Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Νίκος Καζαντζάκης: συντηρητικός διανοούμενος αλλά και μεγάλος συγγραφέας




γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης

   Το ακόλουθο σχόλιο γράφτηκε μετά από την συμμετοχή μου σε μια φιλική κουβέντα με κρασί  και μεζέδες όπoυ τέθηκε το μεγάλο θέμα για τον ρόλο των διανοούμενων σήμερα και για τους συγγραφείς που υπερασπίζονται την πολιτική των μνημονίων. Στη συζήτηση αναφέρθηκαν επίσης ως παραδείγματα για μια διαφορετική διανόηση σήμερα διάφοροι Έλληνες συγγραφείς και ποιητές (Ρίτσος,Ελύτης κα). Αναφέρθηκε και το όνομα του Νίκου Καζαντζάκη, ως διανοούμενου που δίνει το παράδειγμα για μια τέτοια αντίληψη σήμερα. Ιδιαίτερα από έναν συνομιλητή ο Καζαντζάκης έτυχε ιδιαίτερης αγάπης και στήριξης του έργου του, όπως είναι και το σωστό, αλλά και της φιλοσοφίας του. «Χρειαζόμαστε έναν μεγάλο και πρωτότυπο στοχαστή σαν τον Καζαντζάκη για να πάμε μπροστά» δήλωνε χαρακτηριστικά. Πάνω σε αυτό παραθέτω την απάντηση που του έδωσα, εμπλουτισμένη για τις ανάγκες ενός άρθρου, η οποία όμως είναι μια σκέψη που εξελίσσεται και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως oριστική. Δεν είμαι φιλόλογος. Καταθέτω την άποψη μου ως αναγνώστης και μόνο, χωρίς να ξεχνώ ότι στα δύσκολα χρόνια της εφηβείας ο Καζαντζάκης ήταν ένας πιστός φίλος ενώ δεν έμεινα ιδεολογικά ανεπηρεάστος. Αλλά οι αντιλήψεις αλλάζουν στην πάροδο των χρόνων. Γι΄αυτό θα επιθυμούσα από τον καλοπροαίρετο αναγνώστη να συμμετέχει με σχόλια που μπορούν να βοηθήσουν στον διάλογο.
   Αναμφισβήτητα ο Καζαντζάκης είναι ένας μεγάλος συγγραφέας και ιδιόμορφος γλωσσοπλάστης, που βρίσκεται στην κορυφή των Γραμμάτων μας, όμως δεν είναι ένας μεγάλος στοχαστής αλλά είναι μάλλον ένας συντηρητικός διανοούμενος . Ούτε πρωτότυπος είναι. Ο Καζαντζάκης ήταν ένας ατομιστής και ιδεαλιστής διανοούμενος και συγγραφέας, και εδώ παίζει ρόλο η μικροαστική καταγωγή του, αν και παράλληλα ήταν ταγμένος στην απελευθέρωση του ανθρώπου από τα διάφορα ιδεολογικά και κυρίως κοινωνικά δεινά. (Να σημειώσουμε, ότι ιδεαλισμός είναι η φιλοσοφική θεωρία που στο Βασικό πρόβληματης φιλοσοφίας, δηλαδή τη σχέση μεταξύ ανθρώπου και εξωτερικού κόσμου, ήσυνείδησης και ύλης, παίρνει θέση υπέρ της πρωταρχικότητας του πνεύματος, της Νοήσηςκαι της Συνείδησης. Οι ιδεαλιστές φιλόσοφοι υποστήριζαν ότι μόνο η συνείδησή μας έχει πραγματική υπόσταση και ότι ο υλικός κόσμος είναι μόνοπροϊόν των αισθήσεων, των παραστάσεων μας και των αντιλήψεών μας. Ο Ιδεαλισμός είναι στενά συνδεδεμένος με την θρησκεία αφού είτε άμεσα είτε έμμεσα όλες οι ιδεαλιστικέςφιλοσοφίες καταλήγουν στην ύπαρξη κάποιας ανώτερης δύναμης ανεξάρτητης από τονάνθρωπο. Ο ιδεαλισμός έχει εκφάνσεις στην κοινωνική ζωή και στην ίδια τηνδιαδικασία της γνώσης. Η πορεία της γνώσης η γενίκευση των φαινομένων "βοηθάει" πολλές φορές στην διάσπαση της συνείδησης από τηνπραγματικότητα, στο μετασχηματισμό των γενικών εννοιών σε έννοιες απόλυτεςαποσπασμένες από την ύλη.) Σε αυτή την αγωνιστική κατεύθυνση κινήθηκε ο Καζαντζάκης. Όχι όμως με την αρτιότητα ενός υλιστή αλλά με τα χίλια μπερδέματα που είχαν πάντοτε στην Ιστορία οι ιδεαλιστές και η, κατά βάθος, μεταφυσική ανάγνωση της πραγματικότητας που έχουν. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι εαν είσαι υλιστής είσαι και εξασφαλισμένος από ολισθήματα. Ακόμα κι όταν είσαι μαρξιστής, , ας θυμηθούμε τον Κάουτσκι.. Αλλά βέβαια οι μαρξιστές διανοούμενοι (Λένιν, Γκράμσι, Τρότσκι,Λούκατς κα) πατάνε γερά στα πόδια τους γιατί βασικό αντικείμενο τους είναι η να εντοπίσουν τη σημαντική και πολλαπλή επιρροή των οικονομικών γεγονότων πάνω στη νομική και πολιτική τάξη, πάνω στις επικρατούσες έννοιες του δικαίου και της κοινωνικής ηθικής. Τα οικονομικά γεγονότα για τον μαρξισμό αποτελούντην πραγματική μηχανή της ιστορικής διαδικασίας (ιστορικός υλισμός). Σημαντική φιλοσοφική αφετηρίατου Μαρξ είναι επίσης η θεώρηση του ανθρώπου όχι ως μεμονωμένου ατόμου με προκαθορισμένες ελευθερίες (κατά το ατομικιστικό πρότυπο του φιλελευθερισμού), αλλά ως κοινωνικού ατόμου. Αυτή ηαντίληψη είναι συνήθης ευρύτερα στον σοσιαλισμό.) Το παράδειγμα και η κατάληξη του Χέγκελ, η υπεράσπιση μιας ανώτερης δύναμης με υλιστικά επιχειρήματα, είναι χαρακτηριστικά. Κι όμως ο Χέγκελ ήταν ένας ενθουσιώδης υποστηρικτής της Γαλλικής Επανάστασης - είχε πιστέψει ότι θα εγκαινίαζε την εποχή που η λογική θα ξεκινούσε να καθορίζει τις ανθρώπινες υποθέσεις. Κατέληξε να γίνει ένας συντηρητικός διανοητής, που πίστευε ότι ο Θεός αντιπροσώπευε την ύψιστη λογική και ότι το καταπιεστικό και αυταρχικό Πρωσικό κράτος ήταν η ύψιστη εφαρμογή του. Οι Φόυερμπαχ και Μαρξ πήγαν πράγματι, πολύ μακρύτερα. Αλλά δεν θέλω να επεκταθώ. Θα αρκεστώ στην παρατήρησητου Μαρξ ότι «Η ζωή δεν καθορίζεται απότη συνείδηση, αλλά η συνείδηση από τη ζωή» (Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία, εκδ. Γκούτερμπεργκ) ενώ «οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης είναι σε κάθε εποχή οι κυρίαρχες ιδέες, δηλαδή η τάξη που είναι η κυρίαρχη υλική δύναμη σε μια κοινωνία είναι ταυτόχρονα η κυρίαρχη διανοητική δύναμη» (στο ίδιο). Αυτό είναι κάτι που γνώριζε ο Καζαντζάκης, δεν είχε αδιαφορήσει για τον Μαρξ, αλλά χρησιμοποιούσε επιλεκτικά τα συμπεράσματά του.
   Ο Καζαντζάκης βέβαια, δεν ήταν αδιάφορος για κανένα από τα φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής του. Διάβασε Ανρί Μπερξόν που διατύπωσε τη θεωρίαγια την ζωική ορμή που είναι μια τυφλή, ανυπότακτη σε κανόνες δύναμη που δρώντας έξω από κάθε προγραμματισμό και σκοπιμότητα, στάθηκε η αιτία, για να δημιουργηθεί η ζωή στα διάφορα επίπεδα της. Όπως διάβασε και Νίτσε, ο οποίος απέρριπτε κάθε κανόνα με τον οποίο θα μπορούσαμε να ρυθμίσουμε την ηθική συμπεριφορά μας ενώ σημείωνε ότι «η συμμόρφωση προς τον κανόνα είναι η αρχή του πολιτισμού και εκείνο που κάνει τηζωή μας να έχει νόημα και να αξίζει να τη ζούμε». Ο Υπεράνθρωπος είναι η σημαντικότερη συμβολή του, ένα πρότυπο που μπορεί, υποτίθεται, να εμπνεύσει τον τρόπο που πρέπει στο εξής να ζούμε. Βέβαια, ο Νίτσε κατέληξε να διαβάσει την παρακμή της αστικής κοινωνίας, γιατί αυτό συμβόλιζε η αναζήτηση του για ένα νέο ηθικό πρότυπο και να προτείνει μια βίαιη αναπροσαρμογή της επικρατούσας θεωρίας χωρίς να οδηγήσει σε ένα ριζοσπαστικό ξεκαθάρισμα με το αστικό παρελθόν ενώ οι ναζί του Χίτλερ εκμεταλλεύτηκαν με τον χειρότερο τρόπο τα κενά της θεωρίας του. Στην ουσία ο Νίτσε δεν ήταν ένας ριζοσπάστης διανοητής ενώ σύμφωνα με τον Χρήστο Κεφαλή, συγγραφέα και  μέλος της ΣΕ του περιοδικού Μαρξιστική Σκέψη «Για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της άκρας αντίδρασης, ο Νίτσε αναπτύσσει ολόπλευρα τον ιρασιοναλισμό, δίνοντάς του μια κατάλληλη, ελκυστική και άρτια επεξεργασμένημορφή. Επιπλέον, ενώά λλοι στοχαστές της περιόδου, όπως οι Τζέιμς, Μπερξόν,κ.ά., εκπληρώνουν αυτό το καθήκον περιφερειακά ή εν μέρει, ο Νίτσε το εκπληρώνει κεντρικά και καθολικά. Εστιάζει με ευρύτητα στα αποφασιστικά ζητήματα του αντισοσιαλιστικού αγώνα της αντίδρασης, μετατρέποντας τονι ρασιοναλισμό σε ένατ έλεια ακονισμένο εργαλείο για την ιδεολογική διεξαγωγή αυτού του αγώνα και παρέχοντας ταυτόχρονα όλα τα αναγκαία προσχήματα για την έμπρακτη άσκηση και δικαίωση τηςβαρβαρότητας.
   Η σημασία του Νίτσε, για την οποία μιλά και η διαρκής επίδρασή του, δεν μπορεί έτσι να υποτιμηθεί, παραπέμπει όμως στη βαθιά μεταλλαγή του αστικού κόσμου. Στην εποχή της ανόδου της, όταν εκπλήρωνε ένα μεγάλο δημιουργικό έργο, η αστική τάξηα ναδείκνυε γίγαντες στοχαστές, όπωςχ αρακτήρισε ο Μαρξ τον Χέγκελ. Αργότερα, καθώς ο καπιταλισμός άρχισε να συγκρούεται με τις ανάγκες της εξέλιξης, η αστική τάξη μπορούσε πλέον να εκπροσωπείται κεντρικά το πολύ από μεσαίου αναστήματος διανοητές,όπως ο Τζ. Σ. Μιλ ή ο Μαξ Βέμπερ. Αλλά και αυτό έπρεπε να ακολουθηθεία πό μια παραπέρα υποβάθμιση με την έλευση του ιμπεριαλισμού, όταν η πλειοψηφία των αστών ιδεολόγων ξεπέφτει στην κατηγορία των νάνων. Ο Νίτσε είναι σημαντικός ακριβώς επειδή είναι ο πιο ψηλός από τους νάνους της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης. Και ενώ δεν αληθεύει διόλου ότι όλοι οι αστοί ιδεολόγοι της εποχής πέφτουν τόσο χαμηλά –κατ’ εξαίρεση μπορεί να εμφανίζονται ακόμη μεγάλοι αστοί στοχαστές, όπως οι Σαρτρ και Τσόμσκι, που όμως αδιάλειπτα αντιτάσσονται στην αντίδραση– ο Νίτσε προσφέρει μια κατάδειξη της αυξανόμενης ανάγκης τουιμπεριαλισμού να φέρνει στο προσκήνιο τους νάνους για να πολεμήσει την εξέλιξη. Η αξία του Νίτσε για την άκρα αντίδραση συνίσταται σε τούτο: ότι εμφανιζόμενος μερικές δεκαετίες πριν την έλευση του ιμπεριαλισμού δεν τον προπαρασκευάζει μόνοι δεολογικά, αλλά θέτει και τον πήχη των φιλοδοξιών των άλλων εκπροσώπωντου, των πιο κοντών νάνων.» (Ο ιμπεριαλιστικός ρασιοναλισμός του Νίτσε, περιοδικό Μαρξιστική Σκέψη)

Φλερτάροντας με τον φασισμό


   Με αυτές τις σκληρά διαφορετικές και αντίθετες φιλοσοφικές ιδεολογίες συντάχθηκε ο Καζαντζάκης χωρίς ποτέ να καταφέρει να ξεκαθαρίσουμε με τις αντιθέσεις αυτών. Πράγματι, θα δούμε πολλές φορές τον Καζαντζάκη να συνδέει τον εαυτό του με την κίνηση της εργατικής τάξης αλλά δυστυχώς, ως παντογνώστη ςκριτής κι όχι συμμετέχοντας στις αγωνιστικές διαδικασίες που θα ξεκαθάριζαν σε μεγάλο βαθμό αυτές τις μπερδεμένες ιδέες. Έτσι διάβαζε την κοινωνική ιστορίαμέσα από το πρίσμα της πάλης των τάξεων ενώ παράλληλα διαστρέβλωνε τα καταληκτικά συμπεράσματα του Μαρξ, φτάνοντας ότι η λύση μπορεί να είναι ατομική- ακόμα κι αν δεν το σημείωσε ποτέ στα γραπτά του. Αυτό υπογράμμιζαν άλλωστε οι φιλοσοφικές θεωρίες που παραθέτω (εκτός μαρξισμού). Η πάλη των τάξεων για τον Καζαντζάκη πράγματι σήμαινε την ανατροπή μιας προηγούμενης τάξης και κοινωνικής πραγματικότητας με βάση διάφορες επαναστατικές διαδικασίες στην παραγωγή και με βάση την ύπαρξη μιας άλλης τάξης που ανατρέπει την εξουσία της προηγούμενης.Έτσι έγινε με την πτώση της Φεουδαρχίας και τους Αστούς στην πρώτη γραμμή, εκεί οδηγούμαστε αυτή την περίοδο και μέσα από την μεγαλήτερη καπιταλιστική κρίση που έχουμε γνωρίσει ποτέ. Η οικονομική βαρβαρότητα σε βάρος των πολλών και των φτωχών πρέπει να ανατραπεί. Όμως σε αυτό διαφωνούσε ο Καζαντζάκης κι έτσι,χωρίς κάποια απτά επιχειρήματα, υποστήριξε ότι η μια πέφτει απ' το τραπέζι παραφουσκωμένη από όσα έφαγε, για ν' ανέβει μια νέα και πεινασμένη, να φάει και να συνεχίζει αυτός ο αέναος κύκλος. Άρα τίποτα δεν αλλάζει, εκτός από τον εαυτό μας. Τέτοιες ιδέες υπάρχουν και σήμερα που βάζουν εμπόδια στην κινητοποίηση του κόσμου. Για τον Καζαντζάκη ήταν απλώς ο Φόβος και η Πείνα που αποτελεί απαραίτητο συστατικό στοιχείο κάθε λαού και κοινωνίας και βάζει σε κινηση την Ιστορία.
   Με τέτοια λάθος οπτική ο Καζαντζάκης δικαιολόγησε την φασιστική εισβολή της Ιταλίας στην Αιθιοπία στις αρχές του Β' Π.Π. Ο Φόβος και η Πείνα  αποτελούν την κινητήρια δύναμη της Ιστορίας αναγνωρίζοντας «το δικαίωμα που έχει η Ιταλία να ζήσει, να μην πνιγεί μέσα στα στενά σύνορα πουδεν τη χωρούν» ενώ λίγες γραμμές πιο πριν έγραφε «πονώ την Αβησσυνίαπου υπερασπίζεται την ελευθερία της...» (Ο φόβος και η Πείνα, Η Καθημερινή, 20/7/1936). Πιο συγκεκριμένα: «Πριν από λίγους μήνες οι «διανοούμενοί» μας περιέφεραν μιαν εξοργισμένη κι’ ανώδυνη διαμαρτυρία εναντίον της Ιταλίας που χύθηκε να φάει την Αβησσυνία. Κάποιος με ρώτησε αν θα την υπέγραφα. – Σίγουρα, του αποκρίθηκα, πονώ την Αβησσυνία που υπερασπίζεται την ελευθερία της, μα συνάμα αναγνωρίζω και το δικαίωμα που έχει η Ιταλία να ζήσει, να μην πνιγεί μέσα στα στενά σύνορα που δεν την χωρούν. Όλοι οι λαοί που δημιούργησαν τους μεγάλους πολιτισμούς ακολούθησαν τα ίδια αδηφάγα, απάνθρωπα, σκοτεινά τους ένστικτα: στην πρώτη τους σωματική ανάπτυξη αδίκησαν, άρπαξαν, έφαγαν· κι άμα στερέωσαν το σώμα τους κι’ έπαψε η πείνα, άρχισαν να δημιουργούν. Το ίδιο κάνει και σήμερα η Ιταλία, τους ίδιους ακολουθώντας απάνθρωπους νόμους. ... Θα υπέγραφα, αν η διαμαρτυρία ήταν εναντίον της Αγγλίας και της Γαλλίας που έχουν όλο τον κόσμο κι αρνούνται να δώσουν και στους φτωχούς λαούς γη για να ζήσουν. Είναι οι απάνθρωποι παραχορτασμένοι κεφαλαιούχοι των εθνών και δεν αφήνουν τους άλλους λαούς, τους προλετάριους, να σηκώσουν κεφάλι. Κι’ αν και τα δυο ένστικτα η Πείνα κι’ ο Φόβος είναι αρχέγονα,βαθύτατα ανθρώπινα, όμως από τα δυο προτιμώ την Πείνα, γιατί μονάχα αυτή θέτει σε κίνηση τα στεκούμενα νερά και σπρώχνει τον κόσμο προς τ’ απάνω. – Και δε φοβάσαι μη σε πουν φασίστα; – Γιατί να φοβηθώ; Μήπως δεν με είπαν και κομμουνιστή; Και δεν μπορώ να είμαι ποτέ μήτε το ένα μήτε το άλλο. Γιατί είμαι άνθρωπος ελεύθερος. Καιείμαι ελεύθερος γιατί δεν είμαι άνθρωπος ενεργείας και δεν έχω ανάγκη, για να δράσω, από δόγματα και βεβαιότητες και πρακτικούς συλλογισμούς.» ... (Βρεττάκος 1960:577-579).




H απάντηση της Γαλάτειας Καζαντζάκη

   Η Γαλάτεια Καζαντζάκη,κομμουνίστρια και μαχητική δημοτικίστρια μέχρι το τέλος της ζωής, απάντησε με μια αιχμηρή κριτική που δημοσιεύθηκε στις σελίδες της βραχύβιας "Ελευθέρας Γνώμης" στις 26 Ιουλίου 1936. Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Ονομάζει λοιπόν τα φασιστικά έθνη, έθνη πεινασμένα και "προλεταριακά" που θέλουν να χορτάσουν. Και ξεχνά πως από την αρπαγή, την κτηνώδη βία, την κυνική περιφρόνηση της διεθνούς ηθικής,που εξασκούν αυτά τα έθνη, και τις κατακτήσεις που επιδιώκουν, οι μόνοι που έχουν να ωφεληθούν είναι βέβαια πάλι οι χορτάτοι κεφαλαιοκράται των χωρών αυτών. Ο λαός ο προλετάριος τι θα βάλει στην τσέπη του από τον μαζεμένο πλούτο; Οι αγρότες, οι εργάτες, η μάζα, τί έχει να κερδίσει από τις κατακτήσεις αυτές; Σε τι θ' αλλάξει η τύχη τους;»  Και συνεχίζει στο ίδιο μοτίβο. Ο προβληματισμός της για το αν άλλαξε η τύχη των προλετάριων στα «χορτασμένα κράτη» είναι επίκαιρος μέχρι σήμερα, όπως κι ολόκληρο το κείμενο.Καταλήγουμε λοιπόν στις προηγούμενες παρατηρήσεις και βλέπουμε πόσο η ιδεαλιστική ανάγνωση της Ιστορίας από τον Καζαντζάκη έρχεται σε σύγκρουση μετην ωμή κοινωνική αλήθεια, όπως την περιέγραψε η Γαλάτεια. Κατάληξη όλων των παραπάνω ήταν ο Καζαντζάκης να διατυπώσει μια αντιδραστική θέση η οποία ερχότανσε ευθεία σύνδεση με τον κυρίαρχο, πανευρωπαϊκά, αντιφασιστικό συναίσθημα. Δεν θα περίμενα βέβαια, την αρτιότητα της σκέψης ενός Τρότσκι ή μιας Ρόζας Λούξεμπουργκ, από τον Καζαντζάκη όμως η ολική τυφλότητα του συγγραφέα, με αφορμή τα παραπάνω αποσπάσματα, δημιουργεί ζήτημα. Από αυτό και μόνο τολμώ να πω ότι ο Καζαντζάκης δεν ήταν μεγάλος διανοούμενος αλλά μάλλον ένας συντηρητικός διανοούμενος, τελείως διαφορετικός σε σχέση µε την εικόνα που μας δίνει  η κυρίαρχη αφήγηση και ειδικότερα εδώ στο νησί μας αν και βέβαια παραμένει ένας μεγάλος συγγραφέας. Ήταν επίσης δημοτικιστής, δεν πρέπει να το παραβλέπουμε αυτό ενώ μας έχει δώσει κατά τη γνώμη μου και μια από τις ωραιότερες εικόνες του Καβάφη όταν ζούσε – έστω και κάπως σκηνοθετημένη.  Σε αυτό πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί και χρειάζεται να μελετήσουμε το σύνολο του βίου του Κρητικού συγγραφέα, που ήθελε αλλά δεν κατάφερε να να γίνει ένα με τον απλό λαό στην προσπάθεια του για κοινωνική απελευθέρωση. Ήταν ένας συνοδοιπόρος αλλά ποτέ ένας από εμάς κι αυτό νομίζω ότι στοίχισε και στον ίδιο ακριβά, γιατί δεν κατάφερε να σπάσει από την επιρροή των κυρίαρχων ιδεών.
   Έχω την εντύπωση ότι στο τέλος έφτασε σ' έναν ιδιότυπο μηδενισμό. Αγαπούσε τις μικρές χαρές της ζωής, την Γυναίκα, τους λαούς όπου γης - εκπληκτικά τα οδοιπορικά του σε Αγγλία, Ισπανία, Ρωσία, Κίνα, Ιαπωνία, Σινά κτλ, χαιρότανε την μουσική και μια πετυχημένη μαντινάδα (και από αυτά μόνο ήταν δικός μας ο Καζαντζάκης θα σχολιάσει ο καλοπροαίρετος αναγνώστης - και θα έχει δίκιο) αλλά δεν ήξερε που και κυρίως πως να διοχετεύσει το πάθος του, το μεράκι του που σιγά-σιγά τον τυραννούσε μέχρι το τέλος. Η Ασκητική, η κορυφή του φιλοσοφικού έργου του Καζαντζάκη, είναι η καλύτερη απόδειξη. (Ένα μαχητικό κείμενο που ξεκινάει προσπαθώντας να σπάσει τους δεσμούς με τη Ράτσα και την έγνοια των προγόνων στην προσπάθεια ο αγωνιζόμενος άνθρωπος να ανέβει την ανηφόρα για να καταλήξεισ' ένα καταληκτικό σχόλιο μη δράσης ). Μόνη σωτηρία για τον Καζαντζάκη λοιπόν η Λογοτεχνία. Εδώ ο μεγάλος Κρητικός συγγραφέας έκανε μια γενναιόδωρη κατάθεση ψυχής, παραθέτοντας μας από μια σειρά μυθιστορημάτων με τις αγωνίες του αλλά και τις αγωνίες ενός κόσμου που πολύ αγάπησε αλλά όπως σημειώνω παραπάνω δεν κατάφερε να συνδεθεί μαζί του στα ουσιώδη, όπως με αρτιότητα έπραξε ο ποιητής Κώστας Βάρναλης. Ο οποίος Βάρναλης ενώ ξεκίνησε τη θητεία του στα γράμματα με διάφορες ιδεαλιστικές, ρομαντικές αντιλήψεις, πάντα στην υπεράσπιση της κυρίαρχης εθνικής, ταξικής και ιδεολογικής αφήγησης, έσπασε τα δεσμά και έγινε αυτός που γνωρίζουμε. Αλλά να μην ξεχνάμε τον Καζαντζάκη, ιδιαίτερα αυτά τα δύσκολα χρόνια που ήρθαν,ως αρνητικό παράδειγμα όμως.  Γιατί ο Καζαντζάκης είναι είναι η εικόνα μιας εποχής που φεύγει, μιας εποχής που αναζητά τους δικούς της οργανικούς διανοούμενους, τους μαχητές της έτοιμους παρατεταγμένους και μαζί με τους εργάτες, την αγροτιά και το επαναστατικό (σοσιαλιστικό) κόμμα της απέναντι στα στρατεύματα της οικονομικής βαρβαρότητας. Τα έργα του αξίζουν να διαβαστούν απ'όλους, χωρίς τα στολίδια του κινηματογραφικού Ζορμπά. Ενώ επιβάλλεται να αναθεωρήθει η οπτική μας γι' αυτά.
   Νομίζω για ένα τέτοιο κόσμο πρέπει να αγωνιστούμε , που δεν θα αναλώνεται σε ανέξοδες και μάταιες φιλοσοφικές θεωρίες, θα είναι ένας κόσμος πραγματικά της δράσης και που δεν θα περιμένει ταπεινούς (και άθλιους) γραφιάδες σαν εμένα ή πουλημένους στην καθεστωτική πολιτική σκηνοθέτες (λέγε με Σμαραγδή) να κάνουν παιγνίδι για τους δικούς τους λόγουςχωρίς να εξετάζουν την πραγματικότητα πίσω από τα κάθε λογής προσωπεία.

2 σχόλια:

  1. Αυτό στο οποίο καταλήγει ο Καζαντζάκης στα περισσότερα έργα του και που φαίνεται περισσότερο στην "Ασκητική" είναι ο ηρωικός μηδενισμός. "Καθήκον του ανθρώπου είναι να φωνάζει στην έρημο", γράφει και αν το ψάξουμε θα βρούμε ότι ταιριάζει με τον ηρωικό μηδενισμό του Καβάφη όταν έγραφε τις "Θερμοπύλες": "Και οι Μήδοι επιτέλους θα διαβούνε". Κρατάμε αυτό τον ηρωικό μηδενισμό και τον μεταφέρουμε λέγοντας όχι ότι όλοι οι αγώνες είναι μάταιοι αλλά πως κάποτε οι αγώνες θα νικήσουν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Κατά τη γνώμη μου η μεγαλύτερη αξία ενός λογοτεχνικού κειμένου έγκειται στις ιδέες που αναδεικνύει. Στην περίπτωση του Καζαντζάκη, όσο κι άν ο ίδιος προσπαθεί να φανεί ενωτικός πολιτικά, η μόνη ιδέα που αναδεικνύεται είναι αυτή του φασισμού. Το έδειξε άλλωστε με τη στάση του στην κατοχή, ψάρευε στην Αίγινα όταν ο λαός αντιστέκονταν στον κατακτητή παρ' ότι λιμοκτονούσε. Άν ήταν μηδενιστής δέ θα πάλευε δέκα χρόνια για το βραβείο Νόμπελ. Είχε μιά σκοτεινή ανάμειξη στα Δεκεμβριανά, τον επέβαλαν οι νικητές του εμφυλίου ως τον μέγιστο επαναστάτη και διανοούμενο. Ήταν ένας απ' αυτούς που δίδαξαν σ' έναν περήφανο λαό, παθητικότητα και μοιρολατρεία. Όσο για τον Καβάφη, όταν έγραφε τις "Θερμοπύλες" γνώριζε πως ακολουθεί η δόξα των Σαλαμινομάχων.
    Τον Καβάφη γέννησε η ιστορία ενώ τον Καζαντζάκη και άλλους οι πολιτικές συνθήκες μιάς εποχής.

    ΑπάντησηΔιαγραφή