Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Ποιήματα για την Μεγάλη Εβδομάδα [του Ειρηναίου Μαράκη]



Κυριακή των Βαΐων

«όχλος πολύς…έλαβον τα βαΐα των φοινίκων και εξήλθον εις υπάντησιν αυτώ»


ένα φεγγάρι χλωμό, σχεδόν χολερικό
πάνω απ' την πόλη φέρνει τις βόλτες του
είναι πανσέληνος, δηλώνει στην ταυτότητα
αλλά δεν μας ξεγελά, προδομένη γυναίκα είναι
που στη νύχτα σέρνει τις αμαρτίες κάποιου παλιού εραστή
υψώνεται πάνω απ' τα ερειπωμένα νεοκλασικά της Νεάρχου
φωτίζει τα βάθη της θάλασσας στο Κουμ Καπί
στο θολωμένο μας μυαλό δίνει ελπίδα
κι ύστερα τρέχει να κρυφτεί πίσω απ' τις γκρίζες πολυκατοικίες
της μίζερης επαρχίας, ξημερώνει
πίσω στο σπίτι θα βάλει ένα ποτό, θα φτιάξει ένα γλυκό
με τη γάτα της θα χωθεί στα σεντόνια, κρυώνει
ανοίγει τα παλιά βιβλία της, βάζει μουσική
Κυριακή των Βαΐων σήμερα αλλά τίποτα δεν έχει αλλάξει
όπως πάντα, τον Ιησού θα υποδεχτούν στα Ιεροσόλυμα
οι άρχοντες και ο λαός, σαν βασιλιά και σαν σωτήρα
για να σταυρώσουν αύριο σαν αλήτη και ληστή
βλέπεις, οι Ιούδες είχαν πάντα πέραση
το φιλί τους, καυτό, υπέροχο και ηδονικό
καθυστερεί την Ανάσταση
τόσο, όσο χρειάζεται για να μας ξαναπροδώσουν






Μεγάλη Δευτέρα

«Ὁ Ἰακὼβ ὠδύρετο, τοῦ Ἰωσὴφ τὴν στέρησιν, καὶ ὁ γενναῖος ἐκάθητο ἅρματι, ὡς βασιλεὺς τιμώμενος· τῆς Αἰγυπτίας γὰρ τότε ταῖς ἡδοναῖς μὴ δουλεύσας, ἀντεδοξάζετο παρὰ τοῦ βλέποντος τὰς τῶν ἀνθρώπων καρδίας, καὶ νέμοντος στέφος ἄφθαρτον.»

Κοντάκιον, Ἦχος πλ. δ'. Ὡς ἀπαρχὰς.


η άνοιξη με βρήκε στην τράπεζα και σε ουρά αναμονής
η ώρα αργά περνάει και βασανιστικά
δύο ταμεία δεν φτάνουν για να εξυπηρετήσουν
μια ολόκληρη πολιτεία και τις ανάγκες της
περιμένω λοιπόν με όλους τους άλλους
ζέστη, διψάω, το νερό τελείωσε
το ερκοντίσιον μοιάζει με πολυτέλεια
νυστάζω, ιδρωμένες έρχονται οι αναμνήσεις
θέση γυρεύουν στην απελπισία μου
στιχάκια σκαρώνω σε χαρτοπετσέτες ταχυφαγείου
κι ύστερα σκουπίζω με αυτές τον ιδρώτα μου
δίπλα οι πελάτες δεν νοιώθουν τα πόδια τους, περιμένουν
μοιάζουν με ετοιμοθάνατους σε προθάλαμο νεκροτομείου
μυστηριακές οι φωνές τους και ανησυχητικές
εκνευρίζονται, τελειώνετε, κάποιος φωνάζει
δουλεύουμε κύριε, δεν πίνουμε καφέ, η απάντηση
μια όμορφη κοπέλα διαβάζει το βιβλίο της
ατάραχη μέσα στην τόση φασαρία
η μοναξιά της μοιάζει ευλογία
κατηφορίζουμε όλοι μαζί σε δρόμο χωρίς επιστροφή
Μεγάλη Δευτέρα σήμερα, μεγάλη μαχαίρα
τέλος δεν έχουν τα Πάθη μας
στα δικά Του μπροστά μοιάζουν με ταξίδι στο Άουσβιτς
κάνε την προσευχή σου κι ας μην πιστεύεις
η Ανάσταση θα έρθει, όχι αυτή την Κυριακή
αλλά θα έρθει, το χέρι μας θα την φέρει
τα τραγούδια και το αίμα των εχθρών μας
το έδαφος θα ποτίσουν, η ελευθερία να ανθίσει
ως τότε όμως φρόντισε να κρατάς το όπλο σου
λαδωμένο, οι πραιτωριανοί και οι λεγεώνες καραδοκούν
οι υποκριτές, οι τελώνες κιι οι φαρισαίοι






Μεγάλη Τρίτη


σήμερα διαβάζεται στις εκκλησίες
η παραβολή των δέκα παρθένων και το τροπάριο της Κασσιανής
πλήθος πιστών στους ναούς θα θυμηθεί
τι αξίες της εργατικότητας, της προνοητικότητας, της αλληλεγγύης
αργότερα, πίσω στο σπίτι σκυφτή θα ετοιμάσει το δείπνο η γυναίκα
κι ο σύζυγος, όταν όλοι θα έχουν κοιμηθεί, μια βόλτα θα περάσει
απ' τις πονηρές συνοικίες και από τα στριπτιζάδικα
εκτελώντας με θέρμη το χριστιανικό καθήκον του
είναι οι μέρες που σε θυμάμαι, οι μέρες που τόσο μισείς
πάντα έλεγες, με φανερό εκνευρισμό
ότι στις παραβολές της χριστιανικής θρησκείας
εύκολα θα εντοπίσεις τις απαρχές της γυναικείας εκμετάλλευσης
οι πέντε παρθένες από τις δέκα που περίμεναν όλη μέρα και νύχτα
τον Νυμφίο, ονομάστηκαν μωρές, γιατί προτίμησαν να ξεκουραστούν
ύστερα από μακριά αναμονή, χάνοντας το προξενιό
ενώ η γυναίκα που τιμώρησε την αλαζονεία ενός αυτοκράτορα
αναγκάστηκε να απομονωθεί απ' τα εγκόσμια
είναι αυτό ζωή, είναι αυτό θρησκεία, ρωτούσες
κι ύστερα ένα ποτήρι έπινες στη μνήμη της Φρίντα Κάλο.






Μεγάλη Τετάρτη


η πιο άπιστη γυναίκα είναι η συνείδηση
λένε όσοι πρόδωσαν τις γυναίκες της ζωής τους
ίσως γιατί ποτέ δεν είχαν συνείδηση
σταθερά βολεμένοι στην αρχή του άντρα-αφέντη
κι εγώ που υπερηφανεύομαι πως ποτέ δεν πλήγωσα γυναίκα
τα τελευταία βράδια κοιμάμαι ανήσυχα
όλες οι κρυφές αμαρτίες έρχονται στον ύπνο μου
να με δικάσουν, ποιήματα, λένε, γράφεις για την καταπίεση
αλλά τον εαυτό σου δεν έχεις απελευθερώσει
οδηγώντας τις γυναίκες της ζωής σου στην απόγνωση
στην απογοήτευση, έστω και προσωρινή, γιατί βέβαια
πάντα κάποιος έρχεται, πιο πονηρός ή περισσότερο τολμηρός
για να τις σώσει από εσένα, μέχρι να τις ξαναπροδώσει αύριο
κι έτσι, με τούτο το μοτίβο με βρίσκει το ξημέρωμα
Μεγάλη Τετάρτη, Της αλειψάσης Τον Κύριον μύρω πόρνης γυναικός
στο παράθυρο του δωματίου μου μπροστά όρθιος
χλωμός ήλιος ξεπροβάλλει πίσω από τις μανταρινιές
τα πουλάκια μαζί με τον αέρα σιγοψιθυρίζουν τα ονόματα
των προδομένων γυναικών, Μαρία, Κική, Σύλβια, Μυρτιώτισσα
ένα γίνονται με τη βουή του δρόμου, χάνονται
μέσα στης πολιτείας τα σαθρά θεμέλια, στα σανατόρια
ένα γίνονται τα ονόματα με τις προδομένες ποιήτριες
δεν ξεχωρίζω ποιά είναι ποιά, τρέμω από φόβο
ιδρώνω, πνίγομαι, έξω βγαίνω, να σωθώ
με τη συνείδησή μου να βάζει τις φωνές, κοροϊδευτικά να γελάει
μαχαίρι τα λόγια της στην καρδιά μου
πάντα έτσι φεύγεις δειλέ, στις δυσκολίες κάνεις πίσω
κι ύστερα τα βράδια ασελγείς πάνω στο σώμα της ποίησης
ξορκίζοντας τις αμαρτίες σου, πληρώνοντας ένα ποσό
επιστρέφοντας στο φτωχό σου δωμάτιο, αφήνοντας την
να κλαίει σιωπηλά όλο το βράδυ μέχρι το πρωί
γυμνή κι ατιμασμένη, πάνω στο κρύο πάτωμα
πάντα κάπου εδώ ξυπνάω, πάλι σε ονειρεύτηκα
ιδρώτας και αίμα στο μαξιλάρι μου
κάποια θυσία και αυτό το βράδυ θα προηγήθηκε
ανοίγω το ραδιόφωνο, στη μουσική ψάχνω παρηγοριά
μάταια, ανήμπορος μακριά απ΄ τα χάδια σου
πουθενά δεν μπορώ να βρω σωτηρία





Μεγάλη Πέμπτη

η μελαγχολία της Μεγάλης Πέμπτης
μοιάζει χριστουγεννιάτικη
ίσως να φταίει που αρχίζουν οι βροχές
ντύσου ζεστά, χειμωνιάζει
κι ας μυρίζει έξω η άνοιξη
τα φρεσκοψημένα γλυκά
τα ζεστά τσουρέκια, τα κόκκινα αυγά
μοιάζουν με αυταπάτη
σήμερον κρεμάται επί ξύλου
ο εν ύδασι την γην κρεμάσας
για να αναστηθεί μεθαύριο
και εμείς στα παλιά λεωφορεία
στις διαδρομές του χρόνου χανόμαστε
βρώμικο παραγγέλνουμε
για να ξορκίσουμε τη νηστεία τους
σκεφτομαι, αν συνεχίσουμε να ζούμε
με τον ίδιο τρόπο τον μοναχικό
η ανάσταση θα γίνει ουτοπία
ας προετοιμάσουμε τον δρόμο
η ασκητική ζωή
ταιριάζει στους φυγάδες της ζωής
έλα, γιατί να θρηνούμε σαν κατάδικοι
πάνω απ' τη στάχτη που σκεπάζει
τον παράδεισο, όταν οι ρωγμές
στη μίζερη ζωή μας
είναι τόσο φωτεινές
όσο ο ήλιος πάνω από τις παραλίες
εκεί στην Κρήτη νότια
έλα, το λέει και το τραγούδι
σε ότι μας καίει την ψυχή
φωτιά πρέπει να βάλουμε
σε δρόμους υγρούς να περπατήσουμε
να χαρούμε τη ζωή






Μεγάλη Παρασκευή


ο άνθρωπος με τη φυσαρμόνικα
ήρθε απόψε έξω απ' το παράθυρο μου
το χέρι του έτρεμε όταν άνοιξε την τσέπη
βγάζοντας το εργαλείο της δουλειάς του
σήμερα, είπε, Παρασκευή μεγάλη ένα τραγούδι
θα σου χαρίσω, μια ιστορία
για ένα μαθητή που πρόδωσε τον δάσκαλο του
δίνοντας την ίδια τη ζωή του
σε μια θυσία ισάξια της Σταύρωσης
που μέσα στη σκόνη του χρόνου χάθηκε
στων Φαρισαίων τα παμπάλαια βιβλία
ξεκίνησε να παίζει, αέρας σηκώθηκε τρελός
τα φύλλα της μανταρινιάς χόρεψαν στον ρυθμό της μουσικής
ορχήστρα έγινε η φυσαρμόνικα με χίλια όργανα φορτωμένη
τον μαθητή είδα να επιστρέφει τα τριάντα αργύρια
το ιερατείο που αρνήθηκε την επιστροφή
τον χλευασμό, την ντροπή, την κοροϊδία
ύστερα σε ένα τζαζ γύρισμα τον είδα πάλι
φοβισμένο να κλαίει κάτω από μία συκιά
ξυπόλυτο, με γδαρμένα τα χέρια, να φωνάζει
ένα σκοινί βγάζοντας από τσέπη κρυφή
σε αυτό το σημείο η μουσική σταμάτησε απότομα
δίπλα μου ο άνθρωπος με τη φυσαρμόνικα, έκλαιγε επίσης
έσκυψα, το πρόσωπό του ήταν ίδιο
με εκείνου του μαθητή
του Προδότη




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου