Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

Ανθρωποι-μηδενικά σε καφκικό ίδρυμα








Το μεγαλύτερο μέρος της σπουδαίας γερμανόφωνης λογοτεχνίας του 20ού αιώνα άρχισε να γίνεται γνωστό στη χώρα μας με μεγάλη καθυστέρηση. Αν εξαιρέσει κανείς τον Κάφκα και εν μέρει τον Τόμας Μαν, ελάχιστα από τα μεγάλα έργα της είχαν μεταφραστεί στη γλώσσα μας ως πριν από 30 χρόνια. Το κενό έχει πλέον καλυφθεί σε μεγάλο βαθμό. Και η έκδοση του μυθιστορήματος Γιάκομπ φον Γκούντεν του γερμανοελβετού ποιητή και πεζογράφου Ρόμπερτ Βάλζερ πιστοποιεί πως, όσο κι αν ο αγγλοσαξονικός εκδοτικός δεινόσαυρος κυριαρχεί πλέον και στη χώρα μας, τα σημαντικά λογοτεχνικά έργα της ηπειρωτικής Ευρώπης δεν αφήνουν αδιάφορους τους έλληνες εκδότες.
Ο απαιτητικός αναγνώστης ίσως να μη χρειάζεται να ανατρέξει στους επαίνους του Κάφκα, του Βάλτερ Μπένγιαμιν, του Μούζιλ ή του Κανέτι για να πεισθεί ότι ο Ρόμπερτ Βάλζερ είναι συγγραφέας πρώτης γραμμής. Διαβάζοντας το μυθιστόρημα αυτό, από τις πρώτες ακόμη σελίδες καταλαμβάνεσαι από τη γοητεία ενός μάστορα της ατμόσφαιρας, ενός έξοχου εξπρεσιονιστή, ο οποίος διεισδύει με αναμφισβήτητη μαεστρία στο βάθος των αποχρώσεων.
Ο Βάλζερ μάς διηγείται μια φαινομενικά απλούστατη ιστορία. Ο νεαρός Γιάκομπ φον Γκούντεν, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, αποφασίζει να εγκαταλείψει την οικογένειά του και να εγγραφεί στο Ινστιτούτο Μπενζαμέντα, μια σχολή για υπηρέτες. Θέλει να κατεβεί στο κατώτατο επίπεδο, να γίνει ένα «σκέτο μηδενικό», ένα ανώνυμο τίποτα, δηλαδή να κατακτήσει την αθωότητα του ασήμαντου και του πληβείου. Το Ινστιτούτο είναι ένα καφκικό οίκημα όπου οι καθηγητές μοιάζει σαν να μην υπάρχουν, βυθισμένοι στον ύπνο και στην αφασία, σχεδόν «κλινικά νεκροί», σύμφωνα με το επίμετρο της γερμανικής έκδοσης από τον Suhrkamp.
Ο διευθυντής Μπενζαμέντα είναι σκληρός και βίαιος, ένας καταπιεσμένος ομοφυλόφιλος φυλακισμένος στον εαυτό του. Οι μαθητές παρουσιάζονται ως πρόσωπα ασήμαντα - εκτός από τον Κράους, τον αυθεντικά αθώο. Η μαθητεία όμως του Γιάκομπ φον Γκούντεν στο μηδέν δεν είναι αθώα, απόδειξη οι αντιφάσεις του και η τάση του να ψεύδεται, που προσπαθεί να την καταπολεμήσει. Ο αδελφός του Γιόχαν είναι ο άλλος σημαντικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος, έστω κι αν δεν ανήκει στους τροφίμους του Ινστιτούτου. Ασκεί σκληρή κριτική στην κοινωνία και παρουσιάζεται ως μηδενιστής και είρων - ένας αρνητής της εποχής του.
Το βιβλίο είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο με αφηγητή τον ίδιο τον Γιάκομπ, ο οποίος περιγράφει τον περίγυρο, τους μαθητές, τον διευθυντή και την αδελφή του διευθυντή, που δεν γνώρισε και δεν θα γνωρίσει τον έρωτα, για να πεθάνει έχοντας πιο μπροστά προβλέψει τον θάνατό της. (Οι σελίδες όπου ο Βάλζερ περιγράφει πώς ο Γιάκομπ και ο διευθυντής ξενυχτούν τη νεκρή είναι εκπληκτικές.)
Ο Γιάκομπ είναι ιδιαίτερος, χαρισματικός και εν μέρει αλλόκοτος. Η παρουσία του αφυπνίζει τον καταπιεσμένο κόσμο που φυλακίζει μέσα του ο Μπενζαμέντα. Ο νεαρός γοητεύει τον διευθυντή, τον απελευθερώνει από τα συμβατικά δεσμά του καθήκοντος και τον στρέφει αλλού, στην απόλυτη φαντασίωση. Ο διευθυντής θα του προτείνει να τα παρατήσουν όλα και να φύγουν μαζί. Να βγουν από τον κόσμο, από τον πολιτισμό, από την ίδια την πραγματικότητα, να πάνε σε μια έρημο και εκεί να χαθούν, εντελώς ελεύθεροι, απαλλαγμένοι πλέον από τα πάντα, χωρίς να σκέφτονται τίποτε, ούτε καν τον Θεό, που ούτως ή άλλως «θα βρίσκεται στο πλευρό τους», γιατί, όπως γράφει στην προτελευταία πρόταση του βιβλίου ο Βάλζερ, «ο Θεός συντροφεύει τους αμέριμνους».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου