Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

Κώστας Βάρναλης, από το Μονόλογο του Μώμου «Το φως που καίει»



(Από το Μονόλογο του Μώμου «Το φως που καίει»)

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Τους έσωσα κι εγώ μια φορά και πρόκοψα! Καλά τους είχα φκιάσει ολάκερους από λάσπη! Τί μου κατέβηκε να τους δώσω και πνέμα; Πώς ήτανε, αλήθεια, στην αρχή! Τριχωτοί απ’ την κορφή ώς τη φτέρνα με τα μάτια κολλητά το ένα με τ’ άλλο στη ρίζα της μύτης. Δείχνανε τα σουβλερά τους δόντια συναμεταξύ τους και γρούζανε στριγκλιάρικα… Τα χέρια τους μακρύτερ’ απ’ τα πόδια σερνόντανε χάμου στη γης, σαν περπατούσανε, γέρνοντας μπροστά και τρεκλίζοντας ζερβά δεξιά. Σωστές μαϊμούδες. Έκλεψα τη φωτιά από τον Όλυμπο και τους την έφερα. Τους έδωσα το λογικό και τη γλώσσα. Τους ανέβασα ψηλά, ίσαμε τους θεούς. Κι αυτοί με προδώσανε. Με το λογικό ανακαλύψανε την μπαμπεσιά και την αχαριστία· και με τη γλώσσα το ψέμα και πάλι το ψέμα! Και τί τους γύρεψα γι’ αντάλλαγμα; Να με βοηθήσουνε κι αυτοί ενάντια στο Δία για να του πάρω την εξουσία του Κόσμου. Και να με τιμάνε πιότερο από το Δία — γιατί, θαρρώ, το αξίζω! Ε λοιπόν! Σαν τους ρώτηξε ο Δίας αστράφτοντας απάνου ώς κάτου από το θυμό! «Ποιός σας έδωσε την ουράνια φωτιά μου;» — «Ο Προμηθέας! Ο Προμηθέας!» φωνάξαν ούλοι μαζί και χιλιάδες δάχτυλα βουτηγμένα στο φαρμάκι με δείχνανε στον Τύραννο. Αυτοί με χέρια και με δόντια βοηθήσανε το Κράτος και τη Βία να με πιάσουνε και να μ’ αλυσοδέσουν. Κι όντας ετούτ’ οι ανελέητοι μπράβοι του Δία με καρφώναν εδώ ψηλά, τα ζαγάρια ξελαρυγγιζόντανε αποκάτου: «Έτσι και χειρότερα… Άνομε!..» Δε θά ’ρτω μια μέρα στα πράματα;

ΜΩΜΟΣ
 
(ήσυχα)
Δε φταίνε αυτοί.
 
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Ποιός φταίει δηλαδή; Ο Δίας;
 
ΜΩΜΟΣ

Εσύ!

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

(οργισμένα)
Εγώ;
 
ΜΩΜΟΣ

Ναι! Εσύ! Που νικήθηκες. Αν νικούσες το Δία, τότες όλοι θα ’τανε μαζί σου. Και θεοί κι ανθρώποι. Όλοι τότες θα βοηθούσανε την αφεντιά σου να πιάσεις τον οχτρό σου και να τον αλυσοδέσεις. Και το Κράτος κι η Βία θα σε παραστεκόντανε μπράβοι δικοί σου. Και θα τον καρφώνανε κατά δική σου προσταγή στο ίδιο μέρος με τα ίδια καρφιά. Κι ο Μορφονιός ο Ερμής θα ’τανε κοπέλι δικό σου, να πηγαινοέρχεται για τη δοκιμή των καρφιών και των χαλκάδων του. Τότες ο Δίας θα ’ταν ο αποστάτης κι ο άνομος. Κι ώς τώρα θα τον είχαν ούλοι ξεχάσει, όπως ξεχάσανε και σένα. Δεν το ξέρεις; Πάντα οι νικημένοι έχουνε τ’ άδικο. Και τ’ άβουλο πλήθος πάει ταχτικά με τους νικητές. Ώς τώρα η ιστορία του Κόσμου είναι ιστορία των Νικητών.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Κι όμως εγώ θέλησα ναν τους λευτερώσω από τον Τύραννο.

ΜΩΜΟΣ

Αυτά να μην τα λες σε μένα!.. Για ναν τους υποτάξεις στην τυραννία τη δικιά σου. Τους γέλασες, πως θα πολεμούσανε για το δικό τους το συφέρο: για λευτεριά, δικιοσύνη και παντοτινή ευτυχία. Ενώ πολεμήσανε μονάχα για ν’ αλλάξουν αφέντη — για το δικό σου το συφέρο. Τα ίδια κάνουνε κι οι αφέντες, οι τυράννοι της Γης… Ωστόσο δεν είναι δα πιο αχάριστοι και προδότες οι λαοί απ’ όσο του λόγου σας άδικοι και ψεύτες.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Γιε του Ήλιου και της Νύχτας. Παραείσαι, μου φαίνεται, σοφιστής. Πιότερο βαστάς από τη μάνα σου παρά από τον μπαμπά σου. Πάντα μου χαλνάς το κανονικό περπάτημα της σκέψης μου: τον αιώνιο Ρυθμό του Κόσμου. Δεν ήτανε δύσκολο να ’χες και συ μια ψίχα λογικό — αφού έχουν ακόμα κι οι ανθρώποι!

(σε λίγο)

Κι από τί θα σώσει τους ανθρώπους;

ΜΩΜΟΣ

Από την αμαρτία.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Κι αυτό το λέει σωτηρία; Μα η αμαρτία είναι όλ’ η ευτυχία κι η λευτεριά των Θεών.


το απόσπασμα αναδημοσιεύεται από την αντίστοιχη ανάτηση στη σελίδα για τον Κώστα Βάρναλη στο facebook ενώ η φωτογραφία από το in.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου