Τρίτη, 5 Αυγούστου 2014

Ιστορία: 100 χρόνια από το ξεκίνημα του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου: Το «πρώτο κύμα» παγκοσμιοποίησης και οι άγριοι ανταγωνισμοί


γράφει ο Λέανδρος Μπόλαρης

Στις αρχές του 20ου αιώνα ο κόσμος έμοιαζε να συρρικνώνεται. Ποτέ άλλοτε οι διάφορες περιοχές του πλανήτη δεν ήταν τόσο κοντά, από άποψη ταχύτητας των μεταφορών και μετάδοσης της πληροφορίας.
Το 1866 το πρώτο υποβρύχιο τηλεγραφικό καλώδιο ένωσε την Αμερική με την Ευρώπη. Σε δυο τρεις δεκαετίες αυτά τα καλώδια αγκάλιαζαν όλο τον πλανήτη. Αρκούσαν μερικά λεπτά για να μεταδοθεί μια πληροφορία από την Κίνα στην Αγγλία, εκεί που παλιά χρειάζονταν βδομάδες και μήνες. 
Τα ατμόπλοια «μίκραιναν» τις αποστάσεις των ωκεανών, ρίχνοντας στο μισό το κόστος της μεταφοράς εμπορευμάτων. Το 1881 ένα πλοίο-ψυγείο μετέφερε μεγάλες ποσότητες κρέατος από τη Νέα Ζηλανδία στην Αγγλία. Το 1900 αυτή η πρακτική είχε εξαπλωθεί. Το 1913 μόνο ο βρετανικός εμπορικός στόλος διέθετε 230 πλοία με παρόμοια τεχνολογία που μπορούσαν να μεταφέρουν 440.000 τόνους κατεψυγμένων προϊόντων σε κάθε γωνιά του πλανήτη. 
Ήταν η εποχή του λεγόμενου «πρώτου κύματος της παγκοσμιοποίησης». Η εποχή όπου το εμπόριο, τα χρηματιστήρια, και τα τεχνολογικά επιτεύγματα έμοιαζαν να ενώνουν τις κοινωνίες, όχι να τις χωρίζουν. Ο τελευταίος πόλεμος που είχε γίνει στην Ευρώπη ήταν ο γαλλοπρωσικός, του 1870. 
Υπήρχαν διαφορές ανάμεσα στις Μεγάλες Δυνάμεις και στους καπιταλιστές τους, αλλά και αυτές έμοιαζε ότι μπορούσαν να λυθούν ειρηνικά. Τι πιο λογικό από μια συμφωνία που άφηνε όλους με ένα καλό κέρδος; Στις αρχές του αιώνα, για παράδειγμα, η Βρετανική Αυτοκρατορία έκφραζε με κάθε τρόπο τη δυσαρέσκειά της για τη χρηματοδότηση της κατασκευής του σιδηροδρόμου Κωνσταντινούπολης-Βαγδάτης από γερμανικές εταιρείες. Ο σιδηρόδρομος ουσιαστικά θα ένωνε το Βερολίνο με το Ιράκ, και θα απειλούσε τα βρετανικά συμφέροντα σε όλη την περιοχή. 
Κι όμως, τον Ιούνη του 1914, δυο μήνες πριν το ξέσπασμα του πολέμου, οι αγγλικές και γερμανικές εταιρείες ήρθαν σε συνεννόηση με τις ευλογίες των κυβερνήσεών τους. Οι αγγλικές θα αποκτούσαν ένα μεγάλο μερίδιο στην επέκταση του σιδηροδρόμου στη Βασόρα (στις αγγλικές πετρελαιοπηγές). Άλλωστε η Γερμανία ήταν ένας από τους κυριότερους εμπορικούς εταίρους της Βρετανίας. 

Κούρσα

Τέτοια περιστατικά ωθούσαν πολλούς σχολιαστές, να αποδίδουν την κούρσα των εξοπλισμών, το μιλιταρισμό και τις πολεμοκάπηλες εκστρατείες των εφημερίδων στην επιρροή κάποιων συγκεκριμένων ομάδων. Οι έμποροι και βιομήχανοι όπλων ήταν μια προφανής επιλογή. Οι παραδόσεις της ευρωπαϊκής αριστοκρατίας ήταν μια άλλη, σχεδόν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες είχαν βασιλιάδες και αυτοκράτορες και από δίπλα ένα συρφετό κόμηδων, βαρόνων, και πριγκίπων που συνήθως έκαναν «καριέρα» στο στρατό. 
Η λύση φαινόταν απλή: η «κοινή γνώμη» θα πίεζε και θα έπειθε τις κυβερνήσεις να αφοπλιστούν. Ένα σωρό «ενώσεις για την ειρήνη» για τον «γενικό αφοπλισμό» εμφανίζονταν. Καλούσαν όλους τους «λογικούς ανθρώπους» καπιταλιστές και εργάτες να τις στηρίξουν. Ποιος λογικός καπιταλιστής ήθελε να δει τις επενδύσεις του να γίνονται ερείπια; Ακόμα και στην Αριστερά της εποχής, τη σοσιαλδημοκρατία της Δεύτερης Διεθνούς, τέτοιες απόψεις κέρδιζαν έδαφος. 
Όμως, η «λογική» δεν επικρατούσε. Από τις αρχές του αιώνα, η μια πολεμική εστία έδινε τη θέση της στην επόμενη. Το 1900 ξέσπασε ο πόλεμος των Μπόερ στη Νότια Αφρική, με τη Βρετανία να διεξάγει ένα αιματηρό πόλεμο στους λευκούς εποίκους που είχαν την έμμεση στήριξη της Γερμανίας. Στις δυο προηγούμενες δεκαετίες η Αφρική είχε μοιραστεί σε αποικίες ανάμεσα στις Μεγάλες Δυνάμεις. Η Βρετανία και η Γαλλία ήταν οι δυο μεγαλύτεροι κερδισμένοι, και έφτασαν στα πρόθυρα του πολέμου το 1897 για τον έλεγχο του νότιου Σουδάν. 
Οι ΗΠΑ, ανερχόμενη δύναμη στην παγκόσμια οικονομία, δεν είχε αποικιακή αυτοκρατορία – δεν τη χρειαζόταν άλλωστε, οι καπιταλιστές της είχαν σχεδόν τη μισή αμερικάνικη ήπειρο να επεκταθούν. Αλλά παρόλα αυτά, το 1898 έκαναν πόλεμο με την Ισπανία, και άρπαξαν την Κούβα, το Πουέρτο Ρίκο και τις μακρινές Φιλιππίνες. Κι όταν οι «ιθαγενείς» τόλμησαν να ανακηρύξουν τη Δημοκρατία τους ανέλαβαν οι Πεζοναύτες να «ειρηνεύσουν» τη χώρα. Αυτή η ειρήνευση κόστισε 200.000 άμαχους νεκρούς. 
Το 1904-5 έγινε ο πρώτος πόλεμος που μια Μεγάλη Δύναμη ηττήθηκε από μια ανερχόμενη «μη-λευκή». Ο Ρωσο-Ιαπωνικός Πόλεμος τέλειωσε με την ήττα της Ρωσίας στην Μαντζουρία και την Κορέα από τον ιαπωνικό στρατό και στόλο. Η Ιαπωνία ήταν σύμμαχος της Βρετανίας εκείνη την περίοδο. Όμως, αργότερα θα γινόταν σύμμαχος και της Ρωσίας.
Το 1906 και πάλι το 1911 η Γαλλία έφτασε στα πρόθυρα του πολέμου με την Γερμανία για τις σφαίρες επιρροής τους στο Μαρόκο. Κι όταν η Ιταλία είδε ότι η Γαλλία επεκτείνει την επιρροή της στη βόρειο Αφρική, αποφάσισε να αποζημιωθεί: κήρυξε τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1911. Και με τη σειρά του αυτός ο νικηφόρος πόλεμος, έδωσε το θάρρος στα βαλκανικά κράτη να οργανώσουν την επίθεσή τους στην Αυτοκρατορία του Σουλτάνου. 
Κάθε τέτοιο επεισόδιο τέλειωνε με συμβιβασμούς και συνθήκες που υπόσχονταν ειρηνικό μέλλον. Αλλά όσο περνούσαν τα χρόνια, τόσο οι ανταγωνισμοί έπαιρναν μια ζωή δικιά τους και ξέφευγαν από τον έλεγχο των πιο έμπειρων διπλωματών. Καμιά κυβέρνηση και καμιά άρχουσα τάξη δεν μπορούσε να προβλέψει τις αλυσίδες των γεγονότων που προκαλούσαν οι ενέργειές τους στα τέσσερα σημεία του πλανήτη. 
Οι εκκλήσεις για «αφοπλισμό» και «λογική» αποδεικνύονταν «ειρηνικές ουτοπίες»: αυτός ήταν ο τίτλος που έδωσε σε ένα κείμενό της το 1912 η Ρόζα Λούξεμπουργκ. Γι’ αυτήν, όπως και για όλους τους επαναστάτες μαρξιστές της εποχής, ο πόλεμος, ο μιλιταρισμός, ήταν αξεδιάλυτα δεμένα με τον ίδιο τον καπιταλισμό, με τον αγώνα των καπιταλιστών να συσσωρεύουν κεφάλαιο πιο γρήγορα και σε μεγαλύτερη κλίμακα από τους ανταγωνιστές τους. 
Ο πόλεμος ήταν πάντοτε όπλο των αρχουσών τάξεων για να αυγαταίνουν τα πλούτη τους από τις πρώτες ταξικές κοινωνίες. Αλλά για πρώτη φορά, ο πόλεμος και οι προετοιμασίες γι’ αυτόν συνδεόταν τόσο στενά με τα οικονομικά συμφέροντα των καπιταλιστών. Δυο Ρώσοι μαρξιστές, ο Μπουχάριν και ο Λένιν, θα ανέλυαν στα βιβλία τους που κυκλοφόρησαν το 1915 και το 1916 τις αλλαγές στον καπιταλισμό, αυτό που ονόμασαν την «νεότερη φάση του», τον ιμπεριαλισμό. 
Αγορές
Οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις είχαν γίνει πολύ μεγάλες για την εσωτερική αγορά των χωρών που είχαν τη βάση τους. Για την ακρίβεια, είχαν «οργανώσει» (μοιράσει μεταξύ τους) αυτές τις αγορές με τη συμβολή του κράτους τους. Αποκτούσαν παγκόσμια εμβέλεια και συμφέροντα. 
Ακριβώς επειδή οι αποστάσεις εκμηδενίζονταν, η αγορά γινόταν πραγματικά παγκόσμια, οι καπιταλιστές χρειάζονταν κράτη και στρατούς που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν τα συμφέροντά τους με την ισχύ των όπλων. 
Το μοίρασμα του κόσμου σε αποικίες και «σφαίρες επιρροής» για την εκμετάλλευση των πρώτων υλών και των οδών του εμπορίου ήταν το πιο χτυπητό χαρακτηριστικό του ιμπεριαλισμού. Αλλά δεν ήταν η ουσία του. Η ουσία ήταν η πάλη για παγκόσμια ηγεμονία και το κλειδί για αυτήν βρισκόταν στην Ευρώπη, όχι σε κάποια μακρινή αποικία. Η Βρετανία και η Γαλλία ήταν παγκόσμιες δυνάμεις. Η Γερμανία τις έφτανε οικονομικά, αλλά παρέμενε μια περικυκλωμένη ευρωπαϊκή δύναμη. Η άρχουσα τάξη της ήθελε μια «θέση στον ήλιο». Ο πόλεμος θα έκρινε ποιος θα αποφάσιζε πόσο «ήλιο» θα απολάμβανε κάθε άρχουσα τάξη. 
Γι’ αυτό οι διεθνιστές που αντιτάχθηκαν στο Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αρνήθηκαν να μπουν στο παιχνίδι του ποιος «έφταιγε περισσότερο», ποιος «έριξε τη πρώτη τουφεκιά» ποιος ήταν αμυνόμενος ή επιτιθέμενος. Δεν αντιμετώπισαν τον πόλεμο σαν αποτυχία της διπλωματίας –παρόλο που η διπλωματία όντως απέτυχε. Τον αντιμετώπισαν σαν ιμπεριαλιστικό από όλες τις πλευρές, σαν γέννημα του καπιταλισμού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου