Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2011

Μαρξιστική ανάγνωση - βιβλιοπροτάσεις για να κατανοήσουμε την κρίση και να ανατρέψουμε τον καπιταλισμό.

Το ιστολογιό μας δημοσιεύει σήμερα μια σειρά βιβλιοπροτάσεων με έργα μαρξιστικής κριτικής του καπιταλισμού και της κρίσης του  που έγραψαν και δημοσίευσαν επαναστάτες σοσιαλιστές από τους Κάρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς εως τους νεότερους Τόνυ Κλιφ και Κρις Χάρμαν.
Αποτελεί μια μικρή συμβολή μας στο να αναδείξουμε ότι ένα πολιτικό βιβλίο εκτός από ένα έργο που μας οδηγεί στο να κατανοήσουμε το τρέχον και ευρύτερο πολιτικό μας περιβάλλον μπορεί να είναι κι ένα εγχειρίδιο πολιτικής πάλης ώστε να ανατρέψουμε τον Καπιταλισμό της κρίσης, του ιμπεριαλισμού, του φασισμού και να δημιουργήσουμε ένα ανώτερο οικονομικό/πολιτικό σύστημα βασισμένο στις ανάγκες μας, τον Σοσιαλισμό.

Καλή σας ανάγνωση!

επιλογή έργων: Ειρηναίος Μαράκης (Eir Mar)


Οι επαναστατικές ιδέες του Καρλ Μαρξ

Συγγραφείς: Άλεξ Καλλίνικος
Εκδόσεις: Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο
Σελίδες: 260

Τιμή: 15 €



Είναι πλέον συνηθισμένη η διαπίστωση ότι υπάρχει ένα νέο ενδιαφέρον για το έργο του Μαρξ.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση του συστήματος που δεν λέει να ησυχάσει παρά τις διαβεβαιώσεις ότι τα χειρότερα είναι πίσω μας, αποτέλεσε έναν από τους πιο προφανείς παράγοντες σε αυτή την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για τον Μαρξ. Αν κάνετε μια βόλτα στα κεντρικά βιβλιοπωλεία για παράδειγμα, θα βρείτε κάμποσες νέες εκδόσεις ή ανατυπώσεις παλαιότερων που ασχολούνται με τον ίδιο και το έργο του, από φιλική ή εχθρική οπτική γωνία.

Όμως, σε ποιον Μαρξ αναφέρονται; Τον φιλόσοφο; Τον οικονομολόγο; Τον πολιτικό; Υπάρχουν πολλοί «μαρξισμοί» από τους οποίους μπορούμε να διαλέξουμε όποιον μας ταιριάζει περισσότερο; Ο καλύτερος τρόπος για να βρούμε την άκρη του νήματος σε τέτοιες αναζητήσεις είναι να εξετάσουμε την κληρονομιά του πραγματικού Μαρξ.

Αυτό κάνει σ? αυτό το βιβλίο ο Άλεξ Καλλίνικος. Παρουσιάζει σε αδρές γραμμές τις «Επαναστατικές Ιδέες του Μαρξ» και μ? αυτό τον τρόπο μας δίνει μια πυξίδα για να προσανατολιστούμε στις αναζητήσεις μας.

Το ενοποιητικό στοιχείο που διαπερνά το βιβλίο είναι η λέξη «επαναστατικές» στον τίτλο του. Αν αντιμετωπίσουμε τον Μαρξ απλά σαν «οικονομολόγο», «κοινωνιολόγο», «φιλόσοφο» κλπ, τον φτωχαίνουμε απελπιστικά. Ο Μαρξ ήταν όλα αυτά βέβαια ?αν και στην εποχή του πολλές από αυτές τις κατηγορίες δεν υπήρχαν- όμως ήταν κάτι περισσότερο και πιο σημαντικό. Ενας κριτικός του καπιταλισμού, ένας επαναστάτης. Η διαφορά του από μια λαμπρή σειρά άλλων κριτικών του συστήματος και επαναστατών της εποχής του είναι ότι στερέωσε αυτή την κριτική και την επαναστατική προοπτική της σε επιστημονικά θεμέλια. Αυτά τα θεμέλια βέβαια δεν μπήκαν μονομιάς. Αν θέλουμε να μελετήσουμε «μαρξιστικά» το έργο του Μαρξ πρέπει να το εξετάσουμε ιστορικά, στις συνθήκες που αναπτύχθηκε και στην εξέλιξή του.

Ο Άλεξ Καλλίνικος κάνει μια θαυμάσια δουλειά σ? αυτό το επίπεδο. Το βιβλίο ξεκινάει με ένα «εισαγωγικό» κεφάλαιο με τίτλο «Η Ζωή ενός Επαναστάτη». Το βασικό, που μπορεί να μοιάζει αυτονόητο σε κάποιους αλλά δεν είναι, αυτού του κεφαλαίου είναι το γεγονός ότι ο Μαρξ όπως και ο αχώριστος φίλος και σύντροφός του Φ. Ένγκελς, έγινε επαναστάτης, δεν γεννήθηκε. Στην επανάσταση δεν τον έσπρωξε η φτώχεια ούτε η «επιφοίτηση» του επαναστατικού πνεύματος. Σαν νέος φοιτητής ξεκίνησε εξεγειρόμενος ενάντια στο αντιδραστικό πολιτικό καθεστώς της Πρωσίας της εποχής του (η Γερμανία δεν ήταν ακόμα ενιαίο κράτος) με την έμπνευση των ριζοσπαστικών δημοκρατικών ιδεών της εποχής: της γαλλικής επανάστασης κατά κύριο λόγο.

Όμως, στις αρχές της δεκαετίας του 1840, την εποχή που ο Μαρξ κάνει τα πρώτα του βήματα, κάτι καινούργιο είχε γεννηθεί. Ο καπιταλισμός είχε προχωρήσει, οι υποσχέσεις της Γαλλικής Επανάστασης για «Ελευθερία Ισότητα Αδελφότητα» έμεναν ανεκπλήρωτες και η νέα κοινωνία έμοιαζε βουτηγμένη στο αίμα και τον ιδρώτα των νέων εργατών (των «προλετάριων») που γέμιζαν τα κάτεργα της Βιομηχανικής Επανάστασης όπως και στην υποκρισία της ανερχόμενης τάξης των καπιταλιστών (των «αστών»). Το σοσιαλιστικό και το κομμουνιστικό κίνημα, τα ρεύματα δηλαδή που απέρριπταν τον καπιταλισμό και φλέγονταν από το όραμα μιας κοινωνίας χωρίς τάξεις, εκμετάλλευση κα καταπίεση (και χωρίς κράτος), ήταν ήδη ενεργά όταν ο Μαρξ άρχισε να «ψάχνεται», ιδιαίτερα στη Γαλλία. Το κεφάλαιο του βιβλίου που μιλάει για τον «σοσιαλισμό πριν τον Μαρξ» δίνει την εικόνα τους.
Σύνθεση

Ο Λένιν σε ένα σύντομο κείμενό του το 1913 είχε γράψει ότι ο μαρξισμός αποτελεί σύνθεση «του γαλλικού σοσιαλισμού, της αγγλικής πολιτικής οικονομίας και της γερμανικής φιλοσοφίας». Δηλαδή, η σύνθεση των ρευμάτων που αναφέραμε, των μεγάλων βημάτων που είχαν κάνει στην ανάλυση του καπιταλισμού οι «κλασσικοί» της αστικής πολιτικής οικονομίας όπως ο Ανταμ Σμιθ και ο Ντέηβιντ Ρικάρντο και η κληρονομιά του μεγάλου Γερμανού φιλοσόφου, του Γ. Χέγκελ, η «διαλεκτική». Το τι σημαίνει αυτός ο συμπυκνωμένος ορισμός συγκεκριμένα, είναι το θέμα των επόμενων τεσσάρων κεφαλαίων του βιβλίου: «Ρικάρντο, Χέγκελ και Φόϋερμπαχ», «Η μέθοδος του Μαρξ», «Ιστορία και Ταξική Πάλη» και «Καπιταλισμός».

Ιδιαίτερη σημασία έχει το κεφάλαιο «Η μέθοδος του Μαρξ». Για τον Μαρξ, όπως και για τον Χέγκελ τίποτα δεν είναι αιώνιο. Η φύση, οι κοινωνίες, οι ιδέες, αλλάζουν μέσα από αντιθέσεις, συγκρούσεις, ρήξεις και άλματα. Από μόνο της αυτή η θέση ήταν ?και παραμένει- επαναστατική: οι ιδεολογικοί εκπρόσωποι του καπιταλισμού έχουν κηρύξει κάμποσες φορές και με κάμποσους τρόπους το «τέλος της ιστορίας»: όλη η προηγούμενη ιστορία υπήρξε για να εμφανιστεί στη σκηνή ο καπιταλισμός και από δω και πέρα η εξέλιξη τελειώνει. Κάθε άλλο, υποστηρίζει ο Μαρξ. Ο καπιταλισμός είναι μια κοινωνική οργάνωση που γεννήθηκε σε συγκεκριμένες συνθήκες και θα δώσει τη θέση του σε μια νέα κοινωνία. Για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Ένγκελς, οι μελλοντικές γενιές που θα ζούνε σε μια κομμουνιστική κοινωνία θα τον αντιμετωπίζουν σαν την «προϊστορία της ανθρωπότητας».

Η ιστορία είναι μια αντικειμενική διαδικασία, η οποία εξελίσσεται ανεξάρτητα από τη συνείδηση και τη θέληση των ατόμων που συμμετέχουν σε αυτήν. Εκεί που ο Μαρξ προχώρησε παραπέρα από τους «δασκάλους» του όμως είναι στο ότι έβαλε τη διαλεκτική «με τα πόδια κάτω και το κεφάλι πάνω»: δεν είναι η κίνηση στη σφαίρα των ιδεών που πυροδοτεί τις αντιθέσεις και την αλλαγή. Είναι η ανάγκη των ανθρώπων να αλληλεπιδρούν με τη φύση για την παραγωγή και την αναπαραγωγή των φυσικών τους συνθηκών ύπαρξης που αποτελεί το κλειδί για να κατανοήσουμε την εμφάνιση και την παρακμή των κοινωνιών, των ιδεολογικών συστημάτων, των πολιτικών μορφών. Στο κέντρο της αντίληψης του Μαρξ είναι η φράση «οι άνθρωποι φτιάχνουν την ιστορία τους, αλλά όχι σε συνθήκες που επέλεξαν οι ίδιοι». Οι άνθρωποι δεν είναι απλοί «φορείς» είτε της Απόλυτης Ιδέας είτε του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων. Είναι υποκείμενα της ιστορίας που διαμορφώνονται όμως σε μια διαδικασία αντικειμενική, κληρονομημένη από τις προηγούμενες γενιές.
Εργατική τάξη

Η κοινωνική τάξη που έχει τη δύναμη και το συμφέρον να παίξει αυτό τον προωθητικό ρόλο στη καπιταλιστική κοινωνία είναι η εργατική. Η ταξική πάλη γεννιέται αντικειμενικά στον καπιταλισμό, αλλά η έκβασή της δεν είναι σμιλεμένη στα πέτρινα βιβλία της ιστορίας.

Ο Καλλίνικος στο κεφάλαιο «Εργατική Εξουσία» επιμένει παρόλα αυτά, στα βήματα του Μαρξ, ότι η εργατική τάξη είναι ο «νεκροθάφτης του καπιταλισμού», και εξηγεί το περιεχόμενο εννοιών που έχει βουτήξει στη λάσπη ο σταλινισμός και η σοσιαλδημοκρατία: η δικτατορία του προλεταριάτου ?το όνομα που έδιναν οι «κλασσικοί» του μαρξισμού στην εξουσία της εργατικής τάξης-, τον σοσιαλισμό, τον κομμουνισμό.

Ο Α. Καλλίνικος στη νέα εισαγωγή που έγραψε ειδικά για αυτή την επανέκδοση του βιβλίου κάνει την παρατήρηση ότι το κεφάλαιο για τον «Καπιταλισμό» ίσως πάσχει στις σημερινές συνθήκες από μια έλλειψη ανάλυσης του ρόλου που παίζει το χρηματοπιστωτικό σύστημα στον καπιταλισμό, κάτι για το οποίο είχε κάμποσα να πει ο Μαρξ σε έργα του όπως το «Κεφάλαιο». Υπάρχουν άλλα βιβλία που μπορούν να αναπληρώσουν και με το παραπάνω μια τέτοια «έλλειψη», το «Καπιταλισμός Ζόμπι» του Κρις Χάρμαν για παράδειγμα που κυκλοφορεί επίσης από το Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο. Καθόλου δεν μειώνει όμως αυτή η έλλειψη την σημασία των κεφαλαίων για τον Καπιταλισμό ή για «Τον Μαρξ σήμερα», παρόλο που όταν γράφτηκε, στις αρχές της δεκαετίας του ?80, επικρατούσαν συνθήκες ήττας του εργατικού κινήματος και υποχώρησης των ιδεών της ανατροπής του καπιταλισμού. Πολλά έχουν αλλάξει από τότε. Όπως σημειώνει στην εισαγωγή ο Αλεξ Καλλίνικος:

«Η κατάρρευση των Σταλινικών καθεστώτων στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη και τη Σοβιετική Ένωση στα τέλη της δεκαετίας του ?80, που ήρθε και μετά από μια σειρά ήττες για το εργατικό κίνημα στη Δύση, ήταν ένα δυνατό χτύπημα για την Αριστερά διεθνώς ?παρά το γεγονός, όπως δείχνω λεπτομερειακά, ότι η αντίληψη του ίδιου του Μαρξ για το σοσιαλισμό σαν την αυτοαπελευθέρωση της εργατικής τάξης είναι σε αντίθεση με τη συγκέντρωση της εξουσίας στην κορυφή, που ήταν ένα από τα χαρακτηριστικά αυτών των καθεστώτων. Αλλά είμαστε μάρτυρες από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 μιας αργής διαδικασίας ανάκαμψης της γνήσιας αντικαπιταλιστικής αριστεράς, την ίδια στιγμή που οι απόπειρες αναβίωσης της σοσιαλδημοκρατίας μέσα από το πάντρεμά της με το νεοφιλελευθερισμό ήλθαν και παρήλθαν, έχοντας χάσει κάθε αξιοπιστία εξαιτίας των αντεργατικών τους επιθέσεων και του πρωταγωνιστικού τους ρόλου στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους.
Αντανάκλαση

Η ανάδειξη μέσα από τις διαδηλώσεις στο Σιάτλ το Νοέμβρη του 1999 αυτού που αποκλήθηκε κίνημα για την παγκόσμια δικαιοσύνη, αντανακλούσε την αναβίωση της δυσαρέσκειας με το ίδιο το σύστημα. Στην Ευρώπη αυτή η διαδικασία βρήκε αντανάκλαση στα μαζικά κινήματα ενάντια στον πόλεμο του Ιράκ, στη Λατινική Αμερική στις νέες αριστερές κυβερνήσεις που αναδείχθηκαν τη δεκαετία του 2000.

Η ριζοσπαστικοποίηση της διανόησης που συνόδευσε αυτές τις εξελίξεις, οδήγησε σε μια ανανέωση της ιδέας του κομμουνισμού ως μιας αυθεντικής εναλλακτικής λύσης στον καπιταλισμό. Τα σκληρά προγράμματα λιτότητας που προωθούν οι κυβερνήσεις στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ για να ρίξουν τα βάρη της παγκόσμιας οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης στις πλάτες του εργαζόμενου λαού και των φτωχών, έχουν προκαλέσει κύματα μαχητικής αντίστασης. Και οι Αραβικές επαναστάσεις ξεκίνησαν ανατρέποντας καθεστώτα όπως της Τυνησίας και της Αιγύπτου, που ήταν στην πρωτοπορία του νεοφιλελευθερισμού στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική.

Έτσι, το ακροατήριο για τον Μαρξ είναι πολύ αυξημένο σε μια εποχή αναζωογόνησης της αντικαπιταλιστικής πολιτικής. Κι έτσι θα ?πρεπε να ?ναι. Επειδή, για τον Μαρξ, υπήρχε πάντα μια αδιάρρηκτη σύνδεση ανάμεσα στην κατανόηση του κόσμου και την πάλη για την αλλαγή του».
Λέανδρος Μπόλαρης EA τ.976
 
Ο ελληνικός καπιταλισμός, η παγκόσμια οικονομία και η κρίση

Συγγραφείς: Μαρία Στύλλου, Κώστας Σαρρής, Μωυσής Λίτσης, Σωτήρης Κοντογιάννης, Πάνος Γκαργκάνας
Εκδόσεις: Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο
Σελίδες: 278

Τιμή: 13 €



Το Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο κυκλοφόρησε μια συλλογή κειμένων με τίτλο «Ο ελληνικός καπιταλισμός, η παγκόσμια οικονομία και η κρίση». Πρόκειται για μια σειρά άρθρων που έχουν δημοσιευτεί στη «Μαμή» το περιοδικό της ΟΣΕ (της οργάνωσης από την οποία προέρχεται το ΣΕΚ) και το περιοδικό «Σοσιαλισμός από τα κάτω» το δίμηνο περιοδικό του ΣΕΚ. Η χρονική περίοδος που καλύπτουν αυτά τα άρθρα είναι πολύ μεγάλη. Από το «Ο ιμπεριαλισμός σήμερα και οι ελληνοτουρκικοί ανταγωνισμοί» που δημοσιεύτηκε στη «Μαμή» του Γενάρη-Φλεβάρη 1984 μέχρι το «Ευρωπαϊκή Ένωση και Αριστερά» που δημοσιεύεται στο τεύχος του «Σοσιαλισμός από τα κάτω» το οποίο κυκλοφόρησε πριν μερικές μέρες.

Αυτό το πλούσιο υλικό, στο βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερις ενότητες. Η πρώτη έχει τίτλο «στη δίνη της μεγαλύτερης παγκόσμιας κρίσης». Σήμερα είναι ίσως τετριμμένες οι συγκρίσεις της σημερινής με την μεγάλη κρίση του καπιταλισμού στη δεκαετία του ΄30. Στα τέλη του 2007 και αρχές του 2008 τέτοιες συγκρίσεις ήταν αιρετικές.

Το περιοδικό Σοσιαλισμός από τα κάτω είναι ίσως το πρώτο στην Ελλάδα που επεσήμανε το βάθος και την ένταση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Όταν ο Μωυσής Λίτσης ξεκινούσε το άρθρο «Κραχ που πάει ο καπιταλισμός;» (Νο 68, Γενάρης Φλεβάρης 2008) με τη φράση «Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την παγκόσμια οικονομία, για να παραφράσουμε την ιστορική ρήση του Καρλ Μαρξ, αυτό της ύφεσης», σε πολλούς, ακόμα και στην αριστερά, ακουγόταν ως μια υπερβολική πρόβλεψη. Ηταν μια μακρινή εποχή όπου η κρίση ήταν ακόμα περιορισμένη στην αγορά των επισφαλών στεγαστικών δανείων των ΗΠΑ και το κύριο πρόβλημα που αντιμετώπιζαν οι οικονομίες ήταν το πάγωμα του δανεισμού ανάμεσα στις τράπεζες.

Έτσι, ήδη από τις αρχές του 2008, σε άρθρο στο Σοσιαλισμός από τα Κάτω (Νο 67) γραφόταν ότι: «η σημερινή κρίση ξαναφέρνει με πολύ γρήγορους ρυθμούς στην επιφάνεια τα παλιά προβλήματα της δημοσιονομικής κρίσης. Παρά το γεγονός ότι σήμερα οι βασικές χώρες της Ε.Ε. έχουν κοινό νόμισμα το ευρώ, το κόστος του κρατικού δανεισμού για χώρες με υπερχρεωμένους προϋπολογισμούς εκτοξεύεται προς τα πάνω. Στις αρχές Μαρτίου η Ισπανία πλήρωνε 25 μονάδες βάσης παραπάνω από τη Γερμανία για το επιτόκιο των δεκαετών ομολόγων του δημοσίου και η Ιταλία 50 μονάδες (100 μονάδες βάσης αντιστοιχούν σε 1% μεγαλύτερο επιτόκιο). Η Ελλάδα ξεπερνούσε και τις δύο αυτές χώρες πληρώνοντας πάνω από 60 μονάδες βάσης». Οι γραμμές αυτές γράφονταν όταν στα ελληνικά ΜΜΕ, αλλά και στις πολιτικές δυνάμεις, κυριαρχούσε η αντίληψη ότι η ελληνική οικονομία θα βγει αλώβητη από την διεθνή κρίση.

Μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers, ένα άλλο άρθρο στο ίδιο περιοδικό («Πέρα από τον νεοφιλελευθερισμό» Νο 71, Νοέμβρης-Δεκέμβρης 2008) εξηγούσε ότι επειδή «οι τράπεζες έχουν γιγαντωθεί σε τέτοιο βαθμό» τότε «ακόμα και τα μεγαλύτερα κράτη κινδυνεύουν να γονατίσουν από τα χρέη αν προσπαθήσουν να σώσουν τις τράπεζες με όρους εμπορικούς». Το «πακέτο Πόλσον» για τη στήριξη του τραπεζικού συστήματος των ΗΠΑ είχε ανεβάσει το δημόσιο χρέος σε 10 τρις δολάρια και οι χρηματαγορές είχαν αρχίσει «να υπολογίζουν πόσο είναι το ρίσκο κήρυξης χρεοκοπίας του αμερικάνικου δημοσίου και να χρεώνουν το αντίστοιχο ασφάλιστρο για κάθε νέο δάνειο που συνάπτει το αμερικάνικο Υπουργείο Οικονομικών!». Σήμερα, ο κίνδυνος της χρεοκοπίας έχει χτυπήσει την πόρτα του ελληνικού καπιταλισμού και όχι μόνο -ολόκληρου του ευρωπαϊκού νότου. Η κρίση όχι μόνο δεν κοπάζει, αλλά η νέα ύφεση που είναι μπροστά μας θα προκαλέσει πολλές περιπτώσεις σαν της Ελλάδας παγκοσμίως.

Ξανά και ξανά στην ιστορία του συστήματος, οι διαχειριστές και οι απολογητές του (δεν ταυτίζονται απαραίτητα) έχουν διακηρύξει ότι οι κρίσεις ανήκουν πλέον στην ιστορία. Συνήθως, η κρίση χτυπάει λίγο μετά, όταν η ευφορία των καπιταλιστών και των παρατρεχάμενών τους βρίσκεται στο απόγειό της. Ετσι έγινε στα τέλη της δεκαετίας του 1920, έτσι γίνηκε και σήμερα. Η τρίτη ενότητα του βιβλίου εξετάζει τις «ρίζες της σημερινής κρίσης». Τη δεκαετία του 1990 ο καπιταλισμός παγκόσμια θριαμβολογούσε για την ατμομηχανή του κλάδου των εταιρειών υψηλής τεχνολογίας (τηλεπικοινωνίες, ίντερνετ).

Φούσκα

Το «νέο υπόδειγμα», η «νέα οικονομία» με κέντρο τις ΗΠΑ υποτίθεται ότι άνοιγε μια εποχή απρόσκοπτης ανάπτυξης, όπου στον ορίζοντα αχνόφεγγε μια «άυλη οικονομία». Αν διαβάσετε τα άρθρα του περιοδικού όπως για τη φούσκα του ιντερνέτ (Νο 36 Μάης-Ιούνης 2000) θα διαπιστώσετε ότι στην αριστερά υπήρχε ένα ρεύμα μαρξιστικής σκέψης που επέμενε στην παλιά διαπίστωση πως ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός -ότι οι κερδοσκοπικές μόδες του συστήματος δεν είναι και θεραπεία από την ανίατη ασθένεια που το οδηγεί στην κρίση.

Τόσο σε αυτή την ενότητα, όσο και στην προηγούμενη, το κόκκινο νήμα που διαπερνάει τις εκτιμήσεις για την οικονομική συγκυρία και τα ζητήματα που βάζει, είναι η μαρξιστική ανάλυση για τον σύγχρονο καπιταλισμό, που διατύπωσαν στις δεκαετίες του 1960 και του 1970 μαρξιστές όπως ο Τ. Κλιφ και ο Μ. Κίντρον, και επεξεργάστηκε ακόμα παραπέρα μια επόμενη γενιά με κυριότερο εκπρόσωπο τον Κρις Χάρμαν. Στο κέντρο αυτής της ανάλυσης είναι η εξήγηση των αιτιών που οδήγησαν τον παγκόσμιο καπιταλισμό από την μεταπολεμική άνθηση στην κρίση τη δεκαετία του ΄70.

Από τότε το σύστημα έχει μπει σε μια περίοδο με έντονες υφέσεις που διακόπτονται από ασθενικές ανακάμψεις -τις περισσότερες φορές πυροδοτούμενες από κερδοσκοπικές φούσκες όπως αυτή που έσπασε το 2007 στην Αμερική. Οσο και να έχει αλλάξει το σύστημα από την εποχή του Μαρξ δεν έχει απαλλαγεί από τις δυο εγγενείς τάσεις που είχε επισημάνει ο Μαρξ: την τάση για συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου και την πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους. Είναι τα δυο σκέλη μια λαβίδας από το σφίξιμο της οποίας δεν μπορεί να απαλλαγεί το σύστημα.

Με όπλο αυτή τη μαρξιστική ανάλυση εξετάζεται, στην επόμενη ενότητα του βιβλίου, η πορεία του ελληνικού καπιταλισμού «από τα φιλόδοξα ανοίγματα στην χρεοκοπία». Αυτή η ενότητα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους αγωνιστές και τις αγωνίστριες που αναζητάνε σήμερα θεωρητικό και πολιτικό προσανατολισμό στις μάχες που ξεδιπλώνονται μπροστά μας.

Το περιοδικό Σοσιαλισμός από τα κάτω και το ΣΕΚ συνολικά, χρειάστηκε να δώσουν μια μακρόχρονη και μοναχική μάχη στη δεκαετία του ΄90. Από τη μια χρειαζόταν να επιχειρηματολογούμε ενάντια στις πιέσεις του ΠΑΣΟΚ του Σημίτη για την αναγκαιότητα να επωμιστεί η εργατική τάξη τις απαραίτητες θυσίες για τους «εθνικούς στόχους» όπως η ένταξη στην ΟΝΕ. Ταυτόχρονα, έπρεπε να δίνουμε και μια ολόκληρη μάχη μέσα στην αριστερά που δεν προσαρμοζόταν σε αυτές τις πιέσεις, επιμένοντας ότι οι επιτυχίες του ελληνικού καπιταλισμού στηρίζονταν σε πήλινα πόδια, ότι το «Ελντοράντο των ελληνικών τραπεζών» στα Βαλκάνια (τίτλος άρθρου στο Νο 67 Μάρτης-Απρίλης 2008) θα μετατρεπόταν σε εφιάλτη για όλον τον ελληνικό καπιταλισμό.

Μια τέτοια ανάλυση δεν εξασφαλίζει μόνο ότι αποδειχτήκαμε σωστοί εκεί που άλλοι αποδείχτηκαν τραγικά λάθος στις εκτιμήσεις τους. Το βασικό είναι ότι μια τέτοια μαρξιστική ανάλυση του σύγχρονου ελληνικού καπιταλισμού (που έχει τις ρίζες της πολύ πίσω στο χρόνο, στις αναλύσεις του Π. Πουλιόπουλου τη δεκαετία του ΄30 όπως επισημαίνει στο πρόλογο ο Θ. Καμπαγιάννης) βοηθήσανε στο σωστό πολιτικό προσανατολισμό. Στο να μην «τα βάψει μαύρα» η επαναστατική αριστερά και να παίξει ρόλο στις νέες μάχες του κινήματος.

Στρατηγική

Πιο επικεντρωμένο σε αυτό το ζήτημα είναι η τέταρτη ενότητα του βιβλίου, με τίτλο «Η απάντηση της Αριστεράς». Στην «Μαμή» του Νοέμβρη-Δεκέμβρη 1985, μετά την ανακοίνωση του σταθεροποιητικού προγράμματος λιτότητας του Παπανδρέου-Σημίτη, δημοσιευόταν ένα άρθρο με τίτλο «Απέναντι στην κρίση - Η μόνη λύση Επανάσταση». Ο τίτλος μπορεί να μοιάζει «αφηρημένος» ή «απογειωμένος» σε κάποιους, όμως αυτό που ακολουθεί είναι ένα άρθρο που αναλύει με επιστημονική αυστηρότητα τις στρατηγικές του ελληνικού καπιταλισμού τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, στην περίοδο δηλαδή που το παγκόσμιο σύστημα έχανε την ισορροπία του:

«Στις διάφορες απόψεις που διατυπώνονται γύρω από την κρίση, ένας συνηθισμένος κοινός παρανομαστής είναι η συγκέντρωση της προσοχής στην ιδιαιτερότητα της ελληνικής περίπτωσης. Το διεθνές περιβάλλον υπάρχει κάπου εκεί στο βάθος, είναι το πανί πάνω στο οποίο προβάλλεται η ταινία της κρίσης, αλλά οι πρωταγωνιστές είναι οι ιδιομορφίες του ελληνικού καπιταλισμού. Λείπει η εικόνα του καπιταλισμού σαν παγκόσμιο σύστημα με την δική του δυναμική που συμπαρασύρει και την ελληνική περίπτωση μέσα από τον συγκεκριμένο τρόπο που είναι ενσωματωμένη στον διεθνή καταμερισμό».

Αυτή η επισήμανση έχει ιδιαίτερη σημασία για το πώς πρέπει να αντιμετωπίζουμε τις συζητήσεις που ξετυλίγονται και σήμερα στην αριστερά για τις αιτίες της κρίσης και την απάντηση σε αυτήν.

Το πρόβλημα του ελληνικού καπιταλισμού σήμερα δεν είναι ούτε πρόβλημα εξάρτησης ούτε πρόβλημα στρεβλής ανάπτυξης. Αν ήταν έτσι, τότε η κρίση θα αφορούσε κάποιες χώρες όπως η Ελλάδα. Αυτό όμως, όπως δείχνει η πορεία της παγκόσμιας οικονομίας τα τρία τελευταία χρόνια, κάθε άλλο παρά ισχύει. Η κρίση είναι παγκόσμια και τις πιέσεις της δημοσιονομικής κρίσης δεν καλούνται να τις αντιμετωπίσουν μόνο οι «περιφερειακοί» καπιταλισμοί όπως ο ελληνικός αλλά και οι κολοσσοί, όπως ο αμερικάνικος ή ο βρετανικός. Αυτό που χρειάζεται αλλαγή δεν είναι το «παραγωγικό μοντέλο» του ελληνικού καπιταλισμού αλλά το ποιος παίρνει τις αποφάσεις για την οικονομία και την κοινωνία: οι καπιταλιστές ή οι εργάτες; Το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα της αριστεράς, τα αιτήματα για τη στάση πληρωμών του χρέους, για την κρατικοποίηση των τραπεζών με εργατικό έλεγχο, προσπαθούν να ανοίξουν τον δρόμο για αυτή την προοπτική.

Είναι μια συζήτηση ανοιχτή σε όλη την αριστερά. Το ΣΕΚ έχει επεξεργαστεί τις απαντήσεις του μέσα από μια μακρά πορεία, όπως δείχνει κι αυτή η συλλογή άρθρων και αισθάνεται δικαιωμένο για αυτές. «Τα γραπτά μένουν, τα λόγια φεύγουν» όπως λέει και το γνωστό λατινικό ρητό. Θέλουμε χιλιάδες αγωνιστές και αγωνίστριες να εξοπλιστούν με αυτές τις απαντήσεις. Είναι δύναμη για τους αγώνες της τάξης μας.
Λέανδρος Μπόλαρης (Ε.Α. Φ.919)

 
Καπιταλισμός Ζόμπι: Η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση και η επικαιρότητα του Μαρξ

Συγγραφείς: Κρις Χάρμαν
Εκδόσεις: Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο
Σελίδες: 560

Τιμή: 22 €
 
 
Η ελληνική έκδοση του βιβλίου του Κρις Χάρμαν για τον Καπιταλισμό-Ζόμπι προσφέρει το κατάλληλο βιβλίο στην κατάλληλη χώρα στην κατάλληλη στιγμή. Σχεδόν ολόκληρο το χρονικό διάστημα από την αγγλική έκδοση μέχρι την ελληνική έχει κυριαρχηθεί από τις εξελίξεις γύρω από το ελληνικό δημόσιο χρέος. Όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά διεθνώς. Γιατί η ελληνική δημοσιονομική κρίση απασχολεί όχι μόνο τα οικονομικά επιτελεία και τον πολιτικό κόσμο της Ελλάδας, αλλά όλης της Ευρώπης και της Κίνας και των ΗΠΑ; Ποια είναι η ευρύτερη διάσταση αυτής της κρίσης που τη μετατρέπει σε κρίση του Ευρώ και προκαλεί ανησυχίες από την Ουάσινγκτον μέχρι το Πεκίνο; Και γιατί ακόμη και τα ισχυρότερα οικονομικά κέντρα του πλανήτη αδυνατούν να βάλουν ένα τέλος και αναγκάζονται να παρουσιάζουν νέα σχέδια και μηχανισμούς παρέμβασης σχεδόν κάθε εξάμηνο από το 2008 μέχρι σήμερα;
Αυτά είναι εύλογα ερωτήματα που απασχολούν όλο τον κόσμο, από τους αναλυτές των διεθνών οργανισμών και τους σχολιαστές των ΜΜΕ μέχρι τους «κοινούς θνητούς» που αγωνίζονται να αποφύγουν τα βάρη αυτής της κατάστασης.
Η συνοπτική απάντηση που προσφέρει ο Χάρμαν μέσα από αυτό το βιβλίο είναι ότι πρόκειται για κρίση του καπιταλισμού σαν σύστημα. Έχει τις ρίζες της στην ίδια τη φύση του καπιταλισμού, έχει τις διαδρομές της στην ίδια την ιστορία του και έχει τη λύση της στην ανατροπή του από αυτούς που ο Μαρξ ονόμασε ιστορικό νεκροθάφτη του καπιταλισμού, δηλαδή την εργατική τάξη.
Αυτές οι απαντήσεις μπορεί να μοιάζουν απλές ? πολλοί θα έλεγαν απλοϊκές ? αλλά απαιτούν μια τεράστια προσπάθεια για να στοιχειοθετηθούν. Όταν η επίσημη οικονομική θεωρία έχει σηκώσει τα χέρια ψηλά καθώς κατά γενική ομολογία αιφνιδιάστηκε από το ξέσπασμα της κρίσης το 2008, ο καθένας καταλαβαίνει ότι οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες.
Ο Χάρμαν βουτάει στα βαθιά για να τις αναζητήσει, τόσο στη θεωρία όσο και στην ιστορία και στη σημερινή πραγματικότητα.
Επιχειρεί μια επιστροφή στον Μαρξ και καταπιάνεται με τις αντιρρήσεις και τις αμφισβητήσεις της θεωρίας του, τόσο από τους αντίπαλους της μαρξιστικής θεωρίας όσο και από αυτούς που τοποθετούσαν τον εαυτό τους μέσα στο μαρξιστικό στρατόπεδο. Πρόκειται για μια εργασία απαραίτητη για να αναζητηθεί το θεωρητικό πλαίσιο που μπορεί να δώσει τις ερμηνείες για τη λειτουργία της οικονομίας, τις ερμηνείες που διαφεύγουν εδώ και δεκαετίες από τους θεωρητικούς της οικονομικής επιστήμης. Και βέβαια πρόκειται για πολύτιμη συμβολή στην προσπάθεια της αριστεράς και των δικών της διανοούμενων να αναδείξουν την επικαιρότητα του Μαρξ για τη θεμελίωση μιας σύγχρονης εναλλακτικής θεωρίας.
Κατά τη γνώμη μας, τα πέντε πρώτα κεφάλαια αυτού του βιβλίου αποτελούν την καλύτερη παρουσίαση μιας τέτοιας μαρξιστικής θεωρίας από τότε που ο Πολ Σουίζι έγραψε τη Θεωρία της Καπιταλιστικής Ανάπτυξης το 1942. Ο Χάρμαν γεννήθηκε το 1942 αλλά διεκδικεί επάξια τον τίτλο του μαρξιστή θεωρητικού που παίρνει τις έννοιες του Μαρξ, τις υπερασπίζεται και τις συγκροτεί σε ένα σφριγηλό σύνολο ικανό να αντιμετωπίσει τις σύγχρονες προκλήσεις. Αυτό το πρώτο μέρος του βιβλίου θα ήταν αρκετό από μόνο του για να το καταξιώσει σαν εγχειρίδιο μαρξιστικής οικονομικής θεωρίας.
Παρ? όλα αυτά, ο Χάρμαν δεν περιορίζεται εκεί. Στη δεύτερη ενότητα του βιβλίου καταπιάνεται με την ιστορία του καπιταλισμού σε όλο τον περασμένο αιώνα. Το σύστημα πέρασε μέσα από τη μεγαλύτερη κρίση του στη δεκαετία του 1930, επιβίωσε και γνώρισε τη μεγαλύτερη άνθησή του στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες πριν επιστρέψει ξανά στα κρισιακά φαινόμενα που το σημάδεψαν στις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα και κορυφώθηκαν πρόσφατα.
Μέσα σε αυτή την ιστορική διαδρομή, η μαρξιστική θεωρία που σκιαγραφεί ο Χάρμαν στο πρώτο μέρος του βιβλίου έχει να αναμετρηθεί με τις ορθοδοξίες που κυριάρχησαν στις δυο διαφορετικές συγκυρίες του καπιταλισμού. Ο Κέινς αρχικά και ο Φρίντμαν στη συνέχεια αποτέλεσαν τους δυο πόλους γύρω από τους οποίους περιστράφηκαν οι θεωρητικές ερμηνείες αλλά και οι πρακτικές κυβερνητικές πολιτικές στις δυο διαφορετικές φάσεις του συστήματος. Ούτε στην άνθηση, ούτε στην αστάθεια δεν μπόρεσαν να προσφέρουν πραγματικές διεξόδους από τα προβλήματα του συστήματος.
Τα κράτη δεν είναι «ουδέτεροι μηχανισμοί», ανεπηρέαστοι από τη δυναμική που δημιουργεί η τυφλή ανταγωνιστική συσσώρευση του κεφάλαιου. Στο γερασμένο καπιταλισμό, με τις γιγάντιες επιχειρήσεις που έχει συγκροτήσει η τάση της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφάλαιου, τα κράτη είναι αναπόσπαστα στοιχεία ανάμεσα στα υποκείμενα της ανταγωνιστικής συσσώρευσης. Οι θεωρίες που τα αναγορεύουν είτε σε «σωτήρες» από τις ατέλειες της ελεύθερης αγοράς, είτε σε «στρεβλώσεις» του ελεύθερου ανταγωνισμού, χάνουν από τα μάτια τους την ίδια την ένταξή τους μέσα στο σύστημα.
Ο Χάρμαν, αντίθετα, μπορεί και αναλύει συγκεκριμένα τις επιπτώσεις της αυξημένης κρατικής παρουσίας στη σύγχρονη οικονομία, είτε πρόκειται για τις σπατάλες της πολεμικής βιομηχανίας είτε για τις δαπάνες του κοινωνικού «κράτους-πρόνοιας». Επιπτώσεις που επηρεάζουν τη μέση κερδοφορία των επιχειρήσεων και τους ρυθμούς συσσώρευσης, χωρίς να μπορούν να μετατραπούν σε εξωγενείς παράγοντες ικανούς να ανατρέψουν την ενδογενή τάση προς την πτώση του ποσοστού κέρδους και την κρίση.
Με αυτό το υπόβαθρο, ο συγγραφέας είναι σε θέση να αντιμετωπίσει στην τελευταία ενότητα του βιβλίου τη σημερινή φάση του καπιταλισμού, σε ανοιχτό διάλογο με όλες τις απόψεις που αναπτύσσονται γύρω από την τρέχουσα συγκυρία. Πόσο βάσιμες ήταν οι θεωρίες για την «παγκοσμιοποίηση» που κυριαρχούσαν μέχρι πριν λίγα χρόνια; Από πού προέκυψαν οι «φούσκες» που αντικατέστησαν την προηγούμενη κυρίαρχη περιγραφή περί «νέας οικονομίας»; Πόσο υπεύθυνη ήταν η λειτουργία του τραπεζικού συστήματος και η τάση του financialization γι? αυτή την εξέλιξη;
Ο Χάρμαν δίνει απαντήσεις σε αυτά και πολλά ακόμη ερωτήματα παραπέμποντας στα προβλήματα που δημιουργούσε η πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους στην πραγματική οικονομία. Το εύρος των δημοσιεύσεων που παρακολουθεί για να μην του ξεφύγει καμιά πλευρά όλης αυτής της έντονης σημερινής συζήτησης είναι κάτι παραπάνω από εντυπωσιακό. Και εξίσου εντυπωσιακή είναι η ικανότητά του να φτάνει πάντα στη ρίζα του ζητήματος και να στοιχειοθετεί την κεντρική του θέση: η κρίση αφορά τον ίδιο τον καπιταλισμό σαν σύστημα, οι εργάτες δεν μπορούν να έχουν εμπιστοσύνη σε τίποτε άλλο πέρα από τη δική τους δυνατότητα να τον ανατρέψουν.
Αυτή η ικανότητα του Χάρμαν οικοδομήθηκε μέσα από μια συστηματική προσπάθεια των τελευταίων τουλάχιστον 25 χρόνων. Από το 1984 που εκδόθηκε το βιβλίο του Explaining the Crisis μέχρι το 2009 που πέθανε, είναι αναρίθμητα τα άρθρα που δημοσίευσε γύρω από όλα αυτά τα ζητήματα όπως αναδύονταν μέσα στις στροφές και τα γυρίσματα όχι μόνο των οικονομικών αλλά και των ιδεολογικών και πολιτικών εξελίξεων. Το κυριότερο, όμως, ίσως ήταν ότι κάθε καλοκαίρι ήταν παρών στις εκδηλώσεις του Marxism που οργάνωνε το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα (SWP) της Βρετανίας στο Λονδίνο. Αυτός είναι ένας θεσμός του κινήματος που ουσιαστικά διαδέχτηκε το Communist University που οργάνωνε παλιότερα το ΚΚ Βρετανίας. Ένα κομμουνιστικό πανεπιστήμιο για τους αγωνιστές που είχαν και έχουν να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες της ανάλυσης του καπιταλισμού μέσα από τις εμπειρίες και τη σκοπιά της ταξικής πάλης. Στα δύσκολα ακροατήρια αυτού του «πανεπιστήμιου» δοκίμαζε τις ιδέες του ο Χάρμαν και έπαιρνε έμπνευση και αντοχή για να επιμείνει σταθερά στους μαρξιστικούς προσανατολισμούς του, χωρίς ποτέ να πάψει να τους ανανεώνει και να τους επικαιροποιεί. Όσοι και όσες είχαμε την τύχη να παρακολουθούμε αυτή την πορεία, βλέπαμε και συμμετείχαμε στη διαμόρφωση αυτού του υπέροχου καρπού που αντιπροσωπεύει αυτό το βιβλίο.
Λίγο μετά την έκδοση του Zombie Capitalism και λίγο πριν από το θάνατό του το φθινόπωρο του 2009, ο Κρις Χάρμαν απαντούσε σε μια συνέντευξή του στο ερώτημα «Στη σημερινή κρίση οι κυβερνήσεις έχουν ρίξει τεράστια ποσά στο σύστημα. Τι επίδραση θα έχει αυτό;» ως εξής:
Κανένας δεν γνωρίζει. Κάθε πολυεθνική και κάθε τράπεζα κρατάει μυστικά τα επίπεδα του χρέους της, γιατί δεν θέλουν να δώσουν πλεονέκτημα στους ανταγωνιστές τους. ?Οι κυβερνήσεις προσπαθούν να καλύψουν μια απέραντη τρύπα που κανένας δεν γνωρίζει το μέγεθος της. Σε κάποιο χρονικό σημείο στο κοντινό μέλλον θα προσπαθήσουν να πάρουν τα λεφτά τους πίσω ? όχι όμως από τους τραπεζίτες αλλά από τους απλούς ανθρώπους.
Σε αυτή την κατάσταση, ορισμένες κυβερνήσεις βρίσκονται σε καλύτερη θέση από κάποιες άλλες. Οι ΗΠΑ, παραδείγματος χάρη, έχουν τη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου και μπορούν πιθανά να αναβάλουν τη στιγμή της αλήθειας για ένα διάστημα. Αλλά κάποιες χώρες της ανατολικής Ευρώπης βρίσκονται ήδη στα στενά.
Σήμερα ξέρουμε πολύ καλύτερα ποιοι καπιταλισμοί βρίσκονται στα στενά, αλλά και πώς αντιδρούν οι εργάτες όταν φτάνει αυτή η στιγμή. Στους εργάτες και της εργάτριες που ξεσήκωσαν την πιο εντυπωσιακή εργατική αντίσταση στην Ελλάδα και έκαναν το Greve generale να διαβάζεται Grece generale είναι αφιερωμένη αυτή η έκδοση.

Πάνος Γκαργκάνας
Φλεβάρης 2011
 
 Η Διαρκής Επανάσταση

Συγγραφείς: Λέον Τρότσκι
Εκδόσεις: Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο
Σελίδες: 199

Τιμή: 12 €
 
 
Ο Τρότσκι, το 1929, εξόριστος από το σταλινικό καθεστώς στο νησί Πρίγκηπος, στη θάλασσα του Μαρμαρά, επικαιροποιεί τα συμπεράσματα του 1905, αξιοποιώντας την εμπειρία και του 1917 και την τραγωδία της Κίνας και μας χαρίζει το βιβλίο που είναι σήμερα γνωστό ως «Η Διαρκής Επανάσταση». Στόχος του ήταν να προλάβει να διαμορφώσει μια γενιά ηγετών της εργατικής τάξης που δεν θα άφηναν τα αδέρφια τους στις χώρες του Τρίτου Κόσμου να ακολουθήσουν τη μοίρα των κινέζων εργατών. Η σταλινική αντεπανάσταση όμως νίκησε και στη θέση της «Διαρκούς Επανάστασης», οι κομμουνιστές του Γ΄ Κόσμου έπρεπε να καταναλώσουν τη λεγόμενη «θεωρία των σταδίων» που τους οδήγησε είτε στην ανυποληψία, είτε στην άκριτη υποστήριξη εθνικιστικών κομμάτων και καθεστώτων - από την Ινδία ως την Αίγυπτο.

Στην Ελλάδα, η προοπτική του σοσιαλισμού την οποία είχε σημαία του το ΣΕΚΕ και το επαναστατικό ΚΚΕ στα πρώτα χρόνια έδωσε τη θέση της στη «θεωρία της εξάρτησης», στα δημοκρατικά και λαϊκά μέτωπα και στην ψεύτικη εικόνα περί «Ψωροκώσταινας». Η ελληνική εκδοχή της «θεωρίας των σταδίων» οδήγησε στην ήττα του Μάη του ΄36, στη Συμφωνία της Βάρκιζας, στο χαμένο Δεκέμβρη του ΄44 και στους συμβιβασμούς των Ιουλιανών του ΄65.

Η «Διαρκής Επανάσταση» του Τρότσκι κυκλοφόρησε στη Μεταπολίτευση σε μετάφραση Θεοδόση Θωμαδάκη από τις εκδόσεις «Αλλαγή» και έκανε αρκετές επανεκδόσεις (1982, 1984, 1988). Το Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο την επανέκδοσε διορθωμένη και με κάποιες αλλαγές το 1998 και σήμερα την επανεκδίδει, καθώς έχει εξαντληθεί εδώ και κάποιο καιρό.



Η «Διαρκής Επανάσταση» του Λέον Τρότσκι είναι μία από τις σημαντικότερες συνεισφορές που έγιναν στο Μαρξισμό μέσα στον περασμένο αιώνα και παραμένει το καθαρότερο θεωρητικό εργαλείο για τη χάραξη επαναστατικής στρατηγικής και τακτικής στον 21ο αιώνα.

Για να καταλάβει κανείς πόσο κρίσιμη τομή ήταν η «Διαρκής Επανάσταση» χρειάζεται να θυμηθεί πώς περίπου ήταν ο πλανήτης στις αρχές του 20ου αιώνα. Η αποικιοκρατία δεν είχε ακόμη ολοκληρώσει την πορεία της. Στην Αφρική και στην Ασία επιβίωναν ακόμη καθεστώτα που δεν είχαν την παραμικρή σχέση με τον καπιταλισμό. Στο εσωτερικό της Ευρώπης ήταν ακόμη όρθιες τρεις αυτοκρατορίες «παλαιού τύπου», η Αυστρο-ουγγρική, η Οθωμανική και η Ρώσικη. Ο καπιταλισμός έμοιαζε σαν ένα ευρωπαϊκό προϊόν που είχε αρχίσει να εξάγεται, αλλά συναντούσε δυσκολίες και είχε ακόμη πολύ δρόμο μπροστά του.

Ενα μεγάλο μέρος της υδρογείου παρέμενε «άγνωστη γη» για τις σοσιαλιστικές ιδέες και οι ευρωπαίοι επαναστάτες μόνο ασαφείς προβλέψεις μπορούσαν να κάνουν για το πώς θα εξελισσόταν η επαναστατική διαδικασία στις φτωχές χώρες.

Η πιο λογικοφανής πρόβλεψη ήταν ότι πρώτα θα έπρεπε να αναπτυχθεί ο καπιταλισμός, να δημιουργήσει την εργατική τάξη και στη συνέχεια θα γινόταν λόγος για την πάλη για το σοσιαλισμό. Με δυο λόγια, ο κόσμος ήταν χωρισμένος σε χώρες που ήταν ώριμες για το σοσιαλισμό και σε άλλες που δεν ήταν. Στην πραγματικότητα, ώριμη για το σοσιαλισμό ήταν μόνο μια μικρή νησίδα της Ευρώπης, από την Αγγλία ως τη Γερμανία και από εκεί ως τον ιταλικό Βορρά.

Η Ρωσία ήταν μια χώρα που όλοι θεωρούσαν ακόμη ανώριμη για το σοσιαλισμό. Κατά τεκμήριο καθυστερημένη χώρα, όχι μόνο οικονομικά και κοινωνικά αλλά και πολιτικά. Στη βάση, αχανείς εκτάσεις μόνο με αγροτικό πληθυσμό και μάλιστα αγρότες που είχαν πάψει να είναι δουλοπάροικοι μόλις το 1860, σε κάποιες περιοχές ακόμη και το 1890. Και στην κορυφή, το τσαρικό καθεστώς που έμοιαζε παγωμένο στο Μεσαίωνα. Οι Ρώσοι επαναστάτες όμως είχαν το προνόμιο να βλέπουν λίγο μακρύτερα από αυτήν την περιορισμένη εικόνα.

Η επανάσταση του 1905 ήταν η αποκάλυψη. Η ρώσικη εργατική τάξη κινήθηκε με πιο γρήγορα βήματα σε σχέση με τους ευρωπαίους συναδέλφους της. Μέσα στην κρίση που ξέσπασε με αφορμή τον ρωσο-ϊαπωνικό πόλεμο, αυτό που προέκυψε δεν ήταν η ανατροπή του Τσάρου από κάποιο αστικό και δημοκρατικό μέτωπο. Προέκυψε ένα εργατικό σοβιέτ στην Πετρούπολη, ένα όργανο εργατικής αντιπροσώπευσης και εξουσίας που ξανάπιανε το νήμα που είχε κοπεί στην Κομμούνα το 1871.

Ποιος λοιπόν θα έφερνε τη δημοκρατία και θα έβγαζε τη Ρωσία από το Μεσαίωνα; Αυτό ήταν το ερώτημα που θα καθόριζε τις διαφορετικές στρατηγικές των επαναστατών στα χρόνια που θα έρχονταν. Οι Μενσεβίκοι παρέμειναν προσκολλημένοι στο παλιό μηχανιστικό σχήμα -η επανάσταση που είχε ανάγκη η Ρωσία ήταν αστική και δημοκρατική, άρα την ηγεσία έπρεπε να την είχαν οι αστοί. Το εργατικό κίνημα θα ήταν η «αριστερή πτέρυγα» ενός ευρύτερου δημοκρατικού μετώπου. Οι Μπολσεβίκοι είχαν μια εντελώς διαφορετική στρατηγική. Είχαν πειστεί ότι η αστική τάξη της Ρωσίας δεν είχε την παραμικρή όρεξη να συγκρουστεί με το καθεστώς. Οι αστοί προτιμούσαν να μείνουν συμβιβασμένοι και να κάνουν δουλειές με το παλιό καθεστώς, παρά να ρισκάρουν ένα γενικευμένο ξεσηκωμό. Η εργατική τάξη σε συμμαχία με τους αγρότες ήταν αυτή που θα έμπαινε μπροστά και θα έφερνε τη Δημοκρατία στη Ρωσία, αλλά μέχρι εκεί -ο σοσιαλισμός παρέμενε ένα ζήτημα επίκαιρο μόνο για τη Δυτική Ευρώπη.

Ο Τρότσκι είχε διερευνήσει αυτή την προοπτική ακόμη πιο συγκεκριμένα και είχε προχωρήσει σε θεωρητικοποίηση στα κείμενά του «Αποτελέσματα και Προοπτικές» και «1905». Δεν ήταν ακαδημαϊκά σχήματα. Είχαν βγει μέσα από την εμπειρία της επανάστασης του 1905, στην οποία ο Τρότσκι είχε εκλεγεί πρόεδρος του Σοβιέτ των εργατών της Πετρούπολης.

Οι παρατηρήσεις του Τρότσκι είχαν τρία κεντρικά σημεία: Πρώτον, η αστική τάξη δεν έχει πλέον κανέναν «προοδευτικό» ρόλο στις καθυστερημένες χώρες. Σε αυτές τις χώρες δεν υπάρχει άλλος τρόπος να υλοποιηθεί η δημοκρατία και η εθνική απελευθέρωση παρά μόνο αν η εργατική τάξη πάρει την εξουσία. Δεύτερον, αφού οι εργάτες είναι αυτοί που μπαίνουν μπροστά και υλοποιούν τα δημοκρατικά αιτήματα, αναγκαστικά έρχονται σε σύγκρουση με την αστική τάξη, όσο αδύναμη κι αν είναι αυτή. Η εργατική εξουσία δεν πρόκειται να σεβαστεί την ατομική ιδιοκτησία των καπιταλιστών, όταν θα έχει μπροστά της το καθήκον να αναδιοργανώσει ολόκληρη την κοινωνία. Μ΄ αυτήν την έννοια η επανάσταση από δημοκρατική μετατρέπεται σε σοσιαλιστική, τα δύο στάδια δεν μπορούν να αποκοπούν μεταξύ τους. Τρίτον, όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι ο σοσιαλισμός μπορεί να χτιστεί από μόνος του σε μια μόνο χώρα. Το αποτέλεσμα μπορεί να κριθεί μόνο στο διεθνές επίπεδο, η επανάσταση σε μία καθυστερημένη χώρα γίνεται σοσιαλιστική στο βαθμό που καταφέρνει να προκαλέσει ή να συντονιστεί με επαναστάσεις σε άλλες ισχυρότερες χώρες.

Στρατηγικά συμπεράσματα

Τα στρατηγικά συμπεράσματα που προέκυπταν από αυτήν την ανάλυση είχαν μεγάλη πρακτική σημασία. Οι σοσιαλιστές επαναστάτες έπρεπε να διατηρούν την οργανωτική τους ανεξαρτησία και να μην διαχέουν τον εαυτό τους σε δημοκρατικά μέτωπα μαζί με τους αστούς. Βασικοί σύμμαχοι ενός μειοψηφικού εργατικού κινήματος είναι οι υπόλοιποι καταπιεσμένοι και πρώτοι από όλους οι αγρότες. Χωρίς το δικό τους ξεσηκωμό δεν γίνεται να προκληθεί κρίση στο καθεστώς, τέτοια που να μπορέσει η εργατική τάξη να ηγηθεί μιας επανάστασης.

Ομως πού πατούσε ο Τρότσκι για να θεωρεί ότι η εργατική τάξη παρότι τόσο ολιγάριθμη είχε τόσο μεγάλη δύναμη; Η «Διαρκής Επανάσταση» είχε σαν βάση μια συνολικότερη ανάλυση για το σύγχρονο καπιταλισμό, αυτό που ο Τρότσκι αποκαλούσε «ανισόμερη και συνδυασμένη ανάπτυξη». Οτι η ανάπτυξη είναι ανισόμερη ήταν δεδομένο και ευνόητο: άλλο Μάντσεστερ και άλλο Σιβηρία. Ταυτόχρονα όμως ήταν και συνδυασμένη. Οι καθυστερημένες περιοχές του πλανήτη δεν ήταν ποτέ υποχρεωμένες να περάσουν από όλα τα ενδιάμεσα στάδια για να φτάσουν στο σύγχρονο καπιταλισμό. Αρκούσε μια γερμανική εταιρεία να ανοίξει ένα εργοστάσιο όπλων στην Πετρούπολη ή μια αγγλική εταιρεία να φτιάξει μια υφαντουργία στη Βεγγάλη για να βρεθεί η τελευταία λέξη της ανάπτυξης μέσα σε μια θάλασσα από «υπανάπτυξη».

Η συνδυασμένη ανάπτυξη δεν ερχόταν μόνο από τα έξω. Ηταν το «μαστίγιο της αναγκαιότητας», όπως το αποκαλούσε ο Τρότσκι, που έσπρωχνε άρχουσες τάξεις καθυστερημένες, όπως της Ιαπωνίας ή της Ρωσίας να αναζητούν τα πιο σύγχρονα μέσα για να μπορέσουν να ανταγωνιστούν τους πιο ισχυρούς αντιπάλους στο παγκόσμιο σκηνικό.

Η συνύπαρξη του συνδυασμένου με το ανισόμερο προκαλεί εκρήξεις που δεν μπορεί να προβλέψει κανείς. Η τσαρική Ρωσία των εκατομμυρίων αγροτών βρέθηκε το 1917 στο κέντρο του μακελειού του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, έχοντας την πιο καθυστερημένη οικονομία αλλά την πιο προχωρημένη και έμπειρη εργατική τάξη. Η αστική τάξη έδεσε τη μοίρα της με τον Τσάρο -προτιμούσε να σώσει τα συμφέροντά της παρά να εκμεταλλευτεί την κρίση για να φέρει δημοκρατία και αστικό εκσυγχρονισμό. Οι εργάτες ήταν αυτοί που μπήκαν μπροστά, έριξαν το τσαρικό καθεστώς το Φλεβάρη και φυσικά δεν έμειναν εκεί, πήραν στα χέρια τους ολόκληρη την κοινωνία. Χωρίς την ηγεσία των εργατών και τη δημιουργία σοβιέτ στις μεγάλες πόλεις, η εξέγερση των αγροτών και των στρατιωτών θα είχε οδηγήσει σε ένα μεγάλο φούσκωμα αλλά δεν θα είχε οδηγήσει σε πραγματικές αλλαγές. Οταν ο Λένιν έδωσε το σύνθημα «Ολη η εξουσία στα Σοβιέτ» τον Απρίλη του 1917, έδινε πρακτική διάσταση στα συμπεράσματα του Τρότσκι. Γι΄αυτό εξάλλου χρειάστηκε να συγκρουστεί με το μεγαλύτερο μέρος της ηγεσίας των Μπολσεβίκων που θεωρούσαν πως ήταν «άλμα» να μιλάς για εργατική εξουσία όταν ακόμη δεν είχε εγκαθιδρυθεί η αστική δημοκρατία.

Το 1917 επιβεβαίωσε τα θεωρητικά συμπεράσματα του Τρότσκι, παρόλο που η θεωρία της «Διαρκούς» λίγο είχε συμβάλει στο ρώσικο κίνημα. Ο λόγος είναι ότι ο Τρότσκι, κάνοντας το σφάλμα της ζωής του, όπως το θεωρούσε και ο ίδιος, παρέμεινε «ελεύθερος σκοπευτής» του κινήματος και δεν εντάχθηκε οργανωτικά στους Μπολσεβίκους παρά το 1917. Η απουσία της «Διαρκούς Επανάστασης» από το θεωρητικό οπλοστάσιο των επαναστατών εκείνης της γενιάς πληρώθηκε με πολύ αίμα. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας βρέθηκε μέσα στη φωτιά της επανάστασης από το 1926 ως το 1928. Οι «εγκέφαλοι» της Κομμουνιστικής Διεθνούς συμβούλεψαν τους κινέζους Κομμουνιστές να αυτοδιαλυθούν μέσα στο αστικό κόμμα του Τσανγκ Κάι Σεκ, να ακολουθήσουν δηλαδή την αντίθετη τακτική από ό,τι έκαναν οι Μπολσεβίκοι το 1917. Το αποτέλεσμα ήταν να σφαγιαστούν οι κινέζοι κομμουνιστές και το εργατικό κίνημα από τους «δημοκράτες συμμάχους» τους.

Σήμερα έχουν αλλάξει πολλά πράγματα. Η εργατική τάξη στην Κίνα είναι πολλές φορές μεγαλύτερη από όση ήταν ολόκληρη η παγκόσμια εργατική τάξη την εποχή του Λένιν. Και κανείς σήμερα δεν μπορεί να ισχυριστεί σοβαρά ότι η δημοκρατία, η ελευθερία και η εθνική απελευθέρωση έρχονται αυτόματα μέσα από την ανάπτυξη του καπιταλισμού. Η εργατική τάξη αγγίζει σήμερα τα 2 δισεκατομμύρια ανθρώπους, ο πληθυσμός που ζει στις πόλεις έχει πλέον ξεπεράσει το μισό παγκόσμιο πληθυσμό και η εργατική δύναμη έχει ασύγκριτα πιο κομβικό ρόλο στην παγκόσμια οικονομία. Οι εργάτες, είτε είναι μεταλλωρύχοι στις Ανδεις, είτε είναι λιμενεργάτες στον Πειραιά, είτε φτιάχνουν κινητά τηλέφωνα στη Σανγκάη είναι μία ενιαία παγκόσμια δύναμη που μπορεί να ανατρέψει τον καπιταλισμό και να χτίσει μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση και καταπίεση. Η αντικαπιταλιστική πάλη χρειάζεται όμως κόμματα εξοπλισμένα με επαναστατική στρατηγική, βασικό κόμματι της οποίας είναι η θεωρία της Διαρκούς Επανάστασης.

Νίκος Λούντος (E.A. φ. 937)
 
Η Εργατική Τάξη Σήμερα

Συγγραφείς: Λέανδρος Μπόλαρης
Εκδόσεις: Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο
Σελίδες: 80

Τιμή: 6 €
 

Ο Λέανδρος Μπόλαρης, πατώντας πάνω στους κλασικούς του Μαρξισμού και εφοδιασμένος με τα πιο φρέσκα στοιχεία σε σχέση με την κατάσταση και το μέγεθος της εργατικής τάξης, υποστηρίζει ότι οι βασικές θέσεις των Μαρξ-Ένγκελς σε σχέση με το επαναστατικό υποκείμενο για την αλλαγή της κοινωνίας είναι πιο επίκαιρες από ποτέ. Δίνει συνοπτικές απαντήσεις στις θεωρίες που υποστηρίζουν είτε ότι η εργατική τάξη δεν υπάρχει πια, είτε ότι έχει συρρικνωθεί σε βαθμό που δεν μπορεί να παίξει τον ιστορικό της ρόλο και προκαλεί ερεθίσματα για περισσότερο διάβασμα και δράση.

To βιβλίο μπαίνει αμέσως στα βαθιά αφού στο πρώτο κεφάλαιο απαντάει στο ερώτημα τι είναι τάξη. Στα σχολικά βιβλία η έννοια της τάξης είναι εξαφανισμένη. Στους χώρους των Πανεπιστημίων η πιο διαδεδομένη άποψη για το πώς ορίζει κανείς την τάξη έρχεται μέσα από μια «πολυπαραγοντική» προσέγγιση. Στην Κοινωνιολογία, για παράδειγμα, ο Μαξ Βέμπερ είναι ο διανοούμενος που έχει συνδέσει το όνομα του με αυτήν την οπτική.

Όμως, αυτή η ανάλυση οδηγεί τελικά σε ταυτολογίες του είδους «είσαι ό, τι δηλώσεις». Ο Λ. Μπόλαρης θυμίζει ότι η έννοια της τάξης είναι αντικειμενική. Η εργατική τάξη υπάρχει πρώτα ως τάξη «καθ? εαυτή», είναι δημιούργημα του καπιταλισμού για να μπορέσει στη συνέχεια να υπάρξει και ως τάξη «για τον εαυτό της», δηλαδή με συνείδηση για τη θέση της και τα συμφέροντα της.

Αυτό που καθορίζει σε ποια τάξη ανήκει μια ομάδα ανθρώπων είναι η σχέση με τα μέσα παραγωγής, όπως συνέβαινε σε όλες τις εκμεταλλευτικές κοινωνίες και ισχύει ιδιαίτερα για τον καπιταλισμό. Αυτό ισχύει τόσο για τους εργάτες, όσο και για τους καπιταλιστές.

Οι καταπιεστικές σχέσεις έχουν τις ρίζες τους στις σχέσεις εκμετάλλευσης. Στην πορεία της διαμόρφωσης των ανθρώπινων κοινωνιών διαμορφώθηκαν ταξικές, εκμεταλλευτικές κοινωνίες στις οποίες η άρχουσα τάξη αποσπά το «υπερπροιόν», ό,τι δηλαδή «περισσεύει» από τα αναγκαία για την επιβίωση της κοινωνίας με τον έλεγχο των πηγών του πλούτου, τα μέσα παραγωγής. Για να μπορέσει να επιβιώσει το κεφάλαιο παράγει στην ουσία κεφάλαιο και το κάνει αυτό μόνο αν παράγει υπεραξία. Την υπεραξία την παράγει η εργατική τάξη με τη δουλειά της.
Υπεραξία

Στη συνέχεια, το βιβλίο υποστηρίζει την βασική θέση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου ότι «μόνο το προλεταριάτο είναι πραγματικά επαναστατική τάξη». Χωρίς την εργατική τάξη δεν υπάρχει κεφάλαιο. Οι εργάτες βρίσκονται στην καρδιά της παραγωγής, του μηχανισμού που παράγει τα κέρδη των καπιταλιστών. Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι «σε κάθε φάση εξέλιξης του συστήματος, η «ζωντανή εργασία», η δουλειά του συλλογικού εργάτη είναι ο αναγκαίος παράγοντας για να δημιουργηθεί η αξία των προϊόντων και να παραχθεί η υπεραξία που είναι η βάση του κέρδους των καπιταλιστών».

Όμως, τα συμφέροντα των εργατών και της κυρίαρχης τάξης σε καμία περίπτωση δεν συμπίπτουν. Αντίθετα, η σύγκρουση μεταξύ τους έρχεται αντικειμενικά. Οι καπιταλιστές κατέχουν τα μέσα παραγωγής και οι εργάτες μόνο την εργατική τους δύναμη. Για να επιβιώσουν οι καπιταλιστές στον ανταγωνισμό μεταξύ τους χρειάζεται να αυξήσουν την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης. Για να το κάνουν αυτό προσπαθούν να τη διαιρέσουν με το ρατσισμό, τον εθνικισμό και άλλες μορφές διακρίσεων. Για αυτό και η εργατική τάξη έχει αντικειμενικό συμφέρον να ταχθεί ενάντια σε κάθε είδους προσπάθεια διαίρεσης της και να παλέψει συλλογικά.

Άλλωστε, αυτό είναι ένα ακόμα βασικό της χαρακτηριστικό. Τη συλλογικότητα την επιβάλλει αντικειμενικά το κεφάλαιο συγκεντρώνοντας την εργατική τάξη σε μεγάλα εργοστάσια και χώρους δουλειάς. Είναι μια τάξη που εργάζεται συλλογικά και παλεύει συλλογικά. Δεν έχει άλλη επιλογή.

Αυτή η διαπίστωση δεν ισχύει για τις άλλες καταπιεσμένες τάξεις της κοινωνίας. Οι αγρότες, για παράδειγμα, έχουν στο ενεργητικό τους μεγάλα επαναστατικά ξεσπάσματα όπου κατάφερναν να κερδίσουν αναδασμό της γης, αλλά στη συνέχεια γατζώνονταν ο καθένας στο κτήμα του. Ο εργάτης δεν μπορεί να πάρει ένα κομμάτι της επιχείρησης και να το διαχειριστεί μόνος του ως αφεντικό.

Αυτό έχει αποδείξει και η ιστορική εμπειρία. Κάθε φορά που οι εργατικοί αγώνες φτάνουν στο επίπεδο της εξέγερσης γεννιούνται μορφές και όργανα συλλογικού ελέγχου της οικονομίας και ολόκληρης της κοινωνίας, όπως τα σοβιέτ στη Ρωσία.

Η εργατική τάξη είναι η τεράστια πλειοψηφία και παλεύει για το συμφέρον της τεράστιας πλειοψηφίας. Ο ιστορικός της ορίζοντας είναι η πλήρης κατάργηση όλων των εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής, του καπιταλιστικού εποικοδομήματος που τις προστατεύει και τελικά η κατάργηση όλων των τάξεων, δηλαδή και του εαυτού της.

Μήπως αυτά όμως ίσχυαν τον καιρό του Μαρξ, ενώ σήμερα η εργατική τάξη έχει συρρικνωθεί; Η εικόνα που δίνει ο Λ. Μπόλαρης μέσα από συγκεκριμένα στοιχεία είναι ακριβώς η αντίθετη. Η εργατική τάξη είναι μεγαλύτερη από κάθε άλλη στιγμή στην ιστορία. Στα μέσα της δεκαετίας του ?90 υπήρχαν 700 εκατομμύρια εργάτες και μαζί με τα εξαρτώμενα μέλη των οικογενειών τους και τους συνταξιούχους έφταναν το 1,5 με 2 δισεκατομμύρια. Μύθος είναι και η υποτιθέμενη εξαφάνιση της βιομηχανικής εργατικής τάξης. Παρουσιάζεται μία ελαφρά πτώση της (υπάρχουν συγκεκριμένα νούμερα στο βιβλίο), αλλά αυτό οφείλεται στις πιέσεις της κρίσης. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι λιγότεροι βιομηχανικοί εργάτες παράγουν περισσότερη αξία και υπεραξία, έχει αυξηθεί η παραγωγικότητα τους. Δίπλα σε αυτούς τους εργάτες υπάρχουν δεκάδες εκατομμύρια που δουλεύουν στον τομέα των υπηρεσιών.

Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση. Τα τελευταία 20 χρόνια έχουν προστεθεί ένα εκατομμύριο στη «στρατιά της μισθωτής εργασίας», ενώ στη βιομηχανία δουλεύουν 562 χιλιάδες εργάτες. Οι γυναίκες εργάτριες και οι μετανάστες είναι από τα πιο ζωντανά κομμάτια της τάξης παρά τα εκάστοτε στερεότυπα, όπως ότι το αντιπροσωπευτικό δείγμα της τάξης είναι «ένας άνδρας, στα σαράντα, Έλληνας οικογενειάρχης».

Στη συνέχεια το βιβλίο πιάνει το «καυτό» θέμα των εργαζόμενων στις υπηρεσίες όπου πραγματικά υπάρχει μια μεγάλη αύξηση. Η βασική παρατήρηση που υπάρχει είναι ότι στην εργατική τάξη έχουν προστεθεί μεγάλα κομμάτια που μπορεί να μην παράγουν άμεσα υπεραξία για τους καπιταλιστές, αλλά δουλειά τους είναι η αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Αυτά τα κομμάτια δεν υπήρχαν την περίοδο που έγραφε ο Μαρξ πχ οι εργαζόμενοι στις κοινωνικές υπηρεσίες, αλλά σήμερα υπάρχει μια διαδικασία «προλεταριοποίησης» στρωμάτων τα οποία όταν εμφανίστηκαν δεν ανήκαν στην εργατική τάξη.

Σε αυτό το κομμάτι του βιβλίου ο Λ. Μπόλαρης εξηγεί πως είναι φτιαγμένες οι μεγάλες, «γραφειοκρατικά» οργανωμένες μονάδες στο σύγχρονο καπιταλισμό. Στην κορυφή υπάρχουν οι ανώτεροι διοικητές και μάνατζερ που διαμορφώνουν την πολιτική και ανήκουν στην αστική τάξη (χρησιμοποιεί τον όρο «πολιτικοί καπιταλιστές»), οι μεσαίοι που την εφαρμόζουν και ανήκουν στη «νέα μεσαία τάξη» (όρος που πρώτος εισήγαγε ο Άλεξ Καλλίνικος), αλλά δεν αποτελούν μια ενιαία τάξη και μια μάζα εργαζόμενων που εκτελούν κάποια ρουτινιάρικη δουλειά, υπόκεινται στον έλεγχο των δυο παραπάνω ομάδων και ανήκουν αντικειμενικά στην εργατική τάξη.

Έπειτα, αναλύει το φαινόμενο των «οιονεί μισθωτών» που στην πραγματικότητα είναι κομμάτι της εργατικής τάξης, όπως ισχύει για πολλούς μηχανικούς, δημοσιογράφους κ.α.
«Συλλογικός εργάτης»

Στο επόμενο κομμάτι αυτού του κεφαλαίου αντιμετωπίζει τις θεωρίες του Νίκου Πουλαντζά, εντοπίζει τρία βασικά προβλήματα στη θεωρία του και τονίζει ότι εξακολουθεί να ισχύει η έννοια του «συλλογικού εργάτη», όπως την είχε χρησιμοποιήσει ο Μαρξ.

Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου αντιμετωπίζει τις θεωρίες που έχουν «αποχαιρετίσει» την εργατική τάξη ως το επαναστατικό υποκείμενο λόγω του «κατακερματισμού» της.

Όσοι συμμερίζονται αυτήν την άποψη είτε ξεκινούν από την ύπαρξη της «εργατικής αριστοκρατίας», είτε από το ρεύμα της «εργατικής αυτονομίας» φτάνουν στο ίδιο συμπέρασμα από δύο λάθος αφετηρίες: είτε προβιβάζουν τα μεσοστρώματα, είτε τα υποβιβάζουν σε «νεόπτωχους» σε σχέση με την εργατική τάξη.

Σε αυτό το κεφάλαιο υπάρχουν οι εξηγήσεις σε σχέση με τη θέση της αριστεράς (ιδιαίτερα του ΚΚΕ) σε σχέση με την εργατική αριστοκρατία και η κατάρριψη των μύθων σχετικά με το «πρεκαριάτο» που είναι η τελευταία προσπάθεια να προσδιοριστεί το νέο επαναστατικό υποκείμενο από τη μεριά της αυτονομίας. Τελευταία και σημαντική παρατήρηση του βιβλίου είναι ότι η ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας «δεν έχει να κάνει με τη μεταμόρφωση του κόσμου της εργασίας», αλλά με τις πιέσεις της κρίσης. Άλλωστε, οι συμβασιούχοι που είναι κλασικό κομμάτι που δουλεύουν με αυτές τις σχέσεις έχουν αποδείξει ότι χρησιμοποιούν τα παραδοσιακά εργαλεία της οργανωμένης εργατικής τάξης, τις απεργίες και τις καταλήψεις, ενώ προσπαθούν να φτιάξουν νέα σωματεία.

Όλα τα κείμενα διέπονται από την βαθιά πίστη και ανάλυση της βασικής ιδέας των επαναστατών μαρξιστών ότι «η απελευθέρωση της εργατικής τάξης είναι έργο της ίδιας». Όπως αναφέρεται στην εισαγωγή, «ο Μαρξ και ο Ένγκελς, στις σελίδες του Κομμουνιστικού Μανιφέστου παρομοίαζαν το σχετικά νεαρό τότε σύστημα του καπιταλισμού με μαθητευόμενο μάγο, που είχε απελευθερώσει δυνάμεις τις οποίες δεν μπορούσε να ελέγξει. Σήμερα, ο «μάγος» έχει γεράσει και τα ξόρκια του απειλούν την ανθρωπότητα με ανυπολόγιστες καταστροφές».

Η μόνη δύναμη που μπορεί να σταματήσει αυτή την πορεία είναι η εργατική τάξη. Το βιβλίο αυτό είναι ένα πολύτιμο εργαλείο για τους πρωταγωνιστές της εργατικής αντίστασης στην κυβέρνηση, τα Μνημόνια και την τρόικα και συνολικά στη μάχη για την επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας.
 
περισσότερα στο: http://marxistiko.gr/
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου