Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

Η ελληνική ως προς την ξένη λογοτεχνία

ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΜΑΥΡΕΛΟΥ

ΓΕΩΡΓΙΑ ΓΚΟΤΣΗ, Η διεθνοποίησις της φαντασίας. Σχέσεις της ελληνικής με τις ξένες λογοτεχνίες τον 19ο αιώνα, εκδόσεις Gutenberg, σελ. 288 
 
 

Αναστάσιος Καλιακάτσος- Δεκέμβρης, Συγγρού Ι
Το ανά χείρας βιβλίο περιέχει τρεις μελέτες, συγκριτολογικής φύσης, για τη σχέση της ελληνικής λογοτεχνίας με τις αντίστοιχες του δυτικού κόσμου. Η παραδοσιακή συγκριτολογική οπτική στις διάφορες εκφάνσεις της (θέματα, μοτίβα, μύθοι, μεταφραστικές πρακτικές, επιδράσεις, πηγές κλπ.) είναι το μεθοδολογικό εργαλείο με το οποίο η Γ. Γκότση προσεγγίζει το υλικό της, ενώ έχει κάνει έρευνα σε αρχειακό υλικό, στη βιβλιογραφία και τον Τύπο της εποχής.

Η πρώτη μελέτη-κεφάλαιο αφορά στη διερεύνηση της πορείας ενός λογοτεχνικού μύθου (ή «συμβόλου» κατά τη συγγραφέα), που αναπαριστά συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο, τον Κανάρη. Η πορεία του προσώπου αυτού, που από ιστορικό γίνεται μυθικό ή σύμβολο αγώνα, ανιχνεύεται κυρίως στο έργο των Ουγκώ και Δουμά, και δευτερευόντως σε έργα άλλων Γάλλων συγγραφέων της εποχής. Παράλληλα όμως ινχηλατούνται και οι ενδεχόμενες επιδράσεις που οι συγγραφείς αυτοί δέχτηκαν από Έλληνες ποιητές, όπως ο Κάλβος και ο Σολωμός, ποιήματα των οποίων είχαν μεταφραστεί στα γαλλικά. Τέλος, παρουσιάζονται αντιστικτικά και οι ενσαρκώσεις του ίδιου ήρωα σε έργα Ελλήνων ποιητών του 19ου αιώνα, με τρόπο που αναδεικνύεται η διαφορετική οπτική και παρουσίαση ή σημασιοδότηση του συμβόλου αυτού (εντός διαφορετικών κοινωνικοϊδεολογικών συμφραζομένων). Η κατά βάση θεματική αυτή προσέγγιση συνοψίζει τα έως τώρα διατυπωμένα από την κριτική επί μέρους συμπεράσματα και προχωρά σε εκ του σύνεγγυς παρουσίαση της πορείας του συμβόλου στο έργο των Δουμά και Ουγκώ, εντοπίζοντας τις αλλαγές στη χρήση και τη σημασιοδότησή του στα έργα τους, με βάση όχι μόνο στενά λογοτεχνικά δεδομένα αλλά κυρίως εξωλογοτεχνικούς παράγοντες (βιογραφικά στοιχεία, πολιτικά και ιδεολογικά δεδομένα κλπ.). Το τελευταίο μέρος του πρώτου κεφαλαίου («Ο Κανάρης και οι Έλληνες ποιητές») αξίζει να το επεξεργαστεί η μελετήτρια σε μελλοντική, πιο ανεπτυγμένη ειδική εργασία, για να φανεί αναλυτικότερα η ενδιαφέρουσα σύγκριση και αντιπαράθεση που επιχειρεί.
Στο δεύτερο κεφάλαιο παρουσιάζεται η «πηγή» ενός πολύστιχου ποιήματος του Ραγκαβή, του «Γοργού Ιέρακος». Το αφηγηματικό αυτό ποίημα, που παρουσιάζει την ιστορία ενός ινδιάνου της Αμερικής, το εμπνεύστηκε ο συγγραφέας, όταν ήταν πρέσβης στην Αμερική, από το περιηγητικό έργο του W.H.Dixon New America. Η Γκότση επισημαίνει τα συγκεκριμένα σημεία του κειμένου του Άγγλου περιηγητή, από τα οποία ο Ραγκαβής αντλεί τον αφηγηματικό ιστό της ιστορίας, και κατόπιν προχωρά στην παρουσίαση των θεματικών δεδομένων του ποιήματος που συνιστούν τη ραγκαβική «μετάπλαση» του μύθου. Αφού διερευνήσει τις αλλαγές στο θέμα, προσπαθεί να ερμηνεύσει τους λόγους για τους οποίους αυτός ο «ρομαντικός ερυθρόδερμος» γίνεται θέμα ενός ποιήματος, που χαρακτηρίζεται από τη μελετήτρια «λαϊκή αφήγηση σε ρομαντική ιστορία με ρεαλιστική κατάληξη» (σ.131), και υποβάλλεται στον Βουτσιναίο Διαγωνισμό του 1871. Στο τελευταίο μέρος της μελέτης προσπαθεί να παρουσιάσει το κείμενο ειδολογικά και μετρικά, διατυπώνοντας πολύ ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για την επιλογή του Ραγκαβή να υποβάλλει ένα έργο που χαρακτηρίζεται από «μη συστηματική» εναλλαγή διαφορετικών «στροφικών συστημάτων», προκαλώντας τους κριτές του διαγωνισμού. Αυτές οι μετρικές παρατηρήσεις, αν και δεν εγγράφονται στη συγκριτολογική μεθοδολογία, με την οποία παρουσιάζεται το υλικό στο βιβλίο, είναι άκρως ενδιαφέρουσες για τη νεωτερική φύση του ραγκαβικού εγχειρήματος. Θα ήταν πολύ σημαντικό να παρουσιαζόταν αναλυτικότερα, αν και κάτι τέτοιο θα ξέφευγε από τους στόχους του βιβλίου αυτού. Θα μπορούσαν, ωστόσο, να αποτελέσουν το αντικείμενο ενός ξεχωριστού άρθρου από τη συγγραφέα.
Το τελευταίο κεφάλαιο-μελέτη είναι διαφορετικού τύπου συγκριτολογική προσέγγιση, αφού εστιάζει στο μεταφραστικό έργο ενός λόγιου του 19ου αιώνα, γνωστού περισσότερο με την ιδιότητα του λαογράφου ή του κριτή στον Διαγωνισμό της Εστίας, του Νικολάου Γ. Πολίτη, το 1883. Το πιο σημαντικό στοιχείο στην όλη προσπάθεια είναι το ότι η Γκότση επιχειρεί να παρουσιάσει μια εικόνα του εν λόγω συγγραφέα, διαφορετική από τη στερεότυπη που μεγάλη μερίδα της κριτικής έχει (ως κάποια εποχή) προβάλλει, εκείνη του μεταφραστή.
Στην αρχή καταγράφονται οι μεταφράσεις που κάνει ο Πολίτης, δημοσιευμένες και μη. Πολλά από αυτά τα στοιχεία προέκυψαν από την έρευνα στο αρχείο του συγγραφέα. Στη συνέχεια, εξετάζεται η παρουσία του Πόε, κυρίως, και δευτερευόντως άλλων συγγραφέων του «φανταστικού διηγήματος» (Βερν, Γκωτιέ κλπ.), στο μεταφραστικό έργο του Πολίτη. Σε αυτή την πρώτη ενότητα, δεν έχουν εντοπιστεί παντού οι «πηγές» των κειμένων που μεταφράζει, δηλαδή αν τα μεταφρασμένα κείμενα προέρχονται από άλλες μεταφράσεις σε γαλλικά περιοδικά και εφημερίδες, και όχι από τα πρωτότυπα (αγγλικά, γερμανικά κλπ.) έργα. Εξίσου σημαντικό, σε σχέση με την περίπτωση του Πόε, θα ήταν να εξεταστούν συγκριτικά οι μεταφραστικές πρακτικές του Πολίτη και του Ροΐδη για τον ίδιο συγγραφέα, σύγκριση που θα οδηγούσε σε ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Η επίσης θεματική παρουσίαση της δεύτερης ομάδας κειμένων που μεταφράζονται και εντάσσονται στον ρεαλισμό και την ηθογραφία αποτελεί αξιόλογη συμβολή στην έρευνα, συνοδευόμενη μάλιστα από την ένταξή της στην όλη «ντόπια» «ηθογραφική» παραγωγή. Τα συμπεράσματα, που πολύ συνοπτικά παρουσιάζονται στο τέλος και αναδεικνύουν τη (διπλή) προσωπικότητα του έργου του Πολίτη, ρίχνουν τον σπόρο για μια διαφορετική ανάγνωση της όλης «ηθογραφικής» παραγωγής. Όπως η μελετήτρια πολύ σωστά καταλήγει, ο Πολίτης θεωρεί σημαντικό τα έργα να είναι «ελληνικά» ή εθνικά ως προς τη θεματική μόνο (υπόθεση), ενώ για τη μεθοδολογία συγγραφής προωθεί (εμμέσως μόνο) το διεθνές πρότυπό του μέσω των μεταφράσεων. Ωστόσο, θα χρειαζόταν μεγαλύτερη έκταση για να ανιχνευθεί σε βάθος το συγκεκριμένο θέμα, κάτι που μια τέτοια μελέτη αφήνει ως υπόσχεση για το μέλλον σε ξεχωριστό άρθρο ή βιβλίο. Η άποψη του Ξενόπουλου, που παρατίθεται στο τέλος, για τον Πολίτη, ως φορέα «νέων ιδεών», αποτελεί τον προάγγελο της μελλοντικής αυτής διερεύνησης, ανοίγοντας νέο δρόμο για την προσέγγιση της συγκεκριμένης προσωπικότητας και του εν λόγω θέματος.
Η εργασία κλείνει με τέσσερα παραρτήματα. Τα τρία συμπληρώνουν το Α΄ κεφάλαιο: παρατίθεται το ποίημα «Γοργός Ιέραξ», το αγγλικό απόσπασμα από το έργο του Dixon και η μετάφρασή του. Το τελευταίο παράρτημα είναι επιστολές που αντάλλαξαν οι Carl Selig, Ξενόπουλος, Κ.Χατζόπουλος και Πολίτης, που αφορούν στα αξιόλογα σύγχρονά τους πεζογραφήματα για μετάφραση στα Γερμανικά.
Κλείνοντας, θα λέγαμε ότι το ανά χείρας βιβλίο με τις τρεις πολύ ενδιαφέρουσες συγκριτολογικές μελέτες του, ανοίγει τον δρόμο για την αναθεώρηση των ενίοτε λανθασμένων παγιωμένων απόψεων για τον 19ο αιώνα και δίνει κάποιες κατευθύνσεις για διερεύνηση σε μεγαλύτερο βάθος των λεπτομερειών του φαινομένου των επιδράσεων από ξένες λογοτεχνίες και του ρόλου τους, μαζί με τις μεταφράσεις, στη διαμόρφωση της δικής μας λογοτεχνικής παραγωγής. Παράλληλα, αναδεικνύει σε αδρές γραμμές και τον ρόλο του (ελληνικού και ξένου) τύπου στην καθοδήγηση (ή και ποδηγέτηση;) των συγγραφέων ή τη γόνιμη επίδραση στην οργάνωση, τη θεματική και τα είδη της λογοτεχνίας μας.

Ο Νίκος Μαυρέλος διδάσκει Νεοελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Θράκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου