Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012

Δημήτρης Λιβιεράτος: Η Τουρκία από τον Κεμάλ στον Ερντογάν. Νοέμβρης 1922 - Νοέμβρης 2012.

γράφει ο Δημήτρης Λιβιεράτος


  Ο ελληνικός στρατός διασχίζει την Αλμυρά έρημο βαδίζοντας προς την Άγκυρα στη Μικρασιατική Εκστρατεία το 1921.


Η σχέση με τη γειτονική χώρα υπήρξε από την εποχή της επανάστασης και της απελευθέρωσης η πιο σημαντική για την εξωτερική πολιτική του νέου κράτους. Γεγονός άλλωστε που ισχύει μέχρι σήμερα. Παρόλο που είναι δίπλα μας και έπρεπε να έχουμε πλήρη γνώση της κατάστασης της, εξακολουθούμε να ζούμε σε κόσμους που δημιουργούν διάφορες ομάδες που επηρεάζουν την πραγματικότητα. Με αποτέλεσμα πολλές φορές ακόμα και η εξωτερική μας πολιτική να συνδέεται με τέτοιες στρεβλές αντιλήψεις. Η καλύτερη θα ήταν, αν πάντα έχουμε μια πλήρη εικόνα της διπλανής χώρας, ανεπηρέαστη από τις δυτικές δεσμεύσεις που έχει η ελληνική εξωτερική πολιτική τα τελευταία, τουλάχιστον, εξήντα χρόνια. Δεσμεύσεις που εμποδίζουν μια ομαλή, πραγματική συνύπαρξη με τη διπλανή πλέον χώρα. Χωρίς να παραβλέπουμε ότι παρόμοιες στρεβλώσεις υπάρχουν και στην Τουρκία και στην Ελλάδα.
To 1920 επικράτησε η παράταξη που εκπροσώπησε ο Κεμάλ Ατατούρκ επί της νέας Τουρκίας. Ένα μέρος της παλαιάς Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αφού επικράτησε η παράταξη τους, το 1922 στον πόλεμο κατά της Ελλάδας και στο εσωτερικό κατά των Ισλαμιστών και υποστηρικτών του παλαιού Χαλιφάτου. Ο τελευταίος Σουλτάνος φυγαδεύτηκε κρυφά με ελάχιστους δικούς του στις 11 Νοεμβρίου 1922 από τους Άγγλους εγκαταλείποντας τα πάντα. Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις, αλλά και η Ελλάδα, αναγκάστηκαν να συζητήσουν με το νέο καθεστώς και να υπογράψουν τη Συνθήκη της Λωζάνης.
Ο Μουσταφά Κεμάλ γεννήθηκε το 1880 στη Θεσσαλονίκη που τότε ήταν υπό Οθωμανική κατοχή. Σπούδασε στη στρατιωτική σχολή της Κωνσταντινούπολης. Έγινε ευρύτερα γνωστός όταν οργάνωσε σαν στρατηγός της 12ης τουρκικής Μεραρχίας την άμυνα της Καλλίπολης και ανάγκασε από τις 19-2-1915 που άρχισε η επιχείρηση, τους επιτιθέμενους Βρετανούς σε μια σκληρή και επώδυνη ήττα. Με πολλές δεκάδες χιλιάδες νεκρούς και βυθισμένα καράβια που προσπάθησαν ανεπιτυχώς να περάσουν τα Στενά. Μια επίθεση που είχε διατάξει ο Τσώρτσιλ, υπουργός τότε, και στοίχισε πολλά στην τότε Βρετανία.
Στις 19 Μαΐου 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ φτάνει στη Σαμσούντα. Στις 21-6-1919 μαζί με άλλους κυκλοφορούν την Εγκύκλιο της Αμάσειας για την αντίσταση της Τουρκίας. Από τις 4-13 Σεπτεμβρίου συνέρχεται το Εθνικό Συνέδριο της Σεβάστειας. Δημιουργείται επιτροπή υπό την προεδρία του Κεμάλ να διευθύνει τον αγώνα. Ουσιαστικά, η Οθωμανική Αυτοκρατορία γίνεται δύο κομμάτια. Στις 27 Δεκεμβρίου 1919 η Επιτροπή με ηγέτη τον Κεμάλ εγκαθίσταται στην Άγκυρα, τη νέα πρωτεύουσα.
Στην πραγματικότητα, έχει αρχίσει εμφύλιος πόλεμος μεταξύ του Χαλιφάτου της Κωνσταντινούπολης- Ισταμπούλ όπως τη λένε οι Τούρκοι, της παλαιάς σουλτανικής εξουσίας και της νέας Τουρκίας της οποίας ηγείται ο Κεμάλ. Το Χαλιφάτο, ο Σουλτάνος, οι Ισλαμιστές ηττήθηκαν με μεγάλες απώλειες. Μια ιστορία που σημαδεύει μέχρι σήμερα την Τουρκία. Στη συνέχεια όλες οι δυνάμεις συγκεντρώθηκαν κατά του ελληνικού στρατού. Τον Αύγουστο 1922 διεξάγεται η τελική μάχη του Σαγγάριου και ο ελληνικός στρατός εξαντλημένος και απομακρυσμένος από τις βάσεις του όχι μόνο ηττάται, αλλά ουσιαστικά διαλύεται.

«Αρχές Τουρκισμού»

 

Το νέο καθεστώς στηριζόμενο στις αρχές του Τουρκισμού ήθελε να εκσυχρονιστεί η χώρα και να γίνει όπως οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Το 1923 κυκλοφόρησε το έργο του Ζίγια Γκιοκάλπ «Αρχές Τουρκισμού» και θεωρείται το εγκόλπιο που περιέχει τις αρχές του νέου καθεστώτος. Στην οικονομική, κοινωνική, εκπαιδευτική και γενικά πολιτιστική ζωή. Στην οικονομία ο Κεμάλ ήταν υπέρ της απομάκρυνσης των ξένων που έπαιζαν το ρόλο της αστικής τάξης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αναγκάστηκε να τους ανεχτεί ακόμα στην περιοχή της Κωνσταντινούπολης-Ισταμπούλ επειδή δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς.
Ο Κεμάλ Ατατούρκ δεν υποστήριξε τον κρατικό έλεγχο επί της οικονομίας. Οι αντιλήψεις του κόμματος και του καθεστώτος του ήταν υπέρ μιας σύγχρονης καπιταλιστικής εξέλιξης στηριζόμενης στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Η παράταξή του ήταν αντίθετη σε οποιαδήποτε σοσιαλιστική-κομμουνιστική επιρροή. Η γενική οικονομική πολιτική του κράτους καθοριστηκε σε γενικές γραμμές στο Οικονομικό Συνέδριο της Σμύρνης το 1923. Εκεί προσδιορίστηκαν οι οικονομικές επιδιώξεις ενός σύγχρονου καπιταλισμού της εποχής εκείνης.
Η επέμβαση και επικράτηση του Κράτους στην οικονομία εμφανίστηκε και εφαρμόστηκε από το 1929. Τότε φάνηκε καθαρά ότι το καθεστώς απέτυχε να κινητοποιήσει το ιδιωτικό κεφάλαιο και όλη η οικονομία είχε περάσει σε σοβαρή κρίση.
Το Συνέδριο της Σμύρνης το 1923 διαπίστωσε τις δυσκολίες της χώρας, αλλά έλπιζε στη νέα κατεύθυνση. Το 1923 ύστερα από 15 χρόνια επαναστάσεων, πραξικοπημάτων, πολέμων, η υποδομή είχε σχεδόν καταστραφεί. Το τότε υπάρχον οδικό δίκτυο των 4240 χιλιομέτρων ανήκε σε ξένες εταιρίες και σε πολλά μέρη ήταν κατεστραμμένο. Από τα 9300 χιλιόμετρα δρόμων του εθνικού δικτύου μόνο 1000 χιλιόμετρα ήταν βατά από βαρέα οχήματα. Ήταν φτηνότερο να εισάγουν στάρι από τη Νότια Αμερική παρά να μεταφέρουν από την Ανατολία.
Ακόμη χειρότερα ήταν ότι με τη συνθήκη της Λωζάνης του 1923 υποχρεώθηκε η Τουρκία να αναλάβει το 62% των χρεών του παλαιού οθωμανικού καθεστώτος. Το 10% των ετήσιων εισπράξεων του νέου κράτους χρησιμοποιούταν για την εξυπηρέτηση του εξωτερικού χρέους.
Επίσης, η Συνθήκη υποχρέωνε το νέο καθεστώς να εφαρμόσει ένα χαμηλών δασμών τελωνειακό σύστημα για να έχουν ελεύθερη εισαγωγή τα προϊόντα των δυτικών χωρών.
Αλλά αυτό εμπόδιζε την ανάπτυξη της εγχώριας βιομηχανίας. Το 1923 το 55% της τουρκικής οικονομίας βασιζόταν στην αγροτική παραγωγή και μόνο το 10% στη Βιομηχανία. Αλλά το 1% του πληθυσμού κατείχε το 39% της αρδευόμενης και επομένως της πιο αποδοτικής γης. Το υπόλοιπο της γης ήταν μοιρασμένο σε μικρά τεμάχια. Οι αμοιβές των εργαζόμενων ήταν πολύ χαμηλές και δεν βοηθούσαν στην ανάπτυξη της νέας οικονομίας. Τα πράγματα έγιναν ακόμα χειρότερα όταν Έλληνες και Αρμένιοι που κρατούσαν μεγάλο μέρος των Τραπεζών, της Βιομηχανίας, του Εμπορίου αναχώρησαν από την Τουρκία φοβούμενοι το νέο εθνικό και εν πολλοίς εθνικιστικό καθεστώς που δεν τους εξασφάλιζε την απαραίτητη ασφάλεια. Άλλωστε το παράδειγμα της πυρκαγιάς και των διωγμών της Σμύρνης ήταν πολύ πρόσφατο.
Το Συνέδριο της Σμύρνης 1923 σχεδίασε μια κατάσταση μεταξύ πλήρους ιδιωτικής καπιταλιστικής οικονομίας και μερικά αναγκαία οικονομικά πρότυπα σε επιχειρήσεις. Η θέση αυτή ονομάστηκε «Νέα Τούρκικη Οικονομική Σχολή». Καθόριζε όμως την επέμβαση του κράτους «όπου τα γενικά συμφέροντα του Κράτους θα επηρεάζοντο». Το Κράτος επενέβη σε ζωτικούς τομείς, όπως οι Τράπεζες, οι Επιχειρήσεις Κοινής Ωφέλειας, οι μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις που χρειαζόντουσαν κεφάλαια χρηματοδότησης για να αναπτυχθούν.
Το επόμενο βήμα έγινε το 1927 με το νόμο για την υποστήριξη της βιομηχανίας. Με αυτό το Κράτος για την υποστήριξη της βιομηχανίας της παραχωρούσε γη, μειωμένους φόρους, μειωμένες τιμές στις μεταφορές. Για να υποστηρίξει τη βιομηχανία από τις φτηνές εισαγωγές που είχαν επιβάλει οι Δυτικές Δυνάμεις με τους χαμηλούς τελωνειακούς δασμούς. Όπως αναφέραμε αυτοί ήταν αναγκαστικοί όροι της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923. Με τα μέτρα για τη βιομηχανία επωφελήθηκαν μεγάλες βιομηχανίες ζάχαρης, υάλου, δέρματος, βάμβακος, μαλλιού, τσιμέντου και άλλες.
Ανάλογες διευκολύνσεις θεσμοθετήθηκαν για τη γεωργία. Ιδρύθηκε Αγροτική Τράπεζα για να στηρίξει τη μικρή ιδιοκτησία απέναντι στους φεουδάρχες αγάδες. Μέχρι το 1926 η οικονομία αυξανόταν με ρυθμό 16% ετησίως. Μεταξύ 1926 και 1930 κατέβηκε στο 4,1%. Η αγροτική οικονομία μεταξύ 1923-1930 αυξήθηκε κατά 58%. Η βιομηχανία καθυστερούσε. Από τις 64.246 βιοτεχνίες-βιομηχανίες μόνο το 5% απασχολούσε πάνω από 5 εργαζόμενους. Μόνο το 4% χρησιμοποιούσε μηχανική δύναμη. Η παραγωγικότητα έμενε πολύ χαμηλή.

Κράτος

 

Όμως, η μεγάλη παγκόσμια κρίση μετά το κραχ των ΗΠΑ το 1929 χτύπησε και την τούρκικη οικονομία. Τότε, το Κράτος εγκατέλειψε την ιδέα ότι οι ιδιώτες θα μπορούσαν να προωθήσουν σοβαρά την οικονομία. Η επέμβαση του Κράτους και αυτό στην πραγματικότητα σήμαινε του Στρατού σε όλους τους τομείς δημιούργησε μια οικονομία στρατιωτικού κρατικού καπιταλισμού.
Ύστερα από πενήντα χρόνια τέτοιας αγκύλωσης, η νέα αστική τάξη, την οποία σήμερα εκφράζει το κόμμα του Ερντογάν, προσπαθεί να ελέγξει όλη την οικονομία της χώρας. Η διαμάχη δεν είναι μεταξύ καθυστερημένων Ισλαμιστών του Ερντογάν και του προοδευτικού στρατού. Αλλά μεταξύ του νέου καπιταλισμού που εκφράζει η παράταξη του πρώτου και του στρατιωτικού κρατικού καπιταλισμού (στοιχεία ΕΝΟΤΗΤΑ 219/1.7.2004).
Μεταξύ των μεταρρυθμίσεων που έκανε η διοίκηση Κεμάλ ήταν της γλώσσας. Άλλαξε ριζικά τη γλώσσα. Κατάργησε την αραβική γραφή και καθιέρωσε τα λατινικά στοιχεία. Όμως, δεν ήταν μόνο αυτό το τεχνικό ζήτημα. Η καθιέρωση της νέας γλώσσας που έπρεπε όλοι να μάθουν υποχρεωτικά, σήμαινε και κατάργηση πολλών ιδεών και επιρροών που υπήρχαν μέσα στην παλαιά. Κατάργησαν πολλές αραβικές και περσικές επιρροές μέσα στη γλώσσα, απλοποίησαν τη γραφή, αλλά και τις λέξεις προσαρμόζοντας τις στην καθημερινή ζωή. Αυτό ήταν το προοδευτικό στοιχείο αυτής της μεταρρύθμισης.
Είχε όμως και άλλα αρνητικά στοιχεία από τα οποία δεν έχει ακόμα απαλλαγεί η τουρκική κοινωνία. Ό,τι ήταν γραμμένο με την παλαιά, δηλαδή οτιδήποτε τούρκικο πριν το 1922 έπρεπε να μεταφραστεί στη νέα. Πράγμα βέβαια αδύνατο αφού ούτε οι γνώστες, ούτε τα μέσα ήταν τόσο μεγάλα. Έτσι, υπήρξε, ίσως υπάρχει ακόμα, μεταξύ της παλιάς Οθωμανικής εποχής στη γνώση και της νέας τούρκικης εποχής που δημιούργησε και δημιουργεί τη δική της διανόηση, λογοτεχνία, γλώσσα της επιστήμης, ότι συνεπάγεται μια τέτοια μεγάλη αλλαγή. Είναι χαρακτηριστικό εκείνο που εγώ άκουσα από ένα Τούρκο γνωστό εδώ και πολλά χρόνια. «Πάω στο νεκροταφείο και δεν μπορώ να διαβάσω τι γράφει στον τάφο του παππού μου».
Το καθεστώς Ερντογάν όταν κατάλαβε ότι είναι αρκετά δυνατό στην τούρκικη κοινωνία εστράφη μετωπικά κατά του Στρατού. Τους κατηγόρησε για απόπειρα πραξικοπήματος κατά του πολιτικού καθεστώτος για την επαναφορά του Στρατού στην εξουσία. Σε μια σειρά από δίκες που συντάραξαν την Τουρκία εκατοντάδες αξιωματικοί, από τους πιο υψηλά ιστάμενους, όπως αρχηγοί του επιτελείου, διοικητές σωμάτων στρατού, άλλοι μονάδων πεζικού, ναυτικού, αεροπορίας, μέχρι κατώτερων βαθμίδων καταδικάστηκαν σε πολλά χρόνια φυλακή.
Από το Δεκέμβριο του 2010 που άρχισαν οι δίκες συνολικά 365 αξιωματικοί εν ενεργεία και συνταξιούχοι καταδικάστηκαν για συνωμοσία κατά του καθεστώτος, παράνομη οργάνωση για πραξικόπημα για να ανατρέψουν τη νόμιμη κυβέρνηση της Δημοκρατίας και άλλα αδικήματα. 78 αξιωματικοί καταδικάστηκαν σε 18 χρόνια φυλάκιση και άλλοι 246 σε 16 χρόνια φυλάκιση. 246 από αυτούς ήταν ήδη προφυλακισμένοι. Τελειώνει έτσι αυτός ο παλαιός εμφύλιος πόλεμος που άρχισε το 1920-21; Αυτό θα δείξει το μέλλον της Τουρκίας, το οποίο εξαρτάται από την οικονομική της ανάπτυξη και το πέρασμα σε μια άλλη πολύ πιο προχωρημένη οικονομική εποχή.

• Μπορείτε να διαβάσετε επίσης στο περιοδικό Σοσιαλισμός Από τα Κάτω τα άρθρα: “Σύγχρονη ιστορία της Τουρκίας” (Νο63) και “Ο τουρκικός στρατός” (Νο71)

Εργατική Αλληλεγγύη 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου