Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2015

Κινηματογράφος: “Χειμερία Νάρκη” του Νουρί Μπιλγκέ Τσεϋλάν


Η «Χειμερία Νάρκη» του τούρκου σκηνοθέτη Νουρί Μπιλγκέ Τσεϋλάν, που βραβεύτηκε με τον Χρυσό Φοίνικα καλύτερης ταινίας και το βραβείο της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Fipresci στο 67ο Φεστιβάλ των Καννών πέρσι, είναι και η επίσημη πρόταση της Τουρκίας για Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας το 2015. Στην Ελλάδα πραγματοποίησε την πρεμιέρα της στο τμήμα «Ματιές στα Βαλκάνια» του 55ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης τον περασμένο Νοέμβριο, ενώ στις αίθουσες βγαίνει στις 5 Φεβρουαρίου.
O Τσεϋλάν («To Χωριό», «Tα Σύννεφα του Μάη», «Μακριά», «Κλίματα αγάπης», «Οι Τρεις Πίθηκοι», «Κάποτε στην Ανατολία») στην τελευταία του αυτή μπεργκμανικού ύφους ταινία, περιγράφει με κέντρο τον πρωταγωνιστή της, την κατάρρευση εκ των έσω του εύθραυστου οικογενειακού του οικοδομήματος, με φόντο το γενικότερο κοινωνικό-οικονομικό πλαίσιο της σημερινής Τουρκίας. Και μάλιστα της περιφέρειάς της.
 
Παρόλα αυτά δεν υπάρχει λόγος να τρελαίνεστε. Ίσως μόνο για την διάρκειά της που είναι μεγάλη.
 
Γιατί σε απλή γλώσσα, η ταινία είναι ένα αριστούργημα. Ο Τσεϋλάν καταφέρνει μέσα στο πανέμορφο περιβάλλον της χειμωνιάτικης Καππαδοκίας, χωρίς να κρύβει τις ασχήμιες και την φτώχεια, με την βοήθεια και της καταπληκτικής φωτογραφίας της ταινίας, να δημιουργήσει τον καμβά μέσα στο οποίο εξελίσσεται η δράση των προσώπων. Πολιτική ως το κόκκαλο, η ταινία φαινομενικά καταπιάνεται με τον χαρακτήρα και τις υπαρξιακές ανησυχίες του διανοούμενου πρωταγωνιστή της, της οικογένειάς του και του κοινωνικού του περίγυρου. Από τα 80 εκατ. του πληθυσμού της γειτονικής χώρας και από τα 800 χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα της έκτασής της, ο Τσεϋλάν επιλέγει αυτούς, εκεί, για να μιλήσει για θέματα που δεν είναι τελικά καθόλου «εξωτικά», ούτε αφορούν λίγους. Το αντίθετο μάλιστα.
 
Μέσα από την παρακολούθηση της ζωής του πλούσιου συνταξιούχου ηθοποιού Αϊντίν -ιδιοκτήτη πλέον, του boutique ξενοδοχείου «Othello» στην Καππαδοκία- των σχέσεών του με την γυναίκα του Νιχάλ, την χωρισμένη αδελφή του Νετζλά, το προσωπικό του ξενοδοχείου και την οικογένεια του αγοριού από το χωριό που διάγει βίο λιτό μες την καταραμένη φτώχεια της, ξεδιπλώνεται μέσα σε τρεις ώρες μπροστά μας, όλη η «ομορφιά» ενός κόσμου εκσυγχρονιστικά πλασμένου. Δομημένη με μια αλληλουχία θεατρικά σκηνοθετημένων σκηνών, όπου κυριαρχούν οι διάλογοι μεταξύ δύο συνήθως εκ των πρωταγωνιστών, η ταινία εμβαθύνει στους χαρακτήρες, στις μεταξύ τους σχέσεις και εξαρτήσεις, στις παραδοχές τους, στην εικόνα που οι ίδιοι καλλιεργούνε προς τα έξω, σύμφωνη με τις κοινωνικές επιταγές, ή με την εικόνα που οι ίδιοι θέλουν να πλασάρουν στους άλλους για τον εαυτό τους. Εικόνα όμως που για κανέναν δεν μπορεί να είναι διαφορετική -όσο κι αν οι ίδιοι φιλότιμα το επιδιώκουν- από αυτή που ορίζει η ταξική τους θέση. Θέση που υπαγορεύει σε μεγάλο βαθμό τις επιλογές και ενέργειές τους –καθημερινές η μη- αλλά που σε καμία περίπτωση δεν αφαιρεί –αν βέβαια το θελήσουν- το δικαίωμα επαναστατικών επιλογών.
 
Γιατί όπως και να το βαφτίζεις ως διαδικασία, η πραγματικότητα είναι πως μέσα στα φτωχά υπόσκαφα σπίτια της Καππαδοκίας το μάγμα βράζει. Κι ο πιτσιρικάς, που κατανοεί βιωματικά τους ρόλους των μεγάλων στην μικρή κοινωνία του χωριού του στην άκρη της στέπας, πετάει την πέτρα βρίσκοντας στόχο και αποκαλύπτοντας έτσι, πως ο βασιλιάς εν τέλει είναι γυμνός...
 
Πάνος Κατσαχνιάς
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου