Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2014

Αποδομώντας την αστική διανόηση και όχι μόνο (ένας διάλογος & ένα μικροδιήγημα)


Αποδομώντας την αστική διανόηση



Μικρός διάλογος για τον Θανάση Βαλτινό

   Απόγευμα Κυριακής, σε μια καφετέρια στο Ενετικό Λιμάνι των Χανίων. Ησυχία, αλμύρα, φθινόπωρο. Όμορφος κόσμος να κάνει την βόλτα του, σκυλιά χοντρά σαν βαρέλια να ξαπλώνουν κουρασμένα έξω από τις ψαροταβέρνες ζητώντας μεζέ κι εγώ με εφημερίδα, Facebook στο κινητό, μαλοτήτα με μέλι, μόνος να ρεμβάζω. Και τότε ήρθε. Ψηλός αλλά με ελαφρό σκύψιμο της μέσης και της κεφαλής, χωρίς να ξέρεις αν είναι από ασθένεια ή δουλοπρέπεια, απόφοιτος Πολυτεχνείου, άνεργος, ο οποίος ζει με τους γονείς του, όπως κι εγώ. Παλιός συστρατιώτης, με ιδιαίτερο λέγειν, δημοκράτης και μονίμως χωρίς γυναίκα. Με είδε, τον είδα, τον κάλεσα για καφέ, σκεπτόμενος αν φτάνουν τα χρήματα. Είχε έρθει εκτάκτως στα Χανιά για μια υποχρέωση. Ακολούθησε χαλαρή κουβεντούλα για τη ζωή μας και γενικότερα. Ζητήματα πολιτικά και πολιτιστικά. Μέσα σε όλα ακολούθησε και ο παρακάτω διάλογος.
- Ο Θανάσης Βαλτινός ήταν χθες στα Χανιά, τον βράβευσε η νέα δημοτική αρχή. Πήγες;
- Όχι, ούτε είχα τη διάθεση. Προτίμησα να βγω με φίλους.
- Έλα ρε φίλε, ντροπή. Είσαι Χανιώτης, μένεις στα Χανιά και δεν πήγες; Ο Βαλτινός είναι απ' τους σπουδαιότερους συγγραφείς μας. Μην πω ο σπουδαιότερος. Κοίτα, και το λέω καλοπροαίρετα, έπρεπε να πας - ιδιαίτερα όταν κι εσύ ο ίδιος γράφεις. Εγώ πάντως πήγα.
- Και καλά έκανες. Αλλά, αντί να με ψέλνεις ρε φίλε, για πες μου έχεις διαβάσει την Κάθοδο των Εννιά;
- Ε, όχι. Ομολογώ πως όχι.
- Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη;
- Όχι...
- Το Ορθοκωστά;
- Όχι, αλλά το έχω στα υπόψην. Αλλά δεν μου είναι άγνωστος ο Βαλτινός, τα κείμενα στο ίντερνετ κι οι βιβλιοκριτικές στις εφημερίδες...
- Διάβασε πρώτα αυτά τα σπουδαία έργα και μετά κάνε μου κατήχηση. Εντάξει, γουστάρεις Βαλτινό, έστω και με περίεργο τρόπο αλλά πρόσεχε λίγο. Αλήθεια, γνωρίζεις τις απόψεις του για την κρίση;
- Βέβαια. Αυτό έλειπε. Έχουμε ευθύνη κι εμείς, λέει που ζούσαμε με δανεικά κι ότι διασκεδάζαμε απερίσκεπτα, οι οποίοι δεν φροντίσαμε να νοικοκυρευτεί το σπιτικό μας ώσπου ήρθε η στιγμή που οι δανειστές διεκδίκησαν την αποπληρωμή των δανείων. Επίσης, ότι ο Έλληνας επέτρεψε να τον εκμεταλλευθούν κι ότι...
- Κι εσύ άνεργος άνρωπος, που ζεις με τη μητέρα σου και με ότι μένει από την κουτσουρεμένη σύνταξή της τις λες για όλα αυτά; Συμφωνείς;
- .....






"Σταύρο, έλα στο Φως!" (μικροδιήγημα)

   Όμορφη, αθηναϊκή νύχτα. Το χέρι του τρέμει, ιδρώνει. "Θα προλάβω, δεν θα προλάβω" επαναλαμβάνει, μαδώντας ηλεκτρονικές μαργαρίτες στο νέο i-phone "κι αν προλάβω, τι θα δω;". Η κοπέλα δίπλα του, με ένα βιβλίο κάποιου νεόκοπου ποιητή που τιτλοφορείται On προσπαθεί να τον ηρεμήσει. "Έλα, ησύχασε. Σε λίγο θα γνωρίσουμε την Αλήθεια" σχολιάζει και τα μάτια της λάμπουν στο μισοσκόταδο. "Αμήν και πότε" απαντά αυτός για να τον μαλώσει γλυκά "Αγάπη, γιατί βλασφημείς;"
   Στον χώρο της Τελετής γίνεται το αδιαχώρητο από πιστούς, χίπστερ που φορούν ανακυκλωμένες ελβιέλες, δέντρα με πολύχρωμα πουλοβεράκια στους ώμους τους, μετανοημένοι ΠΑΣΟΚοι, δημαρίτες με μισό χαμόγελο, ο Γραμματικάκης, ο Ψαριανός κι ο Καφετζόπουλος. Επικρατεί μια απόκοσμη ησυχία, μπλε φώτα στολίζουν τον ουρανό. Ξαφνικά, ο Προφήτης του Εκσυγχρονισμού, αμπελοφιλόσοφος χωρίς όρχεις και με εσώρουχο πιο βρώμικο από του Μεγάλου Ρεμαλιού, ο Μέγας Μάγιστρος Ράμφος ξεπροβάλλει στη Σκηνή. Δυνατό φως πλυμμηρίζει την ατμόσφαιρα, φωνάζει: "έλα στο Φως Σταύρο, έλα στο Φως!". Τότε προβάλλει Αυτός. Όχι ιδιαίτερου ύψους, όχι ιδιαίτερης εξυπνάδας αλλά παρόλα αυτά επιβλητικός. Το βλέμμα του σαρώνει την σκηνή και όλοι νιώθουν ότι μπροστά τους έχουν κάτι το διαφορετικό, κάτι που δεν έχουν ξαναδεί. Η διαίσθηση Του έπιασε την διάθεση του κόσμου, χαμογέλασε με το γνωστό ειρωνικό ύφος Του, που έκανε πολλές αλλά μάταιες προσπάθειες για να κρύψει, ώσπου αποφάσισε ότι οι Ακόλουθοί Του - έτσι χαρακτήριζε τους τηλεθεατές της εκπομπής που κάποτε διατηρούσε στο Μεγάλο Διαφωτιστικό Κανάλι, γοητεύονταν από αυτό. "Κοίτα Σταύρο! Κοίτα! Ούτε όταν ήσουν δημοσιογράφος τόση δοξα! Ετοιμάσου, εδώ δεν έχει κόκκινο μπλοκάκι, εδώ δεν φοράς το σακίδιο του αντάρτη πόλης, εδώ στέκεσαι μπροστά στον Λαό Σου! Εμπρός! Ξεκίνα..." μονολόγησε κι έκανε ένα βήμα μπροστά. Όμως είτε ήταν κουρασμένος, είτε ζαλίστηκε από την υπεροψία, τη μέθη και τη βλακεία, σαν άλλος Δαρείος, πιάστηκε με μια άτσαλη κίνηση, που θα την ήθελε επιτηδευμένη, από την καρέκλα-σκαμπό για να ξαποστάσει. Ο Αρχιτελετάρχης Ράμφος τον κοίταξε με μισό μάτι, ανησύχησε "ωχ, σκέφτηκε, Αυτός ετοιμάζεται να καταρρεύσει! Όχι, Σταύρο, όχι Σταυρουλάκι μου, δεν θα με ξεφτιλίσεις Εσύ! Αν το ήθελα να ξεφτιλιστώ - θα έμενα στους νεο-ορθόδοξους ή θα πήγαινα στον Κουβέλη" και μεμιάς επανέλαβε το ιερό κάλεσμα "έλα στο Φως Σταύρο, έλα στο Φως!" Και σαν από Θαύμα, η Ελπίδα του Τόπου, ο Προστάτης των Αδικημένων, ο Δημοσιογράφος, ο Ένας και Μοναδικός Σταύρος, Αυτός,  βγήκε επιτέλους στο Φως! Άγριο, ηλίθιο, βλακώδες και ερεθισμένο χειροκρότημα ακολούθησε. Όλοι ήταν χαρούμενοι, εκτός από έναν.
    Την επόμενη μέρα κάπου σε ένα υπόγειο της Πλατείας Εξαρχείων, μουχλιασμένο και παγωμένο, με σταλαγμίτες υγρασίας να κρέμονται από το ταβάνι, ένας νεαρός, με μούσι χίπστερ, τρύπιες κάλτσες και χωρίς πουλόβερ, αφού με αυτό είχε ντύσει την μπιγκόνια της κυρίας Γεωργίας της γειτόνισσας του, μονολογούσε μπροστά από ένα μπραζίλιαν εσπρέσσο για το χαμένο βράδυ του. "Καλά, να πάθω, εμπιστεύτηκα τον Θεοδωράκη. Καλά να πάθω. Χώρισα κιόλας! Ναι... Την επόμενη φορά θα προτιμήσω τον Ζουράρι. Ίσως να είναι καλύτερα με αυτόν..."



  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου