Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2011

Ναπολέων Λαπαθιώτης, Ντελικάτες παρθένες και αρρενωπά αγόρια ή ο Έλληνας Όσκαρ Ουάιλντ







Ενα ανέκδοτο αφήγηµα του «καταραµένου» ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη που µέσα από µια µελό ιστορία αναδεικνύει τα κρυµµένα πάθη στην Αθήνα των αρχών του περασµένου αιώνα.

Νόστιµο παιδί, συµπαθητικό και καλοΐσκιωτο, µε πρόσωπο σταράτο, χείλη προκλητικά σαν φρούτα γινωµένα και µάτια σκοτεινά γεµάτα υποσχέσεις είναι ο Σωτήρης, ένας σβέλτος νεαρός τσαγκάρης της οδού Αιόλου.

Οταν θα τον πρωτοσυναντήσει η Ρηνούλα, µια συνεσταλµένη όµορφη καπελού της Αγίου Μάρκου, θα τον αγαπήσει µε λαχτάρα δίχως λυτρωµό και θα χάσει για πάντα την κοριτσίστικη ξενοιασιά της.

Φθηνή αισθηµατολογία του συρµού; Οχι ακριβώς. ∆ηµοσιευµένη σε τέσσερις συνέχειες στη Νέα Εστία το φθινόπωρο του 1940, η νουβέλα «Κάπου περνούσε µια φωνή» του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, η οποία κυκλοφορεί τώρα για πρώτη φορά αυτοτελώς από τις εκδόσεις Ερατώ, είναι µια αισθηµατική ιστορία µε τραγικό τέλος που διαδραµατίζεται στην προπολεµική Αθήνα του 1914 στη διάρκεια λίγων µηνών. Μακριά από τον Μεγάλο Πόλεµο και τις συλλογικές έγνοιες, οι νέοι του πεζογραφήµατος, παιδιά της εργατικής τάξης, υδραυλικοί, αραµπατζήδες, ναυτικοί, ράφτες, µαρµαράδες και τσαχπίνες µοδιστρούλες και τεχνίτρες, βολτάρουν στην Αθήνα, φλερτάρουν και ερωτεύονται. 






Η νύχτα, το χλωµό και λυπηµένο φεγγάρι, οι νεαροπαρέες που διασκεδάζουν, η νοσταλγία για τα παλιά και λησµονηµένα, ο έρωτας που γειτονεύει µε τον θάνατο, όλα τα στοιχεία της ποίησης του Λαπαθιώτη υπάρχουν και σε τούτο το πεζογράφηµα. Εκτός από τα οικεία µοτίβα της νεοροµαντικής ποίησης, ο πεζός λόγος του Λαπαθιώτη έχει επιπλέον τη «ρυθµική κύµανση του στίχου» έγραφε τον Ιανουάριο του 1944 ο Γιώργος Γεραλής σε νεκρολογία για τον αυτόχειρα Λαπαθιώτη στα «Καλλιτεχνικά Νέα»: «Ολόκληρη η νουβέλα είναι γραµµένη – σχεδόν – σε δεκαπεντασυλλάβους», γεγονός που καταδεικνύει «πόσον ήταν συµφυής µε τον εσωτερικό κόσµο του Λαπαθιώτη ο ποιητικός ρυθµός».

Τα ρεαλιστικά στιγµιότυπα της νουβέλας εναλλάσσονται µε υποβλητικές ποιητικές εικόνες τυλιγµένες σε έναν διάχυτο ερωτισµό – ετερόφυλο και οµόφυλο. Ο απροκάλυπτα οµοφυλόφιλος Λαπαθιώτης είναι υπαινικτικός στη συντηρητική Νέα Εστία – µε την οποία συνεργάζεται και ως κριτικός βιβλίου –, τα υπονοούµενα όµως δεν χωρούν παρερµηνείες: ο Σωτήρης δεν ανταποκρίνεται στο αίσθηµα της Ρηνούλας όχι επειδή αγαπά άλλη γυναίκα.

Η ερωτική ιστορία επάνω στην οποία δοµείται η πλοκή αποτελεί όµως µόνο το µυθοπλαστικό πρόσχηµα για ένα χρονογράφηµα της καθηµερινότητας και των ηθών της ζωής στις λαϊκές συνοικίες της πρωτεύουσας. Η µοιραία κατάληξη του ερωτικού καηµού της ηρωίδας µαρτυρείται ήδη στις πρώτες σελίδες, απαλλάσσοντας τον αναγνώστη από την αγωνία της εξέλιξης της ιστορίας. Απολαµβάνει έτσι τους περιπάτους στην Αθήνα που αρχίζει µόλις να διαµορφώνεται σε µεγαλούπολη, όπου οι εντυπωσιακές δενδροστοιχίες του άστεως, οι νωχελικοί περίπατοι στους Κήπους των Μουσών, η κοσµοπληµµύρα στην οδό Ερµού, η µεγάλη λαµπαδηφορία στρατού και µαθητών και τα εορταστικά πυροτεχνήµατα το βράδυ του Ευαγγελισµού στο Σύνταγµα συνυπάρχουν µε τις φωτιές του Κλήδωνα που φερµένες από τα χωριά της επαρχίας τριζοβολούν και γεµίζουν µε τη λάµψη και τη βαριά καπνίλα τους τους δρόµους της πόλης. Οι κανταδόροι σεργιανούν τις νύχτες στις γειτονιές και στα σοκάκια του Παγκρατίου, της ∆εξαµενής, των Πετραλώνων, του Θησείου προτού καταλήξουν στα συνοικιακά καφενεδάκια. Το τραµ ανεβαίνει ακόµη την οδό Ερατοσθένους στο Παγκράτι, οι γυναίκες κουτσοµπολεύουν τα καλοκαίρια στις αυλές ως τα µεσάνυχτα, τα κορίτσια ευκολοκοκκινίζουν ακόµη και τα αυτοκίνητα µετριούνται ακόµη στα δάχτυλα.

Στο αντίστοιχο αισθηµατικό ροµάντζο του «Το τάµα της Ανθούλας» ο Λαπαθιώτης αποτυπώνει τη ζωή του περιθωρίου και του υποκόσµου στον Πειραιά. Στο «Κάπου περνούσε µια φωνή» συµπληρώνει – όπως δηλώνει και ο υπότιτλος του πεζογραφήµατος «Σελίδες µιας Αθήνας περασµένης» – την αθηναιογραφία των αρχών του 20ού αιώνα προσθέτοντας στις νατουραλιστικές περιγραφές του ∆. Βουτυρά, του Ιω. Κονδυλάκη, του Μ. Μητσάκη και του Αλ. Παπαδιαµάντη εικόνες µιας απλής, ανέµελης, αισθησιακής, ηδυπαθούς Αθήνας, σαγηνευτικής και ολέθριας.

Το κοµψό τοµίδιο των εκδόσεων Ερατώ περιλαµβάνει επίσης το πεζό κείµενο «Φεγγάρι» – πιθανόν πρόπλασµα του πρώτου κεφαλαίου της νουβέλας, δηµοσιευµένο στο περιοδικό Μούσα το 1922. Τα κείµενα πλαισιώνουν πρόλογος και σχόλια του επιµελητή και εργοβιογραφικό χρονολόγιο του συγγραφέα επιχειρώντας την απόδοση µιας σφαιρικής εικόνας του λογοτεχνικού Λαπαθιώτη – θεωρητικά γνωστού, αγαπηµένου και µελοποιηµένου, αλλά εν πολλοίς ακόµη ανεξερεύνητου.

Ο έλληνας Οσκαρ Γουάιλντ 
 
Γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας, γιος υψηλόβαθμου στρατιωτικού που διετέλεσε και υπουργός Στρατιωτικών μετά το Κίνημα στου Γουδή και μιας ανιψιάς του Χαρίλαου Τρικούπη, ένας επιτηδευμένος δανδής της λογοτεχνικής και κοσμικής Αθήνας του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, ανοικτά ομοφυλόφιλος, εραστής των «τεχνητών παραδείσων», φημισμένος για τη νυχτοφιλία του, πολυγραφότατος και συνεργάτης απειράριθμων εντύπων της εποχής του, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1944), ο θρυλικός έλληνας Οσκαρ Γουάιλντ που βίωσε τη ζωή ως τέχνη, είναι γνωστός περισσότερο ως ένας από τους παρακμιακούς ποιητές της γενιάς του Καρυωτάκη, τον οποίο τα αδιέξοδά του, οι οικονομικές δυσκολίες και τα ναρκωτικά τον οδήγησαν στην αυτοχειρία. «Η ζωή του προκαλεί εύλογα το ενδιαφέρον του κοινού» σημειώνει μιλώντας στο «Βήμα» ο νεοελληνιστής Γιάννης Παπακώστας, ο οποίος επιμελήθηκε την έκδοση της αυτοβιογραφίας του «Η ζωή μου» (Κέδρος, 2009) και της αισθηματικής νουβέλας «Το τάμα της Ανθούλας» (Λιβάνη, 2007). Στα πεζά του, διάσπαρτα σε περιοδικά της εποχής και αθησαύριστα ακόμη, «την προσοχή μας σήμερα δεν προκαλούν μόνο η μυθοπλασία, ο αισθητισμός και ο αισθησιασμός, καθώς συμπλέκονται με έντονα ρεαλιστικά, νατουραλιστικά, θα λέγαμε, στοιχεία – στοιχεία περιθωρίου, όπως είναι η σωματεμπορία, ο τζόγος, τα ναρκωτικά και οι τεκέδες –, αλλά και η ποιητική τους αύρα και ο επιμελημένος λόγος, συνδυασμένος με μια ρομαντική διάθεση και φόντο πάντοτε τη νύχτα και τις αρρωστημένες αναθυμιάσεις, σωματικές και ψυχικές».



ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
Βιβλία + ιδέες περισσότερες ειδήσεις 
 
 
Μικρό βιογραφικό
 
Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης (31 Οκτωβρίου 18887 Ιανουαρίου 1944) ήταν Έλληνας ποιητής του μεσοπολέμου.

 

Γεννήθηκε στην Αθήνα, τη νύχτα προς τα ξημερώματα σε ένα σπίτι της πλατείας Αγίων Θεοδώρων. Άρχισε την συγγραφή και έκδοση ποιημάτων από ένδεκα χρονών. Ο πατέρας του, Λεωνίδας, ήταν κυπριακής καταγωγής, ενώ η μητέρα του ήταν ανιψιά του Χαρίλαου Τρικούπη. Ο πατέρας του, Λεωνίδας Λαπαθιώτης, που είχε ασχοληθεί με την ποίηση, ήταν μαθηματικός και ανώτατος στρατιωτικός και έγινε υπουργός των στρατιωτικών το 1909 και βουλευτής. Το 1907 μαζί με άλλους εννιά νεαρούς λογοτέχνες ίδρυσαν το περιοδικό Ηγησώ.

Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών όπου και το 1909 πήρε δίπλωμα νομικής, αλλά ποτέ δεν άσκησε το επάγγελμα. Το έργο του βρίσκεται σκορπισμένο σε περιοδικά. Η μοναδική του ποιητική συλλογή δημοσιεύτηκε το 1939.
Ο θάνατός του ήρθε από αυτοκτονία το 1944 βρίσκοντας τον φτωχό και καταπονημένο από τα ναρκωτικά. Η κηδεία του έγινε με έρανο των φίλων του.


Ζούσε σε διώροφο νεοκλασικό αρχοντικό κάτω από το λόφο του Στρέφη. Στο σπίτι αυτό έζησε πάνω από 40 χρόνια και εκεί έγραψε το μεγαλύτερο μέρος του ποιητικού έργου του αλλά και αυτοκτόνησε.
Το κινηματογραφικό έργο Μετέωρο και σκιά (1985) βασίζεται στην ζωή του.

Έργα

  1. «Οι Περιπέτειες του Κονστάν Λαβρέτ» ημιτελές μυθιστόρημα (πρωτόλειο)
  2. «Νέρων ο Τύραννος», 1901 θεατρικό παιδικό έργο, που το τύπωσε ο πατέρας του
  3. «ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ», άρθρο στο Νουμά 1916
  4. «Η Ζωή μου», ημιτελής αυτοβιογραφία (φτάνει έως το 1917) που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό Μπουκέτο το 1940.

Ποιήματα

  • Τὰ καημένα τὰ πουλάκια
  • Τὰ χλωμά τὰ κοριτσάκια
  • Ἔχω ἕνα ἀηδόνι...
  • Ποιητής
  • Μυστικό...
  • Ἐπεισόδιο
  • Ἡ χαρά
  • Συντριβή
  • Ἀναμνήσεις
  • Τὸ παλιό μας τραγούδι
  • Μικρό Τραγούδι
  • Παραμύθι
  • Πόθος
  • Στο νυχτερινό κέντρο
  • Χειμωνιάτικο τοπίο
  • Ἐκ βαθέων
  • Στη φυλακή...
  • Κούραση
  • Κλείσε τὰ παράθυρα
  • Φαντάσματα
  • Βαθύ κι ἐξαίσιο βράδυ
  • Μοναξιά
  • Ἑκάτης πάθη
  • Νυχτερινό
  • Οἱ μπερντέδες
  • Ἐρωτικό
  • Οἱ κύκνοι τὸ φθινόπωρο
  • Λυπήσου
  • Προσμένω πάλι
  • Σπαρασμός
  • Ἄτιτλο
  • 1939
  • Φάντασμα
  • Προσμονή
  • Εἶμαι μόνος...
  • Ἐρινύες
  • Βαο, γαο, δαο
  • Τ᾿ ἁπλὸ παιδί πού ἐγὼ ἀγαπῶ...
  • Τραγούδι
  • Ὅταν βραδιάζει
  • Ἕνας χαμένος κύκλος
  • Ἀποχαιρετισμοί στη μουσική
  • Ἀποχαιρετισμός
  • Ἀποχαιρετιστήριο
  • Κραυγή






 Ποιήματα - μικρή ανθολογία

 Ποιητής

Πόσο βαθὺ κι ἀσήμαντο συνάμα,
τῆς Ζωῆς καὶ τῆς Τέχνης σου τὸ δρᾶμα,
σ᾿ ἕνα παιχνίδι μάταιο καὶ γελοῖο,
τοῦ Νοῦ σου νὰ σκορπᾷς τὸ μεγαλεῖο!
Μέρα-νύχτα νὰ παίζεις μὲ τὶς λέξεις,
πῶς, πρέπει, μεταξύ των, νὰ τὶς πλέξεις
καὶ πῶς, μαζί, νὰ σμίξεις κάποιους ἤχους,
ὥστε νὰ κλείσεις τ᾿ Ὄνειρο σὲ στίχους!
Πόσος κόπος καὶ πόνος κι ἀγωνία,
νὰ πλάσεις ἀπ᾿ τὴ θλίψη σου ἁρμονία
καὶ νὰ τὴ πλάσεις μ᾿ ὅλους σου τοὺς τρόπους,
γιὰ νὰ τὴ ξαναδώσεις στοὺς ἀνθρώπους!
Μήτε κι ἀληθινὰ ποὺ ξέρω πρᾶμα
πιὸ θλιβερό, ἀπ᾿ τοῦ πόνου σου τὸ δρᾶμα,
τοῦ Πόνου αὐτοῦ, ποὺ στέργει γιὰ κλουβί του,
τὸ χῶρο ἑνὸς ἀνθρώπινου ἀλφαβήτου!
Κι ἀφοῦ, σὰ τὰ μικρὰ παιδάκια, παίξεις,
τόσο καιρό, μὲ ρίμες καὶ μὲ λέξεις
κι ὅλες σου τὶς ἐλπίδες ἀφανίσεις,
χαμένος, ὅλος, μέσ᾿ στὶς ἀναμνήσεις,
μόλις φανοῦν οἱ πρῶτες μαῦρες τύψεις
κι ἔρθ᾿ ἡ στιγμὴ νὰ σκύψεις, νὰ μὴ σκύψεις,
μὰ παίρνοντας μαζὶ τὸ θησαυρό σου,
τὸ Γολγοθᾶ σου ἀνέβα καὶ σταυρώσου!

Συντριβή

Ἔτσι μὲ σύντριψε τὸ Φῶς, γιατὶ εἶδα πρὸς τὸ Φῶς
καὶ γιατὶ μέθυσ᾿ ἀπὸ Ζωή, μ᾿ ἔχει συντρίψει ἡ Ζωή.
Ἐπειδὴ στράφηκα κι ἐγώ, μ᾿ ὅλη μου τὴ πνοὴ
στὴ Μελῳδία, μὲ σύντριψε ἡ Μελῳδία: Κουφός!
Καὶ γιατὶ πῆγα στὴ Χαρά, μὲ σύντριψε ἡ Χαρὰ
κι οὔτ᾿ ἕνα τί κι οὔτ᾿ ἕνας ποιὸς καὶ δὲ μὲ θέν᾿ τὰ Ὕψη!
Γιατὶ μιλῶ πλατιά, σὰ Θεός, μὲ φθόνεσε καὶ ὁ Θεός.
Καὶ γιατὶ πῆγα στὴ Χαρά, μὲ σύντριψε κι ἡ Θλίψη...

Ἀναμνήσεις

Τὸ κάθε τι ποὺ πέρασε, γιὰ πάντα μ᾿ ἔχει σκλάβο
κι ὅσο γυρεύεις Σήμερα, τὸ Χτὲς νὰ μ᾿ ἀφανίσεις,
τόσο σὲ ῾κεῖνο θὰ γυρνῶ καὶ τόσο δὲ θὰ παύω
νὰ ζῶ στὶς ἀναμνήσεις...
Θαρρεῖς καὶ κάτι μόνιμα, μπροστά μ᾿ εἶναι πεσμένο
καὶ κρύβοντας καὶ σβήνοντας ὁλότελα τὸ Τώρα,
μὲ κάνει νὰ μὴ χαίρουμαι καὶ μήτε νὰ προσμένω
καινούργια, τάχα, δῶρα...
Σ᾿ ὅτι ποθεῖ καὶ σ᾿ ὅτι ζεῖ, ἡ ψυχή μου μένει ξένη
κι οὔτε μπορεῖς, Φωνὴ Ζωῆς, ἀλλιῶς νὰ τὴ δονήσεις,
παρὰ θαμπὰ καὶ μακρινά, σὰ μουσικὴ ποὺ βγαίνει
μέσ᾿ ἀπ᾿ τὶς ἀναμνήσεις...
Τῆς πεθαμένης τῆς χαρᾶς, ἔχει στερέψει ἡ βρύση
κι οὔτε γυρέυει θάματα κι οὔτε προσμένει δῶρα
κι οὔτε μπορεῖ πιὰ τίποτα νὰ τὴ παρηγορήσει,
παρὰ ὅτι ἦταν ὡς τώρα...

Πόθος

Βαθὺ χινόπωρο γοερό, πόσο καιρὸ σὲ καρτερῶ,
μὲ τὶς πλατιές, βαριές σου στάλες
τῶν φύλλων ἄραχλοι χαμοί, τῶν δειλινῶν ἀργοὶ καημοί,
ποῦ μὲ μεθούσατε τὶς ἄλλες...
Τὰ καλοκαίρια μ᾿ ἕψησαν καὶ τὰ λιοπύρια τὰ βαριά,
κι οἱ ξάστεροι οὐρανοὶ οἱ γαλάζοι:
ἀπόψε μου ποθεῖ ἡ καρδιὰ πότε νὰ ῾ρθεῖ μέσ᾿ τὰ κλαριά,
ὁ θεῖος βοριὰς καὶ τὸ χαλάζι!
Τότε, γερτὸς κι ἐγὼ ξανά, μέσ᾿ τὰ μουγγὰ τὰ δειλινά,
θ᾿ ἀναπολῶ γλυκά, -ποιὸς ξέρει-,
καὶ θὰ μὲ σφάζει πιὸ πολύ, σὰν ἕνα μακρινὸ βιολί,
τὸ περασμένο καλοκαίρι...

Στὸ νυχτερινὸ κέντρο

Τώρα ποὺ παίζει τὸ βιολὶ κι ἔχουμε πιεῖ τόσο πολύ,
ποὺ μ᾿ ἕναν ἔρωτα τρελὸ σὰ νά ῾μαστε δεμένοι,
σ᾿ ἕνα συντρόφεμα ζεστό, βᾶνε ξανὰ νὰ ζαλιστῶ,
μέσ᾿ στ᾿ ὄνειρό σου νὰ κλειστῶ. Τὸ μόνο ποὺ μοῦ μένει.
Γιατὶ ἂν λείψει τὸ κρασὶ κι φύγεις ἄξαφνα κι ἐσὺ
καὶ βουβαθεῖ καὶ τὸ βιολὶ μὲ τὸ γλυκὸ βραχνᾶ του,
μεσ᾿ στῆς καρδιᾶς μου τὸ κενό, μεγάλο σὰ τὸν οὐρανό,
θ᾿ ἀκούσω πάλι τὸ βραχνὸ τραγούδι τοῦ θανάτου...




πηγές:

http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=410329&h1=true

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CF%89%CE%BD_%CE%9B%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B8%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82

http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/napolewn_lapa8iwths_poems.htm#%CE%A0%CE%9F%CE%99%CE%97%CE%A4%CE%97%CE%A3



 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου