Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013

Τάσος Λειβαδίτης, Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου, Κέδρος (απόσπασμα)

Τάσος Λειβαδίτης, Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου
Κέδρος (απόσπασμα)




 

Οι φαντάροι χτυπάνε τα πόδια τους να ζεσταθούν γλιστράει το χιονόνερο πάνω στα κράνη
μετά τον κύριο υπουργό ένας στρατηγός ανεβαίνει στο βήμα
χάϊλ Χίτλερ
ω με συγχωρείτε
η ελευθερία της πατρίδος - ήθελα πω
τα γάντια χειροκροτούν
κάτω απ' τα τριμμένα πανωφόρια των παιδιών
ξεχωρίζεις τις μυτερές υποσιτισμένες ωμοπλάτες

Μια παρέα κορίτσια χαχανίζει
κοιτώντας το ξεκούμπωτο βρακί ενός μεθυσμένου

Το κοριτσάκι όλο μουρμουράει
νάνι νάνι
μά το δεκανίκι δεν μπορεί να κοιμηθεί
- θυμάται τον πόλεμο
φυσάει

Φάτσες από κατράμι φάτσες από μπετόν
χοντρά δυνατά σαγώνια γυμνασμένα απ' τις αμασίες
μάτια που κι απ' τις ξιφολόγχες κόβουν πιο καλά
τα χέρια τους είναι έτοιμα να σώσουνε τον κόσμο
εις τους αιώνας των αιώνων

Πιο σιγά λοιπόν
πιο σιγά
θα ξυπνήσετε τους νεκρούς -
θα ξυπνήσουμε
φυσάει στους καταφρονεμένους και τους γυμνούς

Κάποιος πέφτει
ποιός είναι ποιός είναι
δύο αστυφύλακες τρέχουν
τίποτα τίποτα
ένας άνεργος
λιγοθύμισε
φυσάει
μπορεί και να πέθανε
αλληλούϊα
τα σταυροδρόμια σαν μεγάλοι σταυροί ακουμπισμένοι στο χώμα
οι ξιφολόγχες γυαλίζουν
πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα
ρουφιάνοι
οι μελανιασμένες φάτσες
ο άνεμος τί θα γίνουμε φυσάει
αλληλούϊα αλληλούϊα αλληλούϊα

Κι έγινε τότε μεγάλη σιωπή.
Κι άρχισε ο ήλιος να κατεβαίνει μέσα στις φλόγες της δύσης.


Κι ο ουρανός έγινε κόκκινος. Και το χώμα κόκκινο. Σαν αίμα.
Και δεν ακουγόταν τίποτα σ' όλη τη γη.
Και προβάλλοντας σιγά - σιγά πίσω απ' τα υψώματα
μεγάλες σκοτεινές φάλαγγες φάνηκαν νάρχονται.
Απ' τις πεδιάδες, απ' τα φαράγγια, απ' τις χαράδρες, απ' τα
            βουνά
απ' όλους τους δρόμους φάνηκαν νάρχονται
οι νεκροί του πολέμου.

Ξετυλίγονταν σε μακριές μαύρες σειρές σα να πηγαίναν σε
           μάχη.
Και προχωρούσαν σέρνοντας τα βήματα τους και τρικλίζοντας
το κορμί τους έγερνε μπροστά σα νάχαν πολύ περπατήσει
σα νάχαν κουραστεί να περιμένουν τόσο πολύ
Και προχωρούσαν κουτσαίνοντας και σαλεύαν αργά ως το βά-
           θος του κόσμου.

Και κάθε τόσο τρεμούλιαζε η γης, ύστερα έσκαγε κι άνοιγε
ένα μαυροπράσινο χέρι έβγαινε απ' το χώμα και τέντωνε τα
           σάπια δάχτυλα.
Οι νεκροί ανακλαδίζονταν και σηκώνονταν όρθιοι
Και πατόυσαν πάνω στους άλλους νεκρούς και προχωρούσαν
και σερνόντουσαν κι αυτοί στο χώμα κι αρπάζονταν απ' τις
           χλαίνες των άλλων κι ανασηκώνονταν
και σμίγαν τις φάλαγγες και πλήθαιναν και προχωρούσαν
εκατομμύρια νεκροί.

Κι ανάβαν κόκκινοι οι ορίζοντες σα να καιγόταν ο κόσμος.

Ερχόντουσαν απ' τα χαρακώματα, απ' τις υπόγειες στοές,
           απ' τις τρύπες
ερχόντουσαν απ' τους ομαδικούς τάφους τους ανοιγμένους στις
           πεδιάδες
εκεί που τους είχαν σωριάσει γρήγορα - γρήγορα σα να φτυα-
           ρίζαν ένα σωρό κοπριά.
Ερχόντουσαν με τις κομματιασμένες, ματωμένες χλαίνες τους
           σκεπασμένες απο ένα παχύ στρώμα λάσπη
με τα μάτια τους γυάλινα, πελώρια ανοιγμένα, όπως μείναν
           την ώρα που τους κάρφωναν την ξιφολόγχη
με το στόμα συσπασμένο, σκισμένο απ' την τελευταία κραυγή.
Ερχόντουσαν απ' τα σταχτιά, ερημωμένα πεδία της μάχης
με τα πρόσωπα χωματένια, παραμορφωμένα
καθώς την ώρα που έπεσαν, οι άλλοι τρέχοντας πατούσαν πά-
           νω τους και προχωρούσαν
κι όλη  τη μέρα, αρβύλες ρόδες άλογα, τους ποδοπατούσαν
           ανάμεσα στις κανονιές και τον καπνό.

Ερχόντουσαν ξεκοιλιασμένοι, σπαραγμένοι, σαπισμένοι
ανασαίνοντας δύσκολα με το κεφάλι ανεστραμένο και το στόμα,
           σαν μια πληγιασμένη τρύπα, ανοιχτό
Και προχωρούσαν αργά μέσα στο κόκκινο πελώριο ηλιοβα-
           σίλεμα.

Άλλοι κρατούσαν με τα χέρια τους τα χυμένα τους σπλάχνα
άλλοι βαστούσαν σαν ντουφέκια στους ώμους τούς ξεριζωμέ-
           νους σταυρούς
άλλοι με τα κομμάτια της οβίδας ακόμα καρφωμένα στα κόκ-
           καλά τους
κι άλλοι με γαντζωμένα πάνω τους τα συρματοπλέγματα, όπως
           τάχαν αγκαλιάσει την ώρα που τους θέριζε το πολυ-
           βολο.
           
Κι απ' τις βομβαρδισμένες πολιτείες γυναίκες ερχόντουσαν
           αναμαλλιασμένες
σφίγγοντας στο σαπισμένο βυζί τους τα κομματιασμένα βρέφη
           τους.
Και σκελετοί μαύροι καρβουνιασμένοι στα κρεματόρια
με χέρια καμμένα, στρεβλωμένα, σα ρίζες δέντρου, απ' την
           αγωνία.

Και προχωρούσαν βαρειά, γυαλίζοντας από έναν παχύ λιπαρό
           ιδρώτα
μ' ένα ηλίθιο γέλιο όπως γελάνε αυτοί που δεν περιμένουν
           πια τίποτα
όπως γελάνε εκείνοι που έχουν αποφασίσει κάτι τρομαχτικό.
Και προχωρούσαν και συστρέφονταν κι ανεβοκατέβαιναν
και κουλουριάζονταν και πλήθαιναν και προχωρούσαν
τόπο, τόπο, κάντε τόπο στους νεκρούς.

Και κατέβαινε ο ήλιος μέσα στις φλόγες του δειλινού.



Τάσος Λειβαδίτης, Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου, 1953
Κέδρος (απόσπασμα)







στοιχεία για το βιβλίο





ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ, ΤΑΣΟΣ

ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ, ΤΑΣΟΣ
Ο Τάσος Λειβαδίτης (1922-1988) γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά του χρόνια στο Μεταξουργείο. Το 1940 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του, εξαιτίας της Κατοχής και της στράτευσής του στην ΕΠΟΝ. Την ίδια περίοδο πέθανε κατεστραμμένος οικονομικά ο πατέρας του και το 1951, ενώ ο ποιητής ήταν εξόριστος στη Μακρόνησο, η μητέρα του. Την ίδια χρονιά δημοσίευσε το πρώτο του ποίημα, Το τραγούδι του Χατζηδημήτρη, στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα, ενώ κείμενά του θα δημοσιεύσει στη συνέχεια και στη Νέα Εστία. Το διάστημα 1948 1952 εκτοπίζεται στο Μούδρο, στον Αι-Στράτη και στη Μακρόνησο, μαζί με άλλους αριστερούς καλλιτέχνες και διανοούμενους. Επιστρέφοντας, εκδίδει δύο συλλογές, Μάχη στην άκρη της νύχτας και Αυτό το αστέρι ανήκει σε όλους μας, οι οποίες αποτυπώνουν με σκληρό ρεαλισμό τις συνθήκες που επικρατούσαν στα στρατόπεδα της εξορίας. Όλη η πρώτη ποιητική του περίοδος, η περίοδος της στράτευσης όπως έχει χαρακτηριστεί, είναι εμποτισμένη από την αγωνιστικότητα του εξόριστου που δεν διαπραγματεύεται, με κανένα τίμημα, τις ιδέες του. Το 1954 αρχίζει η συνεργασία του με την εφημερίδα Αυγή, στην οποία γράφει κριτική ποίησης. Το 1967 η συνεργασία αυτή διακόπτεται για να συνεχιστεί μετά το 1974, ως το 1980. Το 1955 οδηγείται σε δίκη στο Πενταμελές Εφετείο για την ποιητική συλλογή του Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου και αθωώνεται πανηγυρικά. Πρωτοστατεί στην ίδρυση του περιοδικού Επιθεώρηση Τέχνης, του οποίου θα είναι τακτικός συνεργάτης ως τη διακοπή της έκδοσής του, λόγω της χούντας.
Το 1958, εκδίδεται το μείζον έργο του Οι γυναίκες με τ' αλογίσια μάτια. Το 1961 συνεργάζεται στην ταινία Συνοικία το όνειρο γράφει το σενάριο της ταινίας (μαζί με τον παιδικό του φίλο Κώστα Κοτζιά) και τους στίχους των τραγουδιών, σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη. Η ταινία θα απαγορευτεί από τη λογοκρισία. Από τα μέσα της δεκαετίας του 60, η ποίησή του αλλάζει προσανατολισμό και εκφράζει την πικρία του ποιητή για τα διαψευσμένα όνειρα της νιότης του και την αγωνία του μπροστά στη σκληρή πραγματικότητα. Την περίοδο της δικτατορίας, έμεινε άνεργος και βιοποριζόταν, όπως οι περισσότεροι προοδευτικοί συγγραφείς, από τις μεταφράσεις. Μετά τη δικτατορία, περνάει από τις συνθέσεις σε ποιήματα ολιγόστιχα και επεξεργάζεται μια προσωπική μυθολογία, κορυφαία έκφραση της οποίας είναι η συλλογή του Βιολέτες για μια εποχή (1986), που θεωρήθηκε ως το κύκνειο άσμα του. Πέθανε στην Αθήνα, από ανεύρυσμα. Μετά το θάνατό του εκδόθηκαν χειρόγραφα ανέκδοτα ποιήματά του με τον τίτλο Χειρόγραφα του Φθινοπώρου. Τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο ποίησης στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας στη Βαρσοβία το 1953 για τη συλλογή του Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου με το πρώτο βραβείο ποίησης του Δήμου Αθηναίων, το 1957 για τη συλλογή του Συμφωνία αρ.Ι με το Β' Κρατικό Βραβείο Ποίησης, το 1976 για τη συλλογή Βιολί για μονόχειρα) με το Α' Κρατικό Βραβείο Ποίησης, το 1979 για τη συλλογή Εγχειρίδιο ευθανασίας. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Στίχοι του μελοποιήθηκαν από το Μίκη Θεοδωράκη, το Μάνο Λοΐζο, το Γιώργο Τσαγγάρη και άλλους Έλληνες συνθέτες. 

Τα έργα του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κέδρος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου