Σάββατο, 27 Μαρτίου 2010

Αρώματα και αμανέδες

«Περίπατος» στη Θεσσαλονίκη ένα χειμωνιάτικο πρωινό 1937 με τις άμαξες - «λιμουζίνες», τα παντοπωλεία με τις «εξαίσιες μυρωδιές» και τις μελωδίες από τα γραμμόφωνα.

Ενας κοσμοπολίτης Σεφαραδίτης Εβραίος της Θεσσαλονίκης, ο Ανδρέας Σεφιχά (1929-2007), μας μεταφέρει με το βιβλίο του «Αναμνήσεις μιας ζωής και ενός κόσμου» (εκδόσεις «Ιανός») στη Θεσσαλονίκη του μεσοπολέμου, τότε που η πόλη ήταν το κέντρο της ομορφιάς και της γοητείας.


Ο κοσμoπολίτης Ανδρέας Σεφιχά
Ο κοσμoπολίτης Ανδρέας Σεφιχά
Απόσπασμα
Εκείνο το χειμωνιάτικο πρωινό του Δεκέμβρη του 1937, η γιαγιά Ρικέττα με πήρε από το χέρι για να πάμε από το σπίτι μας στην οδό Μητροπόλεως, στο ύψος της οδού Παύλου Μελά, μέχρι την αγορά Μοδιάνο, να διαλέξουμε ψάρια για το μεσημεριανό μας γεύμα.
Αν και η γιαγιά είχε στο σπίτι αρκετά άτομα προσωπικό για να τη βοηθούν στις δουλειές, δεν επέτρεπε σε κανέναν να της κάνει τα ψώνια, και ειδικότερα, να διαλέξει ψάρια. Η διαδρομή μού ήταν οικεία, παρόλο που ήμουν μόλις οκτώ χρόνων, καθώς την κάναμε μαζί αρκετές φορές την εβδομάδα. Το δρομολόγιο γνωστό. Ανεβαίναμε στην οδό Τσιμισκή και τη διασχίζαμε μέχρι την πλατεία Αριστοτέλους για να κατευθυνθούμε από τη Βασιλέως Ηρακλείου στη Μοδιάνο. Παράπλευρα της οδού Τσιμισκή υπήρχαν εμπορικά καταστήματα. Μαγαζιά που πουλούσαν υφάσματα, από ακριβά κασμίρια και φίνους ταφτάδες και βελούδα...
Καφενεία και ζαχαροπλαστεία με λαχταριστά γλυκά, που λάτρευα να χαζεύω στις βιτρίνες, και παντοπωλεία με εξαίσιες μυρωδιές εδωδίμων και αποικιακών προϊόντων...
Η Θεσσαλονίκη ανέκαθεν είχε μεγάλη αγορά, καθώς ήταν εμπορικό κέντρο των Βαλκανίων. Μπορούσες να βρεις οτιδήποτε, γιατί είχε μεγάλη ενδοχώρα και, επομένως, εξασφαλισμένη πελατεία από την επαρχία και τα Βαλκάνια.
Στους δρόμους κυκλοφορούσαν άμαξες με άλογα. Αλλες απλές και άλλες στολισμένες, με ό,τι μπιχλιμπίδι μπορούσες να φανταστείς. Εκαναν θόρυβο οι ξύλινες ρόδες τους, έκαναν και τα μπιχλιμπίδια. Υπήρχαν και άλλες άμαξες, οι οποίες είχαν μία «φινέτσα», με καθίσματα από καλό βελούδο, που εμείς τις αποκαλούσαμε «λιμουζίνες». Βέβαια, την προτίμηση των Θεσσαλονικέων είχε κατακτήσει το τραμ, που ήταν γρήγορο και έδινε τη δυνατότητα συναναστροφής με τους άλλους επιβάτες.
Αν και είχε κρύο εκείνη τη μέρα, δε μ’ ένοιαζε καθόλου. Μου άρεσε ο θόρυβος της Θεσσαλονίκης. Είχε μια βουή κοσμική και απόκοσμη μαζί. Κοσμική γιατί άκουγες να μιλούν στο δρόμο διάφορες γλώσσες, ελληνικά, εβραϊκά, γαλλικά και τουρκικά...
Ηταν και οι ήχοι. Αμανέδες, ζουρνάδες, σμυρνέικοι και ευρωπαϊκοί ήχοι ανακατεύονταν περίεργα όταν έφταναν στ’ αυτιά μου από γραμμόφωνα και ραδιόφωνα που έπαιζαν στη διαπασών ή από τις ανοιχτές πόρτες μαγειρείων ή ευρωπαϊκού στιλ καφενείων.
Και παντού μυρωδιές να ζαλίζουν τις αισθήσεις σου. Αρώματα που φορούσαν οι γυναίκες, μυρωδιές από φρεσκοκομμένο καφέ που σέρβιραν στα καφενεία, από κανέλα, δυόσμο και άλλα μπαχαρικά που πουλούσαν σε υπαίθριους πάγκους, από φρέσκο βούτυρο, τη βάση δηλαδή των περίφημων γλυκών της Θεσσαλονίκης και το «άρωμα», την αύρα που έφερνε ο Θερμαϊκός στην πόλη.

Επιμέλεια: Σοφία Ταράντου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου