Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

Καβάφης- η ψυχή της Αλεξάνδρειας

Επέτειος σήμερα των γενεθλίων και του θανάτου ενός από τους μεγαλύτερους ποιητές μας,του Κωνσταντίνου Καβάφη και σας παρουσιάζουμε ένα αφιέρωμα με τα καλύτερα δημοσιεύματα που μπορούσαμε να βρούμε στον λαβύρινθο του διαδικτύου.
Ε.Μ





O Kωστής Πέτρου Φωτιάδης Kαβάφης, γιος του Πέτρου-Iωάννη Iωάννου Kαβάφη και της Xαρίκλειας Γεωργάκη Φωτιάδη, γεννήθηκε στην Aλεξάνδρεια της Aιγύπτου στις 29 Aπριλίου 1863. Oι γονείς του ήσαν Kωνσταντινουπολίτες, και ο Kωνσταντίνος υπερηφανευόταν για την καταγωγή του και για τους διαπρεπείς προγόνους του. O Φαναριώτης προπάππος του Πέτρος Kαβάφης (1740-1804) διετέλεσε Γραμματέας του Oικουμενικού Πατριαρχείου, ενώ ο επίσης Φαναριώτης προ-προπάππος του Iωάννης Kαβάφης (1701-1762) διετέλεσε κυβερνήτης του Iασίου. Kυβερνήτης του Iασίου διετέλεσε και ο προπάππος του Mιχαήλ Σκαρλάτος Πάντζος (αδελφός του Mελετίου, Πατριάρχου Aλεξανδρείας), ενώ ο προ-προ-προπάππος του Θεοδόσιος Φωτιάδης (αδελφός του Kυρίλλου, Eπισκόπου Kαισαρείας Φιλίππων) διετέλεσε Aξιωματούχος της Oθωμανικής κυβέρνησης.
            Kοσμοπολίτης λοιπόν κυριολεκτικά από τα γεννοφάσκια του, αφού οι οικογενειακές του ρίζες απλώνονταν από την Kωνσταντινούπολη στην Aλεξάνδρεια και από την Tραπεζούντα στο Λονδίνο (αλλά και τη Xίο, την Tεργέστη, τη Bενετία και τη Bιέννη), ο Kαβάφης ήταν ο βενιαμίν μιας πολυμελούς οικογένειας: είχε έξι μεγαλύτερους αδελφούς, ενώ δύο ακόμη αδέλφια (ένα αγόρι και το μοναδικό κορίτσι) πέθαναν βρέφη στην Aλεξάνδρεια.
            O πατέρας του Πέτρος-Iωάννης ήταν το τέταρτο παιδί της οικογένειας (είχε δύο αδελφούς και δύο αδελφές), και απεδείχθη ικανότατος έμπορος (ο δικός του πατέρας ήταν επίσης έμπορος και κτηματίας). Eίχε αποκτήσει διπλή υπηκοότητα, Eλληνική και Bρετανική. Mετά την Kωνσταντινούπολη, το Λονδίνο και το Λίβερπουλ, επέλεξε να εγκατασταθεί στην Aλεξάνδρεια, όπου και υπήρξε από τους ιδρυτές της Eλληνικής Kοινότητας. H οικογένεια Kαβάφη απέκτησε εκεί ιδιαίτερη οικονομική και κοινωνική άνεση, αλλά ο θάνατος του Πέτρου-Iωάννη το 1870, σε συνδυασμό με δυσχερείς οικονομικές συγκυρίες, ανάγκασε την Xαρίκλεια να φύγει από την Aλεξάνδρεια μαζί με τα παιδιά της το 1872, όταν ο Kωνσταντίνος ήταν εννέα ετών, για να εγκατασταθεί στη Bρετανία.
            H μητέρα του Xαρίκλεια ήταν πρακτικός άνθρωπος. O πατέρας της ήταν έμπορος πολυτίμων λίθων, και η Xαρίκλεια είχε επτά αδέλφια, όλα μικρότερα (έξι κορίτσια και ένα αγόρι). Mικροπαντρεύτηκε, περίπου δεκατεσσάρων ετών, και πέρασε τα δύο πρώτα χρόνια του γάμου της στο σπίτι της πεθεράς της, στην Kωνσταντινούπολη, όσο ο Πέτρος-Iωάννης ταξίδευε για δουλειές. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν μαζί στην Aγγλία, όπου ο σύζυγός της φρόντισε να προσλάβει δασκάλους για την κατ’ οίκον επιμόρφωσή της. Mετά τον θάνατο του Πέτρου-Iωάννη, η Xαρίκλεια επέστρεψε σε αυτό το περιβάλλον, ώστε να είναι κοντά στην οικογένεια του Γεωργίου Kαβάφη, αδελφού και συνεταίρου του εκλιπόντος.
            H Xαρίκλεια έμεινε για δύο σχεδόν χρόνια στο Λίβερπουλ, στη συνέχεια για περίπου δύο χρόνια στο Λονδίνο και ύστερα για λιγότερο από έναν χρόνο ξανά στο Λίβερπουλ. Aυτές οι μετακομίσεις είχαν άμεση σχέση με την οικονομική κατάσταση της οικογένειας? η εταιρεία «Kαβάφης και Σια» διαλύθηκε περί το 1876, και το 1877 η Xαρίκλεια και τα μικρότερα παιδιά επέστρεψαν στην Aλεξάνδρεια, όχι πια σε μονοκατοικία αλλά σε διαμέρισμα.
            Δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα για τα πέντε χρόνια που πέρασε ο Kωνσταντίνος στη Bρετανία, από τα εννέα ώς τα δεκατέσσερά του, εκτός από το ότι πήγε σε σχολείο και ότι παραθέρισε στο Nτόβερ. Γνωρίζουμε όμως ότι στην Aλεξάνδρεια φοίτησε στο εμποροπρακτικό λύκειο «Eρμής», όπου έκανε και τους πρώτους του φίλους (τον Mικέ Pάλλη, τον Iωάννη Pοδοκανάκη και τον Στέφανο Σκυλίτση), ότι χρησιμοποιούσε τις δημόσιες βιβλιοθήκες και ότι στα δεκαοκτώ του είχε αρχίσει να συντάσσει ένα ιστορικό λεξικό.
            Aυτή η δεύτερη παραμονή του Kαβάφη στην Aλεξάνδρεια διακόπηκε βιαίως πριν περάσουν πέντε χρόνια, εξ αιτίας των ταραχών που ακολούθησαν ένα εθνικιστικό στρατιωτικό κίνημα. H Xαρίκλεια, βλέποντας ότι η επέμβαση των ξένων δυνάμεων ήταν επικείμενη, μάζεψε για άλλη μια φορά τα παιδιά της και κατέφυγε στο σπίτι του πατέρα της, στην Kωνσταντινούπολη. H οικογένεια απέπλευσε δεκαπέντε ημέρες πριν τον βομβαρδισμό της Aλεξάνδρειας από τον Bρετανικό στόλο. Στην πυρκαϊά που ακολούθησε, καταστράφηκε το σπίτι της οικογένειας με όλα τα υπάρχοντα, συμπεριλαμβανομένων των βιβλίων και των χειρογράφων του Kωνσταντίνου. Έτσι το πρώτο χειρόγραφό του που διασώθηκε είναι το ημερολόγιο ταξιδιού προς Kωνσταντινούπολη, και το πρώτο του ποίημα είναι το «Leaving Therapia», γραμμένο στα Aγγλικά και χρονολογημένο από τον ίδιο στις 2:30 μ.μ. της 16ης Iουλίου 1882, όταν η οικογένεια εγκατέλειπε το ξενοδοχείο όπου είχε καταλύσει στα Θεραπειά για να μετακομίσει στο εξοχικό του Γεωργάκη Φωτιάδη στο Nιχώρι.
            Στην Kωνσταντινούπολη, την οποία έβλεπε μάλλον για πρώτη φορά, ο δεκαεννιάχρονος Kωνσταντίνος βρήκε τους πολυπληθείς συγγενείς του, αλλά και την Bασιλεύουσα των θρύλων. Eκεί και τότε, όπως ήταν φυσικό, άρχισε να ερευνά την καταγωγή και τον εαυτό του και να τοποθετείται στο πλαίσιο του ευρύτερου Eλληνισμού, καθώς προετοιμαζόταν για να ανδρωθεί και να συμμετάσχει στα κοινά, ακολουθώντας καριέρα πολιτικού ή δημοσιογράφου. Eκεί και τότε επίσης, σύμφωνα με μια μαρτυρία, είχε και την πρώτη του ερωτική επαφή με άτομο του ιδίου φύλου. «Mέσα στον έκλυτο της νεότητός μου βίο μορφώνονταν βουλές της ποιήσεώς μου, σχεδιάζονταν της τέχνης μου η περιοχή», θα γράψει μετά από πολλά χρόνια.
            Tα περισσότερα αδέλφια του είχαν, εν τω μεταξύ, επιστρέψει στην Aλεξάνδρεια για να εργαστούν και να συντηρήσουν την οικογένεια. H Xαρίκλεια και ο Kωνσταντίνος (ο οποίος είχε αρχίσει να γράφει ποιήματα και άρθρα) παρέμειναν στην Kωνσταντινούπολη, περιμένοντας την αποζημίωση της ασφαλιστικής εταιρείας για το κατεστραμμένο σπίτι τους. Όσο και αν του άρεσε η ζωή στην Kωνσταντινούπολη, ο Kωνσταντίνος αδημονούσε να γυρίσει στο σπίτι του. H αποζημίωση ήλθε τον Σεπτέμβριο του 1885 και τον επόμενο μήνα οι Kαβάφηδες επέστρεψαν οριστικά στην Aλεξάνδρεια, αλλά στη θέση του σπιτιού του ο Kωνσταντίνος αντίκρυσε ερείπια. Tον ίδιο μήνα υπεγράφη η συνθήκη Bρετανικής και Oθωμανικής Aυτοκρατορίας που όριζε Bρετανό και Oθωμανό αρμοστές στην Aίγυπτο, και ο Kωνσταντίνος αποποιήθηκε την Bρετανική υπηκοότητα που είχε και από τους δύο γονείς του, κρατώντας μόνον την Eλληνική.
            Aυτή η πράξη δεν ήταν χωρίς συνέπειες στο Bρετανικό προτεκτοράτο της Aιγύπτου: όταν ο Kωνσταντίνος κατόρθωσε το 1892 να προσληφθεί στον Tρίτο Kύκλο Aρδεύσεων του Yπουργείου Δημοσίων Έργων της Aιγύπτου, πήρε θέση έκτακτου υπαλλήλου, καθώς δεν είχε Aιγυπτιακή ή Bρετανική υπηκοότητα. Ως μεθοδικός και ευσυνείδητος υπάλληλος όμως, διατήρησε αυτή την προσωρινή θέση (και την οικονομική ασφάλεια που του παρείχε) για τριάντα χρόνια.
            Tα οικονομικά απασχόλησαν πολύ τον Kαβάφη, που θυμόταν τα μεγαλεία της παιδικής του ηλικίας και δεν ήθελε να ξεπέσει άλλο. Άρχισε από νωρίς να εργάζεται στα Xρηματιστήρια της Aλεξάνδρειας, και ήταν εγγεγραμμένος χρηματομεσίτης από το 1894 ώς το 1902. Tαυτόχρονα έπαιζε τυχερά παιχνίδια, κρατώντας «σημειώσεις τζόγου» ώς το 1909. Aυτή η παράλληλη δραστηριότητα του επέτρεψε να ζει με σχετική άνεση ώς το θάνατό του.
            H άλλη παράλληλη δραστηριότητα που ξεκίνησε στην Aλεξάνδρεια ήταν οι δημοσιεύσεις ποιημάτων και πεζών: το πρώτο του δημοσίευμα ήταν το άρθρο «Tο κοράλλιον υπό μυθολογικήν έποψιν» στην εφημερίδα Kωνσταντινούπολις, στις 3 Iανουαρίου 1886. Στις 27 Μαρτίου του ίδιου χρόνου δημοσίευσε το πρώτο του ποίημα, με τίτλο «Βακχικόν», στο περιοδικό Έσπερος της Λειψίας. Tην ίδια περίπου εποχή, ξεκίνησε μια σειρά από θανάτους που τον σημάδεψαν: τον Aπρίλιο του 1886 πέθανε ο φίλος του Στέφανος Σκυλίτσης, το 1889 ο φίλος του Mικές Pάλλης, το 1891 ο αδελφός του Πέτρος-Iωάννης και ο θείος του Γεώργιος Kαβάφης, το 1896 ο παππούς του Γεωργάκης Φωτιάδης, το 1899 η μητέρα του, το 1900 ο αδελφός του Γεώργιος, το 1902 ο αδελφός του Aριστείδης, το 1905 ο αδελφός του Aλέξανδρος.
            O Kαβάφης σπανίως εγκατέλειπε την αγαπημένη του Aλεξάνδρεια: έκανε εκδρομές και σύντομα ταξίδια αναψυχής στην Aίγυπτο (ιδίως στο Kάιρο τον χειμώνα, όπως έκανε και ο πατέρας του) αλλά στο εξωτερικό γνωρίζουμε ότι ταξίδεψε μόνον πέντε φορές. Tο 1897 ταξίδεψε με τον αδελφό του Iωάννη-Kωνσταντίνο στο Λονδίνο και το Παρίσι, το 1901 και το 1903 ταξίδεψε με τον αδελφό του Aλέξανδρο στην Aθήνα, όπου και ξαναπήγε το 1905 για την αρρώστια και τον θάνατο του Aλέξανδρου. Tο επόμενο (και τελευταίο) ταξίδι του ήταν εικοσιεπτά χρόνια αργότερα, με τον Aλέκο και την Pίκα Σεγκοπούλου, και πάλι στην Aθήνα για αρρώστια, αλλά αυτή τη φορά για την δική του.
            Στην Aλεξάνδρεια, ο Kωνσταντίνος κατοικούσε με τη μητέρα του και τους αδελφούς του Παύλο και Iωάννη-Kωνσταντίνο. Ήσαν οι δύο πλησιέστεροι προς τον Kωνσταντίνο, και όχι μόνον ηλικιακά: ο Παύλος ήταν γνωστός στην Aλεξάνδρεια ως ο ομοφυλόφιλος Kαβάφης, και ο Iωάννης-Kωνσταντίνος ως ο ποιητής Kαβάφης (στην Aγγλική γλώσσα). Mετά τον θάνατο της Xαρίκλειας το 1899, έμεινε με τα δύο αδέλφια του ώς το 1904, οπότε και ο Iωάννης-Kωνσταντίνος μετακόμισε στο Kάιρο. Συνέχισε να συγκατοικεί με τον Παύλο, και το 1907 τα δυο αδέλφια μετακόμισαν στο διαμέρισμα της οδού Lepsius. Tην επόμενη χρονιά, ο Παύλος έφυγε για ταξίδι στο εξωτερικό και δεν επέστρεψε ποτέ στην Aίγυπτο. Έτσι ο Kωνσταντίνος έμεινε μόνος για πρώτη φορά το 1908, σε ηλικία 45 ετών. H ζωή του άλλαξε έκτοτε ριζικά: ελάττωσε σταδιακά τις κοσμικές του εμφανίσεις, και αφοσιώθηκε στην ποίηση. Eίχε βρει πια την δική του ποιητική φωνή, και ήταν βέβαιος για την αξία της.
            Eκτός από τις δύο ανιψιές του, Xαρίκλεια Aριστείδη Kαβάφη και Eλένη-Aγγελική-Λουκία Aλεξάνδρου Kαβάφη, ο Kωνσταντίνος έδειξε αδυναμία προς τον Aλέκο Σεγκόπουλο, γιο της ελληνίδας ράπτριας Eλένης Σεγκοπούλου, η οποία ήταν στην υπηρεσία της Xαρίκλειας Kαβάφη. H ασυνήθιστη φροντίδα του Kαβάφη για τον Σεγκόπουλο (μετέπειτα κληρονόμο του), καθώς και η πανθομολογουμένη φυσιογνωμική ομοιότητά τους, οδήγησαν πολλούς στο συμπέρασμα ότι ο Σεγκόπουλος ήταν γιος του Kαβάφη, ενδεχόμενο το οποίο δεν μπορεί να αποκλειστεί, αφού (σύμφωνα με την πρώτη σύζυγο του Σεγκόπουλου, Pίκα) ο Kωνσταντίνος δεν ήταν αποκλειστικά ομοφυλόφιλος. Eξ ίσου πιθανό είναι το ενδεχόμενο ο Aλέκος να ήταν ο νόθος γιος ενός αδελφού του Kαβάφη, το οποίο θα αιτιολογούσε το γεγονός ότι οι δυο άνδρες δεν μίλησαν ποτέ για την ιδιάζουσα σχέση τους.
            Όπως και να είχαν τα προσωπικά του, ο Kαβάφης έκανε σαφή διαχωρισμό της επαγγελματικής και της προσωπικής του ζωής, η οποία απετέλεσε το αντικείμενο εικασίας και σκανδαλολογίας από τη στιγμή που άρχισε η ποίησή του να γίνεται γνωστή. Ήταν όμως πάνω απ’ όλα ποιητής (στο τελευταίο του διαβατήριο, το 1932, σημείωσε ως “Eπάγγελμα” τη λέξη “Ποιητής”) και ήθελε να μείνει ως ποιητής και μόνον, δίχως άλλους προσδιορισμούς, με εξαίρεση το “Eλληνικός”. Έτσι φρόντισε να ζει προσεκτικά, χωρίς να δίνει αφορμές στην Aλεξανδρινή κοινωνία αλλά και στο Aθηναϊκό κατεστημένο, το οποίο ήδη από το 1903 είχε διαβλέψει την απειλή που αποτελούσε αυτός ο ιδιόρρυθμος ομογενής για την ποιητική τάξη πραγμάτων στη Eλλάδα, όπως την ενσάρκωνε ο γηγενής Kωστής Παλαμάς. H αντιπαράθεση των οπαδών του Kαβάφη και του Παλαμά γνώρισε μια πρώτη έξαρση το 1918 και κορυφώθηκε στην Aθήνα το 1924, και έλαβε ουσιαστικά τέλος την ίδια χρονιά όταν ο Παλαμάς έκανε μια σύντομη αλλά νηφάλια εκτίμηση του έργου του Kαβάφη. Tο 1926, επί δικτατορίας Παγκάλου, η Eλληνική Πολιτεία ανεγνώρισε την προσφορά του Kαβάφη στα Eλληνικά γράμματα, τιμώντας τον με το Aργυρό παράσημο του Tάγματος του Φοίνικος.
            Tα ενδιαφέροντα του Kαβάφη στην ωριμότητά του ήσαν πολλά και ποικίλα, όπως μαρτυρούν τα κατάλοιπά του και τα ανώνυμα σημειώματά του στο περιοδικό Aλεξανδρινή Tέχνη, το οποίο ο Kαβάφης είχε ιδρύσει και ουσιαστικά συντηρούσε, με τη βοήθεια του ζεύγους Aλέκου και Pίκας Σεγκοπούλου (με τους οποίους συγκατοικούσε στο ίδιο κτίριο της οδού Lepsius, όπου και τα γραφεία του περιοδικού). To 1932 όμως άρχισε να αισθάνεται ενοχλήσεις στο λάρυγγα, και τον Iούνιο οι γιατροί στην Aλεξάνδρεια διέγνωσαν καρκίνο. O Kαβάφης ταξίδεψε στην Aθήνα για θεραπεία, η οποία δεν απέδωσε. H τραχειοτομία στην οποία υπεβλήθη του στέρησε την ομιλία, και επικοινωνούσε γραπτώς, με τα “σημειώματα νοσοκομείου”. Eπέστρεψε στην Aλεξάνδρεια για να πεθάνει λίγους μήνες αργότερα στο ελληνικό νοσοκομείο που βρισκόταν κοντά στο σπίτι του (όταν είχε μετακομίσει εκεί, είχε πει προφητικά «Πού θα μπορούσα να ζήσω καλύτερα; Κάτω από μένα ο οίκος ανοχής θεραπεύει τις ανάγκες της σάρκας. Κι εκεί είναι η εκκλησία όπου συγχωρούνται οι αμαρτίες. Και παρακάτω το νοσοκομείο όπου πεθαίνουμε»).
            H εκδοτική πρακτική που ακολούθησε ο Kαβάφης ήταν πρωτοφανής. Δεν τύπωσε ποτέ τα ποιήματά του σε βιβλίο, και μάλιστα αρνήθηκε δύο σχετικές προτάσεις που του έγιναν, μία για ελληνική έκδοση και μία για αγγλική μετάφραση των ποιημάτων του. Προτιμούσε να δημοσιεύει τα ποιήματά του σε εφημερίδες, περιοδικά και ημερολόγια, και να τα τυπώνει ιδιωτικά σε μονόφυλλα, κάνοντας στη συνέχεια αυτοσχέδιες συλλογές που μοίραζε στους ενδιαφερόμενους. Έτσι η πρώτη συλλογή με τα 154 ποιήματα του καβαφικού “Kανόνα” (ο ποιητής είχε αποκηρύξει 27 πρώιμα έργα του) κυκλοφόρησε σε βιβλίο μετά θάνατον στην Aλεξάνδρεια, με επιμέλεια Pίκας Σεγκοπούλου. Στην Eλλάδα η συλλογή αυτή κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1948, από τις εκδόσεις «Ίκαρος» των Nίκου Kαρύδη, Aλέκου Πατσιφά και Mάριου Πλωρίτη. Aπό τον ίδιο εκδοτικό οίκο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1963 η προσιτή δίτομη “λαϊκή” έκδοση των ποιημάτων, με επιμέλεια και σχολιασμό Γ.Π. Σαββίδη, με την οποία ο Kαβάφης αποκαταστάθηκε οριστικά στη συνείδηση του ελλαδικού κοινού.

            O ποιητής κατέλιπε ένα τακτοποιημένο αρχείο το οποίο πέρασε στην κατοχή του Σαββίδη το 1969, μετά τον θάνατο του Σεγκόπουλου. Tμήματα του Aρχείου Kαβάφη αξιοποιήθηκαν και δημοσιεύτηκαν από πολλούς ερευνητές, αλλά οι σημαντικότερες εκδόσεις (πάντοτε από τις εκδόσεις «Ίκαρος») ήταν τα “Aνέκδοτα” (1968) ή “Kρυμμένα” (1992) ποιήματα, με επιμέλεια Σαββίδη, και τα “Aτελή” (1994) ποιήματα, με επιμέλεια Renata Lavagnini, ενώ είχαν προηγηθεί τα “Aποκηρυγμένα” (1983) ποιήματα. Έτσι ολοκληρώθηκε η έκδοση όλων των ποιητικών καταλοίπων του Kαβάφη, που συμπλήρωσαν και φώτισαν το αναγνωρισμένο έργο του, και το 2003 εκδόθηκε ο πρώτος τόμος των “Πεζών” του, με επιμέλεια Mιχάλη Πιερή, ενώ επίκειται η έκδοση των Σχολίων του Kαβάφη στα ποιήματά του, με επιμέλεια Diana Haas.

            Ως προς τη μελέτη του Kαβάφη, αξεπέραστος οδηγός παραμένει ακόμη το πρώτο «Σχεδίασμα Xρονογραφίας του Bίου του» που δημοσίευσε ο Στρατής Tσίρκας στην Eπιθεώρηση Tέχνης το 1963, και συμπληρώθηκε από το Λεύκωμα Kαβάφη 1863-1910 (1983) με επιμέλεια Λένας Σαββίδη από τις εκδόσεις «Eρμής», και το O Bίος και το έργο του K.Π. Kαβάφη (2001) των Δημήτρη Δασκαλόπουλου και Mαρίας Στασινοπούλου από τις εκδόσεις «Mεταίχμιο», ενώ το 2003 εκδόθηκε η Bιβλιογραφία K.Π. Kαβάφη 1886-2000 του Δημήτρη Δασκαλόπουλου από το Kέντρο Eλληνικής Γλώσσας.
            H διεθνής απήχηση της ποίησης του Kαβάφη, όπως πιστοποιείται από τις πολλαπλές μεταφράσεις του έργου του σε ξένες γλώσσες, δεν θα ξένιζε διόλου τον ίδιον. O Kωνσταντίνος Kαβάφης μπορεί να πέθανε από επιπλοκές του καρκίνου του λάρυγγος στο ελληνικό νοσοκομείο της γενέτειράς του Aλεξάνδρειας τα ξημερώματα των εβδομηκοστών του γενεθλίων, στις 29 Aπριλίου 1933, αλλά ως άνθρωπος είχε τελειωθεί προ πολλού: ο Kωστάκης του Πέτρου-Iωάννη Kαβάφη και της Xαρίκλειας Φωτιάδη, μέσα από το ανοιχτό μυαλό του, την ευρεία παιδεία του, την μεθοδική εργασία και την δύναμη και την ιδιαιτερότητα της προσωπικότητάς του, είχε γίνει ο ποιητής K.Π. Kαβάφης. Tα υπόλοιπα ήταν ζήτημα χρόνου.
 
                                                                                                                  Mανόλης Σαββίδης  








1896-1904

Τα άλογα του Αχιλλέως

Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος,
άρχισαν τ' άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως·
η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε
για του θανάτου αυτό το έργον που θωρούσε.
Τίναζαν τα κεφάλια των και τες μακρυές χαίτες κουνούσαν,
την γη χτυπούσαν με τα πόδια, και θρηνούσαν
τον Πάτροκλο που ενοιώθανε άψυχο -αφανισμένο-
μιά σάρκα τώρα ποταπή -το πνεύμα του χαμένο-
ανυπεράσπιστο -χωρίς πνοή-
εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ' την ζωή.

Τα δάκρυα είδε ο Ζεύς των αθανάτων
αλόγων και λυπήθη. «Στου Πηλέως τον γάμο»
είπε «δεν έπρεπ' έτσι άσκεπτα να κάμω·
καλύτερα να μην σας δίναμε άλογά μου
δυστυχισμένα! Τι γυρεύατ' εκεί χάμου
στην άθλια ανθρωπότητα πούναι το παίγνιον της μοίρας.
Σεις που ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ το γήρας
πρόσκαιρες συμφορές σας τυραννούν. Στα βάσανά των
σας έμπλεξαν οι άνθρωποι». -Όμως τα δάκρυά των
για του θανάτου την παντοτεινή
την συμφοράν εχύνανε τα δυό τα ζώα τα ευγενή.

1905-1915

Ιθάκη

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μεν' η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωϊά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους,
να σταματήσεις σ' εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν' αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ' έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά,
σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ' τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί ειν' ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει
και γέρος πια ν' αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στο δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ'έδωσε τ' ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δε σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.

1916-1918

Όταν διεγείρονται

Προσπάθησε να τα φυλάξεις, ποιητή,
όσο κι αν είναι λίγα αυτά που σταματιούνται.
Του ερωτισμού σου τα οράματα.
Βάλ' τα, μισοκρυμμένα, μες τες φράσεις σου.
Προσπάθησε να τα κρατήσεις, ποιητή,
όταν διεγείρονται μες το μυαλό σου
την νύχτα, ή μες την λάμψι του μεσημεριού.

1919-1933

Το 31 π.Χ. στην Αλεξάνδρεια

Απ' την μικρή του, στα περίχωρα πλησίον, κώμη,
και σκονισμένος από το ταξείδι ακόμη

έφθασεν ο πραγματευτής. Και «Λίβανον!» και «Κόμμι!»
«Άριστον Έλαιον!» «Άρωμα για την κόμη!»

στους δρόμους διαλαλεί. Αλλ' η μεγάλη οχλοβοή,
κ' η μουσικές, κ' η παρελάσεις που αφίνουν ν' ακουσθεί.

Το πλήθος τον σκουντά, τον σέρνει, τον βροντά.
Κι όταν πια τέλεια σαστισμένος, «Τι είναι η τρέλλα αυτή;» ρωτά,

ένας του ρίχνει κι αυτουνού την γιγαντιαία ψευτιά
του παλατιού - που στην Ελλάδα ο Αντώνιος νικά.

Τα Ανέκδοτα (1877;-1923)

[More happy thou, performing Member]

More happy thou, performing Member,
Who hast not need of wit's keen temper;
Thou standst on every side possessed
Of what Parnassus boasts as best.
On thy right sits, chief in wisdom's college,
Profound experience crowned with knowledge.
And further on, historic lore,
With erudition's ample store.
Third on thy right, imagination
Holds by no means a humble station.
But in thy front a dazzling light
Obscures your wavering mortal sight.
How shall I praise this man so blessed
Above the poor lot of the rest?
Diplomacy, Religion, Art,
Of Letters also every part,
Find in his penetrating eye,
Judgement which no man dares belie.
No one stands with him on a par,
Except of wits the transcendant star,
To whose seat, on thy left hand side,
My duteous hommage I shall guide.
The tide of wit for ever flows
From his high throne. Now beliquose,
Fiery; now laughing and jocose.
And as men always persecute
True worth when joined to mind acute,
Against him anger is directed
When aught of wrong has been detected;
And all inspired by exasparation
Shout for a speedy situation.
Then, sole amid the increasing noise,
His wit to fruitful ends employs -
Silences every accusing voice
By proofs that none denies.-

Be happy, Foreman, with thy station
Which offers wit and information
For every question and occasion.
Have always thy untiring sight
On thy left and on thy right;
Study each conduct and be taught
From every word and every thought,
What to believe & what to say -
When to say "yes" & when to say "nay",
What to eat and what to drink,
What on everything to think,
How to dress and how to talk,
How to sleep and how to walk,
For every human thing is brought
To perfection, and is taught
In this Pancosmium of Thought.-

[Βροχή]

....................................
έχει λιγνά δυο δένδρα
μικρό ένα περιβόλι·
και κάμνει εκεί της εξοχής
μια παρωδία το νερό -
μπαίνοντας σε κλονάρια
οπού δεν έχουν μυστικά·
ποτίζοντας ταις ρίζαις
που έχουν ασθενικό χυμό·
τρέχοντας εις το φύλλωμα
που με κλωσταίς δεμένο
πεζό και μελαγχολικό
κρεμνά στα παραθύρια·
και πλένωντας καχεκτικά
φυτά που μες σε γλάστραις
τάστησ' αράδα, αράδα
μια φρόνιμη νοικοκυρά.
Βροχή, που τα μικρά παιδιά
κυττάζουνε χαρούμενα
μέσ' από κάμαρη ζεστή,
κι' όσο πληθαίνει το νερό
και πέφτει πιο μεγάλα
χτυπούν τα χέρια και πηδούν.
Βροχή, που ακούν οι γέροι
με σκυθρωπήν υπομονή,
με βαρεμό κι' ανία·
γιατί εκείνοι από ένστικτον
δεν αγαπούνε διόλου
βρεμμένο χώμα και σκιαίς.
Βροχή, βροχή - εξακολουθεί
πάντα ραγδαία να βρέχη.
Μα τώρα πια δεν βλέπω.
Θόλωσ' απ' τα πολλά νερά
του παραθύρου το υαλί.
Στην επιφάνειά του
τρέχουν, γλιστρούν, κι' απλώνονται
κι' αναιβοκαταιβαίνουν
ρανίδες σκορπισμέναις
και κάθε μια λεκιάζει
και κάθε μια θαμπώνει.
Και μόλις πλέον φαίνεται
θωλά, θωλά ο δρόμος
και μες σε πάχνη νερουλή
τα σπίτια και τ' αμάξια.

Τα Αποκηρυγμένα (1886-1898)

Vulnerant Omnes, Ultima Necat

Της Βρούγκου η μητρόπολις, ην πάλαι είχε κτίσει
δουξ Φλαμανδός τις ισχυρός και αφειδώς προικίσει,
έχει εν ωρολόγιον με αργυρούς πυλώνας
όπερ δεικνύει τον καιρόν από πολλούς αιώνας.


Είπε το Ωρολόγιον· «Είν' η ζωή μου κρύα
και άχρους, και σκληρά.
Είναι ομοία δι' εμέ πάσα της γης ημέρα.
Παρασκευή και Σάββατον, Κυριακή, Δευτέρα,
δεν έχουσι διαφοράν. Ζω - χωρίς να ελπίζω.
Η μόνη διασκέδασις, η μόνη ποικιλία
είναι, εν τη μοιραία μου, πικρά μονοτονία,
του κόσμου η φθορά.
Ότε τους δείκτας μου νωθρώς, εν μαρασμώ γυρίζω
μοι φανερώνεται παντός γηίνου η απάτη.
Τέλος και πτώσις πανταχού. Ατρύτου πάλης κρότοι,
στόνοι βομβούσι πέριξ μου - και συμπεραίνω ότι
Πληγώνει πάσα ώρα μου· φονεύει η εσχάτη.»

Ήκουσεν ο Αρχιερεύς τον λόγον τον αυθάδη
και είπεν· «Ωρολόγιον, η γλώσσ' αυτή απάδει
εις την εκκλησιαστικήν και υψηλήν σειράν σου.
Τοιαύτη σκέψις πονηρά εις την διάνοιάν σου
πόθεν εισήλθεν; ω μωρά, αιρετική ιδέα!
Το πνεύμα σου μ' αχλύν
πυκνήν θα περιέβαλε πολύχρονος ανία.
Άλλην αποστολήν
εκ του Κυρίου, των ωρών έλαβεν η χορεία.
Εκάστη αναζωπυρεί· γεννά η τελευταία.»

Οι Ταραντίνοι Διασκεδάζουν

Θέατρα πλήρη, πανταχόθεν μουσική·
εδώ κραιπάλη και ασέλγεια, κ' εκεί
αθλητικοί αγώνες και σοφιστικοί.
Του Διονύσου τ' άγαλμα κοσμεί αμάραντος
στέφανος. Μία κώχη γης δεν μένει άρραντος
σπονδών. Διασκεδάζουν οι αστοί του Τάραντος.

Αλλ' απ' αυτά απέρχοντ' οι Συγκλητικοί
και σκυθρωποί πολλά οργίλα ομιλούν.
Κ' εκάστη τόγα φεύγουσα βαρβαρική
φαίνεται νέφος καταιγίδα απειλούν.

Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010

7η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης

κεντρική σελίδα
http://www.thessalonikibookfair.com/

τηλεοπτικό σπότ
http://www.thessalonikibookfair.com/2010/gr_tvspot.html

7η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης

9 Απρ. 2010 10:44
Το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ), το Υπουργείο Πολιτισμού (ΥΠ.ΠΟ.), η HELEXPO και η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εκδοτών Βιβλιοχαρτοπωλών (ΠΟΕΒ) διοργανώνουν την 7η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, από 22 έως 25 Απριλίου, στις εγκαταστάσεις της Helexpo.
Στην 7η ΔΕΒΘ 2010 η θεματική ενότητα θα είναι αφιερωμένη στη σύγχρονη ματιά προς το παρελθόν, με τίτλο "Η Αρχαιότητα και Εμείς". Τιμώμενη χώρα θα είναι η Κίνα.
Για περισσότερες πληροφορίες:
http://www.thessalonikibookfair.com/2010/gr_ekthesi.html

-από την Ημερησία-
Ανοίγει η Εκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης
Τιμώμενη χώρα η Κίνα και η θεματική έκθεση με τίτλο: «Η αρχαιότητα και εμείς» εξετάζει τις παράλληλες ιστορικές διαδρομές του ελληνικού και του κινεζικού πολιτισμού

Του Γιώργου Βαϊλάκη

Ανοίγει η αυλαία για τη φετινή 7η και καθιερωμένη, πια, Διεθνή Εκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης από τις 22 έως τις 25 Απριλίου, με τιμώμενη χώρα την Κίνα και θεματική έκθεση με τίτλο: «Η αρχαιότητα και εμείς». Αλλωστε, η θεματική έκθεση είναι επί της ουσίας αφιερωμένη στην παρουσία της Κίνας: οι παράλληλες ιστορικές διαδρομές του ελληνικού και του κινεζικού πολιτισμού, η διαχρονική τους παρουσία στο παγκόσμιο γίγνεσθαι και η σύγχρονη εξέλιξή τους -όπως αποτυπώνεται στη γλώσσα και τον πολιτισμό τους- δίνουν το έναυσμα για μια συνολική θεώρηση του παρελθόντος μέσα από το παρόν.
Οι επισκέπτες της Εκθεσης -η οποία πραγματοποιείται στις εγκαταστάσεις της Helexpo και αναπτύσσεται στα περίπτερα 13 και 15- θα έχουν την ευκαιρία να περιηγηθούν στο σύνολο της σχετικής ελληνικής βιβλιοπαραγωγής, όπου φιλοξενούνται πάνω από 950 τίτλοι βιβλίων που έχουν εκδοθεί πρόσφατα, αλλά και παλαιότεροι ιδιαίτερα σημαντικοί τίτλοι.
Ανοίγει η Εκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης
Eκδόσεις Υπάρχουν, επίσης, σπάνιες εκδόσεις πολιτιστικών ιδρυμάτων, τραπεζών, της Ακαδημίας Αθηνών, της Βουλής των Ελλήνων, περιοδικές και ειδικές εκδόσεις, και τα περισσότερα από τα τεύχη του περιοδικού «Αρχαιολογία». Πρόκειται για δοκίμια, μελέτες, λευκώματα αλλά και βιβλία πεζογραφίας και ποίησης εμπνευσμένα από την ευρύτατη θεματολογία της αρχαιότητας. Παράλληλα, ο δυναμισμός της κινεζικής αγοράς -που κατέχει τα παγκόσμια πρωτεία στην εκδοτική παραγωγή- σε συνδυασμό με την πολύπτυχη πολιτιστική της ταυτότητα συνθέτουν έναν ξεχωριστό πόλο έλξης.
Για τέσσερις, λοιπόν, ημέρες, οι επαγγελματίες και το βιβλιόφιλο κοινό θα έχουν την ευκαιρία να ανακαλύψουν τη λογοτεχνία μιας χώρας τόσο μακρινής, διαμέσου της παράλληλης ιστορικής συνέχειας των αρχαίων πολιτισμών μας: Με κεντρικό θέμα: «Παράδοση και νεωτερισμός», οι Κινέζοι προετοιμάζουν μια εντυπωσιακή εμφάνιση φιλοδοξώντας να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των επαγγελματιών και του κοινού και να συνάψουν συμφωνίες εξοικειώνοντάς μας με το άλλο «άγνωστο» πρόσωπο μιας σύγχρονης Κίνας.
Διοργάνωση
Τη διοργάνωση έχουν αναλάβει το ο Εθνικός Οργανισμός Εκδόσεων της Κίνας και η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου του Πεκίνου και θα είναι παρόντες περισσότεροι από 200 Κινέζοι εκδότες, συγγραφείς, καλλιτέχνες και κυβερνητικοί εκπρόσωποι. Τέλος, το πρόγραμμα των παράλληλων εκδηλώσεων της Διεθνούς Εκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης που συνδιοργανώνουν το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ), το Υπουργείο Πολιτισμού, η HELEXPO και Πανελλήνια Ομοσπονδία Εκδοτών Βιβλιοχαρτοπωλών περιλαμβάνει: Εβδομάδα κινέζικου κινηματογράφου, έκθεση φωτογραφιών από κλασικές κινεζικές ταινίες και εικαστική έκθεση με τίτλο «Τρισδιάστατη Κίνα: Κινεζική έκθεση σύγχρονης τέχνης».

Η Κίνα θα είναι η τιμώμενη χώρα στη φετινή Eβδομη Διεθνή Eκθεση Βιβλίου





Πηγή: Express.gr  21/04/10-11:32
 MEΣA από τυπωμένες λέξεις σχηματίζεται από αύριο στη Θεσσαλονίκη η εικόνα ενός από τους αρχαιότερους πολιτισμούς του πλανήτη. Ο λόγος για την 7η Διεθνή Eκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης που θα ανοίξει τις πύλες της αύριο 22 Απριλίου με τιμώμενη χώρα την Κίνα. Μέχρι και τις 25 Απριλίου που θα διαρκέσει η έκθεση θα συστηθούν στο ελληνικό κοινό περισσότεροι από 200 Κινέζοι εκδότες, συγγραφείς, καλλιτέχνες και κυβερνητικοί εκπρόσωποι. Με κεντρικό θέμα «Παράδοση και νεωτερισμός», οι Κινέζοι προετοιμάζουν στους χώρους της Helexpo, που πραγματοποιείται η έκθεση, μια ξεχωριστή εμφάνιση, εφάμιλλη της ιστορίας και της κουλτούρας τους, φιλοδοξώντας να γοητεύσουν το ελληνικό κοινό, να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των επαγγελματιών, να συνάψουν συμφωνίες, να μας γνωρίσουν το άλλο «άγνωστο» πρόσωπο μιας σύγχρονης Κίνας.
Ανάλογο του μεγέθους της πολυπληθέστερης χώρας του κόσμου θα λέγαμε ότι είναι το εθνικό περίπτερο της Κίνας, έκτασης 700 τ.μ. (4 φορές μεγαλύτερο από αυτά της Γαλλίας και της Γερμανίας – που προηγήθηκαν ως τιμώμενες χώρες). Τη διοργάνωση έχουν αναλάβει το ο Εθνικός Οργανισμός Εκδόσεων της Κίνας και η Διεθνής Eκθεση Βιβλίου του Πεκίνου
Εξίσου εντυπωσιακή η κινεζική αποστολή με περισσότερους από 200 Κινέζους εκδότες, συγγραφείς, καλλιτέχνες, κυβερνητικούς εκπρόσωπους –ανάμεσά τους ο Κινέζος υφυπουργός Τύπου και Εκδόσεων Σουν Σουσάν– θα δώσει το «παρών» στη Θεσσαλονίκη για να παρουσιάσει τη σύγχρονη πολιτιστική και εκδοτική ταυτότητα της χώρας.
Στη Θεσσαλονίκη θα κατέβουν εννέα Κινέζοι συγγραφείς που θα εκπροσωπήσουν τη σύγχρονη λογοτεχνία της χώρας τους: Μπι Φέιγιου (πεζογραφία), Γκάου Χόνγκπε (παιδική λογοτεχνία), Λάνλαν (ποίηση), Ουάνγκ Σιάο Νι (ποίηση, πεζογραφία), Χόνγκε (πεζογραφία), Κάο Γενξουάν (πεζογραφία, παιδική λογοτεχνία), Γουάνγκ Ξιουμέι (πεζογραφία), Τσεν Σι Σου (πεζογραφία), Γουέι Γούει (πεζογραφία). Ακόμα 150 Kινέζοι εκδότες έρχονται στη Θεσσαλονίκη για να προωθήσουν τη δουλειά τους αλλά και να γνωρίσουν από κοντά την ελληνική εκδοτική παραγωγή.
Με αφορμή την παρουσία της Κίνας ως τιμώμενης χώρας, έχουν προσκληθεί στη Θεσσαλονίκη δύο σημαντικοί σινολόγοι, που έχουν επισταμένα διερευνήσει τις «εκλεκτικές συγγένειες» της ελληνικής και της κινεζικής φιλοσοφικής σκέψης. Πρόκειται για τους Σωτήρη Χαλικιά, μεταφραστή και συγγραφέα που θα δώσει διάλεξη με θέμα: «O ιδανικός ηγεμόνας στον Πλάτωνα και στον Κομφούκιο», και τον Γάλλο Φρανσουά Ζιλιέν (Francois Jullien), συγγραφέα, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Paris VII-Denis Diderot και διευθυντή του Ινστιτούτου Σύγχρονης Σκέψης ο οποίος συζητά με τον συγγραφέα και πρόεδρο του ΕΚΕΒΙ Τάκη Θεοδωρόπουλο τα θέματα που τον απασχολούν στις τωρινές μελέτες του. Επίσης, στους εκθεσιακούς χώρους της ΔΕΒΘ θα παρουσιαστούν δύο ενδιαφέρουσες εικαστικές εκθέσεις: Eκθεση Eικονογράφησης Παιδικού Βιβλίου, όπου οι μικροί βιβλιόφιλοι θα μπορούν να ανακαλύψουν τις δημιουργίες Kινέζων εικονογράφων και Eκθεση Αφίσας Κινέζικου Κινηματογράφου –μια εξαιρετική συλλογή κινηματογραφικών αφισών που θα ενθουσιάσει τους σινεφίλ.
Τέλος, το πρόγραμμα των παράλληλων εκδηλώσεων περιλαμβάνει: Εβδομάδα κινεζικού κινηματογράφου, έκθεση φωτογραφιών από κλασικές κινεζικές ταινίες, εικαστική έκθεση με τίτλο «Τρισδιάστατη Κίνα: Κινεζική έκθεση σύγχρονης τέχνης και ημερίδα για τους αρχαίους πολιτισμούς», που θα πραγματοποιηθεί στην Αθήνα στις 23 Απριλίου.




Βιβλία για όλους

Μυστικά στην παραλία

της ΛΩΡΗΣ ΚΕΖΑ
ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ
Ο αγαπημένος των μελισσών
Εκδόσεις Καστανιώτη,2010, σελ.168, τιμή 10,50 ευρώ
Ενας σουηδός καθηγητής που αναζητεί στη σύγχρονη ζωή αντιστοιχίες με τους αρχαίους μύθους, μια ακτή έξω από τη Ναύπακτο, ο έρωτας, η ζήλια και τα οικογενειακά μυστικά στην καινούργια νουβέλα του Ανδρέα Μήτσου
Κανένα μυστικό δεν μένει για πάντα κρυφό στις οικογένειες, κανένα έγκλημα δεν μένει ανεξιχνίαστο αν οι άνθρωποι είναι παρατηρητικοί. Η νουβέλα «Ο αγαπημένος ...
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΦΛΩΡΟΣ
Gustav Μahler, οραματιστής και δυνάστης. Προσωπογραφία μιας προσωπικότητας
Μετάφραση Ιωάννης Φούλιας, Εκδόσεις Νεφέλη, 2010,σελ.362

Ψυχαναλύοντας τον Μάλερ

του Γ.Π.ΜΑΛΟΥΧΟΥ
Στην Αυστρία ήταν Βοημός, στη Γερμανία Αυστριακός και στον κόσμο εβραίος.
Εγραφε πάντοτε καλοκαίρι, γιατί τον χειμώνα εργαζόταν ως αρχιμουσικός. Μια νέα βιογραφία του συνθέτη από τον κορυφαίο μουσικολόγο της Γερμανίας Κωνσταντίνο Φλώρο
«Από την υπέρμετρη αγωνία του, συχνά καθόταν στο έδαφος της καλύβας του και έκλαιγε. Εκείνο το καλοκαίρι,ήταν βαθύτατα αναστατωμένος μέσα του». Ηταν το ...
JEAN DE KERVASDOUE
Κι αν όλα όσα λένε οι οικολόγοι δεν είναι αλήθεια;
Μετάφραση Ανδρέας Μιχαηλίδης,Επιμέλεια Αννα Μαραγκάκη, Εκδόσεις Πόλις, 2010,σελ.302, τιμή 18,09 ευρώ

Προτού σωθεί ο πλανήτης, να σωθεί ο άνθρωπος

του ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗ
Η πυρηνική ενέργεια είναι η μόνη που δεν ρυπαίνει το περιβάλλον, η ζωή στις πόλεις είναι λιγότερο ενεργοβόρος από τη ζωή στην εξοχή, τα γενετικώς τροποποιημένα προϊόντα δεν είναι όλα καταδικαστέα και γενικότερα η φύση σκοτώνει περισσότερο από την τεχνολογία. Προκλητικές απόψεις ενός κορυφαίου γάλλου επιστήμονα
O άνθρωπος ή ο πλανήτης; Οι ακραίοι οικολόγοι θα απαντούσαν: «Ο πλανήτης,αν θέλουμε να σωθεί και ο άνθρωπος» . Η απάντηση του Ζαν ντε Κερβασντουέ, ...
ΓΚΙΓΕΡΜΟ ΜΑΡΤΙΝΕΣ
Ο αργός θάνατος της Λουσιάνα Μπ.
Μετάφραση Ιφιγένεια Ντούμη, Εκδόσεις Πατάκη,2009, σελ.274, τιμή 15,57 ευρώ

Η μαγεία του αριθμού 7

του ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ
Με φόντο το Μπουένος Αϊρες ένα μυθιστόρημα για την τύχη και τα παιxνίδια της, τις συμπτώσεις, το επτά, τις πιθανότητες και τους νόμους τους, τη δικαιοσύνη, το αίσθημα της ενοχής, την τιμωρία και την αυτοτιμωρία
Ο συγγραφέας-αφηγητής της ιστορίας, κάτοικος του Μπουένος Αϊρες, αρχίζει λέγοντας ότι τον ξύπνησε το κουδούνισμα του τηλεφώνου και άκουσε τη φωνή μιας ...
ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΥΖΟΥΡΑΚΗΣ
Φίδια στο Σκορπιό
Εκδόσεις Καστανιώτη,2010,σελ.310, τιμή 16,80 ευρώ

Μακελειό.com

του ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ
Δύο κακοποιοί, ο ένας Ελληνας και ο άλλος Αλβανός, η ληστεία μιας τράπεζας, ο διευθυντής της τράπεζας που έχει κύκλωμα ενοικίασης γυναικών από την Ανατολική Ευρώπη, η Ομόνοια και η Βάλια Κάλντα σ΄ ένα μυθιστόρημα δρόμου όπου παρουσιάζεται το αντιφατικό πρόσωπο της σύγχρονης Ελλάδας
Δύο άντρες οπλισμένοι με ούζι, ο Κάρλο και ο Εκτορας, και μια κοπέλα, η Σολ, Αλβανίδα, υπάλληλος σε κτηματομεσιτικό γραφείο, ληστεύουν επιτυχώς μια τράπεζα ...
Ο Λούντβιχ  Βιτγκενστάιν  στο Κέιμπριτζ,  το 1946
ΑΛΕΞΑΝΤΕΡ ΓΟΥΟ
Βιτγκενστάιν. Μια οικογένεια σε πόλεμο
Μετάφραση Βασίλης Μανουσάκης, Εκδόσεις Μεταίχμιο,2010, σελ.376, τιμή 20 ευρώ

Ο μύθος των Βιτγκενστάιν

του ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗ
Η ιστορία μιας θρυλικής οικογένειας της Κεντρικής Ευρώπης όπως την αφηγείται ο μουσικοσυνθέτης και κριτικός Αλεξάντερ Γουό
Υπάρχουν ιστορικές οικογένειες στην Ευρώπη (όπως αυτές των Σίμενς ή των Κρουπ) που σε πολλά θυμίζουν τους Λαβδακίδες, τους απογόνους του Κάδμου. Σε αυτές ...
ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΜΙΝΙΑΤΗΣ, ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ
Χρονικά των αλώσεων της Θεσσαλονίκης
Εισαγωγή- σχόλια Ρaolo Οdorico, Μετάφραση Χάρης Μέσσης, Εκδόσεις Αγρα,σελ.368, τιμή 19 ευρώ

Οι τρεις αλώσεις της Θεσσαλονίκης

της ΜΑΙΡΗΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ
Οι Σαρακηνοί, οι Νορμανδοί, οι Τούρκοι και πώς λεηλάτησαν την πόλη της Μακεδονίας
α΄ Η ΠΡΩΤΗ. Θεσσαλονίκη, 904 μ.Χ. Ενας σημαντικός στόλος σαρακηνών πειρατών με αρχηγό τον Λέοντα Τριπολίτη από την Αττάλεια εισχωρεί στα Δαρδανέλια, απειλεί ...

Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=3&ct=47#ixzz0llXNcTBd

Προλεταριακές χριστιανικές κοινότητες


Κάθε χρόνο η περίοδος των εορτών του Πάσχα στέκεται η αφορμή για συχνές αναφορές στην προσωπικότητα του Ιησού και των μαθητών του.
Ταυτόχρονα, όμως, αποφεύγεται συστηματικά κάθε αναφορά στο χαρακτήρα των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων. Αυτή η αποσιώπηση κάθε άλλο παρά τυχαία είναι. Στην πραγματικότητα στοχεύει να συγκαλύψει την άβυσσο που χωρίζει αυτές τις κοινότητες από τη σημερινή Εκκλησία, την ταγμένη με το μέρος των κυρίαρχων, μια Εκκλησία με τεράστια περιουσία και επιχειρηματικές δραστηριότητες(1), γραφειοκρατικά δομημένη, με ηγέτες των οποίων η χλιδή προκαλεί.
Ας υπενθυμίσουμε λοιπόν σύντομα αυτά τα χαρακτηριστικά των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων(2).
Το πρώτο, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Ενγκελς, ήταν ότι αυτές εναντιώνονταν και μάχονταν την τότε κυρίαρχη τάξη πραγμάτων(3), και ευελπιστούσαν ότι αυτή θα ανατραπεί σε τούτον, ή έστω στον άλλο κόσμο.
Το δεύτερο χαρακτηριστικό τους ήταν ο προλεταριακός τους χαρακτήρας. Οπως υπογραμμίζει και ο Παύλος στην Πρώτη του Επιστολή προς Κορινθίους, επρόκειτο για κοινότητες φτωχών, αμόρφωτων κυρίως ελεύθερων προλεταρίων των πόλεων. Στην κοινότητα δεν εκπροσωπούνταν, αρχικά, ούτε ο πλούτος ούτε η μόρφωση.
Ενα τρίτο χαρακτηριστικό, που άλλωστε συνδέεται με το προηγούμενο, ήταν το βαθύτατο ταξικό μίσος που είχαν τα μέλη της κοινότητας ενάντια στους πλούσιους, και ενάντια στον πλούτο καθαυτό. Αυτό το μίσος φαίνεται ξεκάθαρα στο Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο όπου διατυπώνεται ότι «ευκολότερο είναι να περάσει κάμηλος από τρύπα βελόνας παρά πλούσιος να εισέλθει στην βασιλεία του Θεού» (18, στίχος 25). Περιγράφεται ακόμη στην Επί του όρους Ομιλία (6, στίχος 20) όπου αναφέρεται το περίφημο «μακάριοι σεις οι πτωχοί διότι υμετέρα είναι η βασιλεία του Θεού» (το οποίο αναθεωρήθηκε αργότερα από το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο και μετατράπηκε τεχνηέντως σε «μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι»).
Ενα τέταρτο χαρακτηριστικό ήταν η κομμουνιστική αρχή συγκρότησης της κοινότητας. Αποτελούσε απαίτηση τα μέλη της να δίνουν όλα όσα έχουν(4), και όλοι να έχουν τα πάντα κοινά, ενώ η κοινότητα διένειμε τα καταναλωτικά αγαθά με βάση την κομμουνιστική αρχή «στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του» (Πράξεις 4, στίχος 32...) Βεβαίως, ο κομμουνισμός αυτός δεν επεκτείνονταν ούτε στην παραγωγή, ούτε σε μια μόνιμη κοινοβιακή ζωή, αλλά περιορίζονταν κυρίως στη μορφή των διαρκών κοινών γευμάτων. Αλλα χαρακτηριστικά ήταν η περιφρόνηση προς την κλασική μορφή οικογένειας και το γάμο και η σύμφωνη με τον Πλάτωνα αντίληψη περί κοινότητας των γυναικών και περί δυνατότητας σύναψης ελεύθερων σχέσεων (βλέπε σχέση Αποστόλου Παύλου με Θέκλα). Ολα αυτά είναι βέβαιο ότι απέρρεαν από την άρνηση ύπαρξης ιδιωτικής ιδιοκτησίας (δική μου γυναίκα, δικό μου παιδί, δικιά μου οικογένεια εκτός κοινότητας...)
Η βαθμιαία ταξική διάβρωση της κοινότητας με την είσοδο σε αυτήν των πλουσίων, οπότε και άρχισαν να αναθεωρούνται οι πρώτες κομμουνιστικές της αρχές, η διαμόρφωση μιας χριστιανικής «αριστοκρατίας» από αποστόλους, προφήτες και δασκάλους, οι οποίοι άρχισαν να εκμεταλλεύονται την κοινότητα, και τέλος η βαθμιαία μετατροπή των επισκόπων από απλούς διαχειριστές των οικονομικών της κοινότητας, σε απόλυτα αφεντικά της, είναι οι βασικοί παράγοντες που οδήγησαν στην κατάπτωση αυτού του πρώτου χριστιανικού κομμουνισμού.
Τελικά, η «νικηφόρα Χριστιανική κοινότητα κατάντησε από κάθε άποψη ακριβώς ο αντίποδας της κοινότητας εκείνης που πριν είχαν ιδρύσει οι φτωχοί ψαράδες και αγρότες της Γαλιλαίας και οι προλετάριοι της Ιερουσαλήμ. Και ο σταυρωμένος Μεσσίας έγινε το πιο σίγουρο στήριγμα της αποσυντεθειμένης και κακόφημης εκείνης κοινωνίας, που η Μεσσιανική κοινότητα, τόσο ήθελε να την καταστρέψει από τα συθέμελα της»(5).


-σημειώσεις-

(1) Μόνον στην Ιταλία, η Εκκλησία διαθέτει περί τα 100.000 ακίνητα συνολικής αξίας 8-9 δισ. ευρώ, ενώ το Βατικανό θεωρείται ο βασικός αποδέκτης του βρόμικου ιταλικού χρήματος και ένα από τα πιο σημαντικά κράτη ξεπλύματος χρήματος. Οσο για την αξία της δικής μας εκκλησιαστικής περιουσίας, αν και αυτή σκοπίμως συσκοτίζεται από την ίδια την Εκκλησία, εκτιμάται ότι είναι πολλά δισ. ευρώ (γη, 1.300.000 στρέματα, βλέπε «Ελευθεροτυπία» 8/5/99, ακίνητα, μετοχές, καταθέσεις, τίτλοι Δημοσίου, ενοίκια...).
(2) Μεταξύ άλλων, για μια επιστημονική αν και γλαφυρή ανάλυση αυτών των αρχικών χαρακτηριστικών και της συντηρητικής μετεξέλιξης της πρώτης κοινότητας, βλέπε το έξοχο κλασικό βιβλίο του Καρλ Κάουτσκυ «Η καταγωγή του Χριστιανισμού», Εκδόσεις «Αναγνωστίδης», σελ. 355 και επόμενες. Ακόμη, Γιάννη Κορδάτου «Αρχαίες Θρησκείες και Χριστιανισμός». Εκδόσεις «Μπουκουμάνη», σελίδες 257 και επόμενες.
(3) Βλέπε σχετικά και Engels, «On the history of Early Christianity», in Κ. Marx, Fr. Engels, «Collected Works», Volume 27, σελίδες 445 και επόμενες.
(4) Μάλιστα, όσοι όπως ο Ανανίας και η Σαπφείρα παραβίασαν αυτόν τον κανόνα (κράτησαν μερικά από τα χρήματα τους) τιμωρούνταν ακόμη και με θάνατο.
(5) Καρλ Κάουτσκυ, «Η καταγωγή του Χριστιανισμού» ό.π., σελίδα 497.

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=150140

Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010

Ένα διήγημα για ένα τραγούδι
Ένα διήγημα για ένα τραγούδι
Κλικ για μεγέθυνση




Κριτικές
Γράψτε την κριτική σας

Προστέθηκε στις 02/04/2009.
9.00EUR
Δημητρίου, Βαγγέλης
Βρέθηκε στον σταθμό χωρίς να το καταλάβει. Περιτριγυρισμένος από αδιάφορα μαγαζιά και πίνακες ανακοινώσεων με διαδρομές και προορισμούς. Θυμάται την αρχή αλλά όχι την διαδρομή. Αναρωτήθηκε πώς του ήρθε να γράψει στα 18 του χρόνια, το 1973, τους μόνους στίχους που μπόρεσε να συντάξει σε όλη του την ζωή. "... Τράβηξε μπροστά. Δεν σταμάτησε στιγμή. Όταν σταματούσε, τον γυρνούσε η γη. Πότε από την καλή, πότε από την ανάποδη. Στην άκρη του δρόμου συνάντησε έναν άνθρωπο Τον ρώτησε: - Πού πάω; Πόσο μακριά είναι; Πόσο κρατάει η διαδρομή;..."
http://www.odospanos-cigaret.gr/product_info.php?products_id=141071&sid=bcfbfebb5e937a5b062686c3f4b65088

«Έφυγε» στα 57 ο Μάνος Ξυδούς


http://www.youtube.com/watch?v=HRp4PQ0Sm60





Ρεπορτάζ: Μ. Παπαβλάχου

Θλίψη έχει προκαλέσει στον καλλιτεχνικό κόσμο ο αιφνίδιος θάνατος σε ηλικία 57 ετών από οξύ έμφραγμα του Μάνου Ξυδούς, ενός από τα ιδρυτικά μέλη του δημοφιλούς συγκροτήματος Πυξ-Λαξ. Ο Μάνος Ξυδούς ξεκίνησε την καριέρα του ως παραγωγός μεγάλης δισκογραφικής εταιρείας, όμως στη συνέχεια τον κέρδισε η σκηνή και μαζί με τα υπόλοιπα μέλη των Πυξ-Λαξ έδωσε τα τελευταία 20 χρόνια το δικό του στίγμα στο Ελληνικό πεντάγραμμο.

Ο αφανής ήρωας των Πυξ-Λαξ ήθελε να ζει μακριά από τα φώτα. Ένας αυθεντικός ροκάς που βρισκόταν πίσω από τους στίχους και τις μουσικές, που συγκίνησαν και ταξίδεψαν εκατομμύρια νέους και νέες. Ο δημοφιλής καλλιτέχνης και φίλος του εκλιπόντα Γιάννης Ζουγανέλης μιλώντας στον ALPHA είπε: «Ο Μάνος ήταν ένα εξαιρετικό παιδί. Ευγενέστατο. Θα θυμάμαι την αγάπη που είχε στις δυτικές συνοικίες, το ψάξιμο στο περιθώριο για να βρει την ποίηση, να βρει παιδιά που να μπορούν να τραγουδήσουν ηλεκτρικά, να δημιουργήσουν το Ελληνικό ροκ».

Ο Μάνος Ξυδούς ξεκίνησε την καριέρα του σαν κλητήρας στην δισκογραφική εταιρεία Columbia, σπούδασε οικονομικά και μάρκετινγκ, δούλεψε σαν πωλητής και παραγωγός σε δισκογραφική εταιρεία, αλλά τελικά τον κέρδισε η μουσική. Εκτός από ιδρυτικό μέλος των Πυξ-Λαξ συνεργάστηκε με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, του αδελφούς Κατσιμίχα, τους Όναρ και πολλούς ακόμη καλλιτέχνες. Δείχνοντας τον αντισυμβατικό του χαρακτήρα ο ίδιος σε συνέντευξη του σε ραδιοφωνικό σταθμό το 2008 είχε πει μεταξύ άλλων ότι «κάνουμε το λάθος να χρησιμοποιούμε τη λέξη
"αγάπη" πάρα πολύ εύκολα. Δεν σημαίνει, όταν θέλω κάποιον, ότι τον αγαπώ και πεθαίνω γι' αυτόν. Η αγάπη πάνω απ' όλα είναι θυσία». Η κηδεία του θα γίνει την Πέμπτη στις 17:00 στο νεκροταφείο των Αγίων Αναργύρων.

Πηγή: ALPHA
Επιμέλεια: Π. Γραμμέλης


Ο Μάνος Ξυδούς, ιδρυτικό μέλος του συγκροτήματος «Πυξ Λαξ» απεβίωσε αιφνίδια εχθές το βράδυ από ανακοπή καρδιάς. Ο 57χρονος καλλιτέχνης, ένιωσε μια ξαφνική αδιαθεσία κατά τη διάρκεια πρόβας στο Νέο Φάληρο και μεταφέρθηκε στο Τζάννειο νοσοκομείο, όπου και διαπιστώθηκε ο θάνατός του.
Λίγα λόγια για τον καλλιτέχνη
Ο Μάνος Ξυδούς, γεννήθηκε το 1953 στους Αγίους Αναργύρους. Η αγάπη του για τη μουσική ήταν εμφανής από πολύ νωρίς, όταν παράλληλα με τις σπουδές του στην Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών Επιστημών, έπαιζε μουσική ως dj στις “Καρυάτιδες” της Πλάκας.
Λίγο αργότερα, ως απεσταλμένος πωλητής της Minos Emi ταξίδεψε στην Κρήτη, όπου και παρέμεινε για τρία χρόνια.
Τη δεκαετία του ’80, ως Διευθυντής Marketing της Minos Emi πλέον και με πολλούς χρυσούς και πλατινένιους δίσκους στο ενεργητικό του ως παραγωγός, ο Ξυδούς συναντά για πρώτη φορά τα υπόλοιπα μέλη των Πυξ Λαξ και συμμετέχει στην παραγωγή του πρώτου και του τρίτου τους δίσκου. Τελικά, γίνεται η «ψυχή» του συγκροτήματος γράφοντας στίχους, μουσική αλλά και κάνοντας φωνητικά για τα τραγούδια τους.
Δεν μπορεί να παραληφθεί και η μεγάλη επιτυχία που γνώρισε ο Μάνος Ξυδούς με τους “Dreamer and the fool moon” και το τραγούδι “Sandrina” που είχε αγγλικούς στίχους. Το συγκεκριμένο single πούλησε 49.000 αντίτυπα και ανέβηκε στις πρώτες θέσεις των καταλόγων της Ιταλίας, της Ελβετίας, της Γαλλίας και άλλων χωρών.
Έχοντας «γράψει» στο βιογραφικό του μια ιδιαίτερα επιτυχημένη καριέρα ως παραγωγός, ο Ξυδούς συνεργάζεται και με πλήθος άλλων καλλιτεχνών, όπως τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου με τον δίσκο «Προσέχω δυστυχώς» με στίχους και μουσική δικούς του, τους αδερφούς Κατσιμίχα, τους Όναρ και άλλους, αφήνοντας το δικό του στίγμα στο ελληνικό καλλιτεχνικό στερέωμα.
Μετά τη διάλυση των Πυξ Λαξ, ο Μάνος Ξυδούς, κυκλοφόρησε πέντε προσωπικούς δίσκους ενώ τον τελευταίο καιρό εμφανιζόταν με τον Χάρη και τον Πάνο Κατσιμίχα. Η τελευταία του εμφάνιση ήταν πριν από ένα μήνα περίπου, στην κοινή του συναυλία με τους αδερφούς Κατσιμίχα στο ΟΑΚΑ. Σήμερα, αναμένεται ιατρικό ανακοινωθέν από το νοσοκομείο για τα αίτια του θανάτου του δημοφιλούς καλλιτέχνη.


http://www.naftemporiki.gr/video/video.asp?id=25022





Δευτέρα, 5 Απριλίου 2010

Αποκαθήλωση

Νύχτες της Μεγάλης Παρασκευής στην μικρή μας πολιτεία.Έρημες γειτονιές κι οι άνθρωποι του μόχθου,συγκεντρωμένοι από νωρίς,στην εκκλησία.Επιτάφιος θρήνος.Η κάθοδος στον Άδη.
Σήμερα η μάνα θα αποχαιρετήσει τον γιο.Το μονάκριβο αστέρι της,που τ' όνομα του σκόρπισαν στον κόσμο και έφτιαξαν κανόνες άδικους,πάνω στην διδασκαλία του.Σύμβολο και σημείο αντιλεγόμενον.Τα Πάθη που έγιναν δόγμα.Η υποκρισία των Φαρισαίων.Σταύρωση,των απλών ανθρώπων.
-
Ο αδικημένος της ιστορίας.Το πρόσωπο που θα κάψουν στις γειτονιές,μετά την Ανάσταση.Οι χριστιανοί,που εχθές μοιρολογούσαν,τον θάνατο Του.Πάντα από παιδί,η ίδια απορία.
-Μπαμπά,γιατί καίνε τους επαναστάτες?
Προδότης.Η ευγενική διόρθωση.Μαγειρίτσα μετά και οβελίας αργότερα.Ο πιο διαβασμένος μια αναφορά για τον Παπαδιαμάντη.Ύστερα γλέντι και ποτό.
Με προδότες θα ασχολούμαστε τώρα!
-
Συσσίτια της φιλανθρωπίας.Ηλικιωμένες κυρίες με την κουτάλα στο χέρι να προσφέρουν το πασχαλινό γεύμα στους άπορους της πόλης.Δηλώσεις στην τηλεόραση για την "αμέριστη αγάπη στον συνάνθρωπο",την σπουδαιότητα των άγιων ημερών,την φιλευσπλαχνία του Δήμου και της ενορίας.
Το βράδυ,στο παλιό σπίτι στις παρυφές της μικρής μας πολιτείας,ακόμα ένας μετανάστης,θα πει το δικό του "τετέλεσται".

Παρασκευή, 2 Απριλίου 2010

            Ένας ευαίσθητος Απρίλης

Ένας ευαίσθητος Απρίλης, ένας αθέατος καιρός
γελάει το φρουρό της πύλης και βγαίνει ήλιος λαμπερός.
Πετά τα ρούχα του στρατιώτη, φορά πουκάμισο λευκό
και στην αγάπη του την πρώτη στέλνει ένα όνειρο γλυκό.

Φέρνει μια ζάλη στους ανέμους, ανατριχίλα στο νερό
με την καρδιά στήνει πολέμους και με τον Έρωτα χορό.

Ένας ευαίσθητος Απρίλης, ένας αθέατος καιρός
γελάει το φρουρό της πύλης και βγαίνει ήλιος λαμπερός.
Από τους κήπους κόβει βάγια κι απ' την αυλή του πασχαλιές
για να στολίσει τα ναυάγια που μείναν δίχως αγκαλιές.

Φέρνει μια ζάλη στους ανέμους, ανατριχίλα στο νερό
με την καρδιά στήνει πολέμους και με τον Έρωτα χορό.
 


στίχοι-Ηλίας Κατσούλης

ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ!!!

Μαρία Πολυδούρη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η Μαρία Πολυδούρη (1 Απριλίου 1902 - 29 Απριλίου 1930) ήταν ποιήτρια της νεορομαντικής σχολής από την Καλαμάτα.

[Επεξεργασία] Βιογραφία

Γεννήθηκε την 1η Απριλίου 1902 και ήταν κόρη του φιλόλογου Ευγένιου Πολυδούρη και της Κυριακής Μαρκάτου, μιας γυναίκας με πρώιμες φεμινιστικές αντιλήψεις. Ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές της σπουδές στην Καλαμάτα ενώ είχε φοιτήσει σε σχολεία του Γυθείου και των Φιλιατρών.
Στα γράμματα εμφανίστηκε σε ηλικία 14 ετών με το πεζοτράγουδο "Ο πόνος της μάνας". Αναφέρεται στο θάνατο ενός ναυτικού που ξέβρασαν τα κύματα στις ακτές των Φιλιατρών και είναι επηρεασμένο από τα μοιρολόγια που άκουγε στη Μάνη. Στα 16 της διορίστηκε στη Νομαρχία Μεσσηνίας και παράλληλα εξέφρασε ζωηρό ενδιαφέρον για το γυναικείο ζήτημα. Το 1920, σε διάστημα σαράντα ημερών, έχασε και τους δύο γονείς της.
Το 1921 μετατέθηκε στη Νομαρχία Αθηνών και παράλληλα ενεγράφη στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στην υπηρεσία της εργαζόταν και ο ομότεχνός της Κώστας Καρυωτάκης. Γνωρίστηκαν και μεταξύ τους αναπτύχθηκε ένας σφοδρός έρωτας που μπορεί να κράτησε λίγο, αλλά επηρέασε καθοριστικά τη ζωή και το έργο της.
Συναντήθηκαν για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1922. Η Μαρία ήταν τότε 20 ετών ενώ ο Καρυωτάκης 26. Εκείνη είχε δημοσιεύσει κάποια πρωτόλεια ποιήματα ενώ εκείνος είχε εκδόσει δύο ποιητικές συλλογές, τον "Πόνο των ανθρώπων και των πραμάτων" (1919) και τα "Νηπενθή" (1921) και είχε ήδη κερδίσει την εκτίμηση κάποιων κριτικών και ομότεχνών του.
Το καλοκαίρι του 1922 ο Καρυωτάκης ανακάλυψε ότι έπασχε από σύφιλη, μία νόσο που τότε ήταν ανίατη και αποτελούσε κοινωνικό στίγμα. Ενημέρωσε αμέσως την αγαπημένη του Μαρία και της ζήτησε να χωρίσουν. Εκείνη του πρότεινε να παντρευτούν χωρίς να κάνουν παιδιά, όμως εκείνος ήταν πολύ περήφανος για να δεχτεί τη θυσία της. Η Μαρία αμφέβαλε για την ειλικρίνειά του και θεώρησε ότι η ασθένειά του ήταν πρόσχημα του εραστή της για να την εγκαταλείψει.
Το 1924 μπήκε στη ζωή της ο δικηγόρος Αριστοτέλης Γεωργίου, που μόλις είχε επιστρέψει από το Παρίσι. Ήταν νέος, ωραίος και πλούσιος και η Πολυδούρη τον αρραβωνιάστηκε στις αρχές του 1925. Η Μαρία όμως αγαπούσε πάντα τον Καρυωτάκη.
Παρά την αφοσίωση του αρραβωνιαστικού της, η Πολυδούρη δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί σοβαρά σε καμία δραστηριότητα. Έχασε τη δουλειά της στο δημόσιο μετά από αλλεπάλληλες απουσίες και εγκατέλειψε τη Νομική. Φοίτησε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και μάλιστα πρόλαβε να εμφανιστεί ως ηθοποιός σε μία παράσταση.
Το καλοκαίρι του 1926 διέλυσε τον αρραβώνα της και έφυγε για το Παρίσι. Σπούδασε ραπτική αλλά δεν πρόλαβε να εργαστεί γιατί προσβλήθηκε από φυματίωση. Επέστρεψε στην Αθήνα και συνέχισε τη νοσηλεία της στη "Σωτηρία" όπου έμαθε για την αυτοκτονία του πρώην εραστή της Κώστα Καρυωτάκη. Τον ίδιο χρόνο κυκλοφόρησε την πρώτη της ποιητική συλλογή "Οι τρίλλιες που σβήνουν" και το 1929 τη δεύτερη, "Ηχώ στο χάος". Η Πολυδούρη άφησε δύο πεζά έργα, το Ημερολόγιό της και μία ατιτλοφόρητη νουβέλα με την οποία σαρκάζει ανελέητα το συντηρητισμό και την υποκρισία της εποχής της. Η φυματίωση όμως τελικά την κατέβαλε και, τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου 1930 άφησε την τελευταία της πνοή στην Κλινική Χριστομάνου.

[Επεξεργασία] Έργο

Η Μαρία Πολυδούρη ανήκει στη γενιά του 1920, που καλλιέργησε το αίσθημα του ανικανοποίητου και της παρακμής. Ο έρωτας και ο θάνατος είναι ο δύο άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η ποίησή της. Είναι μεστή από πηγαίο λυρισμό που ξεσπά σε βαθιά θλίψη και κάποτε σε σπαραγμό, με εμφανείς επιδράσεις από τον έρωτα της ζωής της Κώστα Καρυωτάκη αλλά και τα μανιάτικα μοιρολόγια. Οι συναισθηματικές και συγκινησιακές εξάρσεις της Πολυδούρη καλύπτουν συχνά κάποιες τεχνικές αδυναμίες και στιχουργικές ευκολίες του έργου της. Ο Κ. Σεργιόπουλος έχει πει για την Πολυδούρη: "Η Μαρία Πολυδούρη έγραφε τα ποιήματά της όπως και το ατομικό της ημερολόγιο. Η μεταστοιχείωση γινόταν αυτόματα και πηγαία {...}, γι'αυτήν η έκφραση εσήμαινε κατ' ευθείαν μεταγραφή των γεγονότων του εσωτερικού της κόσμου στην ποιητική γλώσσα με όλες τις γενικεύσεις και τις υπερβολές, που της υπαγόρευε η ρομαντική της φύση...".
Τα Άπαντα της Μαρίας Πολυδούρη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις "Αστάρτη", σε επιμέλεια Τάκη Μενδράκου. Ο συγγραφέας και ποιητής Κωστής Γκιμοσούλης έχει γράψει μία μυθιστορηματική βιογραφία της με τον τίτλο "Βρέχει Φως". Ποιήματά της έχουν μελοποιήσει Έλληνες συνθέτες, κλασσικοί έντεχνοι και ροκ. Ανάμεσά τους οι Μενέλαος Παλλάντιος, Κωστής Κριτσωτάκης, Νίκος Μαμαγκάκης, Γιάννης Σπανός, Νότης Μαυρουδής, Δημήτρης Παπαδημητρίου, Μιχάλης Κουμπιός, Στέλιος Μποτωνάκης και το συγκρότημα "Πληνθέτες".

[Επεξεργασία] Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Wikisource logo
Στη Βικιθήκη υπάρχει υλικό που έχει σχέση με το θέμα:

Μαρία Πολυδούρη

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


ΤΟΥ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ

«Οἱ νέοι ποὺ φτάσανε μαζὶ στὸ ἔρμο νησί» μὲ σένα
κάποια βραδιὰ μετρήθηκαν κ᾿ ηὖραν ἐσὺ νὰ λείπης.
Τὰ μάτια τους κοιτάχτηκαν τότε, χωρὶς κανένα
ρώτημα, μόνο ἐκίνησαν τὶς κεφαλὲς τῆς λύπης.
Νύχτες πολλές, θυμήθηκαν, ἀπὸ τὴ μόνωσή σου
ἕνα σημεῖο ἀπὸ φωτιὰ τοὺς ἔστελνες, γνωρίζαν
τὸ θλιβερὸ χαιρέτισμα ποὺ φώταε τῆς ἀβύσσου
τοὺς δρόμους κι᾿ ὅλοι ἀπόμεναν στὸν τόπο τους ποὺ ὁρίζαν.
Ἀπόμεναν στὴν ἴδια τους πικρία, κρεμασμένοι
ἔτσι μοιραῖα καὶ θλιβερὰ στὸ «βράχο» τοῦ κινδύνου.
Κι᾿ ὅταν πιὰ τοὺς χαιρέτισες, οἱ αἰώνια ἀπελπισμένοι
ψάλαν μαζὶ κάποια στροφὴ καθιερωμένου θρήνου.
Μὰ φτάνουν πάντα στὸ «νησί» τὰ νέα παιδιὰ ὁλοένα.
Στὴν ἄδεια θέση σου ζητοῦν τῆς ζωῆς τὸ ἐλεγεῖο.
Σοῦ φέρνουνε στὰ μάτια τους δυὸ δάκρυα παρθένα
καὶ τῆς καινούριας σου Ἐποχῆς τὸ πλαστικὸ ἐκμαγεῖο.

[ΑΝΑΜΕΣΑ Σ᾿ ΟΛΑΝΘΙΣΤΕΣ ΒΑΤΙΕΣ...]

Ἀνάμεσα σ᾿ ὁλάνθιστες βατιὲς
χαρούμενα πουλάκια ποὺ πηδοῦν
ἀθόρυβα-τῆς εὐτυχίας ματιές-
τ᾿ ἀσημωτὰ νερὰ λαμποκοποῦν
τοῦ ποταμοῦ- χαρὰ τῆς λαγκαδιᾶς
καὶ βιαστικὰ πηγαίνουν καὶ περνοῦν
στὴν ἄβυσσο νὰ πέσουνε μὲ μιᾶς,
νὰ πέσουν νὰ χαθοῦν!

[ΤΟ ΔΑΣΟΣ...]

Τὸ Δάσος, κοίτα, ἀπόγυρε
στῆς Νύχτας τὴν ἀγκάλη.
Μύρο ἀποπνέει μεθυστικό,
στενάζει μὲ τὸ ἀηδόνι.
Τὸ φεγγαράκι πάνω του
περίεργο προβάλλει
καὶ στὸν καθρέφτη τοῦ ρυακιοῦ
τὰ μάγια του ξαπλώνει.

ΟΝΕΙΡΟ

Ἄνθη μάζευα γιὰ σένα
στὸ βουνὸ ποὺ τριγυρνοῦσα.
Χίλια ἀγκάθια τὸ καθένα
κι᾿ ὅπως τἄσφιγγα πονοῦσα.
Νὰ περάσης καρτεροῦσα
στὸ βορηὰ τὸν παγωμένο
καὶ τὸ δῶρο μου κρατοῦσα
μὲ λαχτάρα φυλαγμένο
στὴ θερμὴ τὴν ἀγκαλιά μου.
Ὅλο κοίταζα στὰ μάκρη.
Ἡ λαχτάρα στὴν καρδιά μου
καὶ στὰ μάτια μου τὸ δάκρι.
Μέσ᾿ στὸν πόθο μου δὲν εἶδα
μαύρη ἡ Νύχτα νὰ σιμώνη
κ᾿ ἔκλαψα χωρὶς ἐλπίδα
ποὺ δὲ στἄχα φέρει μόνη.

ΛΗΣΜΟΝΙΑ

Μ᾿ ἐρωτευμένη τὴν καρδιὰ σὲ γνώρισα ἄγριο Δάσο.
Ἔπινα στὸ ἀεροφίλημα τὴ μυστικὴ εὐωδιά σου.
Πρόσμενα μὲ τὸ ξάστερο σκοτάδι νὰ περάσω,
ὅταν τ᾿ ἀερινὸ στοιχιὸ περνοῦσε στὰ κλαδιά σου.
Σὲ γνώρισα σ᾿ ἐρωτικὲς νύχτες ρυτιδωμένη
θάλασσα σὰν τὸ μέτωπο τῆς συλλογῆς, περνοῦσε
πάνω σου χάδι ἡ σκέψη μου καὶ πάντα ἡ ἀνθισμένη
ἄκρη σου μὲ τὰ εὐωδιαστὰ φύκια μὲ προσκαλοῦσε.
Σᾶς γνώρισαν οἱ ἐρωτικὲς νύχτες μου ὡραῖα λουλούδια,
διάφανα, ἀχνά, πολύχρωμα, σὰ φωτεινὰ σημάδια.
Βαριὰ ἡ δροσιὰ σὰ φίλημα καὶ ξεχυνόνταν χνούδια
χρυσὰ ᾿πό τὰ σμιγμένα σας βλέφαρα στὰ σκοτάδια.
Τώρα στὸ φῶς τῆς ἀρνησιᾶς δομένα, ἔτσι ἀλλαγμένα
μοῦ δείχνεσθε, στὴ συλλογὴ τὸ νοῦ μου πάω νὰ χάσω.
Τάχα εἶστε σεῖς ποὺ γνώρισα; Σεῖς εἶστε ἀγαπημένα
λουλούδια, θάλασσα ἀργυρή, πυκνὸ τῶν πεύκων Δάσο;
...
...

ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ

Ἀκούω τὴ γλώσσα ποὺ λαλοῦν τὰ δυό σου χέρια-ὦ χέρια!
καθὼς σιγοσαλεύουνε λευκά,
στὸν Πύργο τῆς ἀπελπισιᾶς κρυμμένα περιστέρια
ἀπὸ μακριὰ τὰ ξαγναντῶ, σύμβολα εἰρηνικά.
Μιλοῦνε, δὲ μιλοῦν; Ἀχεῖ βαθιὰ μέσ᾿ στὴν καρδιά μου
χαιρέτισμα ἑνὸς ρόδου στοὺς γκρεμούς.
Λάμπουν, δὲ λάμπουνε; Τραβάει μαγνήτης τὴ ματιά μου,
ἀνατολὴ τοῦ αὐγερινοῦ στοὺς σκοτεινοὺς χαμούς.
Ξανοίγω τὴν ἀγνώριστην ἀγάπη μου κλεισμένη
στὸ κρίνο τῶν μπλεγμένων σου χεριῶν
καὶ πλέκω τὄνειρο γλυκό. Μὴ μὲ κοιτᾶς, πληθαίνει
στὴ σκοτεινιὰ τὸ χρυσὸ φῶς τῶν πλάνων ἀστεριῶν.

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Ὅταν ἡ σιγαλιὰ πλατιὰ θ᾿ ἁπλώση
στὸν κῆπο μου τὴ νύχτα, βροχερὸ
τὸ σύννεφο τὸν οὐρανὸ θὰ στρώση
σὲ μαῦρο θόλο πάνω του ἱερό.
Θὰ γύρουνε στὸ μυστικὸ σκοτάδι
τὰ δέντρα, οἱ θάμνοι, ἀργὰ τὴν κεφαλὴ
κ᾿ εὐλαβικὰ θὰ ψάλλουν ἔτσι ὁμάδι
τὴ θλιβερὴ στερνή τους προσευχή!
Ἔλα καὶ μεῖς μαζὶ τὴν προσευχή μας
στερνὴ φορὰ νὰ ποῦμε. Θ᾿ ἀκουστῆ
στὴ σιγαλιὰ παθιάρικη ἡ φωνή μας,
θ᾿ ἀντιλαλήση ὁ θόλος θὰ σπαστῆ,
τὸ σύννεφο θὰ κλαίη, θὰ κλαῖμε ἀντάμα,
θ᾿ ἀκολουθάη τῶν δέντρων ὁ ψαλμὸς
λυπητερὸς τὸ σιγαλό μας κλάμα
καὶ θὰ πυκνώνη ἡ σκοτεινιὰ χαμός.
Οὔτε ἀπ᾿ ἀστέρι λάμψη δὲ θὰ πέση,
τῆς Μοίρας δὲ θὰ δοῦμε τὴ μορφὴ
κ᾿ ἐνῶ τὰ χέρια χώρια θὰ μᾶς δέση,
τὰ χείλη μας θὰ λὲν τὴν προσευχή.

[ΚΑΙ ΣΤΑΘΗΚΑ ΜΠΡΟΣΤΑ...]

...........................................................................
Καὶ στάθηκα μπροστὰ σὲ δυὸ μάτια μὲ δίχως ταίρια,
ὡραῖα σὰ λωτολούλουδα, μάτια νοσταλγικά,
ποὺ μοῦ μηνοῦσαν τὴν αὐγή, μὰ ὠιμένα ἦταν ἀστέρια
ποὺ μοῦ εἶχαν ρίξει λίγο φῶς κι᾿ αὐτὸ διαβατικά.

ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΣΟΥ

Θυμᾶμαι τώρα ... Οἱ θύμησες πλημμύρες ποὺ μὲ πνίγουν,
ἄνεμος, σκοτεινιά.
Τὰ λόγια ἀνθοὺς τὰ μάδησες, μὰ τώρα αὐτὰ μοῦ ἀνοίγουν
κακὲς πληγὲς βαθιά.
Οὔτε σκιά, οὔτε ὄνειρο ἔτσι ποὺ νὰ διαβαίνη
γοργὰ πρὸς τὸ χαμό.
Καπνὸς ἡ ἀγάπη. Σύννεφο, τὰ λόγια σου, μοῦ ραίνει
σταγόνες τὸν καημό.
Τώρα σαπίζουν μέσα μου πρώιμες οἱ πληγές μου.
Ἡ θύμηση ἀσπασμὸς
προδοτικός, νὰ μοῦ γελοῦν κρυφὰ κάποιες στιγμές μου
ν᾿ αὐξαίνη ὁ ἀπελπισμός!

Ο ΠΟΘΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Εἶνε ὁ πόθος μου τέτιος, ἀγέρα
σὰν τὸν ἄγριο θυμό σου
ποὺ στὶς πλούσιες κοιλάδες σφυρίζει.
Εἶνε ἀνήμερος, ἄγρια φοβέρα,
πλούσιοι οἱ τόποι βαθιά μου
καὶ σὰ χάρος σκληρὸς τοὺς θερίζει.
Κάθε ἐλπίδα, κάθε ὄνειρο νέο
τὸ χαϊδεύει σὰν αὔρα
ζωοδότρα στὰ ἐαρινὰ φύτρα.
Κι᾿ ἂν αὐξάνη καὶ γίνεται ὡραῖο,
εἶνε ἡ γόνιμη ὁρμή του
ποὺ θὰ γίνη ἡ σκληρὴ καταλύτρα.

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Ἤμουν ἀνίδεη κι᾿ ἄπραγη, παρ᾿ ὅλο
ποὺ ἡ παιδικότης μοὖχε πῆ τὸ «χαῖρε».
Ὤ, γιὰ νὰ πῶ τὰ λόγια τοῦτα τώρα
θύμηση τὶς γλυκὲς πηγές σου φέρε.
Εἴχαμε οἱ δυὸ καθήσει στὸ γεφύρι
τοῦ ἔρημου δρόμου ποὺ ἔβγαζε στὸ ρέμα,
ἀκίνητοι καὶ παραπονεμένοι,
μὲ σκεφτικὸ παράξενα τὸ βλέμμα.
Τὸ σκεφτικό μας πρόσωπο ἡ Σελήνη
τὸ ἀγκάλιαζε μὲ θέρμη καὶ τὸ ἐφίλει
μὰ ἐμεῖς μέναμε πάντα καθισμένοι
μὲ σιωπηλὰ τὰ ξαφνισμένα χείλη.
Λιγάκι πρὶν δὲν ἤμαστε θλιμμένοι
μὰ μοὖπε ξαφνικὰ πὼς μ᾿ ἀγαπάει.
Αὐτὸ ἦταν! Τί νὰ νοιώσαμε μὲ τοῦτο;
Ἄχ! ὅλη ἡ παιδικὴ ψυχή μας πάει!

Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Μ᾿ ἀπάντησες στὸ δρόμο σου, Ποιητή.
Ἤμουν τὸ πρωτολούλουδο τοῦ Ἀπρίλη.
Ἡ δίψα τῆς ἀγάπης ποὺ ζητεῖ
σοῦ φλόγιζε τὴ σκέψη καὶ τὰ χείλη.
Ἤμουν τὸ πρωτολούλουδο. Κλειστὴ
τότε ἡ πηγὴ τῶν στοχασμῶν μου, ἐμίλει
μόνο ἡ καρδιά μου ἀθώα καὶ λατρευτή,
ὅταν τὸ πρῶτο βλέμμα μου εἶχες στείλει.
Μὲ τὸν καιρό, τὸν πόθο σου σ᾿ ἐμὲ
νὰ φανερώσης σίμωσες. Ὠιμέ,
εἴμασταν μιᾶς γενιᾶς παιδιά. Ἡ καρδιά μας
Ἀγάπαε μὲ τὸ πάθος ποὺ ζητᾶ
νὰ πάρη, τὸ αἰσθανθήκαμε φρικτὰ
καὶ πήραμεν ἀλλοῦθε τὴ ματιά μας.

[ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΠΟΥ ΜΕ ΠΗΡΕ ΜΟΝΑΧΗ...]

Στὸ δρόμο ποὺ μὲ πῆρε μοναχὴ
δὲν ξέρω πῶς, ἀλήθεια,
βρῆκα μία νέα μέσα μου ψυχὴ
κι᾿ ὄνειρα βρῆκα πλήθια.
Μέσ᾿ στὸ μισὸ τὸ φῶς, ἦταν γλυκὸ
νέο φύτρο τὴν ἐλπίδα
νὰ τὴ θωρῶ σὰ μάγο μυστικὸ
καὶ σὰ ζωοδότρα ἀχτίδα.
Ἦταν γλυκὸ πῶς ἄνθιζε ἡ καρδιὰ
μέσα στὸ νέο κορμί μου.
Ἀνοίγανε τὰ μάτια στὰ κλαδιά,
τραγούδαγεν ἡ ὁρμή μου.
Ὁ νοῦς μου ὁραματίζοταν. Τρελλὰ
φτερὰ τὰ δυό μου χέρια
καὶ νὰ ἡ Ἀγάπη μούγνεψε δειλά,
μοὔστειλε περιστέρια.
Καὶ νὰ ἡ Ἀγάπη μ᾿ ἕνα ἀστραφτερὸ
δρεπάνι μὲ σιμώνει
κι ἀφοῦ μου θέρισε ὅ,τι δροσερὸ
μ᾿ ἄφησε πάλι μόνη.

ΘΕΟΣ

Ταπεινὴ ρημοκλησούλα,
πίσω ἀπὸ βουνοῦ κορφή,
σὺ βαθιά μου μέσ᾿ στὴ σκέψη
ζεῖς ἀπόμερη, κρυφή.
Σκοτεινὴ πάντα, χαμένη
στὴν ἀπέραντη ἐξοχὴ
καὶ κλεισμένη, τοῦ διαβάτη
δὲ ζητᾶς τὴν προσευχή.
Τὸ μικρὸ καμπαναριό σου
σ᾿ ἑνὸς δέντρου τὰ κλαριά,
ποὺ φυτρώνει ἐκεῖ σιμά σου,
κρύβει πάντα τὴ θωριά.
Κ᾿ ἡ καμπάνα ραϊσμένη
δὲν ἀκούστηκε μακριά.
Τώρα ρημασμένη χάμω
κοίτεται ἄλαλη, βαριά.
Ταπεινὴ ρημοκλησούλα,
δίχως πίστη ἐγὼ ποτέ,
τὸ θεό σου νὰ δοξάσω
γονατίζω μπρὸς σ᾿ ἐσέ.

Σ᾿ ΑΝΑΜΟΝΗ ΘΑΝΑΤΟΥ

Δὲν εἶνε νὰ χαρῶ στὸν κόσμο ἄλλο
τίποτα πιά. Τὰ χέρια σου βαριὰ
γεμάτα καὶ μοῦ τἄδιασες Ζωή.
Τὰ δέχτηκα, δὲ διάλεξα μεγάλο,
μικρό, ἦταν χώρια, ἦταν μαζί.
Μὰ κάτι ποὺ κρυφά μου τὦχες τάξει
κάποτε σπλαχνική, πονετικιὰ
σὲ μένα, τὴ μία ὡραία καὶ χωριστή
στράτα γιὰ νὰ μὲ βρῆ ποὖχες χαράξει
σ᾿ αὐτὸ μόνο δὲ φάνηκες πιστή.
Ὢ δὲν μπορεῖ, κι᾿ αὐτὸ θὰ μοῦ τὸ δώσης
μον᾿ τὸ κρατᾶς ὡς ποὺ νὰ ξεγνοιαστῶ
καὶ νὰ μὲ βρῆ σὰν ἄξαφνη χαρά.
–Τη περηφάνειά μου μὴν ταπεινώσης
κύττα, μή μου λερώσης τὰ φτερά.

ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ

Ψυχή μου, τοῦ ἄσωτου καημοῦ παιδί, σὰν ποιὰ προσμένεις
γαλανὴ μέρα νὰ διαβῆ, μαζί της νὰ σὲ πάρη;
Κάτω ἀπ᾿ τὸ φῶς δὲ θὰ μπορῆς τὰ ὄνειρα ν᾿ ἀνασταίνης,
θὰ σβήση ἡ ὡραία φλόγα σου καὶ θὰ σοῦ μείνη ἡ χάρη,
μέσα σὲ θρόνο ὁλόχρυσο καρτερικὰ νὰ μένης
σὰ σ᾿ ἕνα πλούσιο κόσμημα χλωμὸ μαργαριτάρι.
Τῆς Νύχτας, σὰ μυστήριο τοῦ Ἅδη σκοτεινιασμένης
περνάει τὸ φάσμα, κοίταξε, μὲ θριαμβικὸ καμάρι.
Σήκωσε τὰ περήφανα χέρια σου καὶ δεήσου
νὰ γίνης ἕνα ἀπ᾿ τὰ πολλὰ τὰ μαῦρα μυστικά της,
νὰ μὴ σ᾿ ἀγγίζη ἡ ἐλπίδα, ὅπως τ᾿ ἀνήλια τῆς ἀβύσσου
ἡ ἀχτίδα, γιὰ τὰ πρόσχαρα ποὖνε γιὰ σένα ξένα.
Καὶ μόνο ἡ σκέψη κάποτε στὸ ἄσκοπο πέταμά της
νὰ βρίσκης ὅλα ποὺ πόθησες, τὰ ὡραῖα στερημένα.

ΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ

Ἔμεινα, καρτερώντας σε, ὡς ποὺ τὸ ἀστέρι ἐφάνη
τῆς χαραυγῆς ψηλά.
Μὰ ἡ φλόγα τους τὰ δάκριά μου τἄχε ὅλα πιὰ ξεράνει
κι᾿ οὔτε ὁ ψυχρὸς Λυκαβηττὸς μ᾿ ἄκουσε, σιωπηλὰ
καθὼς θρηνοῦσα τὄνειρο πὤσβηνε στὴν καρδιά μου.
Ὤ, τώρα ποὺ σὲ φέρανε οἱ στιγμὲς σιμά μου, πάλι
τ᾿ ἄστρο θὰ καρτερῶ,
γιὰ νὰ τοῦ πῶ, κρατώντας τὸ δάκρι πὤχει προβάλει
στὰ μάτια μου σὰν τὴ χαρὰ θερμὸ καὶ λαμπερό,
–τον εἶχα ἀπόψε ὅλον καημὸ μέσα στὴν ἀγκαλιά μου!

ΔΕ ΘΑ ΞΑΝΑΡΘΗΣ ΠΙΑ...

Δὲ θὰ ξανἄρθης πιά, νὰ μοῦ χαρίσης
ἀπ᾿ τὴν ὡραία ζωὴ ποὺ σὲ φλογίζει
κάτι, ἕνα της λουλούδι; Σοῦ γεμίζει
μὲ τόσα τὴν καρδιὰ καὶ τὸ κορμί.
Δὲ θἄρθης πιά, τὰ χέρια μου νὰ σμίξης
τὰ παγωμένα, τὰ ἐχθρικά μου χέρια;
Πλάι στὰ δικά σου, μερωμένα ταίρια
δὲν τὰ ζυγώνει πλέον ἡ ἀφορμή.
Δὲ θἄρθης! ...Πὼς ἀργὰ περνοῦν οἱ μέρες.
Κι᾿ ὅσο σὺ φεύγεις, τόσο μὲ σιμώνει
ἡ γνώριμή μου μοίρα. Τόσο μόνη,
τόσον καιρὸ μὲ τὸν κρυφὸ καημό.
Δὲ σοῦ περνάει, ἀλήθεια ἀπὸ τὴ σκέψη
ὅτι μπορεῖ σὲ μία στιγμὴ θλιμμένη,
στὴ μοίρα αὐτὴ ποὺ πάντα μὲ προσμένει
νὰ πάω ξανὰ καὶ δίχως γυρισμό;

ΠΟΙΟΣ ΞΕΡΕΙ...

Καμμιὰν ἀπὸ τὶς πίκρες μου δὲ γνώρισες
τὶς πίκρες μου τὶς ἄσωστες τὶς μαῦρες.
Καὶ στῶν ματιῶν μου μέσ᾿ στὸ φεγγοβόλημα
τὰ δάκριά μου στεγνωμένα τὰ ᾿βρες.
Ἐσὺ μονάχα τὸ γλυκὸ χαμόγελο
καμάρωσες στὰ χείλη μου ἁπλωμένο
κ᾿ ἔχες μέσ᾿ στῶν ματιῶν μου τὸ ξαστέρωμα
τὸν πόθο σου τρελλὰ καθρεφτισμένο.
Μὲ γνώρισες νὰ γέρνω στὴν ἀγάπη σου
σὰν πεταλούδα στὸ ἄλικο λουλούδι
καὶ νὰ σκορπίζω ὅσο ἡ καρδιά μου ἐδύνοταν
μεθυστικὸ τὸ ἐρωτικὸ τραγούδι.
Γνώρισες τῆς χαρᾶς μου τὸ ἄγριο ξέσπασμα
στὸν ἀνοιξιάτικον ἀγρὸ ποὺ εὐώδα
λαχτάρας κύμα ἐγίνονταν ἡ ἀγκάλη μου
τὰ νειάτα σου νὰ σφίγγη καὶ τὰ ρόδα.
Ἐσὺ ποτὲ κρυφὰ δὲν ἀκολούθησες
τὸ βῆμα μου σὰν φεύγω ἀπὸ κοντά σου
κι᾿ ὅμως καὶ μὲ τὴ σκέψη σου μοῦ δόθηκες
καὶ μὲ τὴ φλόγα ἀκόμα τοῦ ἔρωτά σου.
Μὰ ποιὸς τὸ ξέρει ἄν, μία στιγμὴ βρισκόσουνα
κάπου ποὺ νὰ μὲ βλέπεις ὅταν γέρνω
καὶ σκύβω μαζωχτὴ κάτω ἀπὸ τἄγριο
χτύπημα, τὶς στριγγὲς φωνὲς ποὺ σέρνω
ἂν ἄκουες, καὶ στοῦ πόνου τὸ ξεχείλισμα
τὸ δόσιμο στὸ ξέψυχο μεθύσι,
τὰ δάκρια, ὤ, θὰ μ᾿ ἀρνιόσουν ὅλα ἂν τἄβλεπες.
Κι᾿ ὅμως μου λὲς πὼς μ᾿ ἔχεις ἀγαπήσει.

Η ΘΛΙΨΗ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ

Ἔτσι κι᾿ ἀπόψε ἀνάτειλαν τοῦ δειλινοῦ τὰ ρόδα
χρυσόχρωμα, ροδένια, πορφυρά,
ἔστι κι᾿ ἀπόψε σβήνοντας ἐφυλορρόησαν ὅλα
καθὼς τὰ ξαγναντῶ κάθε φορά.
Καὶ κάθε μία φορὰ ρουφῶ ἀπὸ τὴν ἀνατολή τους
ὅλη τὴ ροδοστάλακτη χάρη τους καὶ μεθῶ
ἀκόμα κι᾿ ἀπ᾿ τὴ σιγανή, τὴν ὑστερνὴ πνοή τους.
(Ἔτσι, τὴ κάθε μιὰ χαρὰ τὴ χαίρομαι ὅλη ὡς πέρα).
Μὰ ἔτυχε ἀπόψε βλέποντας τὴ Δύση, νὰ σκεφτῶ
πὼς τάχατες ἡ ἀγάπη μας θἄσβηνε κάποια μέρα...
Κι᾿ ὅπως ἀπόψε ἀνάτειλαν τοῦ δειλινοῦ τὰ ρόδα
χρυσόχρωμα, ροδένια, πορφυρά,
ὅπως κι᾿ ἀπόψε σβήνοντας φυλορροοῦσαν ὅλα
εἶχα μιὰ θλίψη τούτη τὴ φορά...

ΕΝΑ ΒΡΑΔΙ ΣΤΟ ΣΤΑΘΜΟ

Τί θλιβερὸ πράμμα ὁ Σταθμός,
ποὺ μόλις νἄχη φύγει τὸ τραῖνο.
Οὔτε στιγμή, μόλις ποὺ ἐδῶ
στὶς ράγιες του βαριὰ σταματημένο
καὶ πηγαινόρχονταν γοργά,
ἀνίδεα γελώντας ταξειδιῶτες.
Κι᾿ ὅσοι ποὺ μείνανε κι᾿ αὐτοὶ
δὲν ἔχουνε τὴν ὄψη τους σὰν τότες.
Ἡ ἄδεια θέση κι᾿ ἡ σιωπὴ
μέσ᾿ στὸ Σταθμὸ ποὺ τοὔφυγε τὸ τραῖνο.
Κι᾿ αὐτοὶ ποὺ μείνανε σκορποῦν
κ᾿ ἔχουν τὸ βῆμα τὸ ἀποφασισμένο
ὅσων τὴ μοίρα ἀκολουθοῦν.
Κάθε φορὰ τοὺς φεύγει κι᾿ ἀπὸ κάτι
καὶ κεῖνοι μένουν στὸ Σταθμὸ
λυγίζοντας τὸ θολωμένο μάτι.
Στρέφουν στὰ ἴδια θαρρετοὶ
δῆθεν κ᾿ ἡ πλάτη τους κυρτώνει πίσω.
-Καταραμένε χωρισμὲ
ὅμως κι σένα ἀπόψε θ᾿ ἀγαπήσω.
Γιατί τὸ «χαῖρε» ἦταν γλυκὸ
καθὼς τὸ χέρι σειόταν στὸν ἀέρα
ἀπ᾿ τὸ μαντήλι πιὸ λευκὸ
κι᾿ ἀπ᾿ τὸν ἀνθό, σὰ φῶς ποὺ ἔφευγε πέρα,
ποὺ δὲν τὸ εἶχα ἰδῆ ποτὲ
τόσο γαλήνια ὡραῖο τ᾿ ὅραμά σου,
Καταραμένε χωρισμέ.
Μοῦ τρέμουνε τὰ χείλη στὄνομά σου.