Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

Τέσσερα ποιήματα του Μπρεχτ αντί αφιερώματος

 Τέσσερα ποιήματα του Μπρεχτ αντί αφιερώματος



Απώλεια ενός πολύτιμου ανθρώπου


Έναν πολύτιμο άνθρωπο έχεις χάσει.
Τ' ότι έφυγε από σένα, δεν είναι απόδειξη
Ότι πολύτιμος δεν είναι. Παραδέξου το:
Έναν πολύτιμο άνθρωπο έχεις χάσει.
Έναν πολύτιμο άνθρωπο έχεις χάσει.
Έφυγε από σένα, γιατί υπηρετούσες μια καλή υπόθεση
Κι αυτός πήγε μια τιποτένια να υπηρετήσει. Παραδέξου το, όμως:
Έναν πολύτιμο άνθρωπο έχεις χάσει.


Ποτέ δε σε είχα αγαπήσει τόσο πολύ

Ποτέ δε σε είχα αγαπήσει τόσο πολύ,
όπως εκείνο το δέιλι που σε άφησα
με κατάπιε το βαθυγάλαζο δάσος,
ψυχή μου,
που πάνω του, στα δυτικά,
κρέμονταν κιόλας
χλωμά τα άστρα.
Γέλασα αρκετά,
καρδιά μου,
γιατί συγκρούστηκα παίζοντας
με το σκυθρωπό πεπρωμένο
την ίδια ώρα
μέσα στο γαλανό δείλι του δάσους
αργοσβήναν κιόλας πίσω μου τα πρόσωπα.
Εκείνο το μοναδικό σούρουπο
όλα ήταν τόσο γλυκά
όσο δεν ήταν ποτέ ξανά να γίνουν
αλλά αυτό που μου απόμεινε είναι
μόνο πουλιά μεγάλα
που το δείλι
πετούν πεινασμένα στον
σκοτεινιασμένο ουρανό

 

Εγκώμιο στον κομμουνισμό

Είναι λογικός, καθένας τον καταλαβαίνει. Ειν' εύκολος.
Μια και δεν είσαι εκμεταλλευτής, μπορείς να τον συλλάβεις.
Είναι καλός για σένα, μάθαινε γι' αυτόν.
Οι ηλίθιοι ηλίθιο τον αποκαλούνε, και οι βρωμεροί τον λένε βρωμερό.
Αυτός είναι ενάντια στη βρωμιά και την ηλιθιότητα.
Οι εκμεταλλευτές έγκλημα τον ονοματίζουν.
Αλλά εμείς ξέρουμε:
Είναι το τέλος κάθε εγκλήματος.
Δεν είναι παραφροσύνη, μα
Το τέλος της παραφροσύνης.
Δεν είναι χάος
Μα η τάξη.
Είναι το απλό
Που είναι δύσκολο να γίνει.

 

 Μήνυμα του ετοιμοθάνατου ποιητή στη νεολαία


 Εσείς οί νέοι άνθρωποι των εποχών πού έρχονται
 Καί της καινούργιας χαραυγής πάνω στίς πολιτείες
Πού δέ χτίστηκαν ακόμα, καί σεις
 Πού δέ γεννηθήκατε, άκούστε τώρα
 Τη φωνή τή δική μου, πού πέθανα
 Όχι δοξασμένα.

 ‘Αλλά
Σάν τόν αγρότη πού δέν όργωσε τό χωράφι του
Καί τόν χτίστη πού ξετσίπωτα τό ‘βαλε στά πόδια
Σάν είδε την τρύπια στέγη,

Έτσι κ’ εγώ,
Δέ βάδισα μέ τήν εποχή μου, ξόδεψα τίς μέρες μου,
Καί τώρα πρέπει νά σας παρακαλέσω
Νά πείτε εσείς αυτά πού δέν ειπώθηκαν,
 Νά κάνετε αυτά πού δέν έγιναν, καί μένα
 Γρήγορα νά μέ ξεχάσετε, σας παρακαλώ,
Γιά νά μήν παρασύρει καί σας
Τό δικό μου κακό παράδειγμα.

 Αχ, γιατί κάθησα στων στείρων τό τραπέζι
Τρώγοντας τό φαΐ
Πού αυτοί δέν ετοίμασαν;
 Αχ, γιατί ξόδεψα τά καλύτερα μου λόγια
Στη δική τους
Άσκοπη κουβέντα.  Έξω όμως
 Διάβαιναν οι άδίδαχτοι
 Διψασμένοι νά μάθουν.

Αχ, γιατί
Τά τραγούδια μου δέν υψώνονται στά μέρη εκείνα
 Πού θρέφουν τίς πολιτείες, εκεi
 Πού ναυπηγούνται τά καράβια;
Γιατί δέν υψώνονται
Απ’ τίς γρήγορες ατμομηχανές
Σάν τόν καπνό
Πού αφήνουν πίσω τους στόν ορίζοντα;

Γιατί ο δικός μου λόγος
Είναι σταχτη και μεθυσμένου παραλήρημα στο στόμα
 Εκείνων πού είναι χρήσιμοι καί δημιουργικοί.

 Ούτε μιά λέξη
 Δέν ξέρω νά πω σέ σας, γενιές των εποχών πού έρχονται,
 Μήτε μιά υπόδειξη δε θά μπορούσα νά σάς κάνω
Μέ δάχτυλο τρεμάμενο,
Γιατί πώς τό δρόμο νά δείξει
 Αυτός πού δέν τόν διάβηκε!

 Γι αυτό σε μένα που τη ζωή μου
Έτσι σπατάλησα άλλο δέ μένει
Παρά νά σας ζητήσω
Νά μή δώσετε προσοχή σε λέξεις
Πού βγαίνουν άπό τό δικό μας
 Σάπιο στόμα, μήτε καί συμβουλή
 Καμιά νά μή δεχτείτε
‘Απ’ αυτούς πού στάθηκαν τόσο ανίκανοι,
‘Αλλά μόνοι σας ν’ αποφασίσετε
Ποιό τό καλό γιά σάς καί τί σάς βοηθάει
 Τόν τόπο νά χτίσετε πού εμείς αφήσαμε
 Νά ρημάξει σάν τήν πανούκλα,
Καί γιά νά κάνετε τίς πολιτείες
 Κατοικήσιμες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου