβλίο: Γυναίκες, μειονότητες και κίνημα μιας ολόκληρης εποχής

Κατερίνα Μόντη, Η Κατάθεση, εκδόσεις Ένεκεν, 2011





Τον Ιανουάριο του 2010, δυο αστυνομικοί της Αντιτρομοκρατικής επισκέπτονται στην Ικαρία τη Δέσποινα Ντήμα, παιδίατρο του νησιού, για να της πάρουν κατάθεση.
Μια γιάφκα, ένα ελληνοαλβανικό συμπεθεριό, ένα «τρομοκρατικό νησί», ένα αριστερό «ριγιούνιον» 50άρηδων. Ένα Μακεδονικό τραύμα, δοσμένο ίσως για πρώτη φορά στη λογοτεχνία με επίκαιρους όρους. Ανάμεσά τους και πολλές άλλες μικρές ιστορίες που όλες μαζί θα δώσουν σάρκα σε ένα συγγραφικό όνειρο.
Θαύματα και τραύματα μιας ολόκληρης εποχής: το κίνημα, οι γυναίκες, οι έρωτες, οι μειονότητες, οι μεταλλάξεις, οι νέες προκλήσεις.
Η βασική ηρωίδα της ιστορίας- alter ego της συγγραφέως- 5 χρονών όταν επιβλήθηκε η Χούντα, μας αφηγείται από πρώτο χέρι τη διαδρομή της στο κίνημα και την ενηλικίωση σε μια εποχή που προσπάθησε να επισφραγίσει το «τέλος της ιστορίας».
Μια τολμηρή στην ειλικρίνειά της καταγραφή, χωρίς ωραιοποιήσεις, χωρίς εύκολους ρόλους θύτη και θύματος, χωρίς έπαρση ή ενοχή. Η συγγραφέας, ισορροπώντας με εξαιρετική επιτυχία ανάμεσα στη μυθιστορία και τη μαρτυρία, καταφέρνει ένα έργο βιωματικό να μην το οδηγήσει σ’ ένα μοναχικό ψυχαναλυτικό ντιβάνι αλλά να το μετατρέψει σε ιστορία, σε πολιτικό χρονικό μιας ολόκληρης γενιάς.
Αφήγηση γρήγορη, λόγος ακριβής και ευαίσθητος, διάλογοι ζωντανοί και ρεαλιστικοί, υπόγειο χιούμορ χωρίς αδιευκρίνιστους υπαινιγμούς. Δυσάρεστες ενίοτε παραδοχές χωρίς παραίτηση ούτε αυτομαστίγωση. Διερωτήσεις ακόμη ανοικτές. Ματιά και εμπειρία σαφώς γυναικεία, χωρίς όμως αντίστροφα στερεότυπα. Ξεχωριστή αρετή: το άγρυπνο ενδιαφέρον για τη θέση του «άλλου».
Η Δέσποινα Ντήμα -και μαζί η δημιουργός της- θα αποφασίσει να γράψει για όλα αυτά το πρώτο της έργο, εκπληρώνοντας έτσι μια παλιά υπόσχεση στον πατέρα της και καταθέτοντας ταυτόχρονα ένα είδος πολιτικής διαθήκης που την αφιερώνει στα παιδιά της, σε μια εποχή όπου η δυναμική για δικαιότερες κοινωνίες θα συγκρουσθεί και πάλι μ' εκείνην της συντηρητικοποίησης και των πατριωτισμών.

Νίκη Γιάνναρη

http://ergatiki.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=4160:i1011&Itemid=62