Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

Έρικ Χόμπσμπομ: Πώς να αλλάξουμε τον κόσμο




Η επικαιρότητα του Μαρξισμού

Το «τέλος του μαρξισμού» έχει ανακηρυχθεί πολλές φορές από τότε που ο Μαρξ και ο Ένγκελς έγραψαν το Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Τελευταία φορά ήταν το 1989, με την κατάρρευση των σταλινικών καθεστώτων. Και όμως, στα είκοσι χρόνια που μεσολάβησαν, το έργο του Μαρξ δεν έπαψε ποτέ να είναι στην επικαιρότητα, μετράει μάλιστα ήδη τρεις «αναβιώσεις». Η πρώτη ήταν το 1998 (χρονιά που συνέπιπτε και με τα 150 χρόνια του Κομμουνιστικού Μανιφέστου), μετά το σκάσιμο της χρηματιστηριακής φούσκας στη Νοτιοανατολική Ασία. Η δεύτερη έγινε με ευκαιρία την ανάδυση του νέου αντικαπιταλιστικού κινήματος στις αρχές του 2000, που στάθηκε αφορμή για πλήθος αφιερωμάτων για την επικαιρότητα του έργου του Μαρξ. Σήμερα, βιώνουμε την τρίτη και σημαντικότερη τέτοια αναβίωση του μαρξισμού. Ο ναός του παγκόσμιου καπιταλισμού, η Wall-Street, πολιορκείται από διαδηλωτές και οι Financial Times ξεκινάνε αφιέρωμα για την «κρίση του καπιταλισμού» με αναφορές στον Μαρξ. Κομμάτι αυτής της νέας δημοφιλίας που απολαμβάνει η αντικαπιταλιστική κριτική του Μαρξ είναι και το νέο βιβλίο του Χόμπσμπομ «Πώς να αλλάξουμε τον κόσμο».
Βιογραφικά στοιχεία για τη ζωή και την πολιτική στράτευση του Χόμπσμπομ έχουμε δώσει σε προηγούμενες βιβλιοκριτικές του περιοδικού μας (στο τεύχος 73 με αφορμή το βιβλίο του «Επαναστάτες», αλλά και στα τεύχη 66 και 87 για τα βιβλία «Παγκοσμιοποίηση, Δημοκρατία και Τρομοκρατία» και «Ληστές» αντίστοιχα). Το «Πώς να αλλάξουμε τον κόσμο» είναι ένα βιβλίο που μας καλεί να διατηρήσουμε στις αποσκευές μας τον μαρξισμό, όχι απλώς ως μια ιστορική αναφορά, αλλά ως ένα σώμα ιδεών που, αν προσεγγιστεί δημιουργικά, μπορεί να είναι επίκαιρος οδηγός για δράση στον 21ο αιώνα. Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο τμήματα: το πρώτο περιέχει άρθρα για τον Μαρξ, τον Ένγκελς και το έργο τους, ενώ το δεύτερο παρουσιάζει μια ιστορία του μαρξισμού από το 1880 μέχρι και σήμερα.
Ο Χόμπσμπομ είναι βαθύς γνώστης των κλασικών του μαρξισμού, γι’ αυτό και η θεματολογία του είναι πολύ πλούσια, με παρουσιάσεις έργων από το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» και την «Κατάσταση της Εργατικής Τάξης στην Αγγλία» μέχρι τα «Grundrisse» (τα προκαταρκτικά δηλαδή κείμενα του Μαρξ για τη συγγραφή του Κεφαλαίου). Στο κεφάλαιο «Ο Μαρξ, ο Ένγκελς και ο Σοσιαλισμός πριν από τον Μαρξ», ο Χόμπσμπομ εξηγεί την επιτυχία του μαρξισμού στη μεταμόρφωση του επαναστατικού κινήματος των πρώτων δεκαετιών του 19ου αιώνα. Απέναντι στις (τόσο δημοφιλείς στους αναρχικούς κύκλους) θεωρίες ότι ο Μαρξισμός «καπέλωσε» το κίνημα με οργανωτικούς όρους, η πραγματικότητα είναι ότι το έργο του Μαρξ και του Ένγκελς έδωσε πολιτικό βάθος και επιστημονική τεκμηρίωση στα πρώτα κομμουνιστικά σκιρτήματα του Μπαμπέφ και του Μπλανκί, αλλά και στις ουτοπικές θεωρίες σοσιαλιστών όπως ο Όουεν, ο Φουριέ και ο Σεν-Σιμόν.
Στο κεφάλαιο «Ο Μαρξ, ο Ένγκελς και η πολιτική», ο Χόμπσμπομ σκιαγραφεί τις απόψεις των ιδρυτών του μαρξισμού πάνω σε ένα θέμα που δεν έτυχε της συστηματικής ενασχόλησής τους (με τον τρόπο που μελετήθηκε η καπιταλιστική οικονομία). Η κοινή γνώμη στους κύκλους της μαρξιστικής διανόησης είναι ότι η αντιμετώπιση του κράτους από τον Μαρξ υπήρξε «εργαλειακή» και ότι πρέπει να φτάσουμε στους «δυτικούς μαρξιστές» για να βρούμε μια πιο «σύνθετη» ανάλυση. Ο Χόμπσμπομ ισιώνει την κουβέντα: ο ορισμός του κράτους ως εργαλείου της κυρίαρχης τάξης για την διαιώνιση της κυριαρχίας της είναι η απαραίτητη αφετηρία για τον Μαρξ, από όπου προκύπτει και η ανάγκη για την επαναστατική ανατροπή της. Όμως ο Ένγκελς μάς θυμίζει περαιτέρω ότι το κράτος είναι ο ιστορικός καρπός της διαίρεσης της κοινωνίας σε τάξεις: η λειτουργία του είναι να διατηρεί την ενότητα ενός κοινωνικού σχηματισμού που σπαράσσεται από τους ταξικούς ανταγωνισμούς, αποκρύπτοντας ταυτόχρονα την πηγή αυτών των ανταγωνισμών και μυστικοποιώντας την εξουσία της κυρίαρχης τάξης. Η καινοτομία του μαρξισμού ήταν ότι αποκάλυψε τα βαθύτερα οικονομικά αίτια που κινούν την ιστορία, σε αντίθεση με την αντίληψη που την ήθελε αποτέλεσμα της δράσης των «μεγάλων ανδρών» και των πολιτικά ισχυρών. Αυτό δεν σήμαινε την υποτίμηση της πολιτικής: για τον Μαρξ και τον Ένγκελς, η εμφάνιση της εργατικής τάξης ως αυτόνομου κοινωνικού πρωταγωνιστή ολοκληρώνεται μόνον όταν αυτή συγκροτείται σε δικό της πολιτικό κόμμα.
Στη δεύτερη ενότητα του βιβλίου, ο Χόμπσμπομ παρουσιάζει αυτό που ο ίδιος περιγράφει ως
«την άνοδο και την πτώση του μαρξισμού», από την εποχή της δημιουργίας των πρώτων μαζικών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων το 1880 μέχρι την πτώση των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού» το 1989. Το γεγονός ότι από την περιοδολόγηση του Χόμπσμπομ λείπει μονάχα το χρονικό διάστημα 1914-1929 (απουσιάζει δηλαδή το κύμα των εργατικών επαναστάσεων μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο με κορυφαίο το ρωσικό 1917) θα ήταν εκνευριστικό, αν δεν ήταν τόσο απελπιστικά προβλέψιμο. Για τον συγγραφέα, οι εργατικές επαναστάσεις ήταν οι εξαιρέσεις του 20ού αιώνα, πάνω στις οποίες η Αριστερά δεν μπορούσε να χτίσει τη στρατηγική της, αν επιθυμούσε να αποκτήσει οποιοδήποτε μαζικό έρεισμα. Αυτή η πεποίθηση, μαζί με τη θεώρηση των κρατών του ανατολικού μπλοκ ως εργατικών (με όλα τους τα προβλήματα) αποτελούν τις βασικές συντεταγμένες του ιδεολογικού και πολιτικού σύμπαντος του Χόμπσμπομ.
Στο κεφάλαιο «Στην εποχή του αντιφασισμού: 1929-1945», ο συγγραφέας εξηγεί την αύξηση της επιρροής των Κομμουνιστικών Κομμάτων στους κύκλους της διανόησης λόγω αφενός της επιτυχίας του πλάνου σε μια εποχή οξυμμένης οικονομικής κρίσης από την οποία η Σοβιετική Ένωση έμοιαζε απρόσβλητη και αφετέρου από την άνοδο του φασισμού και τη συνεπαγόμενη απειλή ενός παγκοσμίου πολέμου. Για την οικοδόμηση των πλατιών αντιφασιστικών μετώπων που προωθούσε η Κομιντέρν μετά το 1934 (μαζί με τα «δημοκρατικά κομμάτια της αστικής τάξης»), χρειάζονταν ωστόσο κάποιες ανατροπές. Η πρώτη ήταν η απόσυρση της άνευ όρων υποστήριξης των αντιαποικιακών κινημάτων (αφού αυτά συγκρούονταν με την Αγγλία και τη Γαλλία, δηλαδή με τους βασικούς «δημοκρατικούς συμμάχους» της ΕΣΣΔ). Η δεύτερη ήταν η αντικατάσταση της επαναστατικής στρατηγικής των ΚΚ της Δύσης με μια ρεφορμιστική «στρατηγική σταδίων». Οι πολιτικές αυτές μετατοπίσεις δεν θα μπορούσαν παρά να έχουν βαθιές συνέπειες στον ίδιο τον μαρξισμό της σταλινικής Κομιντέρν, που θύμιζε πλέον ολοένα και περισσότερο τον ντετερμινισμό της Δεύτερης Διεθνούς του Κάουτσκι, από την οποία είχαν σπάσει (οργανωτικά και ιδεολογικά) οι επαναστάτες που ίδρυσαν τα πρώτα Κομμουνιστικά Κόμματα. Οι οικονομικές επιτυχίες της Σοβιετικής Ένωσης και ο ρόλος της στην ήττα του γερμανικού ναζισμού έκαναν τη μαρξιστική αυτή ορθοδοξία να μοιάζει ακαταμάχητη.
Στο κεφάλαιο «Η επιρροή του Μαρξισμού: 1945-1983», ο Χόμπσμπομ περιγράφει την υπέρβαση αυτής της ορθοδοξίας. Η εμφάνιση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και το γενικότερο κύμα της από-αποικιοποίησης, μαζί με τη δημιουργία νέων ιδεολογικών ρευμάτων από τα ΚΚ της Δύσης (όπως ο ιταλικός ευρωκομμουνισμός), σήμαναν περισσότερα από ένα κέντρα «κομμουνιστικής ορθοδοξίας». Την ίδια περίοδο, ιδίως μετά το 1968, νέα «ετερόδοξα» μαρξιστικά ρεύματα αναδύθηκαν μέσα από την έκρηξη των κινημάτων ενάντια στην εκμετάλλευση και την καταπίεση. Στη φάση αυτή, ο συγγραφέας εντοπίζει ένα ολοένα και μεγαλύτερο βάρος της Ακαδημίας στην εξέλιξη του μαρξισμού, γεγονός που τείνει να τον αποξενώσει από τη ζωντανή εργατική τάξη και το κίνημά της.
Σε μια συνέντευξή του, τον Φεβρουάριο του 1990, ο Χόμπσμπομ έκανε την περίφημη δήλωση ότι «η Σοβιετική Ένωση προφανώς και δεν ήταν ένα εργατικό κράτος». Με δεδομένο ότι ο ίδιος ποτέ δεν αμφισβήτησε τη γνησιότητα της εργατικής επανάστασης στη Ρωσία το 1917, η εξιστόρηση του μαρξισμού από την πλευρά του Χόμπσμπομ αδυνατεί να εντοπίσει την κρισιμότερη τομή στην ιστορία του ως ιδεολογικού και μαζικού πολιτικού κινήματος. Αυτό ωστόσο δεν ακυρώνει τη σημασία του έργου του, ούτε την επικαιρότητα του καλέσματος να μελετήσουμε ξανά τον μαρξισμό στη σημερινή περίοδο της καπιταλιστικής κρίσης, ειδικά όταν το κάλεσμα αυτό προέρχεται από τα χείλη του σημαντικότερου εν ζωή ιστορικού του 20ού αιώνα.

Τιμή 26,63€, 439 σελίδες, Εκδόσεις Θεμέλιο

http://socialismfrombelow.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=326:i90&Itemid=1 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου