Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

Το «Άξιον Εστί» στον βωμό του κέρδους



Το «Άξιον Εστί» στον βωμό του κέρδους
γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης





   Ο Σάκης Ρουβάς θα τραγουδήσει Μίκη Θεοδωράκη και το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη στο πλαίσιο του εορτασμού της Εργατικής Πρωτομαγιάς και με αφορμή τα 90α γενέθλια του μουσικοσυνθέτη. Να ποιά είναι η είδηση που μονοπώλησε το ενδιαφέρον αρκετού κόσμου περισσότερο κι από τη ληστεία των αποθεματικών σε δήμους και δημόσιους φορείς από την κυβέρνηση, περισσότερο κι απ' τις δολοφονίες των μεταναστών στη Μεσόγειο και από την έναρξη τη δίκης της Χρυσής Αυγής.  Όπως είναι λογικό αναπτύχθηκαν διάφορες κριτικές σχετικά με το ζήτημα. Αλλά αυτό που κυριάρχησε ήταν ένας ανεξέλεγκτος και δίκαιος, θα έλεγα, θυμός για την επιλογή να ερμηνεύσει ο Σάκης Ρουβάς αυτό το ποτισμένο με αίμα και ιδρώτα του λαού μας έργο. Όμως το πρόβλημα δεν είναι τόσο ότι θα τραγουδήσει ο Σάκης Ρουβάς το Άξιον Εστί -αν και προσωπικά, τη θεωρώ μια ιερόσυλη  και βέβηλη πράξη.

  Το πρόβλημα, το κεντρικό ζήτημα που πρέπει να μας απασχολεί,  είναι οι μηχανισμοί, τα επιχειρηματικά συμφέροντα, οι καλλιτεχνικοί κύκλοι και οι διάφοροι που πρότειναν και επέβαλλαν τον Ρουβά ως ερμηνευτή του έργου για τη συγκεκριμένη παράσταση.  Μηχανισμοί που μέσα στην ακόρεστη πείνα τους για Κέρδος δεν αρκούνται στην υπερεπιτυχημένη τραγουδιστική (και καλλιτεχνική για τα δεδομένα του μουσικού χώρου που κινείται ο τραγουδιστής) παρουσία του αλλά διεκδικούν να τον παρουσιάσουν και να τον εκμεταλλευτούν ως ένα υπερκαλλιτέχνη ποιότητας. Γι' αυτό βλέπουμε ως ηθοποιό δραματικών (αποτυχημένων καλλιτεχνικά) έργων και ως ερμηνευτή έντεχνης μουσικής και ποίησης τον Σάκη Ρουβά. Ίσως αύριο τον δούμε να γράφει ποίηση ή και να μελοποιεί Γιάννη Ρίτσο και Νίκο Καββαδία. Ποιός ξέρει! Ότι πουν τα συμφέροντα και μάλιστα, αξιοποιώντας τις καλύτερες διαθέσεις του κοινού για έργα ψυχικής ανάτασης και συνειδητοποίησης. Στοχοποιώντας όμως το συγκεκριμένο πρόσωπο και όχι εκείνους τους μηχανισμούς που αξιοποιούν τη δημοφιλία του τραγουδιστή για να προσεγγίσουν, δήθεν, τη νεολαία και για να τιμήσουν τον μεγάλο μας συνθέτη, δεν θα καταφέρει κανείς τίποτα. 

  Η στοχοποίηση ενός προσώπου - θύματος και θύτη αυτού του μηχανισμού, που αποτελεί μέγιστο σύμβολο της εμπορευματοποίησης της τέχνης και του πολιτισμού - είναι απείρως ευκολότερη από το να επικεντρωθείς στη μάχη που καταδυναστεύει την ελεύθερη καλλιτεχνική δημιουργία. Και αυτό είναι πρόβλημα. Δυστυχώς, εντός του Καπιταλισμού, εντός αυτού του συστήματος που δημιουργεί πολέμους, ρατσισμό, καταπίεση και χίλια άλλα, τα πάντα αξιοποιούνται για το Κέρδος. Έχει συμβεί και παλαιότερα, συμβαίνει και  τώρα. Χωρίς αιδώ, χωρίς ντροπή, το Άξιον Εστί βρίσκεται θύμα αυτής της πολιτικής. Τι καλύτερο, λοιπόν, από τον εμπορικό Σάκη Ρουβά με τις πάρα πολλές, ακόμα και σήμερα, ακόλουθους που θα ερμηνεύσει το δημοφιλέστερο, ίσως, έργο της ελληνικής ποίησης, τέκνο της οργής αλλά και της πονεμένης μνήμης του λαού, μέσα σε μια χώρα που στενάζει κάτω από τα δεσμά του μνημονίου! Και μάλιστα την ημέρα της Εργατικής Πρωτομαγιάς! Να, έτσι, ίσως θα σκέφτηκαν οι οργανωτές της συγκεκριμένης συναυλίας και θα έβαλαν σε εφαρμογή το σχέδιο τους. Αν δεν αντιμετωπίσεις αυτό το πρόβλημα, θα χάσεις το δίκιο σου. Η ισοπέδωση των πάντων πρέπει να σταματήσει τώρα αλλά  και η κριτική μας πρέπει να είναι προσεκτική.

   Και ο Μίκης Θεοδωράκης; Ο μεγάλος μουσικοσυνθέτης συνεπής μέσα στην ασυνέπεια του, έδωσε σχετική δήλωση στη δημοσιότητα η οποία πνίγεται στις αντιφάσεις. Αρχικά σχολίασε, πολύ σωστά κατά τη γνώμη μου, ότι δεν μπορεί, ούτε επιτρέπεται σύμφωνα και με τις δικές του απόψεις που χρόνια στηρίζει, να «απαγορεύσει» τη συγκεκριμένη ερμηνεία και παράσταση, εφόσον ένα έργο από τη στιγμή που θα δημιουργηθεί, ξεφεύγει ακόμα και από τον ίδιο τον δημιουργό, που δεν έχει δικαίωμα να κρίνει δικτατορικά ποιος είναι «άξιος» να το ερμηνεύσει και ποιος όχι. Μόνος κριτής είναι το κοινό και ο χρόνος, σύμφωνα με τον συνθέτη. Αυτοί τελικά κρίνουν, συμπληρώνει, τι θα πάει στα σκουπίδια και τι θα μείνει για πάντα, θεωρώντας  την χειρότερη εκτέλεση πολύ καλύτερη από μια απαγόρευση. Και από την άλλη επιτέθηκε σε όλους αυτούς που δηλώνουν «υπερασπιστές της μουσικής του», σημειώνοντας πως κανείς τους δεν βρέθηκε να υπερασπιστεί το έργο του όταν απαγορευόταν στο παρελθόν. Δήλωσε χαρακτηριστικά:

«Ποια ήταν η αντίδραση των «φίλων της μουσικής μου» σε όλες αυτές τις περιπτώσεις; Απολύτως καμία! Ούτε ένας Έλληνας δεν θεώρησε χρέος του να υπερασπίσει το έργο μου σε όλες αυτές τις απαγορεύσεις και αποκλεισμούς! Ούτε ένας! Και ξαφνικά βλέπω τώρα να γεμίζει το Ίντερνετ και ο τύπος από δεκάδες δημοσιεύματα «υπερασπιστών του έργου μου», που ζητούν να προστεθώ κι εγώ ο ίδιος στον μακρύ κατάλογο αυτών που κατά καιρούς το απαγόρευσαν. Και γιατί; Διότι, λένε, ο συγκεκριμένος ερμηνευτής ανήκει στην «υποκουλτούρα». Όμως τι σημαίνει άραγε ο όρος αυτός; Το θέμα είναι μεγάλο και πολύπλοκο και εξαρτάται από την οπτική γωνία του καθενός. Σε ό,τι με αφορά, τι θέλετε να σκεφτώ, όταν βλέπω το έργο μου (που το θεωρούν υποτίθεται ποιοτικό) να μην υπάρχει στη χώρα μου; Και πώς να υπάρχει όταν βρίσκεται επί δεκαετίες ολόκληρες αντιμέτωπο με καταστάσεις σαν αυτές που ανέφερα πιο πάνω, με την ανοχή (στην καλύτερη περίπτωση) και τη σιωπή του θεωρούμενου προοδευτικού χώρου, δηλαδή τουλάχιστον του 60% του λαού μας;

Να λοιπόν, ποιές είναι οι αντιφάσεις και η ασυνέπεια του Μίκη Θεοδωράκη! Κανένας Έλληνας δεν στήριξε, ούτε υπερασπίστηκε το έργο του δηλώνει! Ενδιαφέρουσα παρατήρηση αυτή, γιατί τότε θα χρειαστεί να μας εξηγήσει όλοι αυτοί που φυλακίστηκαν από το παρακράτος της Δεξιάς και της Χούντας επειδή άκουγαν… Θεοδωράκη, εάν φυλακίστηκαν άδικα ή εάν δεν τους υπολογίζει, σβήνοντας έτσι μονοκοντυλιά την ιστορία τόσων χρόνων και τα πάθη του λαού μας. Από την άλλη, φαίνεται πως δεν καταλαβαίνει ή κάνει πως δεν καταλαβαίνει, ότι είναι ακριβώς το ίδιο όταν οι ελληνικές δισκογραφικές εταιρίες εκμεταλλεύονταν το έργο του με την συναυλία που οργανώνεται αυτή την περίοδο! Γι’ αυτό και μόνο το λόγο θα μπορούσε και θα έπρεπε να εκφράσει την αντίθεση του στην επιλογή του Σάκη Ρουβά για ερμηνευτή του Άξιον Εστί.
   Όμως το ζήτημα, όπως αναφέρθηκα και πριν, δεν είναι ούτε η συμμετοχή του Ρουβά στην συγκεκριμένη συναυλία, ούτε καν οι δηλώσεις του Μίκη Θεοδωράκη. Ας αναρωτηθούμε, τι είδους πολιτισμό θέλουμε; Πως μπορούμε να οργανώσουμε την πολιτιστική παρέμβαση μας με τέτοιο τρόπο που θα προστατεύει τον λαϊκό πολιτισμό και την έκφραση των πολιτών; Γιατί να μην επιλέγονται και να προωθούνται νέοι αξιόλογοι καλλιτέχνες να ανανεώσουν με την ερμηνεία και την παρουσία τους τα κλασικά έργα, γιατί να μην δημιουργηθούν νέα έργα, ανώτερα των παλαιότερων;  Δεν είναι κρίσιμο ζήτημα να προστατέψουμε την ελευθερία των καλλιτεχνών, μακριά από κάθε εξάρτηση ή να μην οικοδομήσουμε εκείνες τις δομές που θα μας λύσουν τα χέρια απέναντι στην εκμετάλλευση των έργων μας και της διάθεσης μας για δημιουργία; Να έρθουμε σε σύγκρουση με το σύστημα της κερδοσκοπίας, να τι χρειαζόμαστε και να το ανατρέψουμε. Το έχω γράψει και άλλοτε 1), το παραθέτω και εδώ ως μια απαραίτητη επισήμανση.

   Ο πολιτισμός, η τέχνη (και ο αθλητισμός) που αποτελούν βασικά στοιχεία της ανθρώπινης έκφρασης και συστατικά στοιχεία των ανθρώπινων κοινωνιών δεν μπορούν να μείνουν εκτός αυτών των προσπαθειών. Η συζήτηση πρέπει να ξεκινήσει από τώρα και να διεκδικήσουμε άμεσες αλλαγές μέσα από τη στήριξη κινηματικών και καλλιτεχνικών προσπαθειών από εργαζόμενους που δεν έχουν την υποστήριξη κάποιου χορηγού ή που δεν επιθυμούν ο πολιτισμός να γίνει εργαλείο στα χέρια της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Το μεγάλο δίλημμα είναι εάν θα αρκεστούμε στο να αποδεχτούμε τον ρόλο των απλών ανθρώπων ως καταναλωτών των διάφορων πολιτιστικών δρώμενων ή αν θα επιδιώξουμε να προσελκύσουμε τους εργαζόμενους (κυρίως νεολαία και παιδιά) σε μια δημιουργική ενασχόληση με τον πολιτισμό και τις τέχνες Όσοι λογαριάζουμε τον εαυτό μας ή τις ομάδες μας σαν καλλιτέχνες κι όσοι θέλουμε την συνολική απελευθέρωση, πρέπει να στρατευτούμε σε αυτή την προσπάθεια. Καμία αναμονή, καμία προσαρμογή, καμία υποταγή. Όλοι στους δρόμους, στις σχολές, στις γειτονιές, στα εργοστάσια να ενισχύσουμε το δυνατό εργατικό κίνημα του τόπου μας που δεν σκύβει το κεφάλι και να χτίσουμε ένα δυνατό καλλιτεχνικό και βαθειά πολιτικό ρεύμα.

  Ναι, δεν μπορούμε, ούτε πρέπει να απαγορεύσουμε στον Σάκη Ρουβά να τραγουδήσει το Άξιον Εστί. Σε αυτό έχει δίκιο ο Μίκης. Ούτε χρειάζεται να εξαπολύουμε επιθέσεις στο πρόσωπο του τραγουδιστή που από την πλευρά του, πολύ έξυπνα πλασάρεται ως ένας καλλιτέχνης που δοκιμάζει νέα πράγματα , το οποίο και στο ελάχιστο να ισχύει ή να ισχύσει θα είναι κέρδος. Να μην λειτουργούμε σαν σύγχρονοι ιεροεξεταστές, να ποια είναι μέγιστη η αρετή. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα διεκδικήσουμε την αλήθεια, τα δικαιώματά μας ή ότι  δεν θα εξηγούμε τα πράγματα ως έχουν. Να είμαστε εξηγημένοι.


1)       Ειρηναίος Μαράκης, Έρωτας – γυναίκα – επανάσταση, περιοδικό Ατέχνως (14/3/15)
2)       Σχετικά με την έννοια της Υποκουλτούρας που σχολιάζει ο Μίκης θα άξιζε μια ιδιαίτερη παρέμβαση που δεν είναι στους σκοπούς αυτού του σημειώματος.

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2015

Το Ποίημα της Εβδομάδας: Σε βρίσκει η ποίηση (αποσπάσματα), Τίτος Πατρίκιος (1928-)




Σε βρίσκει η ποίηση
Τίτος Πατρίκιος

Κίχλη, 2012
24 σελ.
ISBN 978-618-5004-02-6, [Κυκλοφορεί]
Τιμή € 7,50


 



~ ~

Η ποιητική σύνθεση με τον τίτλο "Σε βρίσκει η ποίηση" εντάσσεται στην κατηγορία των ποιημάτων ποιητικής. Στις εννέα ενότητες που απαρτίζουν το έργο ο ποιητής επικεντρώνεται στα σημεία εκείνα όπου διασταυρώνονται η ζωή και η ποίηση: η ποίηση συναντά τον ποιητή, έστω και φευγαλέα, είτε εν θερμώ, όταν έρχεται αντιμέτωπος με τα μικρά ή τα μεγάλα, τα ιδιωτικά ή τα δημόσια γεγονότα του πολυκύμαντου βίου του, είτε στη φάση του αναστοχασμού που επέρχεται με το πέρασμα του χρόνου. Έτσι, στον απολογισμό ζωής που επιχειρεί, ο Τίτος Πατρίκιος επιστρέφει επίμονα στο παρελθόν και μιλάει για όσα τον σημάδεψαν, αλλού σε τόνο εξομολογητικό, αλλού με ελεγχόμενη συγκίνηση και αλλού με κριτική ματιά για πράξεις και παραλείψεις οδυνηρές.
Στην τελευταία ενότητα η υπόρρητη προσδοκία του ποιητή για την οριστική κατάκτηση της ποίησης διαψεύδεται, καθώς εκείνη παραμένει απατηλή μέσα στις συνεχείς μεταμφιέσεις της, άπιστη στις υποσχέσεις της, παραπλανητική, αινιγματική:


σε πείθει σαν άπιστη ερωμένη πως είναι δική σου μόνο (...)
σου φουσκώνει τις ουτοπίες όσο να σκάσουν σαν μπαλόνι (...)
σου ψιθυρίζει μυστικά που πρέπει εσύ να εξιχνιάσεις (...)


Και όταν στο τέλος η ποίηση αποφασίζει να ανταμείψει τον ποιητή για την αφοσίωσή του, τότε, κατά σχήμα οξύμωρο, "[τ]ου αποκαλύπτει την αλήθεια, [τ]ου λέει καθαρά πως ανήκει σε όλους". Η κατακλείδα της ποιητικής σύνθεσης "Εκεί απάνω η ποίηση βρίσκει τον καθένα μας" φωτίζει αναδρομικά το έργο και μας αποκαλύπτει ότι η ποίηση δεν αποτελεί προνόμιο του ποιητή· η ποίηση συναντά τον καθένα μας, βρίσκεται παντού, αρκεί να μπορείς να την αναγνωρίσεις. Η αιρετική αυτή θέση συνιστά την πρωτοτυπία του "Σε βρίσκει η ποίηση" ως ποιήματος ποιητικής, ή με άλλα λόγια: αυτό ακριβώς είναι το σημείο που ο αυτοβιογραφούμενος ποιοητής συναντά τη βιογραφία του καθενός, το σημείο όπου συναντώνται η ποιητική και η πολιτική ηθική.

Γ.Κ.

~ ~


Ι
 
Εκεί που αναρωτιέσαι για πράγματα που πρώτη φορά
αντικρίζεις
για πράγματα χιλιοειπωμένα που έχουν πια περάσει
για πράγματα που ξαφνιάζουν κι ας γίνονται κάθε μέρα
για πράγματα που έλεγες δεν θα συμβούν ποτέ
και τώρα συμβαίνουν μπρος στα μάτια σου
γι´ άλλα που επαναλαμβάνονται μ´ελάχιστες παραλλαγές
για πράγματα που πουλιούνται μόλις πιάσουν
κατάλληλη τιμή
για πράγματα που σάπισαν με το πέρασμα του καιρού
ή που ήσαν σάπια απ ' την αρχή και δεν το έβλεπες
εκεί που απορείς για πράγματα που μπόρεσες να κάνεις
για πράγματα σοβαρά ή ανόητα που ρίσκαρες τη ζωή σου
για πράγματα σημαντικά που τα κατάλαβες αργότερα
για πράγματα που τα φοβήθηκες κι απέφυγες 
ν´αναλάβεις
για πράγματα που τα προγραμμάτισες και δεν σου βγήκαν
γι´ άλλα που τα σχεδίασαν άλλοι και βγήκαν διαφορετικά
για πράγματα που σου έτυχαν χωρίς να τα περιμένεις
για πράγματα που μόνο τα ονειρεύτηκες
και κάποτε, μία στις χίλιες πραγματώθηκαν...

Εκεί απάνω σε βρίσκει η ποίηση.
 
 
 
ΙΙ
 
 
Εκεί πάνω που συλλογίζεσαι ποιος είσαι και τι έκανες
πόσο ανοίχτηκες στους άλλους για να σε δεχτούν
πόσο επιδείχτηκες στο κοινό για να τους αρέσεις
πώς κλείστηκες τόσο πολύ για να προστατευτείς
σε τι έφταιξες σ´εκείνους που σ´απέρριψαν
για πόσο καιρό τ´ανέβαλλες κι εσύ να τους απορρίψεις
πότε έδωσες ένα στήριγμα σε κάποιον που το χρειαζόταν
πότε εγκατέλειψες τον άνθρωπο που σε είχε ανάγκη
πόσο αντέδρασες όταν έβλεπες να πλουτίζουν
αυτοί που έλεγαν ότι μάχονται για τους φτωχούς
όταν άκουγες να δημηγορούν υπέρ των αδικημένων
εκείνοι που αδικούσαν έχοντας πάντα δίκιο
πόσο ενίσχυσες αυτούς που τους προσφέρθηκες να σε
δυναστεύουν
πόσο με τη δράση σου βοήθησες ν´ανατραπούν
ως πότε απόλυτα δεχόσουν τις μονολιθικές αλήθειες
πόσο αντιπάλεψες την κάθε φορά ακράδαντή σου πίστη
για πόσο φερόσουν σαν πιστός ενώ πια δεν πίστευες
πόσο αφέθηκες στις παρορμήσεις σου, πόσο τις δάμασες
πόσο προχώρησε η γνώση σου, πόσο δοκιμάστηκε
ως πού κατόρθωσε να φτάσει η πράξη σου, που στόμωσε
πόσο άργησες ή πόσο βιάστηκες για μια κρίσιμη
απόφαση...

Εκεί απάνω σε βρίσκει η ποίηση.
 

 
ΙΙΙ

Εκεί που σκέφτεσαι αν επειδή το θέλησες και μόνο
μπορεί ν´ανοίξει ο δρόμος προς τον άλλο
ν´απλώσουν τα όρια για συναρπαστικές διασταυρώσεις
ή τουλάχιστον να γίνει πιο ανθρώπινη η μοναξιά
αν φτάνει που έμαθες πολλά που πριν δεν τα λογάριαζες
ώστε να φύγει η δυσπιστία για όποιον δεν σου μοιάζει
να σταματήσει ο χλευασμός για εκείνον που θέλει 
να σου μοιάσει
να σβήσει ο φθόνος γι´αυτόν που σε ξεπερνάει
να χαθεί η περιφρόνηση για εκείνον που έμεινε πιο πίσω
να νικηθεί ο φόβος μπροστά σ´αυτόν που τιμωρεί
να καταργηθεί το δέος γι´εκείνον που εξουσιάζει
να διαλυθεί η μέθη από την εξουσία που για λίγο
απέκτησες
εκεί που παλεύεις ν´αποτινάξεις τα νέα δεσμά
που ήρθαν μετά το ξέσπασμα της ανταρσίας σου
που αγωνίζεσαι για την ελευθερία κι έπειτα βλέπεις
πως η αμοίραστη ελευθερία για κάποιους γίνεται σκλαβιά
εκεί που προσπαθείς να περιστείλεις την ανασφάλειά σου
να μην παραδοθείς στην επιθυμία γι´ αναγνώριση
να συμμαζέψεις κάπως και την κρυφή σου έπαρση...

Εκεί απάνω σε βρίσκει η ποίηση.
 
 
 
ΙV

Εκεί που αναγνωρίζεις πως δεν αγάπησες
όσο σ´αγαπήσαν
πως ήθελες την απόλαυση μόνο για να την ξαναγευτείς
πως γύρευες περιπέτειες μόνο για τις αφηγείσαι
αργότερα
πως μοιραζόσουν σε κομμάτια που λειτουργούσαν χωριστά
αναζητώντας τον μεγάλο έρωτα στην πολλαπλή εκδοχή του
πως κι αν τον συναντούσες είχες τόσα κενά, τόσες
αντιδρομές
που σε βασάνιζε πιο πολύ απ´ό,τι η απουσία του
εκεί που τα χάνεις άμα ένα πάθος, ακόμη και φευγαλέο
ανατρέπει όσα είχες σιγουρευτεί πως τα ελέγχεις
που ψάχνεις να βρεις τι πράγματι έγινε
και η αγνοημένη ηδονή μεταμορφώθηκε σε μίσος
που δεν επιχειρείς να εξαγοράσεις, δεν αφήνεσαι
ν´εξαγοραστείς
που υποκύπτεις, εκλιπαρείς, τα δίνεις όλα χωρίς επιφυλάξεις
που απαιτείς αποκλειστικότητα, βιαιοπραγείς από ζήλεια
που όλα σου παραδίδονται άνευ όρων, βέβαια στην αρχή
εκεί που φτάνεις να πιστεύεις πως οι έρωτες
μόνο μέσα στην επανάληψη μπορούν να επιζήσουν
κι απρόσμενα ένας έρωτας κορυφώνεται σε αγάπη
ενώ εσύ, το ίδιο απρόσμενα, προσπαθείς να πεις πως
αγαπάς...

Εκεί απάνω σε βρίσκει η ποίηση.


~ ~

VIII
 
 
Eκεί που στριμώχνεσαι στο λεωφορείο, επιστρέφοντας
στο σπίτι
που γυρνάς από γραφείο σε γραφείο ζητώντας μια δουλειά
που επιχειρεί να σε ταπεινώσει ένας ψηλότερα ιστάμενος
που εκτοπίζεσαι από πειθήνιους νεοφερμένους
που χαίρεσαι για τα καλά λόγια που ειπώθηκαν για σένα
που θά᾽ θελες ν᾽ ακούσεις κι άλλα κι ας μην τ᾽ομολογείς
εκεί που πατάς γκάζι στα 180 με το καινούριο σου 
αυτοκίνητο
που δεν τσιγκουνεύεσαι άλλο στα δώρα που προσφέρεις
που φλυαρείς, ψιλογκομενίζεις, πας να φρεσκάρεις
τη φιγούρα σου
που ξάφνου μέσα στην επιπολαιότητα έχεις μιαν
έκλαμψη ευφυίας
εκεί που αρνιέσαι την υποχρεωτική κατάργηση της μοναξιάς
που δεν αποδέχεσαι την καθεστωτική επιβολή της ευτυχίας
που νιώθεις κυρίαρχος του παιχνιδιού ενώ είσαι
χαμένος από χέρι
που βγαίνεις με σημάδια απ᾽τους λαβυρίνθους
της πολιτικής
εκεί που αγωνιάς για τ᾽αποτελέσματα μιας αξονικής
που στενοχωριέσαι για τις αρρώστιες των μακρινών σου
ανθρώπων
που ελπίζεις πως όλοι θα βγουν γεροί απ᾽το νοσοκομείο
εκεί που σταματάς τα πάντα ενώ τρέχουνε οι προθεσμίες
που περνάς βδομάδες ψάχνοντας τη λέξη που ακριβώς
χρειάζεται
ώσπου ένας άλλος μέσα σου σε απαλλάσσει, αναλαμβάνει
να το κάνει
εκεί που λες όλα αυτά είναι αστεία μπρος στο κυνήγι
του ψωμιού
κι έπειτα βλέπεις ότι χωρίς τις λέξεις τίποτα δεν αποκτά
υπόσταση...

Εκεί πάνω σε βρίσκει ποίηση.   
 
 
 


Η ποίηση έρχεται να σε βρει με ποδήλατο, με μηχανάκι,
με αυτοκίνητο
άλλοτε έρχεται σαν αμαζόνα με το σπαθί υψωμένο
άλλοτε σε ακολουθεί από το σουπερμάρκετ σαν
κουρελού ζητιάνα
σε παρασύρει όπως πορνοστάρ σε φαντασιακές αβύσσους
σε ανακαλεί στην τάξη σαν διευθύντρια αναμορφωτηρίου
σου εμφανίζεται στα έγκατα του ύπνου σαν άσπιλη
παρθένα
σ' εξαπατά στέλνοντας στη θέση της μια θεραπαινίδα της
κι εσύ νομίζεις πως την έριξες επιτέλους στο κρεβάτι σου
σε καλεί με ντουντούκα να φωνάξεις κομματικά
συνθήματα
σε περιπαίζει δίνοντας προτεραιότητα στις σοβαρές σου
ασχολίες
σου γεμίζει το άδειο γραμματοκιβώτιο των φιλοδοξιών
σε δελεάζει με όνειρα δόξας, χρήματος, αθανασίας
σε πείθει σαν άπιστη ερωμένη πως είναι δική σου μόνο
σε προσπερνάει για να ξεσκονίσει νεκροζώντανους
αρχηγούς
σου φουσκώνει τις ουτοπίες όσο να σκάσουν σαν μπαλόνι
σου θυμώνει άμα δεν βλέπεις ότι προσπαθεί να διαλύσει
την ομίχλη
σου ζητάει βοήθεια άμα την κυνηγούν οι εξουσίες
που αψήφησε
σου λέει πώς κι όταν τις υμνούσε, κρυφά τις υπονόμευε
σου επισημαίνει τις κοινοτοπίες, σου ανατρέπει
τ' αυτονόητα
σου ψιθυρίζει μυστικά που πρέπει εσύ να εξιχνιάσεις
σου φωτίζει πράγματα που μέναν σκοτεινά ως τότε
ώσπου κάποια στιγμή σε ανταμείβει για την αφοσίωση σου
σου αποκαλύπτει την αλήθεια, σου λέει καθαρά πως
ανήκει σε όλους.

Εκεί πάνω η ποίηση βρίσκει τον καθένα μας.


~ ~





έγραψαν για την ποιητική συλλογή "Σε βρίσκει η ποίηση"
 
Η παρούσα ολιγοσέλιδη σύνθεση αποτελείται από εννιά ενότητες, όπου κατακλείδα τίθεται απαράλλακτη η φράση “Εκεί απάνω σε βρίσκει η ποίηση”. Το απρόοπτο της σύνταξης, όπου το υποκείμενο δεν είναι ο άνθρωπος αλλά η ποίηση, με άλλα λόγια δεν πάει ο ποιητής σ’ αυτήν, δεν την επιδιώκει, δεν την κυνηγά, δεν κάθεται με σύστημα να την ψαρέψει, εξηγεί πόσο ελεύθερη είναι η ίδια η ποίηση, η έμπνευση, να κινείται αδόκητα και επιπλέον ότι έρχεται στον ευεπίφορο δέκτη όταν δεν την περιμένει και δεν τη ζορίζει. Η ποίηση σαν θεία επιφοίτηση, σαν αυθόρμητος προσκεκλημένος, σαν αυτόβουλος απεσταλμένος εμφανίζεται εκεί που δεν το περιμένεις, αλλά συνάμα κι εκεί που τη χρειάζεσαι, για να καταλάβεις τον εαυτό-σου ή τον κόσμο.
 
 
 
 
Κραυγαλέος ο τίτλος. Μου κόλλησε όμως, κυρίως για τα υπονοούμενά του. Τα πολιτικά και τα οικονομικά, που ζορίζονται να βγουν από το λούκι σε δόσεις, πηδώντας από τον χειμώνα στην άνοιξη. Τα ημερολογιακά, που τρέχουν δαιμονισμένα στην τροχιά των ογδόντα και βάλε χρόνων και τα ποιητικά, που δεν πρέπει να μείνουν ασυμπλήρωτα. Μεσολάβησε εξάλλου και ο πρόσφατος, οδυνηρός χαμός ενός γενναίου ποιητή της γενιάς του '70: του Μίμη Σουλιώτη, εγκάρδιου μαθητή και φίλου.
Πιάνω, λοιπόν, το ποιητικό νήμα από εκεί που το άφησα ξεκρέμαστο την περασμένη Κυριακή, μιλώντας για το φάντασμα μιας ποίησης που απογυμνώνει και απογυμνώνεται, καταπώς έγραφα τις προάλλες. Ο λόγος για την τελευταία συλλογή του Τίτου Πατρίκιου, που υπόσχεται ότι Σε βρίσκει η ποίηση, αν όντως θέλεις να τη βρεις κι εσύ.
Αλλιώς σε περιπαίζει. Φτάνει στα πόδια σου καβάλα σε ποδήλατο ή μηχανάκι, μπορεί και σ' αυτοκίνητο. Το παίζει αναλόγως: αμαζόνα με σπαθί υψωμένο, κουρελού ζητιάνα, πορνοστάρ, διευθύντρια αναμορφωτηρίου, άσπιλη παρθένα που σε παγιδεύει, βάζοντας στο κρεβάτι σου κάποιο θηλυκό με τράβηξη, κι εσύ νομίζεις πως έσμιξες μ' εκείνη. Αλλοτε πάλι σε προσπερνάει, για να ξεσκονίσει νεκροζώντανους αρχηγούς, ή φουσκώνει τις ουτοπίες σου, όσο να σκάσουν σαν μπαλόνι. Και μόνο αν επιμείνεις στην αφοσίωσή σου, σου φανερώνει τότε κι εκείνη την αλήθεια της, λέγοντας απερίφραστα πως ανήκει στον καθένα, όχι μόνον σ' εσένα. Δικό σου θέμα αν θέλεις να μπερδέψεις το «καθένας» με το «κανένας», οπότε το πράγμα δυσκολεύει, γυρεύοντας ίσως πιο υποψιασμένο ψάξιμο.
Αυτός είναι σε παράφραση (σχεδόν στο όριο της αντιγραφής) ο προκλητικός ορισμός και προορισμός της ποίησης, όπως απογράφεται στην ένατη ενότητα της συλλογής που συζητώ. Στο μεταξύ ο ποιητής αποφασίζει να αποκαλύψει ο ίδιος τα πεπραγμένα μιας πολύχρονης θητείας, με τη μέθοδο, όπως έλεγα, της αυτοπάθειας, ζευγαρώνοντας το εγώ με το εσύ και το εσύ με το εγώ. Διαπιστώνοντας πως ένα ολόκληρο σύστημα ζωής και φωνής, επιμελώς συντηρημένο, τώρα σαλεύει, βγάζοντας στη φόρα τις αυταπάτες και τις απάτες του, μοιρασμένες μάλιστα σε οκτώ κεφάλαια.

 
 
 
 
Αυτό που κάνει ο Πατρίκιος στην πρόσφατη συλλογή του είναι ένα τελικό ξεκαθάρισμα λογαριασμών με τη συνείδησή του, ένας ποιητικός απολογισμός των «δούναι και λαβείν» του άλλου του εαυτού, μια συγκεφαλαίωση των ηθικών, βιοτικών, ιδεολογικών διλημμάτων -και όχι μόνο αυτών-, που υψώθηκαν εμπρός του σε διάφορες στιγμές της ζωής του.
Ετσι, το βιβλίο κωδικοποιεί τις ανησυχίες και τις πλάνες, τις μικρότητες και τις ανατάσεις, τις χαρές και τους φόβους, τα βάσανα και τις διαψεύσεις, με δυο λόγια τις εμπειρίες του διανοούμενου που έζησε τη λαίλαπα του αδυσώπητου 20ού αιώνα, με όλες τις συμφορές που επεφύλαξε αυτός για τη χώρα μας, και ειδικά για την πολυτυραννισμένη γενιά του Πατρίκιου. Και όλα αυτά τα διαπερνά, σαν χρυσή -ή μήπως κόκκινη;- κλωστή, η ποίηση. Ισως από κάπου ακουστεί ψιθυριστά η ένσταση, ίσως η υποψία, μήπως αυτός ο απολογισμός δεν είναι ειλικρινής. Μήπως δεν κατόρθωσε να ξεφύγει από τη μέγκενη της ματαιοδοξίας και του ναρκισσισμού που χαρακτηρίζει ένα δημιουργό, με σκοπό την υστεροφημία.
Αν κάποιος διαβάσει προσεκτικά το βιβλίο, θα διαπιστώσει πως ο Πατρίκιος αναμετρά τη ζωή του με ειλικρίνεια και εντιμότητα, στέκεται μπροστά της με μια ανελέητη διάθεση αυτοκριτικής - κάτι ξέρει η γενιά του, άλλωστε, από αυτοκριτική. Αλλά και προς τι η ματαιοδοξία;
Οταν ο άνθρωπος βρίσκεται στη δύση του βίου του, παύουν να βαραίνουν τόσο επάνω του ο εγωισμός, η αυταρέσκεια, η αλαζονεία. 




Τέλος παρουσιάζονται οι τρόποι με τους οποίους έρχεται να μας «βρει» η ποίηση και κάποια πράγματα που αυτή μας «λέει». Κάποια πράγματα δηλαδή που μας λέει ο λόγος των ποιητών. Γιατί η ποίηση, ως λόγος, δεν βρίσκει μονάχα τους ποιητές, οι οποίοι θα εκφράσουν, μέσα από το ατομικό τους βλέμμα και βίωμα, τη συλλογική σκέψη και διάθεση και μνήμη και αγωνία και χαρά και ματαιότητα και τόσα άλλα, αλλά, δια των ποιητών, και κάθε αναγνώστη. Κι ακόμη η ποίηση, ως πράξη ζωής, βρίσκει κάθε ποιητικό άνθρωπο. Και ξέρουμε δα πως οι άνθρωποι έχουν το χάρισμα να κάνουν εμπράγματη ποίηση αν έχουν ψυχή καθαρή. Γιατί ποίηση είναι ένα δροσερό ποτήρι νερό που προσφέρουμε στον διψασμένο μας άγνωστο, ποίηση είναι η εγκάρδια καλημέρα στον άγνωστο με τον οποίο διασταυρωνόμαστε, ποίηση είναι οι ανοιχτές καρδιές όταν γλεντάμε με τους φίλους μας και λέμε «εις υγείαν», ποίηση είναι όταν χτυπάμε την καμπανίτσα σ’ ένα ερημικό εξωκκλήσι κι απαντάει ο κότσυφας κελαηδώντας μέσ’ απ’ τα βάτα της πλαγιάς, ποίηση είναι χίλιες δυο ταπεινές πράξεις της ζωής μας. 
Στην τελευταία αυτή ενότητα, ο ποιητής εγκιβωτίζει την προσωπική του εμπειρία ζωής έτσι όπως αυτή προσδιορίζεται από την πολύχρονη «συναναστροφή» του με την τέχνη της ποιήσεως καθώς και την συμμετοχή του στους κοινωνικούς αγώνες και την κριτική στράτευσή του στο λυτρωτικό όραμα της Αριστεράς. 
Ουσιαστικά σε όλο το μεγάλο αυτό ποίημα, ο Τίτος Πατρίκιος, μιλάει στον εαυτό του, παρ’ ότι η εκφορά γίνεται σε δεύτερο πρόσωπο. Που σημαίνει ότι είναι σαν να μιλά ο αναγνώστης στον εαυτό του, κάθε φορά που θα διαβάζει αυτό το ποίημα έχοντας έναν τουλάχιστον ακροατή. Και πάει λέγοντας, η δύναμη και η δυναμική του ποιητικού λόγου από στόμα σε αφτί, από άνθρωπο σε άνθρωπο



~ ~ 

Τίτος Πατρίκιος (1928). Ο Τίτος Πατρίκιος γεννήθηκε στην Αθήνα, γιος των ηθοποιών Σπύρου και Λέλας Πατρικίου. Το 1946 ολοκλήρωσε τα γυμνασιακά του μαθήματα στο Βαρβάκειο και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάστηκε για κάποια χρόνια ως δικηγόρος. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, στρατευμένος αρχικά στην ΕΠΟΝ και στη συνέχεια στον ΕΛΑΣ. Το 1944 καταδικάστηκε σε θάνατο από συνεργάτες των γερμανών και η εκτέλεσή του ματαιώθηκε την τελευταία στιγμή. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας εξορίστηκε στη Μακρόνησο (1951-1952) και κατά τη διετία 1952-1953 στον Άη Στράτη, από όπου επέστρεψε στην Αθήνα με άδεια εξορίστου. Από το 1959 ως το 1964 σπούδασε κοινωνιολογία στην Ecole Pratique des Hautes Etudes του Παρισιού και πήρε μέρος σε έρευνες του Εθνικού Κέντρου Επιστημονικής Έρευνας της Γαλλίας. Επέστρεψε στην Ελλάδα, μετά την επιβολή της δικτατορίας του Παπαδόπουλου όμως, κατέφυγε ξανά στο Παρίσι, όπου πήρε μέρος σε εκδηλώσεις ενάντια στο παράνομο καθεστώς, και εργάστηκε στην έδρα της Unesco στο Παρίσι και στη Fao στη Ρώμη. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1975 και εργάστηκε ως δικηγόρος, κοινωνιολόγος και λογοτεχνικός μεταφραστής. Το 1982 επέστρεψε στη θέση που κατείχε στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών πριν το 1967. Στην Αθήνα εργάστηκε επίσης στο Κέντρο Μαρξιστικών Μελετών. Η πρώτη του εμφάνιση στο χώρο των γραμμάτων πραγματοποιήθηκε το 1943 με τη δημοσίευση ενός ποιήματός του στο περιοδικό "Ξεκίνημα της Νιότης", ενώ το 1954 εκδόθηκε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο "Χωματόδρομος". Ιδρυτικό μέλος του περιοδικού "Επιθεώρηση Τέχνης" από το 1954 δημοσίευσε πολλά άρθρα και κριτικές στις στήλες του, ενώ πολλά δοκίμιά του συμπεριλήφθηκαν σε συγκεντρωτικές εκδόσεις. Ασχολήθηκε επίσης με τη μετάφραση (κείμενα των Σταντάλ, Αραγκόν, Μαγιακόφσκι, Νερούντα, Γκόγκολ, Γκαρωντύ, Λούκατς και άλλων) και την πεζογραφία, ενώ τα περισσότερα κοινωνιολογικά έργα του είναι γραμμένα στα γαλλικά. Έργα του μεταφράστηκαν στα γαλλικά, τα φλαμανδικά, τα γερμανικά και τα ολλανδικά. Το 1994 τιμήθηκε με ειδικό κρατικό βραβείο για το σύνολο του έργου του. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Τίτου Πατρίκιου βλ. Αλέξανδρος Αργυρίου, "Τίτος Πατρίκιος", στο "Η ελληνική ποίηση · η πρώτη μεταπολεμική γενιά", Αθήνα: Σοκόλης, 1982, Αλέξανδρος Αργυρίου, "Πατρίκιος Τίτος", στο "Παγκόσμιο βιογραφικό λεξικό", τ. 8, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988 και Δώρα Μέντη, "Πατρίκιος Τίτος", στο "Λεξικό νεοελληνικής λογοτεχνίας", Αθήνα, Πατάκης, 2007.
                (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.· φωτογραφία: Δημήτρης Τσουμπλέκας)


 ~ ~


πηγές:

α) μέρος του ποιήματος το αναδημοσιεύουμε από το ιστολόγιο της Άννας Αγγελοπούλου όπου έχει αναρτηθεί το σύνολο της σχετικής ποιητικής συλλογής, το οποίο μπορείτε να επισκεφθείτε για να διαβάσετε το Σε βρίσκει η ποίηση 
β) σχετικά στοιχεία για το ποιήμα και για τον Τίτο Πατρίκιο (αλλά και οι πρώτες φωτογραφίες που συνοδεύουν την ανάρτηση) από την πολύτιμη βάση δεδομένων του Βιβλιονέτ


επιμέλεια παρούσας ανάρτησης/φωτογραφίες τοπίων:  Ειρηναίος Μαράκης/Λογοτεχνία και Σκέψη

 
 
 

Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

Η πολιτική δολοφονία του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι



Η πολιτική δολοφονία του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι
γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης






Ο Μαγιακόφσκι αυτοκτόνησε. Δεν δολοφονήθηκε, θα σχολιάσει ο καλοπροαίρετος αναγνώστης. Και ασφαλώς έτσι έγινε. Ήταν εκείνο το τραγικό απόγευμα της 14ης Απριλίου 1930 όταν ο Μαγιακόφσκι αυτοπυροβολήθηκε, πηγαίνοντας να βρει τους αδικοχαμένους υμνωδούς της ανθρώπινης μοίρας και του κοινωνικού κατατρεγμού, όπως τον Βαν Γκογκ και τον Κώστα Καρυωτάκη. Ήταν 37 χρονών. Στο ημιτελές σημείωμα της αυτοκτονίας του σημείωνε: 


«Σε όλους.

Μην κατηγορήσετε κανέναν για το θάνατο μου και παρακαλώ να λείψουν τα κουτσομπολιά. Ο Μακαρίτης τα απεχθανόταν φοβερά.
Μαμά, αδελφές, και σύντροφοι, σχωρέστε με – αυτός δεν είναι τρόπος (δεν τον συμβουλεύω σε κανένα), μα εγώ δεν έχω διέξοδο. Λίλυα αγάπα με.
Συντρόφισσα κυβέρνηση, η οικογένειά μου είναι η Λίλυα Μπρικ, η μαμά, οι αδελφές και η Βερόνικα Βιτόλνταβνα Πολόνσκαγια. Αν τους εξασφαλίσεις μια ανεκτή ζωή, σ’ ευχαριστώ. Τα αρχινισμένα ποιήματα δώστε τα στους Μπρικ, αυτοί θα τα καθαρογράψουν.
Όπως λένε “Το επεισόδιο έληξε”.
Η βάρκα του έρωτα συντρίφτηκε πάνω στην καθημερινότητα. Έχω ξοφλήσει τους λογαριασμούς μου με τη ζωή. Προς τι, λοιπόν, η απαρίθμηση των αμοιβαίων πόνων, των συμφορών και των προσβολών;
Να ‘στε ευτυχισμένοι».


Αλλά γιατί αυτοκτόνησε; Τι είναι αυτό που οδήγησε στο να αφαιρέσει τη ζωή του, αυτός ο ενθερμότερος υπερασπιστής της Επανάστασης; Μέχρι σήμερα οι επικρατούσες ερμηνείες προσπαθούν να μας παρουσιάσουν μια ψυχολογική και λιγάκι ρομαντική εξήγηση γύρω από τα αίτια της αυτοκτονίας του ποιητή. Αυτή η προσπάθεια ξεκίνησε από την επόμενη μέρα της αυτοκτονίας του ποιητή. Συγκεκριμένα, η Πράβδα δημοσίευσε σχετική νεκρολογία του Ντεμιάν Μπιέντνι (σελίδα 5) και δίπλα, σε ειδικό πλαίσιο, σημείωμα της σύνταξης που ανέφερε ότι η αυτοκτονία του ποιητή δεν είχε καμιά σχέση με κοινωνικά ή καλλιτεχνικά ζητήματα, άλλα ήταν απόρροια προσωπικών προβλημάτων του ποιητή. Κι όμως το ίδιο το γράμμα του ποιητή φανερώνει την πραγματική αιτία της αυτοκτονίας του αλλά και γιατί δεν έκθεσε με λεπτομέρειες τις δυνάμεις που τον οδηγησαν σε αυτή την τραγική πράξη, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα να ανθίσουν οπι διάφορες θεωρείες.

Η ουσία όλων κρύβεται στις τελευταίες φράσεις της επιστολής, «Η βάρκα του έρωτα συντρίφτηκε πάνω στην καθημερινότητα. Έχω ξοφλήσει τους λογαριασμούς μου με τη ζωή. Προς τι, λοιπόν, η απαρίθμηση των αμοιβαίων πόνων, των συμφορών και των προσβολών; Να ‘στε ευτυχισμένοι».  Όλα τα άλλα είναι περιττά, νομίζω.


 
Αυτός ο στείρος διαχωρισμός, ότι τα προσωπικά προβλήματα του ποιητή είναι αξεχώριστα και διαφορετικά από ότι συνέβαινε σε πολιτικό και καλλιτεχνικό πλαίσιο, είναι η πρώτη επίσημη εμφάνιση της άποψης ή μάλλον της έντεχνης προώθησης της άποψης, ότι ο Μαγιακόφσκι αυτοκτόνησε για λόγους ψυχολογικούς. Ακόμα και σήμερα σε ανάλογες ή παρόμοιες περιπτώσεις πάντα η εξήγηση που παρουσιάζεται είναι ψυχολογική και όχι κοινωνική. Είναι όμως διαφορετικό να δίνεται αυτή η εξήγηση σήμερα, από τα καπιταλιστικά Μέσα Ενημέρωσης για να παραπλανήσουν τη συνείδηση των εργαζομένων και άλλο να δίνεται αυτή η ερμηνεία από τα επίσημα δημοσιογραφικά όργανα της Σοβιετικής Ένωσης απέναντι σε ένα ποιητή που πάλεψε όσο λίγοι για την απελευθέρωση του προλεταριάτου. Τολμώ να πω, πως αυτή η απόψη δεν ήταν απλά ιδεαλιστική αλλά ότι συνιστούσε και μια σοβαρή, αστική παρέκκλιση για εκείνη την εποχή.

Όμως η ιστορία δεν τελειώνει εδώ. Όπως παραθέτει κι ο αείμνηστος Παναγιώτης Βήχος σε σχετικό αφιέρωμα, μέσα σε δέκα ώρες οι υπηρεσίες και οι φορείς του σοβιετικού κράτους είχαν βρει και ερμηνεύσει την πραγματικότητα πίσω από τον θάνατο του ποιητή. 

Σε κοινή έκδοση της Κομσομόλσκαγια Πράβντα (όργανο της κομμουνιστικής νεολαίας) και της Λιτερατούρναγια Γκαζέττα στις 17 Απρίλη 1930, ο Μαγιακόφσκι χαρακτηρίζεται σαν «ο μεγαλύτερος ποιητής του καιρού μας» (σύνταξη), «ο μεγαλύτερος επαναστάτης ποιητής μιας μεγάλης εποχής» (Γεωργιανοί συγγραφείς), «ο μεγαλύτερος ποιητής της επανάστασης» (προεδρείο της Κομμουνιστικής Ακαδημίας), «κήρυκας της επανάστασης» (Πανσοβιετική  εταιρία  αγροτών συγγραφέων), κλπ. Ο Μπέλα Κούν, σε σύντομο σημείωμα του, κατακρίνει τον Μαγιακόφσκι για την «κουτή και δειλή» πράξη της αυτοκτονίας, άλλα και αυτός τον ανακηρύσσει σαν τον «μεγαλύτερο επαναστάτη ποιητή όχι μόνο της Σοβιετικής Ένωσης, άλλα σε διεθνή κλίμακα».

Αλλά από την Κυβέρνηση καθώς και από την Ρωσική Ένωση Προλεταριακών Συγγραφέων (ΡΑΠΠ) ούτε ένα συλληπητήριο τηλεγράφημα ή μήνυμα δεν στάλθηκε, ούτε καμία αντιπροσωπεία παραβρέθηκε στην κηδεία του. Αυτή η ηχηρή απουσία τόσων σημαντικών φορέων δεν μπορεί να εξηγηθεί κάτω από το πρίσμα της ψυχολογικής ερμηνείας της αυτοκτονίας του ποιητή! Σε αυτό το σημείο συνηγορεί και ότι στα επόμενα πέντε χρόνια, δεν τυπώθηκε ούτε ένα βιβλίο του Μαγιακόφσκι, δεν έγινε καμιά έκθεση γι’ αυτόν και δεν ανεβάστηκε κανένα έργο του. 

Η πιο καθαρή υποστήριξη ότι για λόγους ψυχολογικούς και όχι πολιτικούς αυτοκτόνησε ο Μαγιακόφσκι δόθηκε από τον Λουνατσάρσκι, τον τέως κομισάριο Παιδείας και Τεχνών.  Ένα χρόνο μετά, στην επέτειο της αυτοκτονίας, δημοσιεύει το μοναδικό άρθρο για τον ποιητή που εμφανίζεται στα χρόνια 1930-35. Το άρθρο που τιτλοφορείται,  «Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι» - νεωτεριστής», είχε δυο σκοπούς. Να «εξηγήσει» ή να «ερνημεύσει», αν θέλετε, την αυτοκτονία του Μαγιακόφσκι αλλά και να επιτεθεί στο άρθρο του Λέοντα Τρότσκι (δημοσιευμένο το Μάη του 1930, εμπεριέχεται στην ελληνική έκδοση του Λογοτεχνία και Επανάσταση) όπου αναφέρονται οι αντιφατικότητες της ζωής μετά την Επανάσταση και το σταλινικό εκφυλισμό της σαν τις αιτίες της αυτοκτονίας του ποιητή.
Ο Λουνατσάρσκι περιορίστηκε στο να παρουσιάσει μια πιο φανταστική, μεταφυσική και μυστικιστική ερμηνεία για την αυτοκτονία του ποιητή. Τον ποιητή τον σκότωσε, έγραψε, «ο δίδυμος του» ένας «άλλος» Μαγιακόφσκι, μικροαστός, το αντίθετο του μεγάλου επαναστάτη ποιητή...

Η βλάσφημη και απεγνωσμένη αυτή ερμηνεία, αντί να καλυτερέψει, χειροτέρεψε τα πράγματα, για την σταλινική γραφειοκρατία και κανένας δεν ξανααναφέρθηκε  σ’ αυτή. Οι τεράστιες κοινωνικές αντιθέσεις που βρήκαν μια τόσο απροκάλυπτη έκφραση στο έργο και τη ζωή του Μαγιακόφσκι και που βρίσκονταν σε μεγάλη όξυνση το 1931, αποκάλυπταν σε όλους τα αιτία της αυτοκτονίας του. Κι αυτό ήταν κάτι που δεν επιθυμούσε να λάβει έκταση η εξουσία που είχε υποκαταστήσει  την εργατική εξουσία και δημοκρατία.

Βέβαια, σε αυτό ακριβώς το σημείο, ο καλοπροαίρετος και ενημερωμένος αναγνώστης θα σχολιάσει ότι ο Μαγιακόφσκι στο τέλος, αναγνωρίστηκε ως ο «Ποιητή της Επανάστασης» που ήταν. Δεν θα διαφωνήσω σε αυτό. Όμως ήταν μια αναγνώριση κάθε άλλο από παρά θεμιτή. Ας μην ξεχνάμε το σχετικό σχόλιο του στενού του φίλου, Μπόρις Πάστερνακ, που δήλωσε ότι ο Στάλιν επέβαλλε με τη βία τον Μαγιακόφσκι


«όπως η πατάτα από την “Μεγάλη Αικατερίνη”. Αυτός ήταν ο δεύτερος θάνατος του. Γι’ αυτόν ο ποιητής δεν έφταιγε».


Τι να ήταν όμως αυτό που οδήγησε τον Στάλιν το 1934 να αναγνωρίσει τον Μαγιακόφσκι ως τον «Ποιητή της Επανάστασης» ενώ τα προηγούμενα χρόνια τον είχε εξεφανίσει, αν όχι το πολιτικό συμφέρον αλλά και η ανάγκη να υπάρξουν δημοφιλείς και αναγνωρισμένοι καλλιτέχνες για να είχαν τον πολύ σημαντικό ρόλο τον Προδρόμων του Σοσιαλιστικού Ρεαλισμού; Κι όμως, μόλις τον προηγούμενο χρόνο, στο συνέδριο σοβιετικών συγγραφέων που είχε ως στόχο του να επισημοποιήσει το δόγμα του «Σοσιαλιστικού Ρεαλισμού», με εισηγητή τον Νικολάι Μπουχάριν, (διευθυντή τη Πραβδα στη δεκαετία του ’20 και οπαδό της Προλεταριακής Τέχνης), ο οποίος ανάφερε τους Μπιέντνι και Μαγιακόφσκι σαν ποιητές με «μεγάλη επιρροή στην ποίηση της χώρας μας», πλέκοντας το εγκώμιο του Μαγιακόφσκι χαρακτηριζοντάς τον ως τον  «τρομερό, καταπληκτικό ποιητή, τυμπανιστή της προλεταριακής επανάστασης», ο Στάλιν είχε εκφράσει την αντίθεση του.

Σχολιάζει σχετικά ο Παναγιώτης Βήχος: «Ο Στάλιν όμως δεν έχει πει ακόμα τίποτα για τον Μαγιακόφσκι. Έτσι δυο μέρες μετά από την εισήγηση του Μπουχάριν ένα από τα  τσιράκια του «μεγαλοφυή αρχηγού και δάσκαλου», ονόματι Α.Ι. Στέτσκι (διευθυντής του τμήματος πολιτισμού και Λενινιστικής προπαγάνδας της Κεντρικής Επιτροπής), αντικρούει τον Μπουχάριν και ανακοινώνει ότι καμιά απόφαση δεν έχει παρθεί για την αποδοχή του Μαγιακόφσκι σαν μοντέλου της σοβιετικής ποίησης. Δεν έχουμε κανένα μοντέλο, είπε ο Στέτσκι, παρά την καθοδηγητική γραμμή του σοσιαλιστικού ρεαλισμού.

Άλλα η «χειροτόνηση» του Μαγιακόφσκι γίνεται τον επόμενο χρόνο. Η Λίλι Μπρίκ, με την οποία ο ποιητής είχε μακρόχρονο δεσμό, γράφει το 1935 στον Στάλιν γράμμα – διαμαρτυρία για την εγκατάλειψη του Μαγιακόφσκι από το κράτος. Ο Στάλιν απαντά και χαρακτηρίζει τον Μαγιακόφσκι σαν «τον πιο ταλαντούχο ποιητή της σοβιετικής εποχής». Αμέσως άρχισε η εκστρατεία «αγιοποίησης» του ποιητή. Άρθρα, βιβλία, περιοδικά, εμφανίζονται με σκοπό να επιβάλουν τον Μαγιακόφσκι σαν τον «ποιητή της επανάστασης», διαστρεβλώνοντας το έργο του και ιδιαίτερα την πάλη του, μέσω των ποιημάτων και θεατρικών του έργων, ενάντια στην γραφειοκρατία.»

Όλα αυτά που λες, καλά και άγια είναι, θα συνεχίσει ο καλοπροαίρετος, διαβασμένος και ελεύθερα σκεπτόμενος αναγνώστης, αλλά πολύ φοβάμαι ότι αναπαράγεις ένα συνομωτικό κλίμα τόσο γύρω από την αυτοκτονία του Μαγιακόφσκι, όσο και για τη νεαρή σοβιετική δημοκρατία. Σε αυτό το σημείο, δεν έχω παρά να απαντήσω, ότι δεν είναι δυνατό να περιορίζουμε την αυτοκτονία του ποιητή μόνο σε σχέση με τις ερμηνείες που έχουν δοθεί και όχι σε συνάρτηση με το κοινωνικό και πολιτικό κλίμα της εποχής. Αναφέρω σε προηγούμενες σειρές ότι η επιοστολή του Μαγιακόφσκι αρκεί για να εξηγήσει τις αιτίες της αυτοκτονίας του ποιητή και ιδιαίτερα οι τελευταίες γραμμές της. Αλήθεια, είναι. Γιατί τι άλλο να σημαίνει «Η βάρκα του έρωτα συντρίφτηκε πάνω στην καθημερινότητα», από τη σύγκρουση με το ανερχόμενο λογοτεχνικό κατεστημένο στην Σοβιετική Ένωση, με τους απολογητές του Σοσιαλιστικού Ρεαλισμού και φυσικά, με την επίσημη πολιτική που ασκούσε η ηγεσία της χώρας; Και για να λέμε τα πράγματα ως έχουν, η μάχη που έδωσε ο Μαγιακόφσκι δεν ήταν απλά ενάντια στην γραφειοκρατία αλλά ενάντια σε αυτή την πολιτική που άφηνε πίσω της τις κατακτήσεις του Οκτώβρη για χάρη του συμφέροντος της νέας ανερχόμενης τάξης που οικοδομούσε όχι μια σοσιαλιστική κοινωνία αλλά ένα καθεστώς κρατικού καπιταλισμού. Στα ποιήματα του είναι κάτι παραπάνω από φανερό αυτό. Δεν επικεντρώνεται μόνο στους εξωτερικούς τύπους της κοινωνικής διάβρωσης, στα καθοίκια, στους κόλακες ή στους γλείφτες, γράφοντας σατιρικούς στίχους και οδηγίες αξιοποίησης εκείνων των συνθηκών για να γίνει κάποιος αρεστός στον διευθυντή του αλλά αναδεικνύει και το συνολικό πρόβλημα. Τα σατιρικά του έργα Ο κοριός (1929) και Το μπάνιο (1930) αποτελούν τα καλύτερα και αρτιότερα δείγματα αυτής της πρακτικής.

Και ποιά ήταν αυτή η πολιτική που πολέμησε ο Μαγιακόφσκι;


Γράφει χαρακτηριστικά ο Λέον Τρότσκι – και θα κλείσω με τα δικά του λόγια αυτή την παρέμβαση –  τόσο για την αυτοκτονία, δίνοντας μας παράλληλα και το κλίμα της εποχής, επιβεβαιώνοντας και τον τολμηρό τίτλο αυτού του άρθρου περί πολιτικής δολοφονίας του Μαγιακόφσκι κι όχι μιας απλής ψυχολογικής κατάρρευσης με αποτέλεσμα τον θάνατο. 


Γιατί ο Μαγιακόφσκι δολοφονήθηκε πολλές φορές έκτοτε, μέχρι και σήμερα τον δολοφονούν – ηθελημένα ή όχι, δεν έχει σημασία. Ναι, η αυτοκτονία του ήταν μια πολιτική δολοφονία και τόσο η αποσιώπηση των πραγματικών αιτιών αυτής της πράξης – χρόνια μετά που δεν υπάρχουν εκείνα τα πολιτικά συμφέροντα, όσο και η εξαφάνιση εκείνων των φωνών που διατύπωσαν μια άλλη αλήθεια αποτελεί ένα έγκλημα διαρκείας που κάποτε θα πρέπει να διερευνηθεί διεξοδικά. Αυτή η παρέμβαση δεν θέλησε, ούτε μπόρεσε να διελευκάνει το έγκλημα, ήταν πέρα και από τις δυνάμεις της, αλλά προσπάθησε τουλάχιστον να φωτίσει κάποιες στιγμές – βασισμένη σε μελέτες άλλων και σε όσα αντιλήφθηκα τα τελευταία χρόνια μέσα από τα προσωπικά μου διαβάσματα. Φυσικά, κάθε κριτική είναι καλοδεχούμενη.

«Η τωρινή επίσημη ιδεολογία στο θέμα της «προλεταριακής λογοτεχνίας» — ξαναβρίσκουμε στο λογοτεχνικό τομέα κείνο που βλέπουμε στον οικονομικό τομέα — είναι βασισμένη πάνω σε μιαν ολοκληρωτική έλλειψη κατανόησης των ρυθμών και των προθεσμιών της πολιτιστικής ωρίμανσης. Η πάλη για την «προλεταριακή κουλτούρα» — κάτι σαν την «ολοκληρωτική κολλεχτιβοποίηση» όλων των κατακτήσεων της ανθρωπότητας στα πλαίσια του πεντάχρονου πλάνου — είχε στις απαρχές της Οκτωβριανής Επανάστασης χαρακτήρα ουτοπικού ιδεαλισμού, και γι’ αυτό ίσα-ίσα συνάντησε την αντίσταση του Λένιν και του συντάκτη αυτών των γραμμών. Αυτά τα τελευταία χρόνια αυτή κατάντησε απλούστατα σύστημα γραφειοκρατικής διοίκησης — και καταστροφής — της τέχνης. Αποτυχημένοι της αστικής λογοτεχνίας στο είδος του Σεραφίμοβιτς, του Γκλάντκοβ και Σία, ανακηρύχτηκαν κλασικοί της ψευτοπρολεταριακής λογοτεχνίας. Μια ευλύγιστη μηδαμινότητα όπως ο ’βερμπαχ βαφτίστηκε Μπιελίνσκι της …«προλεταριακής»(!) λογοτεχνίας! Η υψηλή διεύθυνση των καλών γραμμάτων βρίσκεται στα χέρια του Μόλοτοβ, ζωντανής άρνησης κάθε δημιουργικού πνεύματος μέσα στην ανθρώπινη φύση. Και το χειρότερο είναι ότι βοηθός του Μόλοτοβ είναι ο Γκούσεβ, καλλιτέχνης σε πολλούς και διάφορους τομείς εκτός από την τέχνη. Η εκλογή είναι ολότελα κατ’ εικόνα του γραφειοκρατικού εκφυλισμού στις επίσημες σφαίρες της επανάστασης. Ο Μόλοτοβ και ο Γκούσεβ απλώσανε πάνω στα καλά γράμματα μια λογοτεχνία παραμορφωμένη, πορνογραφική, «επαναστατών» αυλοκολάκων, έργο ενός περιληπτικού ανώνυμου. Οι καλύτεροι εκπρόσωποι της προλεταριακής νεολαίας, που ο προορισμός τους είναι να προετοιμάσουνε τις βάσεις μιας καινούργιας λογοτεχνίας και μιας καινούργιας κουλτούρας παραδόθηκαν στις διαταγές ανθρώπων που μετατρέψανε σε κριτήριο της πραγματικότητας την ίδια τους την έλλειψη κουλτούρας.

Ναι, ο Μαγιακόβσκι είναι ο πιο αρρενωπός και πιο θαρραλέος απ’ όλους εκείνους που, ανήκοντας στην τελευταία γενιά της παλιάς ρωσικής λογοτεχνίας και μη έχοντας ακόμα αναγνωριστεί απ’ αυτήν, ζήτησαν να δημιουργήσουν δεσμούς με την Επανάσταση. Ναι, ύφανε δεσμούς άπειρα πιο πολύπλοκους απ’ όλους τους άλλους συγγραφείς. Ένας βαθύς σπαραγμός παράμενε μέσα του. Στις αντιφάσεις που περικλείει η Επανάσταση, ολοένα και πιο οδυνηρές για την τέχνη που αναζητάει βελτιωμένες μορφές, ήρθε να προστεθεί τα τελευταία τούτα χρόνια το αίσθημα της παρακμής όπου την κατάντησαν οι επίγονοι. Πρόθυμος να υπηρετήσει την «εποχή» του με τα πιο ταπεινά καθημερινά έργα, ο Μαγιακόβσκι δε μπορούσε να αποστραφεί την ψευτο-επαναστατική ρουτίνα. Ήταν ανίκανος να ‘χει πλήρη συνείδηση γι’ αυτό στο θεωρητικό πεδίο και, κατά συνέπεια, να βρει το δρόμο για να την υπερνικήσει. Λέει σωστά για τον εαυτό του πως «δεν είναι για παίνεμα». Για καιρό και ρωμαλέα αρνήθηκε να μπει στο διοικητικό κολχόζ της υποτιθέμενης «προλεταριακής» λογοτεχνίας του ’βερμπαχ. Επιχείρησε να ιδρύσει, κάτω από τη σημαία του Λέφ, το τάγμα των φλογερών σταυροφόρων της προλεταριακής επανάστασης: να την υπηρετήσει με πλήρη συνείδηση και όχι κάτω από την απειλή. Το Λέφ δεν είχε φυσικά τη δύναμη να επιβάλει το ρυθμό του στα Εκατοπενήντα Εκατομμύρια: η δυναμική των πλημμυρίδων και αμπώτιδων της επανάστασης ήτανε παρά πολύ βαριά, παρά πολύ βαθιά. Το Γενάρη αυτού του χρόνου, ο Μαγιακόβσκι, νικημένος από τη λογική της κατάστασης, έκανε μια μεγάλη προσπάθεια πάνω στον εαυτό του για να προσχωρήσει τελικά στη Σοβιετική ένωση των προλεταριακών ποιητών (VAPP), δυο – τρεις μήνες προτού σκοτωθεί. Αυτή η προσχώρηση δεν του πρόσφερε τίποτα, του πήρε αντίθετα κάτι. Σαν καθάρισε τους λογαριασμούς του τόσο στο προσωπικό πεδίο όσο και στο δημόσιο και βούλιαξε τη «βάρκα» του, οι εκπρόσωποι της γραφειοκρατικής λογοτεχνίας, «κείνοι που είναι για παίνεμα», ξεφώνισαν: «ασύλληπτο, ακατανόητο», δείχνοντας μ’ αυτό πως δεν είχαν περισσότερο καταλάβει το μεγάλο ποιητή Μαγιακόβσκι απ’ ότι τις αντιφάσεις της εποχής.»



πηγές:

α)  Ο Λ. Τρότσκι για την αυτοκτονία του Μαγιακόφσκι, Mauroflight
β)   Για το Βλαδίμηρο Μαγιακόφσκι, Μαρξ-Ένγκελς-Λένιν-Τρότσκι-Γκράμσι κ.α (άρθρα & βιβλία)
γ)   Σαν σήμερα το 193 ο Μαγιακόφσκι αυτοκτόνησε, σαν σήμερα
δ) Βικιπαιδεία
ε) Γιώργος Κεντρωτής, Φυσώντας των σπονδύλων μου το φλάουτο