Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

Το Λογοτεχνία και Σκέψη διαβάζει: Μ. Καραγάτσης, Το Χαμένο Νησί - φανταστική νουβέλα

(Το πρώτο του φετινού καλοκαιριού!)

Μ. Καραγάτσης, Το Χαμένο Νησί - φανταστική νουβέλα

ξυλογραφίες: Γ. Βελισσαρίδης

Βιβλιοπωλείον της Εστίας / φωτογραφική ανατύπωση: Real News, 2014





 
   Πρόσφατα σε μια ιδιωτική συνομιλία στο Facebook σχετικά με το μυθιστόρημα του Μ. Καραγάτση "Γιούγκερμαν", ένας καλός φίλος και νέος συγγραφέας σχολίασε ότι "το καλύτερο στοιχείο του (Μ. Καραγάτση) ειναι ο σαρκασμός του και ένα είδος έντιμου πεσιμισμού. Αυτό τον κάνει σπουδαίο.". Και πράγματι, ελάχιστα να έχεις διαβάσει από τα έργα του Καραγάτση αβίαστα θα καταλήξεις σε αυτό το συμπέρασμα. Στο βιβλίο μάλιστα, που εγκαινιάζει την καλοκαιρινή αναγνωστική περίοδο για το ιστολόγιό μας, το "Χαμένο Νησί", αυτός ο πεσιμισμός είναι διάχυτος. Αν μάλιστα, υπολογίσουμε και το θέμα που καταπιάνεται ο συγγραφέας, δηλαδή την ιστορία ενός νησιού το οποίο μετά από τις κατάρες που δέχθηκε από μια τυφλή γριά με υπερφυσικές δυνάμεις, έγινε πλωτό και άρχισε να ταξιδεύει μαζί με τους κατοίκους του, τότε βλέπουμε ξεκάθαρα ότι ο πεσιμισμός του Καραγάτση που σε άλλα έργα του χρησιμοποιείται για να παρουσιάσει τις σκοτεινές πλευρές της κοινωνίας ή ορισμένων τύπων ανθρώπων, εδώ αποκτά ουσιαστική συμμετοχή και ενεργό ρόλο στη δόμηση του κειμένου.
   Πέρα από την παραπάνω παρατήρηση, το "Χαμένο Νησί" είναι ένα έργο με όλα τα γνώριμα χαρακτηριστικά  του καραγατσικού, ας μου επιτραπεί αυτή η λέξη, έργου. Ο έρωτας, ο θάνατος, η ψυχολογία, η κοινωνική κριτική  - όχι πάντα φανερή, η Πτώση ανθρώπων και κοινωνίας, ο πεσιμισμός και η τραγικότητα της εποχής αλλά και της ψυχοσύνθεσης του συγγραφέα, καθώς και η φύση πρωταγωνιστούν, σε μια νουβέλα που επάξια έχει κατακτήσει την θέση της στη σύγχρονη λογοτεχνία του Φανταστικού στην Ελλάδα, χωρίς όμως να περιορίζεται σε αυτό το είδος. 

Ειρηναίος Μαράκης 

 


 "Σαχλό αστείο η ζωή, φάρσα γεννημένη στο στρεβλό κύτταρο του σπόρου της ανυπαρξίας..."

"Κάθησα σε μια μεγάλη πέτρα, να ξαποστάσω απ' τον ανήφορο πριν πάρω την κατηφοριά της ρεματιάς. Χάθηκε το μάτι μου στην έκταση του πελάγου. Και δεν ξέρω πως, - ήταν η ώρα στοχαστική, κ΄ η μοναξιά, κι' ο τόπος, - έφυγε κ΄η ψυχή μου, πισωδρόμησε στα υγρά και στεγνά μονοπάτια της περασμένης μου ζωής, γύμνωσε τον εαυτό μου, και τον έκρινε και στοχάστηκε.
Τριανταοχτώ χρονών. Πέρασαν τα νιάτα με τα όνειρα, κυλάει ο χρόνος που φέρνει το μεστωμένο άντρα στο κατόφλι του χινοπώρου. Τα γερατιά; Είναι ακόμα μακριά. Μα που είναι και τα νιάτα; Τι απομένει από την φλόγα της ψυχής, αυτή που φώτιζε τη ζωή με αντιφεγγίσματα πορφυρά; Τι κέρδισα, τι έχασα στο μεγάλο τριανταοχτάχρονο παζάρι της ζωής μου;
Και τότε είδα, και τότε ένιοσα-καθώς ο ήλιος του απομεσήμερου έγυρε κουρασμένος στο δρόμο της νυχτός-πως κύλησαν ανόητα τα χρόνια τα τριανταοχτώ , πως σπαταλήθηκαν δίχως λογισμό και κρίση, δίχως στοχασμό και πείρα, δίχως ηδονή και πίκρα, σε μια τελμάτωση ζωής καθημερινής, καθεωρινής, κουρντισμένης ωσάν ρολόϊ μ΄ελατήρια που δεν λένε να σπάσουν ποτέ. Σπατάλησα τα κερδητά μου δίχως να τα χαρώ. Κ' ήταν ζημιές τα κέρδη, κέρδη οι ζημιές, που ισοσκέλιζαν απελπιστικά όλα τα φύλα του μεγάλου βιβλίου... Καμιά μεταφορά εις νέον. Καμιά ανωμαλία στους λογαριασμούς. Κατάντησε μαγαζάκι η επιχείρηση, που πούλαγε αφιόνι με δράμι σ΄όσους ήθελαν να αποχτηνωθούν, όπως εγώ, όπως ο κόσμος όλος...." 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου