Κυριακή, 24 Δεκεμβρίου 2017

Ο Τρότσκι για τον συγγραφέα Αντρέι Μπιελύ



Ο Τρότσκι για τον συγγραφέα Αντρέι Μπιελύ
επιμέλεια: Ειρηναίος Μαράκης //


Πολλές εκδόσεις, νεότερες ή και παλιότερες, είδαν το φως της δημοσιότητας την χρονιά που φεύγει σε λίγες μέρες και σχετικά με την συμπλήρωση των εκατό χρόνων από την εποποιία της Οχτωβριανής Επανάστασης. Είτε ιστορικές, είτε λογοτεχνικές αυτές οι εκδόσεις προσπάθησαν να μας δώσουν, όχι πάντα με επιτυχία, ούτε πάντα με θετική άποψη απέναντι στην Επανάσταση, ένα γενικό πανόραμα της συγκεκριμένης διαδικασίας αλλά και μια εικόνα της ρώσικης κοινωνίας πριν και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Η διπλή έκδοση στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κίχλη και Αντίποδες αντίστοιχα του μυθιστορήματος "Πετρούπολη" του Ρώσου συγγραφέα Αντρέι Μπιελύ εντάσσεται σε αυτόν ακριβώς τον κανόνα, ιδιαίτερα εάν συνυπολογίσουμε ότι στο έργο η Πετρούπολη "περιγράφεται ως μια πόλη σε αργό θάνατο, που εξαιτίας της επανάστασης του Οκτωβρίου έχει τεθεί σε κατάσταση συναγερμού".

Στο σημείωμα που ακολουθεί παραθέτουμε την άποψη του Ρώσου επαναστάτη Λέον Τρότσκι για τον συγγραφέα από την συγκεντρωτική έκδοση του βιβλίου του "Λογοτεχνία και Επανάσταση" (στο πρώτο κεφάλαιο σχετικά με την προεπαναστατική τέχνη στη Ρωσία) χωρίς ενδιάμεσο δικό μας σχολιασμό. Νεότερο σχόλιο θα ακολουθήσει με την ολοκλήρωση της ανάγνωσης του βιβλίου του Αντρέι Μπιελύ που όπως αναφέρεται στο σχετικό δελτίο τύπου από τις εκδόσεις Κίχλη:

"Η "Πετρούπολη" αποτελεί ξεχωριστό δείγμα του ρωσικού μοντερνισμού. Στον πολυφωνικό ιστό της συνυφαίνονται πολλά και διαφορετικά στοιχεία. Οι επαναλήψεις μοτίβων και φράσεων, οι υποβλητικές, έντονα εικαστικές περιγραφές της πόλης, καθώς και η ιδιάζουσα μουσική οργάνωση του κειμένου συνιστούν τυπικά χαρακτηριστικά της ποιητικής του συμβολισμού. Τη ρευστή, φασματική ατμόσφαιρα επιτείνουν τα διανοητικά παιχνίδια των ηρώων, καθώς οι εφιάλτες τους ζωντανεύουν και στοιχειώνουν την πόλη, που, τυλιγμένη στην καταχνιά, μοιάζει να παγιδεύει ήρωες και αφηγητή".

Συγχρόνως, η οξεία ειρωνική ματιά του συγγραφέα απέναντι στις ιδεολογικές τάσεις και τα σημαντικά πολιτικά γεγονότα του καιρού του, μη εξαιρουμένης της επανάστασης του 1905, η παρωδία θεμάτων και τεχνικών του παραδοσιακού μυθιστορήματος, καθώς και ο μετεωρισμός ανάμεσα στο δραματικό και το κωμικό στοιχείο μπολιάζουν το μυθιστόρημα με ένα ανατρεπτικό πνεύμα, χαρακτηριστικό που η Πετρούπολη μοιράζεται με άλλα έργα του ευρωπαϊκού μοντερνισμού των αρχών του 20ού αιώνα.




Η μεσοεπαναστατική λογοτεχνία (1905-1917), παρακμιακή στη διάθεσή της και στη σημασία της, υπερεκλεπτυσμένη στην τεχνική της, λογοτεχνία ατομικισμού, συμβολισμού και μυστικισμού, βρήκε στο Μπιελύ την πιο υψηλή της έκφραση και υπήρξε διαμέσου αυτού η πιο ανοιχτά κατεστραμένη απ’ τον Οκτώβρη. Ο Μπιελύ πιστεύει στη μαγεία των λέξεων. Μπορεί κατά συνέπεια να πει κανείς για το άτομό του πως το φιλολογικό του ψευδώνυμο[26] μαρτυράει την αντίθεσή του στην Επανάσταση, αφού η μεγαλύτερη περίοδος επαναστατικής πάλης πέρασε με μάχες ανάμεσα σε Κόκκινους και Λευκούς.
Οι αναμνήσεις του Μπιελύ από το Μπλοκ, εκπληκτικές για τις ασήμαντες λεπτομέρειές τους και το αυθαίρετο ψυχολογικό μωσαϊκό τους, τονίζουνε αδρά την κατάσταση όπου βρίσκονται άνθρωποι μιας άλλης εποχής, ενός άλλου κόσμου, μιας περασμένη εποχής, ενός κόσμου που δε θα ξαναγυρίσει πια. Δεν είναι ζήτημα γενιάς, αφού αυτοί οι άνθρωποι ανήκουν στη γενιά μας, μα διαφορών κοινωνικής φύσης, διανοητικού τύπου, ιστορικής ρίζας. Για το Μπιελύ η Ρωσία είναι ένα απέραντο πράσινο λιβάδι, σαν το κτήμα της Γιάσναγια Πολιάνα ή του Σαχμάτοβο[27]. Σ’ αυτή την εικόνα της προεπαναστατικής και επαναστατικής Ρωσίας, που παρουσιάζεται σαν ένα πράσινο λιβάδι, περισσότερο ακόμα σαν λιβάδι της Γιάσναγια Πολιάνα ή του Σαχμάτοβο, νιώθει κανείς πόσο βαθιά βρίσκεται θαμένη η παλιά Ρωσία, η Ρωσία του γαιοκτήμονα και του κρατικού λειτουργού, καλύτερα, η Ρωσία του Τουργκένιεβ και του Γκοντσάροβ. Τι αστρονομική απόσταση ανάμεσα σ’ αυτήν και σε μας, και τι καλά που είναι τόσο αλαργινή! Τι πήδημα διαμέσου των αιώνων απ’ αυτή την παλιά Ρωσία ως τον Οκτώβρη!
Είτε πρόκειται για το λιβάδι Μπέζιν του Τουργκένιεβ, για το λιβάδι του Σαχμάτοβο του Μπλοκ, για το λιβάδι της Γιάσναγια Πολιάνα του Τολστόϊ, είτε για το λιβάδι του Ομπλόμοβ του Γκοντσάροβ, έχει κανείς την ίδια εικόνα γαλήνης και φυτικής αρμονίας. Οι ρίζες του Μπιελύ είναι στο παρελθόν. Και που βρίσκεται τώρα η παλιά αρμονία; Στο Μπιελύ όλα φαίνονται αναποδογυρισμένα, όλα είναι στραβά, όλα είναι χωρίς αρμονία. Γι’ αυτόν η γαλήνη της Γιάσναγια Πολιάνα δε μεταμορφώθηκε σε πήδημα προς τα μπρος, μα σε εξάψεις και σε χοροπηδήματα. Ο φαινομενικός δυναμισμός του Μπιελύ δεν κάνει άλλο παρά να γυρίζει γύρω - γύρω, είναι μια μάχη πάνω στους χωματόλοφους ενός παλιού καθεστώτος που διαλύεται και χάνεται. Οι λεκτικές συστροφές του δεν οδηγούν πουθενά. Δεν έχει ίχνος επαναστατικού ιδανικού. Πραγματικά, είναι ένας συντηρητικός ρεαλιστής διανοούμενος, που το έδαφος τού ’χει φύγει κάτω από τα πόδια και που είναι απελπισμένος γι’ αυτό. Οι Αναμνήσεις ενός Ονειροπόλου, ημερολόγιο εμπνευσμένο από το Μπλοκ, συνδυάζει τον απελπισμένο ρεαλιστή που καπνίζει η σόμπα του με το διανοούμενο το συνηθισμένο στο χουζούρι του πνεύματος και ο οποίος δε μπορεί να ονειρευτεί ζωή μακριά από το λιβάδι Σαχμάτοβο. Ο Μπιελύ, ο «ονειροπόλος», που τα πόδια του είναι στη γη και που στηρίζεται στο γαιοκτήμονα και το γραφειοκράτη, δεν κάνει άλλο παρά να φτύνει τούφες καπνό γύρω του.
Ατομικιστής, βγαλμένος από τον άξονά του, ξεριζωμένος από τις συνήθειές του, ο Μπιελύ θα’ θελε ν’ αντικαταστήσει ολόκληρο τον κόσμο, να χτίσει τα πάντα από τον εαυτό του και διαμέσου του εαυτού του, να ξαναβρεί όλο τον εαυτό του, όμως τα έργα του, άνισης καλλιτεχνικής αξίας, δεν κάνουν πάντα παρά να εξιδανικεύουν, διανοητικά ή ποιητικά, τις παλιές συνήθειες. Και να γιατί, σε τελευταία ανάλυση, αυτή η υπερβολική έγνια για τον εαυτό σου, αυτή η αποθέωση των συνηθισμένων γεγονότων της ίδιας της διανοητικής σου ρουτίνας, γίνονται τόσο ανυπόφορα στην εποχή μας όπου μάζα και ταχύτητα φτιάχνουν πραγματικά έναν καινούργιο κόσμο. Αν κάποιος γράφει με τρόπο τόσο πομπώδικο για τη συνάντησή του με το Μπλοκ, τότε πώς πρέπει να γράψει για τα μεγάλα γεγονότα που επηρεάζουνε τα πεπρωμένα των εθνών;
Στις παιδικές αναμνήσεις του Μπιελύ, Κοτίκ Λετάγιεβ, υπάρχουν ενδιαφέρουσες στιγμές φωτεινάδας, όχι πάντα καλλιτεχνικές, συχνά όμως πειστικές. Δυστυχώς, συνδέονται μεταξύ τους με απόκρυφες συζητήσεις, με φανταστικά βάθη, μια πληθωρική συσσώρευση από λέξεις και εικόνες που τις κάνουν ολότελα μάταιες. Παίζοντας γόνατα κι αγκώνες, ο Μπιελύ πασκίζει να τρυπώσει την παιδική ψυχή του μέσα στον εξωτερικό κόσμο. Βλέπει κανείς τα ίχνη από τους αγκώνες του σε όλες τις σελίδες, όμως εξωτερικός κόσμος δεν υπάρχει εκεί! Κι αλήθεια από πού θα ’ρχότανε;
Δεν πάει πολύς καιρός, ο Μπιελύ –πάντα απορροφημένος με τον εαυτό του, ιστορώντας ο ίδιος τον εαυτό του, περπατώντας γύρω από τον εαυτό του, μυρίζοντας και γλύφοντας τον εαυτό του– έγραψε για το άτομό του μερικές σκέψεις πολύ αληθινές: «Ίσως κάτω από τις θεωρητικές αφαιρέσεις μου για το «μάξιμουμ» να κρυβόταν ο μινιμαλιστής, ψηλαφώντας προσεχτικά το έδαφος. Πλησίαζα τα πάντα με τρόπο πλάγιο. Ψαχουλεύοντας το πεδίο από μακριά διαμέσου μιας υπόθεσης, ενός υπαινιγμού, μιας μεθοδολογικής απόδειξης, παραμένοντας σε μιαν προσεκτική αναποφασιστικότητα» (Αναμνήσεις από τον Αλέξαντρο Μπλοκ). Χαρακτηρίζοντας το Μπλοκ σα μαξιμαλιστή, ο Μπιελύ μιλάει για τον εαυτό του ολωσδιόλου σα για ένα μενσεβίκο (στο Άγιο Πνεύμα, εννοείται, όχι στην πολιτική). Αυτές οι λέξεις μπορεί να φαίνονται απροσδόκητες στην πέννα ενός Ονειροπόλου και ενός Ιδιόρρυθμου (με κεφαλαία) μα, στο τέλος-τέλος, μιλώντας τόσο για τον εαυτό του λέει κανείς καμιά φορά την αλήθεια. Ο Μπιελύ δεν είναι μαξιμαλιστής, καθόλου, μα μινιμαλιστής αδιαφιλονίκητος, μια αναλαμπή του παλιού καθεστώτος και των απόψεών του, υποφέροντας και στενάζοντας μέσα σε καινούργιο κλίμα. Και είναι απόλυτα αλήθεια πως πλησιάζει τα πάντα με τρόπο πλάγιο. Ολόκληρο το Άγιο Πετερσμπούργκ του είναι χτισμένο σύμφωνα με μέθοδες πλάγιες. Και να γιατί αυτό μοιάζει με γέννα. Ακόμα και κει όπου περιμένει το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, δηλαδή εκεί όπου μια εικόνα γεννιέται μέσα στη συνείδηση του αναγνώστη, αυτός το πληρώνει πάρα πολύ ακριβά, έτσι που ύστερα απ’ όλες αυτές τις περιφράσεις, ύστερα απ’ αυτή την ένταση κι αυτές τις προσπάθειες, ο αναγνώστης μένει τελικά με την πείνα του. Είναι σα να σας πέρασαν μέσα σ’ ένα σπίτι από την καπνοδόχο και ν’ αντιληφτούν έπειτα ότι υπήρχε πόρτα απ’ όπου είταν πιο εύκολο να μπει κανείς.
Η ρυθμική πρόζα του είναι φοβερή! Οι φράσεις του δεν υπακούνε στην εσωτερική κίνηση της εικόνας μα σ’ ένα μέτρο εξωτερικό, που, στις αρχές, μπορεί να φαίνεται μόνο περιττό μα που δεν αργεί να σας κουράσει με τη δυσκινησία του και τελικά δηλητηριάζει ως και την ύπαρξή σας. Η βεβαιότητα πως μια φράση θα τελειώσει σύμφωνα με τέτοιο ρυθμό βαράει στα νεύρα, όπως, όταν χτυπημένος από αϋπνία, περιμένεις να ξανατρίξει το παντζούρι. Παράλληλα με τη μανία του ρυθμού έρχεται ο φετιχισμός της λέξης. Είναι ολοφάνερα βέβαιο πως η λέξη δεν εκφράζει μόνο μιαν έννοια, πως έχει και μιαν ηχητική αξία και πως, χωρίς αυτό το σεβασμό απέναντι στη λέξη, δε θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για μαστοριά, στην πρόζα ή στην ποίηση. Ας μην αρνηθούμε στο Μπιελύ τις αρετές του σ’ αυτό τον τομέα. Όμως ακόμα και η πιο φορτωμένη και πιο ηχερή λέξη δε μπορεί να σημαίνει παραπάνω από κείνο που είχε βαλθεί σ’ αυτήν. Ο Μπιελύ γυρεύει στη λέξη, όπως οι Πυθαγόρειοι στον αριθμό, μια δεύτερη ξεχωριστή έννοια, απόκρυφη. Και να γιατί βρίσκεται συχνά στο αδιέξοδο. Αν σταυρώσετε το μέσο δάχτυλο με το δείχτη κι αγγίξετε ένα αντικείμενο, θα νιώσετε δυο αντικείμενα, μα αν επαναλάβετε το πείραμα θα νιώσετε άσκημα· αντί να χρησιμοποιήσετε σωστά την αίσθηση της αφής, κάνετε κατάχρησή της για να απατηθήτε. Οι καλλιτεχνικές μέθοδες του Μπιελύ δίνουν ολότελα αυτή την εντύπωση. Είναι επίπλαστα πολυσύνθετες.
Η λιμνάζουσα σκέψη του, ουσιαστικά μεσαιωνική, χαρακτηρίζεται όχι από μια λογική και ψυχολογική ανάλυση, μα από ένα παιχνίδι παρηχήσεων, από λεκτικές συστροφές και ακουστικές συζεύξεις. Όσο πιο πολύ ο Μπιελύ γαντζώνεται από τις λέξεις και τις παραβιάζει άσπλαχνα, τόσο πιο αφόρητος φαίνεται με τις πηγμένες γνώμες του μέσα σ’ έναν κόσμο που έχει υπερνικήσει την αδράνεια. Ο Μπιελύ φτάνει στις πιο δυνατές στιγμές του όταν περιγράφει τη στέρεη αλλοτινή ζωή. Μα ακόμα και κει, η τεχνοτροπία του είναι κουραστική, άβολη. Φαίνεται ξάστερα πως είναι ο ίδιος σάρκα απ’ τη σάρκα και αίμα απ’ το αίμα της παλιάς κατάστασης, ολότελα συντηρητικός, παθητικός και μετριοπαθής, κι ότι ο ρυθμός του, οι λεκτικές συστροφές του, δεν είναι παρά ένα γελοίο μέσο να παλαίψει εναντίον της εσωτερικής παθητικότητάς του και της ξεραΐλας του, τώρα που έχει αποσπαστεί από τον πόλο της ζωής του.
Στον παγκόσμιο πόλεμο ο Μπιελύ έγινε οπαδός του γερμανού μυστικιστή Ρούντολφ Στάϊνερ, φυσικά «διδάκτορος της φιλοσοφίας», και φύλαξε σκοπός στην Ελβετία, τη νύχτα, κάτω απ’ τον τρούλλο του ναού της ανθρωποσοφίας. Τί είναι η ανθρωποσοφία; Είναι μια διανοητική και πνευματική ιδιοποίηση του χριστιανισμού, καμωμένη με τη βοήθεια βιαστικών ποιητικών και φιλοσοφικών παραθέσεων. Δε μπορώ να δόσω λεπτομέρειες πιο συγκεκριμένες γιατί δε διάβασα ποτέ Στάϊνερ και δεν έχω την πρόθεση να το κάνω: θεωρώ πως έχω το δικαίωμα να μην ενδιαφέρομαι για «φιλοσοφικά» συστήματα που καταγίνονται με τις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στις ουρές των μαγισσών της Βαϊμάρης και του Κιέβου (στο μέτρο που δεν πιστεύω στις μάγισσες γενικά, εκτός από τη Ζιναΐντα Χίππιους, που αναφέρθηκε πιο πάνω, που στην πραγματικότητά της πιστεύω απόλυτα, χωρίς να μπορώ να πω τίποτα το ορισμένο για το μάκρος της ουράς της). Είναι αλλιώτικα με το Μπιελύ. Αν τα πράγματα του Ουρανού είναι γι’ αυτόν τα πιο σημαντικά, θά ’πρεπε να τα εκθέσει. Ωστόσο ο Μπιελύ, που είναι τόσο παραδομένος στις λεπτομέρειες ώστε μας διηγείται το πέρασμά του μέσα από ένα κανάλι σα να πρόκειται το λιγότερο για τη σκηνή του Κήπου της Γεσθημανή ιδωμένη με τα ίδια του τα μάτια, αν όχι για την έκτη μέρα της Δημιουργίας, αυτός ο ίδιος Μπιελύ, μόλις αγγίξει την ανθρωποσοφία του, γίνεται λακωνικός και σύντομος· προτιμάει το σχήμα της σιγής. Το μόνο πράμα που μας γνωστοποιεί είναι ότι «εγώ δεν είμαι εγώ μα ο Χριστός που είναι μέσα μου», καθώς και ότι «γεννηθήκαμε εν Θεώ, θα πεθάνουμε εν Χριστώ και το Άγιο Πνεύμα θα μας αναστήσει». Αυτό είναι παρηγορητικό μα πραγματικά όχι πολύ ξάστερο. Ο Μπιελύ δεν εκφράζεται με τρόπο πιο λαϊκό εξαιτίας ενός βασικού φόβου: μήπως πέσει στο θεολογικό συγκεκριμένο που θα ’ταν πάρα πολύ παρακινδυνευμένο. Πραγματικά ο υλισμός ποδοπατάει αμετάκλητα κάθε θετική οντολογική δοξασία επινοημένη κατ’ εικόνα της ύλης, τόσο φανταστικά μεταμορφωμένης όσο αυτό μπορεί να γίνει στην πορεία του προτσέσου. Αν είσαστε πιστός εξηγήστε λοιπόν τι λογής φτερά έχουν οι άγγελοι και από ποια ουσία είναι οι ουρές των μαγισσών. Τρέμοντας αυτά τα θεμιτά ερωτήματα, οι σπιριτουαλιστές τζέντλεμεν έχουν τόσο εξιδανικεύσει το μυστικισμό τους ώστε στο τέλος η ουράνια ύπαρξη χρησιμεύει για έντεχνο ψευδώνυμο στην ανυπαρξία. Τότε, ξανά τρομαγμένοι (αληθινά δεν υπήρχε καθόλου λόγος να χωθούν εκεί μέσα) ξαναπέφτουν στον κατηχισμό.
Κ’ έτσι, ανάμεσα σ’ ένα στυγνό ουράνιο άδειο κ’ έναν κατάλογο με θεολογικές αξίες, απλώνεται η πνευματική βλάστηση των μυστικιστών της ανθρωποσοφίας και της φιλοσοφικής πίστης γενικά. Ο Μπιελύ επιχειρεί πεισματικά, όμως δίχως επιτυχία, να σκεπάσει το άδειο του με μιαν ηχερή ενορχήστρωση και με αναγκαστικά ποιητικά μέτρα. Πασκίζει να υψωθεί μυστικιστικά πάνω από την Οκτωβριανή Επανάσταση, πασκίζει ακόμα να την υιοθετήσει στ’ αρπαχτά δίνοντάς της μια θέση ανάμεσα στα πράματα της γης, που ωστόσο δεν είναι άλλο γι’ αυτόν, σύμφωνα με τα ίδια του τα λόγια, από «ηλιθιότητες». Αποτυχαίνοντας σ’ αυτή την απόπειρα –και πώς θα μπορούσε να μην αποτύχει;– ο Μπιελύ αρχίζει να χολιάζει. Ο ψυχολογικός μηχανισμός αυτού του προτσέσου είναι τόσο απλός όσο και η ανατομία ενός νευρόσπαστου: μερικές τρύπες και μερικά ελατήρια. Μα από τις τρύπες και τα ελατήρια του Μπιελύ βγαίνει η Αποκάλυψη, όχι η γενική Αποκάλυψη, μα η ιδιαίτερη αποκάλυψή του, η αποκάλυψη του Αντρέϊ Μπιελύ. «Το πνεύμα της αλήθειας με υποχρεώνει να εκφράσω τη στάση μου απέναντι στο κοινωνικό πρόβλημα. Ε, λοιπόν, ε... ξέρετε, έτσι... Θέλετε τσάϊ; Τί, δεν υπάρχει κοινός άνθρωπος σήμερα; Να ένας, εγώ είμαι ο κοινός άνθρωπος». Έλειψη γούστου; Ναι, μια αναγκαστική γκριμάτσα, μια στεγνή κουταμάρα. Κι αυτό μπροστά σ’ ένα λαό που έζησε μιαν επανάσταση. Στην ξιπασμένη εισαγωγή του στη μη επική Εποποιία του, ο Αντρέϊ Μπιελύ κατηγορεί τη σοβιετική εποχή μας ότι είναι «τρομερή για τους συγγραφείς που νιώθουν νά ’χουν κληθεί για μεγάλους μνημειακούς πίνακες».
Αυτός, ο μνημειογράφος, έχει συρθεί, φανταστείτε, «στο στίβο του καθημερινού», στη ζωγραφική «καραμελοκουτιών»! Μπορεί κανείς, σας ρωτάω, να ρίξει την πραγματικότητα και τη λογική πιο σκληρά πάνω στο κεφάλι του; Είναι αυτός, ο Μπιελύ, που σύρθηκε από την Επανάσταση, μακριά από τους μουσαμάδες του προς τα καραμελοκούτια! Με τις πιο εξεζητημένες λεπτομέρειες, και όχι τόσο με λεπτομέρειες όσο με αφρό από λέξεις, ο Μπιελύ μας διηγείται πως «κάτω από τον τρούλλο του ναού του Ιωάννου, μούσκεψε από μια ρηματική βροχή» (sic), πως γνώρισε τη «γη της ζωντανής σκέψης», πως ο ναός του Ιωάννου έγινε γι’ αυτόν «εικόνα θεωρητικού προσκυνήματος». Σύμφυρμα αγνό και άγιο! Διαβάζοντάς τον, κάθε σελίδα φαίνεται πιο αφόρητη από την προηγούμενη. Αυτή η αυτοϊκανοποιημένη αναζήτηση του ψυχολογικού τίποτα που δε συνεχίζεται πουθενά αλλού παρά κάτω από τον τρούλλο του ναού του Ιωάννου, αυτό το σνομπ ορνιθοσκάλισμα, το εμφαντικό, δειλό και δεισιδαιμονικό, γραμμένο με ψυχρό χασμουρητό, όλα αυτά μας παρουσιάστηκαν σαν «μνημειακός καμβάς». Η έκκληση να στρέψουμε το πρόσωπο προς εκείνο που η μεγαλύτερη επανάσταση πάει να ανατρέψει στις στοιβάδες της εθνικής ψυχολογίας θεωρείται σαν πρόσκληση να ζωγραφίσουμε «καραμελοκούτια»! Σε μας, στη Σοβιετική Ρωσία, είναι τα «καραμελοκούτια»! Τι κακό γούστο, τι λεκτική αδιαντροπιά! Μάλλον ο «ναός του Ιωάννου», χτισμένος στην Ελβετία από τους τουρίστες και τους πνευματώδεις σουλατσαδόρους, είναι ένα είδος κουτί με μπομπόνια άνοστα ενός γερμανού διδάκτορα της φιλοσοφίας, κουτί γεμάτο από «γατόγλωσσες» και κάθε λογής ζαχαρωμένες μύγες.
Είναι η Ρωσία μας τώρα ένας μουσαμάς τόσο γιγαντιαίος, ώστε θα χρειαστούν αιώνες για να τον ζωγραφίσουμε. Από κει, από τις κορυφές των επαναστατικών μας εκτάσεων, ξεκινάνε οι πηγές μιας καινούργιας τέχνης, μιας καινούργιας άποψης, καινούργιων συνειρμών αισθημάτων, ενός καινούργιου ρυθμού των σκέψεων, μιας καινούργιας πάλης για τις λέξεις. Σε εκατό, διακόσια-τρακόσια χρόνια, θ’ ανακαλύψει κανείς με συγκίνηση αυτές τις πηγές του απελευθερωμένου ανθρώπινου πνεύματος και θα... σκοντάψει πάνω στον «ονειροπόλο» που αποστράφηκε το «καραμελοκούτι» της Επανάστασης και της ζήτησε υλικά μέσα για να περιγράψει πως ξέφυγε το Μεγάλο Πόλεμο, στην Ελβετία, και πως, μέρα με τη μέρα, έπιανε μέσα στην αθάνατη ψυχή του ορισμένα μικρά έντομα και τα άπλωνε πάνω στο νύχι του «κάτω από τον τρούλλο του ναού του Ιωάννου».
Στην ίδια αυτή εποποιία ο Μπιελύ δηλώνει πως τα «θεμέλια της καθημερινής ζωής είναι γι’ αυτόν ηλιθιότητες». Κι αυτό μπροστά σ’ ένα έθνος που ματώνει για ν’ αλλάξει τις βάσεις της καθημερινής ζωής. Ναι, βέβαια ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο από ηλιθιότητες! Και ζητάει το παγιόκ[28], όχι το συνηθισμένο παγιόκ, μα κείνο που αναλογεί στους μεγάλους μουσαμάδες. Και αγανακτεί που δε σπεύδουν να του το δόσουν. Δε μοιάζει τάχα αυτό να πληρώνει πραγματικά αμαυρώνοντας τη χριστιανική κατάσταση της ψυχής με «ηλιθιότητες»; Το δίχως άλλο δεν είναι αυτός, είναι ο Χριστός που είναι μέσα του. Και θα ξαναγεννηθεί στο Άγιο Πνεύμα. Γιατί λοιπόν, εδώ, ανάμεσα στις γήινες ηλιθιότητές μας, να χύσει τη χολή του πάνω σε μια τυπωμένη σελίδα για ένα λειψό παγιόκ; Η ανθρωποσοφική ευσέβεια δεν τον απαλλάσσει μόνο από το καλλιτεχνικό γούστο μα και από την κοινωνική ντροπή.
Ο Μπιελύ είναι ένα πτώμα και δε θα νεκραναστηθεί σε κανένα Πνεύμα, όποιο και νά ’ναι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου