Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Κυκλοφόρησε: "Η αμερικάνικη εργατική τάξη τη δεκαετία του '30 - Αντεπίθεση" του John Newsinger (κείμενο και φωτογραφίες)





"Η αμερικάνικη εργατική τάξη τη δεκαετία του '30 - Αντεπίθεση"
του John Newsinger

(σελίδες 432, τιμή 15€)



ΗΠΑ, δεκαετία του 1930. Η ιστορία μιας εργατικής τάξης, χτυπημένης από την ανελέητη καταστολή του κράτους και των εργοδοτών, την απίστευτη ανεργία και τη φτώχεια, που σήκωσε κεφάλι για να οργανώσει τις μαζικές απεργίες και τις καταλήψεις που σάρωσαν την καρδιά του παγκόσμιου καπιταλισμού και επέβαλαν το συνδικαλισμό σε κάθε χώρο δουλειάς - από τα εργοστάσια της General Motors στο Ντιτρόιτ μέχρι τα πολυκαταστήματα και τα θέατρα στη Νέα Υόρκη.
Το Κραχ του 1929 και η Μεγάλη Ύφεση, οι "νεοφιλελεύθερες" πολιτικές των κυβερνήσεων, το New Deal του Ρούζβελτ, ο ρόλος της Αριστεράς στην οργάνωση των πρώτων απεργιών από τα κάτω στη Μινεάπολις και το Σαν Φρανσίσκο, η διάσπαση της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και η έκρηξη των καταλήψεων στην αυτοκινητοβιομηχανία, το κτίσιμο των νέων συνδικάτων.
Η εκπληκτική εμπειρία μιας εργατικής τάξης που, παρά τις τεράστιες πληγές της, μπόρεσε να περάσει στην αντεπίθεση και να γράψει μια από τις πιο λαμπρές σελίδες στην ιστορία του παγκόσμιου εργατικού κινήματος.







Η απεργία των οδηγών φορτηγών στη Μινεάπολις (απόσπασμα από το βιβλίο)
 
 
 
Μινεάπολις
 
 
Στα τέλη του 1933 το Παράρτημα 574 του συνδικάτου των Τήμστερς, των οδηγών φορτηγών, στη Μινεάπολις είχε 75 μέλη. Για την επιβίωσή του εξαρτιόταν από ψευτο-συμβάσεις με μια φούχτα ανθρακαποθηκών, όμως, το Νοέμβρη του 1933 την ηγεσία του ανέλαβε μια διαλεχτή ομάδα αγωνιστών. Ο Καρλ Σκόγκλαντ, ο Ρέι Ντιουν και τα αδέλφια του Μάιλς και Γκραντ, ο Φάρελ Ντομπς ήταν όλοι μέλη της τροτσκιστικής Κομμουνιστικής Λίγκας. Εμπνευσμένοι από τη νικηφόρα απεργία στη Χορμέλ (ο Σκόγκλαντ είχε πάει μάλιστα εκεί να τη βοηθήσει) κατέστρωσαν μια στρατηγική για την οργάνωση του κλάδου των μεταφορών. Άρχισαν να γράφουν μέλη στο Παράρτημα όχι μόνο τους οδηγούς, αλλά και τους εργαζόμενους στις αποθήκες, μετατρέποντας με αυτό τον τρόπο τους Τήμστερς της Μινεάπολις από συνδικάτο ειδικευμένων σε βιομηχανικό συνδικάτο. Όλα αυτά τα έκαναν σε κόντρα με την Συμμαχία Πολιτών (CA), μια από τις ισχυρές και αδίστακτες εργοδοτικές οργανώσεις στις ΗΠΑ. Το 1934 στην CA συμμετείχαν περίπου οχτακόσιες επιχειρήσεις. Διέθετε ένα δίκτυο πληροφοριοδοτών και πρακτόρων, είχε καταρτίσει μαύρες λίστες εργαζομένων και έσπαγε απεργίες. Το 1923 η CA κόμπαζε ότι «το open shop είναι εδραιωμένο τόσο όσο ποτέ στην ιστορία των επιχειρήσεων της πόλης». Το 1920 στη Μινεάπολις υπήρχαν 27.000 συνδικαλισμένοι εργάτες, το 1928 αυτός ο αριθμός είχε πέσει στις 14.000 και το 1934, κάτω από τα χτυπήματα της Ύφεσης, υπήρχαν μόλις 7.000 μέλη στα συνδικάτα. Οι Τήμστερς είχαν να κερδίσουν σε απεργία από το 1916, όταν είχε συντριφτεί η μεγάλη απεργία τους.
Το πρώτο βήμα που χρειαζόταν για να χτιστεί το συνδικάτο ήταν μια νίκη που θα αποδείκνυε στην πράξη ότι οι εργοδότες μπορούν να γονατίσουν. Γι’ αυτό τον σκοπό, ο Σκάγκλουντ ξεκινησε να οργανώνει τις ανθρακαποθήκες, στρατολογώντας στο συνδικάτο τόσους οδηγούς ώστε να μπορέσει να κηρύξει απεργία στις 7 Φλεβάρη 1934. Στην απεργία συμμετείχαν περίπου επτακόσιοι οδηγοί σε 67 ανθρακαποθήκες. Όπως παρατήρησε με θαυμασμό ο Τσαρλς Ουόκερ:
«Οι προετοιμασίες ήταν, απροσδόκητα, ιδιαιτέρως λεπτομερείς και επιμελώς καταστρωμένες. Ετοιμάστηκε ένας χάρτης με όλες τις ανθρακαποθήκες της Μινεάπολις και πριν ξεκινήσει η απεργία ο κάθε επικεφαλής ομάδας περιφρούρησης έλαβε πολυγραφημένες οδηγίες. Μέσα σε τρεις ώρες από την έναρξη της απεργίας οι 65 από τις 67 ανθρακαποθήκες είχαν κλείσει τόσο σφιχτά που δεν περνούσε ούτε καρφίτσα».
Η τακτική που έκρινε την τύχη της απεργίας ήταν το πνευματικό τέκνο ενός «απλού αχθοφόρου»: ήταν η «μαχητική εφαρμογή της κινητής απεργιακής φρουράς». Αντί να προσπαθούν να διατηρήσει σταθερές φρουρές σε 67 ανθρακαποθήκες, το συνδικάτο έβαλε τους ανθρώπους του σε αυτοκίνητα και φορτηγά για να περιπολούν τους δρόμους ψάχνοντας απεργοσπαστικά φορτηγά. Όταν τα έβρισκαν άδειαζαν το φορτίο τους στο δρόμο. Η θερμοκρασία που είχε πέσει υπό το μηδέν συνέβαλε επίσης, και έτσι μετά από τρεις μέρες οι εργοδότες υποχώρησαν. Μόλις έγινε γνωστή η επιτυχία χιλιάδες οδηγοί εντάχτηκαν στο συνδικάτο.
Το επόμενο βήμα ήταν η οργάνωση του κλάδου των μεταφορών σε όλη την πόλη. Αυτός ο στόχος είχε ως προϋπόθεση το κλείσιμο της αγοράς της πόλης και το συνδικάτο ετοιμάστηκε να δώσει κι αυτή τη μάχη με σχεδόν στρατιωτική ακρίβεια. Όπως έγραψε ο Φάρελ Ντομπς στο κλασσικό πλέον βιβλίο του Teamster Rebellion:
«Σπάνια είχε υπάρξει οπουδήποτε τέτοια καλά προετοιμασμένη απεργία. Όταν ανέτειλε ο ήλιος στις 16 Μάη 1934, το αρχηγείο του συνδικάτου στην Σικάγο Άβενιου αρ. 1900, ήταν ένα μελίσσι δραστηριότητας. Ξυλουργοί και υδραυλικοί, όλοι μέλη του συνδικάτου, εγκαθιστούσαν φούρνους γκαζιού, νεροχύτες και πάγκους σερβιρίσματος στην αίθουσα τροφοδοσίας. Το Συνδικάτο Μαγείρων και Σερβιτόρων είχε στείλει τους ‘ειδικούς’ του στο μαγείρεμα μεγάλων ποσοτήτων για να οργανώσουν την κατάσταση και να εκπαιδεύσουν εθελοντές. Περισσότεροι από εκατό εθελοντές, σε δυο δωδεκάωρες βάρδιες, σερβίριζαν καθημερινά τέσσερις με πέντε χιλιάδες ανθρώπους».
Το συνδικάτο έφτιαξε το δικό του ιατρικό κέντρο για τη φροντίδα των τραυματιών, ώστε να μην τους συλλαμβάνουν στα νοσοκομεία. Το στελέχωσαν αλληλέγγυοι γιατροί, νοσοκόμες και εθελοντές. Όσο για την περιφρούρηση:
«Είχαμε ένα ειδικό επιτελείο για να χειρίζεται τα τηλέφωνα και έναν ασύρματο βραχέων κυμάτων που σκανάριζε τις συχνότητες των κλήσεων της αστυνομίας. Έφηβοι εθελοντές σε μηχανές οργανώθηκαν σε μια πολύ αποτελεσματική υπηρεσία αγγελιοφόρων. Κυκλοφορούσαν σε όλη την πόλη έχοντας αυστηρές οδηγίες να μη μπλέκονται σε συγκρούσεις. Ήταν τα αυτιά και τα μάτια όσων κανόνιζαν την αποστολή απεργιακών φρουρών και πρόσφεραν ένα ταχύτατο μέσο επικοινωνίας ανάμεσά τους».
Για άλλη μια φορά το συνδικάτο βάσισε την περιφρούρηση στις «κινητές φρουρές» που διέθεταν το δικό τους συνεργείο και γκαράζ ώστε να έχουν συνέχεια δεκάδες φορτηγά και αυτοκίνητα σε κίνηση. Το ίδιο το αρχηγείο του συνδικάτου το φρουρούσαν απεργοί οπλισμένοι με αυτόματα, για να αποτρέψουν τυχόν επιθέσεις τραμπούκων.
Αρχικά, οι απεργιακές φρουρές ήταν άοπλες και τις συνέδραμε το Γυναικείο Βοηθητικό Σώμα το οποίο είχαν ιδρύσει σύζυγοι και συμπαραστάτριες των απεργών. Όμως, στις 19 Μάη έπεσαν θύματα άγριου ξυλοδαρμού από μπάτσους και τραμπούκους με αποτέλεσμα πολλοί να τραυματιστούν βαριά, ανάμεσά τους «είκοσι γυναίκες βουτηγμένες στα αίματα… κάμποσες με σπασμένα πόδια ή αναίσθητες». Μετά από αυτό το επεισόδιο οι γυναίκες απαλλάχθηκαν από τα καθήκοντα της περιφρούρησης και οι απεργιακές φρουρές εξοπλίστηκαν με ρόπαλα. Το συνδικάτο ετοιμάστηκε να αντιμετωπίσει κάθε απόπειρα να διωχτούν από τους δρόμους οι ομάδες περιφρούρησης, γιατί θεωρούσε ότι η περιφρούρηση ήταν ο παράγοντας που θα έκρινε την επιτυχία του αγώνα. Οι απεργοί ετοιμάστηκαν για σύγκρουση. Στις 21 Μάη, τα φορτηγά του συνδικάτου που έφευγαν από την περιοχή της αγοράς είχαν λιγότερους επιβάτες απ’ όσους είχαν μεταφέρει μπαίνοντας. Μ’ αυτόν τον τρόπο το συνδικάτο έκρυψε περίπου εξακόσιους απεργούς στην αίθουσα της AFL χωρίς να τους πάρει είδηση η αστυνομία. Όταν η αστυνομία επιτέθηκε στην απεργιακή φρουρά έξω από την Gamble and Robinson Company, αντί να φάνε ξύλο οι απεργοί έγινε το αντίθετο όταν εξακόσιοι συνάδελφοί τους έσπευσαν σε βοήθειά τους οπλισμένοι με ρόπαλα, αιφνιδιάζοντας ολοκληρωτικά τους μπάτσους. Όταν η αστυνομία έστειλε ενισχύσεις, το συνδικάτο κινητοποίησε την εφεδρεία του: εννιακόσιους απεργούς σε φορτηγά που περίμεναν στο αρχηγείο. Οι αλυσίδες των αστυνομικών διαλύθηκαν με ένα απλό τέχνασμα: οι απεργοί οδηγούσαν με μεγάλη ταχύτητα τα φορτηγά καταπάνω τους. Περισσότεροι από τριάντα αστυνομικοί και «βοηθοί» κατέληξαν στο νοσοκομείο μετά τη σύγκρουση. Όπως παρατηρεί ο Ντομπς: «το συνδικάτο είχε αντιμετωπίσει στα ίσια την εκπαιδευμένη γι’ αυτές τις περιστάσεις αστυνομία και ούτε ένα απεργοσπαστικό φορτηγό δεν κινήθηκε».
Την επόμενη μέρα (22 Μάη) διεξάχθηκε μια ακόμα μάχη για τον έλεγχο της περιοχής της αγοράς. Την αστυνομία ενίσχυε ένας μεγάλος αριθμός «βοηθών» που είχε προμηθεύσει η Συμμαχία Πολιτών, κάποιοι είχαν έρθει φορώντας τα κράνη του πόλο . Τους Τήμστερς ενίσχυαν εκατοντάδες οικοδόμοι που είχαν κατέβει σε απεργία αλληλεγγύης. Στη «Μάχη της Τρεχάλας των Βοηθών» (όπως έμεινε γνωστή) που ακολούθησε, δυο «βοηθοί» σκοτώθηκαν. Ο ένας από αυτούς, ο Σ Άρθουρ Λάιμαν, ήταν ηγετικό στέλεχος της Συμμαχίας Πολιτών. Οι δυνάμεις του νόμου και της τάξης εκδιώχθηκαν από την περιοχή της αγοράς και οι απεργοί κράτησαν τον έλεγχό της «αναλαμβάνοντας και καθήκοντα τροχονόμων».
Μετά κι απ’ αυτή τη μάχη οι εργοδότες δέχτηκαν να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις. Αυτές έγιναν υπό την αιγίδα του γνωστού μας Κυβερνήτη Λόιντ Όλσον, του Εργατο-Αγροτικού Κόμματος. Θεωρούνταν γενικά ως άνθρωπος εμπιστοσύνης και ορκισμένος εχθρός της Συμμαχίας των Πολιτών. Το 1923 είχε ξεσκεπάσει μια απόπειρα ιδιωτικών ντετέκτιβ της Συμμαχίας να στήσουν μια σκευωρία ενάντια σε αγωνιστές συνδικαλιστές με κατηγορίες για κατοχή δυναμίτιδας. Είχε μάλιστα ενισχύσει το απεργιακό ταμείο του Παραρτήματος 574 με 500 δολάρια. Όμως, η έγνοια του τώρα ήταν να σταματήσει η απεργία όσο γινόταν πιο σύντομα, πριν μετατραπεί σε «παθητικό» για την επανεκλογή του, παρά η ικανοποίηση των αιτημάτων των απεργών. Επίσης, δεν είχε καμιά διάθεση να επιτρέψει την ενίσχυση της θέσης των Τροτσκιστών στο εργατικό κίνημα της Μινεάπολις. Ο Όλσον άφησε το συνδικάτο να πιστεύει, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, ότι οι εργοδότες είχαν αποδεχθεί τον ορισμό που έδινε αυτό στην «εσωτερική εργασία». Πάνω σ’ αυτή τη βάση, στις 25 Μάη το συνδικάτο πρότεινε την αποδοχή της σχετικής συμφωνίας.
Το Παράρτημα 574 είχε κερδίσει μια εντυπωσιακή νίκη απέναντι σε ένα σκληρό αντίπαλο. Ωστόσο, το συνδικάτο διαπίστωσε σύντομα ότι η συμφωνία του Μάη ήταν απλά μια ανακωχή. Η ερμηνεία της συμφωνίας από την εργοδοτική πλευρά ήταν διαφορετική από τη δική του. Κι οι δυο πλευρές ετοιμάστηκαν για μια νέα αναμέτρηση. Η δεύτερη απεργία των Τήμστερς ξεκίνησε στις 17 Ιούλη. Το συνδικάτο είχε δυναμώσει απίστευτα την οργάνωσή του, είχε στρατολογήσει πολλά νέα μέλη και είχε ιδρύσει μια ένωση ανέργων που το βοηθούσε, με πέντε χιλιάδες μέλη. Είχε ξεκινήσει την έκδοση μιας βδομαδιάτικης εφημερίδας, του Organizer, με υπεύθυνο τον Μαξ Σάχτμαν. Στη διάρκεια της απεργίας η εφημερίδα έγινε καθημερινή. Αυτή η κίνηση ήταν απολύτως απαραίτητη για να αντιμετωπισθεί η αντικομουνιστική υστερία των εφημερίδων της Συμμαχίας των Πολιτών, την οποία ενίσχυε και στήριζε κι ο Ντάνιελ Τόμπιν, ο πρόεδρος του πανεθνικού συνδικάτου των Τήμστερς.
Η απεργία ξεκίνησε κι ο μηχανισμός περιφρούρησης του συνδικάτου μπήκε σε κίνηση. Για άλλη μια φορά, στο ξεκίνημά της οι απεργιακές φρουρές ήταν άοπλες. Αυτή τη φορά, όμως, η αστυνομία είχε εντολή να μην επιτρέψει μια επανάληψη του σεναρίου της απεργίας του Μάη. Στις 20 Ιούλη έστησε μια ενέδρα και άνοιξε πυρ με δίκαννα σε ένα φορτηγό της περιφρούρησης, καθώς το πλήρωμά του προσπαθούσε να σταματήσει ένα απεργοσπαστικό φορτηγό. Όταν κατέφθασαν περπατώντας στο σημείο κι άλλοι απεργοί, δέχτηκαν κι αυτοί πυροβολισμούς. Όταν τελικά η αστυνομία ολοκλήρωσε την αποστολή της, 69 απεργοί και περαστικοί ήταν τραυματισμένοι, κάποιοι πολύ σοβαροί και δυο κείτονταν νεκροί. Αυτή η ηθελημένη και προσχεδιασμένη επίθεση είχε σκοπό να βάλει τέλος στην απεργιακή περιφρούρηση. Μ’ αυτόν τον τρόπο οι εργοδότες πίστευαν ότι θα σπάσουν την απεργία και θα τσακίσουν το συνδικάτο. Το πρώτο πράγμα που έκανε το συνδικάτο ήταν να πάρει μέτρα για να αποτρέψει τα μέλη του να κουβαλάνε πυροβόλα όπλα στην περιφρούρηση. Ο Ντομπς περιγράφει ότι το να παίρνει τα όπλα από τα χέρια των απεργών ήταν «το πιο δύσκολο πράγμα που έκανα ποτέ στη ζωή μου». Μια ανταλλαγή πυροβολισμών με την αστυνομία θα πρόσφερε στις αρχές ακριβώς τη δικαιολογία που χρειάζονταν για να καταστρέψουν το συνδικάτο με ανοιχτή καταστολή. Όμως, το συνδικάτο συνέχισε την περιφρούρηση. Αποφασισμένο να μην παραδώσει τον έλεγχο των δρόμων, το συνδικάτο έστελνε «φορτηγά και αυτοκίνητα να παρακολουθούν τα απεργοσπαστικά φορτηγά, αναγκάζοντας την αστυνομία να διαθέτει πολυάριθμες συνοδείες –μέχρι και δέκα περιπολικά για κάθε απεργοσπαστικό- και περιορίζοντας μ’ αυτόν τον τρόπο δραστικά τον αριθμό των απεργοσπαστικών οχημάτων που μπορούσαν να κυκλοφορήσουν».
Στις 26 Ιούλη ο Όλσον κήρυξε στρατιωτικό νόμο και έστειλε τέσσερις χιλιάδες Εθνοφρουρούς στην πόλη. Δικαιολόγησε την πράξη του ως αναγκαία για να μη χαθούν άλλες ανθρώπινες ζωές και για την προστασία των ίδιων των απεργών. Στην πραγματικότητα, ο Όλσον σκόπευε να αναγκάσει το συνδικάτο σε συνθηκολόγηση. Ήταν φίλος των συνδικάτων, αλλά αυτά έπρεπε να είναι «υπεύθυνα» με μετριοπαθή ηγεσία, όχι Τροτσκιστική. Το πείσμα, όμωε, της Συμμαχίας Πολιτών να ξεμπερδέψει με όλα τα συνδικάτα κάθε είδους, αδυνάτιζε τη θέση του Όλσον και δυνάμωνε την ηγεσία του Παραρτήματος 574. Ο ίδιος ήθελε να επιβάλει στο συνδικάτο ένα συμβιβασμό, όμως, η Συμμαχία Πολιτών επέμενε ότι έπρεπε να τη βοηθήσει να το καταστρέψει κυριολεκτικά. Οι Εθνοφρουροί προσπάθησαν να σπάσουν την απεργία. Επέβαλαν ένα σύστημα αδειών κυκλοφορίας, επιτρέποντας την κυκλοφορία φορτηγών με τη δικαιολογία ότι κάλυπταν βασικές ανάγκες του πληθυσμού (κάτι που ήδη έκανε το συνδικάτο). Στην πραγματικότητα, όμως, έδιναν τη δυνατότητα στους εργοδότες να ξεκινήσουν τις παραδόσεις κάρβουνου χρησιμοποιώντας απεργοσπάστες οδηγούς. Μέσα σε λίγες μέρες κυκλοφορούσαν χιλιάδες απεργοσπαστικά φορτηγά. Η ηγεσία του Παραρτήματος 574 έπρεπε να πείσει τα μέλη του να αντιταχθούν στον Όλσον και να αντιμετωπίσουν την Εθνοφρουρά. Οι εργάτες εμπιστεύονταν τον Όλσον σαν ένα άνθρωπο που ήταν στο πλευρό τους, που είχε συγκρουστεί με τις μεγάλες επιχειρήσεις και τις είχε νικήσει. Η Συμμαχία Πολιτών είχε κάνει ότι περνούσε από το χέρι της για να εμποδίσει την εκλογή του. Τώρα, ο Ρέι Ντιουν έπρεπε να πείσει τους εργάτες να συγκρουστούν μαζί του: «Υποταχθείτε στον Κυβερνήτη και η απεργία έχει χαθεί», επέμενε. Ο Τσαρλς Ουόκερ επισημαίνει ότι ο Ντιουν δεν χρησιμοποίησε Μαρξιστική ορολογία για το ρόλο του ρεφορμισμού, απλά τους επισήμανε ότι «έξι χιλιάδες απεργοσπαστικά φορτηγά κυκλοφορούν στην Μινεάπολις».
Το συνδικάτο πήρε την κρίσιμη απόφαση να ενεργοποιήσει τις κινητές απεργιακές φρουρές με «αντάρτικο» τρόπο δράσης. Ο Ντομπς περιγράφει τι σήμαινε αυτό:
«Μιας και ξέραμε ότι ο τρόπος με τον οποίο θα παλεύαμε ήταν πολύ πιθανό να προκαλέσει επιδρομές σε κάθε μέρος όπου υπήρχε υποψία ότι λειτουργούσε ως σημείο συγκέντρωσης των απεργιακών φρουρών, αποφασίσαμε να αποκεντρώσουμε τις επιχειρήσεις. Σε όλη την πόλη επιλέχθηκαν σημεία που χρησίμευαν ως παρατηρητήρια, κυρίως σε φιλικά βενζινάδικα, στα οποία μπορούσαν να μπουν οι κινητές φρουρές χωρίς να προκαλέσουν υποψίες. Τα τηλέφωνα σε αυτά τα βενζινάδικα κι οι ανιχνευτές που τριγύριζαν στους δρόμους εντόπιζαν απεργοσπαστικά φορτηγά και έδιναν αναφορά στους υπεύθυνους των απεργιακών φρουρών. Κατόπιν οι ομάδες περιφρούρησης έσπευδαν στο σημείο για να κάνουν τα απαραίτητα και να φύγουν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Σύντομα τα φορτηγά που κυκλοφορούσαν με άδεια του στρατού άρχισαν να αχρηστεύονται το ένα μετά το άλλο. Μάθαμε ότι μέσα σε λίγες ώρες το αρχηγείο της Εθνοφρουράς δέχτηκε πεντακόσιες κλήσεις για βοήθεια. Όταν έφταναν τα αποσπάσματα της Εθνοφρουράς με τα φορτηγά τους, έβρισκαν τους απεργοσπάστες σπασμένους στο ξύλο, αλλά οι απεργοί είχαν γίνει καπνός».
Όπως αναμενόταν, ο Όλσον απάντησε με μια επιδρομή στα γραφεία του συνδικάτου και τη σύλληψη της ηγεσίας του, όμως η περιφρούρηση της απεργίας δεν σταμάτησε. Ο μόνος τρόπος για να σταματήσει η απεργία ήταν να απελευθερώσει ο Όλσεν τους ανθρώπους που είχε συλλάβει και να αναγκάσει την Συμμαχία Πολιτών να συμβιβαστεί μαζί τους. Το πρόβλημά του γινόταν μεγαλύτερο μιας και σε όλο το εργατικό κίνημα της πόλης δυνάμωναν οι φωνές που ζητούσαν γενική απεργία ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την καταστολή. Παρόλο που οι γραφειοκράτες της AFL ανθίσταντο ηρωικά σε αυτές εκκλήσεις ήταν φανερό ότι δεν θα άντεχαν για πολύ.
Όπως επισήμανε ο Τζέιμς Κάνον, ο Τροτσκιστής ηγέτης, ο Όλσον είχε παγιδευτεί σε μια αντίφαση: «Από τη μια, υποτίθεται ότι ήταν αντιπρόσωπος των εργατών, από την άλλη, όμως, ήταν κυβερνήτης ενός αστικού κράτους». Είχε προσπαθήσει να σπάσει την απεργία, αλλά υπήρχαν όρια στο πόσο μακριά μπορούσε να φτάσει, αν ήθελε να μη χάσει την υποστήριξη των εργατών από την οποία εξαρτιόταν η εκλογική του επιβίωση. Το συνδικάτο ήταν βέβαιο ότι ο Όλσον δεν θα έδινε εντολή στην Εθνοφρουρά να ανοίξει πυρ εν ψυχρώ ενάντια στους απεργούς, όπως είχε κάνει η αστυνομία. Κάτι τέτοιο θα κατέστρεφε την πολιτική του καριέρα. Αφού απέτυχε να σπάσει το συνδικάτο, ο Όλσον έστρεψε την προσοχή του στη Συμμαχία Πολιτών. Σε μια χειρονομία ίσων αποστάσεων, διέταξε την Εθνοφρουρά να καταλάβει και το δικό της αρχηγείο. Πιο σημαντικό ήταν το γεγονός ότι στις 8 Αυγούστου συναντήθηκε με τον Ρούζβελτ για να συζητήσουν την κατάσταση. Ο Ρούζβελτ συμφώνησε να ασκήσει πίεση στις τράπεζες που αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά της Συμμαχίας Πολιτών και χρηματοδοτούσαν τις απεργοσπαστικές τους δραστηριότητες. Η RFC της ομοσπονδιακής κυβέρνησης απείλησε να αποσύρει όλα τα δάνεια με τα οποία διέσωζε τις τράπεζες από τη χρεοκοπία και η αντίσταση των εργοδοτών κατέρρευσε.
Κόντρα σε όλες τις προβλέψεις, το Παράρτημα 574 σημείωσε μια αποφασιστική νίκη σε μια από τις καλύτερα οργανωμένες απεργίες στην ιστορία της αμερικάνικης εργατικής τάξης.
 
 
κατάληψη στη General Motors το 1937
 
 
απεργία των οδηγών φορτηγών το 1934 στη Μινεάπολις των ΗΠΑ.
 

το θρυλικό Women's Auxiliary,το Σώμα Γυναικείας Υποστήριξης στους απεργούς-καταληψίες των εργοστασίων της αυτοκινητοβιομηχανίας General Motors το 1937


πηγή κειμένων και φωτογραφιών: Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο στο facebook

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου