Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ: Οι ανατρεπτικές χορογραφίες της Πίνα Μπάους

Ένα απολαυστικό τρισδιάστατο ντοκιμαντέρ που όμοιό του δεν έχουμε ξαναδεί είναι η ταινία «Πίνα Μπάους» που παίζεται στα σινεμά από την Κυριακή του Πάσχα. Ο σκηνοθέτης Βιμ Βέντερς ανέλαβε και έφερε εις πέρας ένα πολύ δύσκολο έργο: Να ζωντανέψει στην οθόνη το έργο της μεγάλης χορογράφου, χωρίς η ίδια να είναι παρούσα (πέθανε απροσδόκητα πριν αρχίσουν τα γυρίσματα), με σωστή επιλογή των χώρων και κυρίως μέσα από τα έργα της, που παρουσίασαν οι στενοί συνεργάτες της.
Ποιά ήταν όμως η Πίνα και γιατί τόση φασαρία γι’αυτήν;
Γεννήθηκε το 1940 στο Ζόλινγκεν του Ρουρ, καρδιά της βιομηχανικής Γερμανίας και μεγάλωσε με τους συνεχείς βομβαρδισμούς του Β’΄Παγκοσμίου Πολέμου, που την έκαναν να κρύβεται τρομαγμένη κάτω από τα τραπέζια της ταβέρνας που διατηρούσε η οικογένειά της. Πολλά χρόνια αργότερα θα ξαναζωντανέψει τα βιώματα αυτά στο κορυφαίο έργο της «Καφέ Μύλλερ». Πρώτος της δάσκαλος χορού ήταν ο Κουρτ Γιόος, πρωτεργάτης του Γερμανικού εξπρεσιονισμού, που το 1933 είχε εξαναγκαστεί να εγκαταλείψει τη Γερμανία για τις αντιπολεμικές του θέσεις και την άρνησή του να απολύσει τους Εβραίους χορευτές από την ομάδα του. Ανήκε στους πρωτεργάτες του «Ausdrucktanz» - «Εκφραστικού χορού», ενός ρεύματος που συνδύαζε τις παραστατικές τέχνες, το χορό, τη μουσική, το θέατρο σε μια παράσταση, χρησιμοποιώντας μια ποικιλία καλλιτεχνικών μεθόδων.
Μετά από ένα τριετές πέρασμα με υποτροφία από τη Νέα Υόρκη, όπου ήρθε σε επαφή με διαφορετικές σχολές χορού, η Πίνα επιστρέφει στη Γερμανία και συνεργάζεται με τον Γιόος στο μπαλέτο που ίδρυσε στο Έσσεν και στη συνέχεια στο κρατικό θέατρο του γειτονικού Βούπερταλ, το οποίο σύντομα εξελίχτηκε στο «Χοροθέατρο Πίνα Μπάους».
Στα χρόνια που ακολούθησαν επανεισήγε το χοροθέατρο, τον σύγχρονο «εκφραστικό χορό», αναμειγνύοντας στις παραστάσεις της λόγο, τραγούδια, μουσική, τις εικαστικές τέχνες καθώς και τεχνικές από τον κόσμο του τσίρκου και της γυμναστικής. Το σύνολο του έργου της φέρει αναμνήσεις από το θεάτρο της αποστασιοποίησης του Μπέρτολτ Μπρεχτ, τα καμπαρέ της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, το αμερικανικό μιούζικαλ και σαφώς από τη σπουδαία εξπρεσιονιστική, χορευτική παράδοση της Γερμανίας.
Η αναγνώριση δεν ήρθε αυτόματα. Καθώς επιχειρούσε βαθειές τομές στον χορό όπως ήταν γνωστός μέχρι τότε, τα έργα της προκαλούν και ταράζουν: Δεν υπάρχει γραμμική αφήγηση αλλά χορευτές που χειρονομούν, αφηγούνται τα παιδικά τους όνειρα, καπνίζουν, δακρύζουν, σκουντουφλάνε πάνω στη σκηνή – πράγματα έως τότε ανήκουστα. Στις πρώτες παραστάσεις κάποιοι θεατές διαμαρτυρήθηκαν χοντροκομμένα, ακολούθησαν παράπονα ότι τα λεφτά των φορολογούμενων πάνε στράφι σε ακατάληπτα εγχειρήματα ή –γιατί όχι;- σε σκέτες απατεωνιές! Μετά από μια βιαστική σκέψη για μεταφορά της έδρας στο Παρίσι, η Πίνα και οι χορευτές της επέμειναν. Θα παρέμεναν στον αστικό χώρο που ενέπενευσε τις καθημερινές κινήσεις τους: Στη μικρή βιομηχανική πόλη του Βούπερταλ, όπου μετά την διεθνή αναγνώριση θα παραλάμβαναν το κλειδί της πόλης το 2003...
Μοναδικότητα
Σταθερά της θέματα η αδυναμία επικοινωνίας, η μοναδικότητα του προσώπου και η ακούραστη εσωτερική εξερεύνηση της μνήμης, του τραύματος, των ευχών, των ρόλων, των συμβόλων. Δεν υπάρχουν όρια ανάμεσα στον ρόλο και το άτομο, ο ερμηνευτής είναι ο εαυτός του, μένοντας συχνά εκτεθειμένος πάνω στη σκηνή. Χαρακτηριστική είναι μια φράση που είχε πει: «Δεν με ενδιαφέρει πώς κινούνται οι άνθρωποι, αλλά τι είναι αυτό που τους κινεί».
Αμφισβήτησε τον παραδοσιακό ρόλο του χορογράφου που ασχολείται με βήματα και στυλιζαρισμένες κινήσεις. Δανείζεται την Αριστοτελική μέθοδο και ρωτάει τους χορευτές της τις σωστές ερωτήσεις, για να αποσπάσει τις απαντήσεις – κινήσεις. Απομένει στο ίδιο το κοινό η απόδοση του νοήματος του έργου. Γι’αυτό και συχνά ονομάτιζε τα «κομμάτια» της μετά από τις πρώτες παραστάσεις – επαφές με το κοινό.
Ένα από τα πολλά ταμπού που έσπασε η Πίνα Μπάους ήταν το ιδανικό του «ωραίου» χορευτή. Ανάμεσα στους χορευτές της βρίσκουμε άντρες και γυναίκες με σωματότυπους που υμνούν τη διαφορετικότητα: υπάρχουν κοντοί και ψηλοί, «όμορφοι» και «άσχημοι», ξανθοί και μελαμψοί, σφριγηλοί νεαροί ή συνταξιούχοι δίχως καμία σκηνική εμπειρία. Άνθρωποι που είναι 55 χρόνων, κι ακόμα κι αν δεν μπορούν να χορέψουν όπως πριν, κάνουν κάτι άλλο -κάθονται π.χ. σε μια καρέκλα και ίσως αυτή η καρέκλα να είναι το πιο σημαντικό στοιχείο της παράστασης. Η ίδια κυκλοφορούσε συνήθως απλά ντυμένη και άβαφτη, με τα μαλιά της δεμένα αλογοουρά κι ένα τσιγάρο μόνιμα στο χέρι. Η γυναίκα της Πίνα δεν είναι το ανάλαφρο, λεπτεπίλεπτο πλάσμα που αναζητά την προστασία στην αγκαλιά του «ισχυρού» φύλου, γελοιοποιεί αυτά τα στερεότυπα αναδεικνύοντας την πιο αθέατη πλευρά της ανθρώπινης σεξουαλικότητας.
Άλλο ένα από τα φράγματα που έσπασε η Μπάους ήταν αυτό της θεματολογίας. Τα έργα της δεν αποπνέουν απαραιτήτως χαρά. Κάποτε αναδύουν σπαραγμό, φόβο ή απουσία, όχι όμως δίχως χιούμορ. Η δουλειά της, συχνά εστιασμένη στο αίσθημα της ενοχής, της ηθικής ευθύνης και της σκοτεινής όψης της φύσης μας, φέρει μέσα της τόσο την δική της απογοήτευση, όσο και την ανάγκη της για υπαρξιακή ανακούφιση. Η ιδέα ότι μια παράσταση χορού πρέπει να είναι ευχάριστη αντικαταστάθηκε από την ανάγκη της Μπάους για ειλικρινή έκφραση, κάτι που συχνά την οδηγεί σε πένθιμα αλλά ολοζώντανα έργα. Αυτό αποτυπώνεται και στην ξεχωριστή σκηνογραφία της, στη χρήση των στοιχείων της φύσης: έχει ανεβάσει στη σκηνή χιλιάδες γαρίφαλα, ένα βουνό χώμα, πολύ νερό, ακόμη κι έναν ιπποπόταμο! Παρά τις αυστηρές επικρίσεις, ότι το έργο της είναι λίγο-πολύ μια «πορνογραφία του πόνου»- μια συντηρητική στην ουσία κριτική που αναπολεί κατά βάθος «το ωραίον και τερπνόν» στην τέχνη, η ίδια ήταν κάθετη: «Πρέπει κανείς να κάνει το συγκεκριμένο έργο, επειδή πιστεύει ότι αυτό είναι σωστό να κάνει. Δεν είμαστε εδώ μόνον για να ευχαριστούμε, δεν μπορούμε παρά να προκαλούμε το θεατή».

Διώξεις

Στην πραγματικότητα η Πίνα Μπάους ξανάπιασε το νήμα του Γερμανικού «εκφραστικού χορού», μετά τις διώξεις που υπέστη από τον Ναζισμό αλλά και το μεταπολεμικό Γερμανικό κατεστημένο.  Η υπό ανάνηψη Γερμανία προσπάθησε να καταπολεμήσει τα συλλογικά της σύνδρομα και να κάνει στροφή στον κλασικισμό, αναζητώντας παραδοσιακές αξίες.
Αδιαφορούσε για την πρωτοπορία και δυσανασχετούσε με όσους έθιγαν θέματα ταμπού, όπως η συνενοχή. Το σύγχρονο χοροθέατρο είναι δημιούργημα μιας γενιάς χορογράφων που μέσα από το δικό τους έργο, αποκατέστησαν τους δεσμούς με την πρωτοπορία και σκέψη των καλλιτεχνών της Γερμανίας του Μεσοπολέμου. Το αριστερό φοιτητικό κίνημα της εικοσαετίας 1960 - 1980 βοήθησε στη ριζοσπαστικοποίηση μεγάλου μέρους του γερμανικού λαού, που πλέον αποζητά τη σύγχρονη έκφραση.
Η Μπάους βρέθηκε στην καρδιά της αναγέννησης του σύγχρονου χορού στη Γερμανία. Η γενιά της έφερε το όνειδος του πολέμου και το θυμό για όσα έγιναν. Έφερε, όμως, και την απόφαση να αποδεχτεί το διαφορετικό και την πολυπολιτισμικότητα, να προχωρήσει προς τα μπρος. «Το καινούργιο στην τέχνη κατοικεί στη ζωή, στην πραγματικότητα που ζούμε. Γι' αυτό και δεν αλλάζει τη ζωή η τέχνη, αλλά η ζωή την τέχνη. Οι περισσότεροι καλλιτέχνες που δεν ανακαλύπτουν τίποτε το νέο μέσα από την τέχνη τους έχουν ξεκοπεί από τη ζωή».
Παρόλο που κανένα από τα κομμάτια της δεν είχε οποιαδήποτε άμεση σχέση ή αναφορά στην πολιτική, το έργο της είναι βαθειά πολιτικό, με την έννοια ότι αρνείται τον ρεαλισμό του «κοινού νου», των κυρίαρχων ιδεολογημάτων και τρόπου ζωής. Κι αν στη θέα των «απροσάρμοστων» χορευτών που σκοντάφτουν και καταρρέουν αισθάνεται κανείς άβολα και δυσάρεστα, είναι γιατί ακριβώς αναγνωρίζει σ’αυτούς ένα κομμάτι από τον ίδιο του τον εαυτό.


http://ergatiki.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=2136:i967&Itemid=62 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου