Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

Το Ποίημα της Εβδομάδας: Πόλις, Χ.Φ. Λάβκραφτ (20/8/1890-15/3/1937)




ΠΟΛΙΣ

Ήταν χρυσή κι εκθαμβωτική,
εκείνη η Πόλη του φωτός·
ένα όραμα αιωρήθηκε
στης νύχτας το βαθύ·
μια περιοχή κάλους και δόξας,
           με ναούς από μάρμαρο λευκό.

Ενθυμούμαι την εποχή
καθώς ξημέρωνε στα μάτια μου·
ο παράφρων καιρός του παραλογισμού,
οι ημέρες που μουδιάζουν το μυαλό,
όταν ο χειμώνας λευκοντυμένος και φρικαλέος,
           εφορμά με μανία για να βασανίσει.

Ομορφότερη απ’ τη Σιών
έλαμπε στον ουρανό,
όταν οι ακτίνες του Ωρίωνα
σκιάσαν τα μάτια μου,
φέρνοντας ύπνο γεμάτο αμυδρές αναμνήσεις
           στιγμών θολών και περασμένων.

Τ’ αρχοντικά της ήταν μεγαλοπρεπή,
με γλυπτά δουλεμένα υπέροχα,
υψωμένα αγέρωχα,
σε σπάνια ξαναϊδωμένα αίθρια.
Οι κήποι, ευωδιαστοί και φωτεινοί,
           με περίεργα θαύματα ν’ ανθίζουν μέσα τους.

Οι λεωφόροι με παρέσυραν
με τις πανέμορφές τους θέες·
σιγουρεύτηκα από τις ψηλές αψίδες
πως κάποτε
είχα περιπλανηθεί εκστασιασμένος από κάτω τους
           απολαμβάνοντας την ευδία.

Στις πλατείες στεκόταν
μια σκαλιστή συστοιχία·
με γενειάδες μακριές, επιβλητικοί,
σοβαροί άντρες στις μέρες τους –
μονάχα ένας στεκόταν διαλυμένος, σπασμένος,
           το γενειοφόρο του πρόσωπο αποκολλημένο.

Στην αστραφτερή πόλη
κανένα θνητό δεν είδα,
αλλά η φαντασία μου, επιεικής
στης μνήμης τον νόμο,
προχώρησε αργά προς τις μορφές των πλατειών
           κι αντέδρασε στα πέτρινα χαρακτηριστικά με δέος.

Απέβαλα το θολερό κάρβουνο
που στο μυαλό μου πυρακτωνόταν
και πάσχισα να θυμηθώ
τους περασμένους αιώνες·
να περιπλανηθώ στην αιωνιότητα ελεύθερα,
           επισκεπτόμενος του παρελθόντος τ’ απεριόριστο.

Τότε η τρομερή προειδοποίηση
στην ψυχή μου επιταχύνθηκε,
όπως το δυσοίωνο πρωινό
που ανατέλλει κοκκινωπό
και πανικόβλητος ξέφυγα απ’ τη γνώση  των τρόμων
           του παρελθόντος που περιμένουν ξεχασμένοι και νεκροί.


πηγή: Βακχικόν 

Μεταφράζει ο Αναστάσιος Δρακόπουλος

βιογραφία
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου