Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

«Ο Αμερικάνος» Μέρος Α'. Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα (για παιδιά και νέους). Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


«Ο Αμερικάνος»
Του Δημήτρη του Μπερδέ το μαγαζί έμοιαζε, εκείνο το βράδυ, με βάρκα, κατά τα φαινόμενα φουρτουνιασμένη, να πλέει με τον άνεμο στην πρύμνη και στο πλάι, να της χτυπούν τα κύματα τη μια πλευρά, να πηδά μέσα το νερό από την κουπαστή και να ραντίζει από την κορφή ως τα νύχια τους δύστυχους επιβάτες.
Έμοιαζε με βάρκα όπου ο κυβερνήτης της και το ναυτόπουλό του φαίνονται όλο έγνοιες, να δίνουν και να παίρνουν προστάγματα σε γλώσσα ακατάληπτη, ο ένας με δυσκολία να κατευθύνει το πηδάλιο, ο άλλος να λύνει και να δένει τα πανιά, βοηθώντας με το κουπί από την απάνεμη μεριά, να τρέχουν και οι δυο από την πρύμνη στην πλώρη, τρομάζοντας τους επιβάτες τους πιο άπειρους, που τους ραίνει ολόγυρα το αφρισμένο κύμα, κι οσφραίνονται από κοντά και γεύονται την άλμη.

Ξημέρωναν Χριστούγεννα κι ο κάθε πελάτης ήθελε να κάνει τα ψώνια του.
Ο κυρ Δημήτρης ο Μπερδές έτρεχε μπρος, πίσω, έβαζε νοθευμένα ποτά στους πελάτες, πουλούσε λειψά στους αγοραστές, με την τρικυμία σκορπισμένη στην όψη και τη γαλήνη φυλαγμένη στην καρδιά, που οι φωνές των θαμώνων τον γοήτευαν, και που τον ενθουσίαζε ο κρότος των κερμάτων που έπεφταν  από την ανοιγμένη στο πάνω μέρος τρύπα, καθώς σπουργίτια στην παγίδα, στο καλοκλειδωμένο συρτάρι του.

Το παιδί, ο δεκαπεντάχρονος Χρήστος, ανεψιός από την αδερφή του, δεν πρόφτανε να γεμίζει μπουκάλια από το βαρέλι, να κακοζυγίζει το βούτυρο από το πιθάρι, να αδειάζει μέλι από τον ασκό, με την ποδιά δεμένη ψηλά στο στήθος, και ξελαρυγγιαζόταν να φωνάζει αμέσως! σε οχτώ διαφορετικούς τόνους και νότες άνω τελία λέξη που είχε κατορθώσει με τον καιρό να την κουτσουρέψει σε αμές! έπειτα να την συντομεύει σε ΄μες! και τελικά να την απλοποιήσει σε ες!

Σε μια γωνία του μαγαζιού μια συντροφιά πέντε ανδρών κάθονταν κι έπιναν τη μαστίχα τους, πριν το διαλύσουν και φύγουν στα σπίτια τους για το δείπνο.
Ήταν όλοι εμποροπλοίαρχοι του τόπου, που περίμεναν αν πέσει ο Σταυρός στη θάλασσα για να σαλπάρουν, και καλωσόριζαν ένα συνάδελφο τους, που εκείνο το βράδυ είχε φτάσει καλά με την σκούνα του, τον καπετάν Γιάννη τον Ιμβριώτη άνω τελεία  έκαναν όλοι με την σειρά τα μουσαφιρλίκια (κεράσματα για το καλώς ήρθες), έπειτα ο καπετάν Γιάννης θέλησε κι αυτός να τους κάνει τα σαλαμετιλίκια (κεράσματα για το καλό κατευόδιο). 
Έπειτα κάθε ένας από τους φίλους προθυμοποιήθηκε να κάνει για δεύτερη φορά τα μουσαφιρλίκια, και πάλι ο καπετάν Ιμβριώτης ξανάκανε τα σαλαμετιλίκια. Σε αυτό το σημείο βρίσκονταν και μιλούσαν ζωηρά για πράγματα σχετικά με το επάγγελμα τους, για ναύλους, αναδουλειές, για υπεραναμονές, για φορτώσεις κι εκφορτώσεις, για ναυάγια και θαλασσοζημιές.
Ο καπετάν Γιάννης εξιστορούσε διεξοδικά τα συμβάντα  του τελευταίου ταξιδιού του, και είπε ότι, παρά την θέληση του, επειδή του φέραν δυσκολίες οι τουρκικές αρχές, αναγκάστηκε να μείνει μερικές μέρες στο Βόλο, όπου είχε πιάσει λιμάνι για να ξεφορτώσει ένα μέρος του φορτίου.
-  Α! δε σας είπα και για ένα γιουλτζή που πήρα από το Βόλο, είπε.
-  Πήρες κανέναν επιβάτη από το Βόλο; ρώτησε ένας από τους φίλους του.
-  Δεν θέλησε να ξεμπακάρει, έμεινε μες στη σκούνα. Του είπα να τον πάρω μουσαφίρη στο σπίτι, και δεν θέλησε.
- Και για πού παεί;
- Ως εδώ προς το παρόν. Τον ρώτησα, δεν θέλει να μου πει.
- Και τι δουλειά έχει εδώ;
- Τι άνθρωπος είναι;
- Πώς σου φάνηκε; διασταυρώνονταν οι ερωτήσεις των πλοιάρχων.
- Είναι άνθρωπος που έχει ξυρισμένο το μουστάκι και τα γένια, κι έχει αφημένες μόνο τρίχες κάτω από το σαγόνι και στο λαιμό. Μου φάνηκε σαν Εγγλέζος, σαν Αμερικανός, μα πάλι όχι σωστός Εγγλέζος ούτε σωστός Αμερικάνος. Τα λίγα λόγια που μου είπε ρωμαίικα, τα είπε με έναν τρόπο δύσκολο και συλλογισμένο, όχι και πολύ ξενικό, σαν να ήξερε μια φορά ρωμαίικα και τα ξέχασε. Τις περισσότερες φορές συνεννοηθήκαμε με κάτι λίγα ιταλικά που ξέρω και εγώ.
- Σου είπε το όνομα του;
- Στα χαρτιά τον πέρασα ως Τζον Στόθισον, με αμερικάνικο διαβατήριο.
Τη στιγμή εκείνη, ο καπετάν Γιάννης, που καθόταν με την πλάτη στηριγμένη στον τοίχο, βλέποντας προς την πόρτα, χωρίς να το θέλει φώναζε:
-Α! να τος!
Όλοι στράφηκαν προς την πόρτα.
Είχε μπει ένας άνθρωπος ψηλός, καλοντυμένος, ως σαράντα πέντε χρονών, ωραίος, ανοιχτοπρόσωπος, με ξυρισμένο μουστάκι και γένια, εκτός από λίγες τρίχες κάτω από το σαγόνι και προς τον λαιμό, με βαριά χρυσή αλυσίδα πάνω στο στήθος, από την οποία κρέμονταν ένα μικρό φυλαχτό και μερικοί βόλοι από χρυσό.
Από ποια φυλή κι από ποιόν τόπο ήταν, δύσκολα μπορούσε να υποθέσει κανείς. Φαινόταν να είχε αποκτήσει κάτι σαν επάλειψη πάνω στο πρόσωπο, σαν κάποια προσωπίδα από άλλο τόπο, καλοζωίας και πολιτισμού, κάτω από την οποία κρύβονταν αόρατη η αληθινή καταγωγή του. Β
άδιζε με βήμα αβέβαιο, ρίχνοντας ένα βλέμμα ακόμα πιο αβέβαιο στα πρόσωπα και στα πράγματα που ήταν γύρω του, σαν να προσπαθούσε να κατατοπιστεί που ήταν.
Ενώ, πριν από τη δύση του ήλιου είχε αρνηθεί, όπως έλεγε ο πλοίαρχος Ιμβριώτης, να βγει στη μικρή πολιτεία, όταν νύχτωσε παρακάλεσε τον ναύτη που είχε μείνει πίσω στο πλοίο και που, καθώς δεν ήταν ντόπιος, δεν είχε που να πάει κι έμεινε φύλακας της σκούνας, να τον βγάλει στη στεριά.
Ο ναύτης υπάκουσε. Ο ξένος άφησε τις αποσκευές του, που ήταν τρείς τεράστιες κασέλες, στην καμπίνα της πλώρης, και βγήκε. Μόλις κατέβηκε από τη βάρκα, βρέθηκε στην παραθαλάσσια αγορά και κοίταξε δεξιά αριστερά, σαν να μην γνώριζε πού βρισκόταν. Έξω στο ύπαιθρο δεν ήταν  άνθρωποι , γιατί έκανε κρύο τσουχτερό.
Τα βουνά ήταν χιονισμένα ολόγυρα. Ήταν στις 24 Δεκεμβρίου 187… Κοίταξε μέσα σε δυο τρεις ταβέρνες και καφενεία, έπειτα σε δύο εμπορικά και παντοπωλεία μαζί, όπως τα μαγαζιά των χωριών. Αλλά δεν φάνηκε ευχαριστημένος, σαν να μην τα αναγνώριζε, και συνέχισε τον δρόμο του. Ανέβηκε στη μικρή πλατεία, μπροστά στο ναό των Τριών Ιεραρχών.
Εκεί φάνηκε πως αναγνώρισε το μέρος. Και μπορεί αν μην έκανε τον σταυρό του, όταν είδε την εκκλησία, αλλά στο σκοτάδι έβγαλε το καπέλο του, και το φόρεσε πάλι, σαν να συνάντησε παλιό φίλο και τον χαιρετούσε. Έπειτα κοίταξε αριστερά, είδε το μικρό οινοπαντοπωλείο του Μπερδέ και πλησίασε. Στάθηκε λίγες στιγμές και κοίταξε μέσα.
Στο τέλος μπήκε. Είναι αλήθεια πως δεν είχε δει τον πλοίαρχο Ιμβριώτη, ο οποίος, μολονότι κοιτούσε προς την πόρτα, βρισκόταν κατά ένα μέρος στη σκιά των συναδέλφων του εκείνων που μαζί τους έπινε, και που είχαν στραμμένη τη πλάτη προς την πόρτα, αλλά ήταν καλυμμένος κι από μια άλλη συντροφιά που στέκονταν όρθιοι κι έπιναν κοντά στον μπάγκο, μπροστά στον οποίο ήταν οι μπουκάλες με τα ποτά. Αν τον είχε δει, ίσως να μην έμπαινε.
-Να ο Αμερικάνος, ξανάπε ο πλοίαρχος Ιμβριώτης δείχνοντας στους συναδέλφους του τον άνθρωπο που μπήκε.
Οι τέσσερεις εμποροπλοίαρχοι γύρισαν τα μάτια τους σε εκείνον που μόλις είχε έρθει και τον κοίταξαν άπληστα.
-Μπόνο πράτιγο, σινιόρε (καλώς ξεμπάρκαρες, κύριε), φώναξε ο Ιμβριώτης. Αποφάσισες, βλέπω, και βγήκες.
Ο ξένος έκανε με το χέρι ένα σημείο χαιρετισμού.
-Πλήιζ κάπτην (ορίστε καπετάνιε), είπε ένας από τους εμποροπλοίαρχους, ο καπετάν Θύμιος ο Κουρασάνος, που είχε δικό του ένα μεγάλο μπρίκι, είχε κάνει δύο ταξίδια στον ωκεανό, ως το Λονδίνο, και είχε μάθει οχτώ ή δέκα αγγλικές φράσεις.
-Θεγκ-ιού σερ (ευχαριστώ κύριε), απάντησε ευγενικά ο ξένος.
Κι έριξε μια δεκάρα στον μπάγκο, λέγοντας στο παιδί μόνο αυτή την λέξη: «ρούμ!»
Κι αφού πήρε στο χέρι το ποτήρι του, για να μην δείξει ότι απέφευγε συστηματικά τους ανθρώπους, πλησίασε την συντροφιά, και είπε στα ελληνικά, προφέροντας κάπως παχιά και δύσκολα.
-Ευχαριστώ κύριοι. Δεν είναι να καθίσω να κάνω τωκ, και δύσκολο σε εμένα να κάνω τωκ ρωμαίικα.
-Τι λέει; είπε σουφρώνοντας τα φρύδια ο καπετάν Θύμιος ο Κουρασάνος άνω τελεία δε θέλει να κάνει τόκα (να συμφωνήσει χειραψία) μαζί μας;
Ο ξένος άκουσε και βιάστηκε να διορθώσει την παρανόηση.
-Με συμπάθιο, κύριε άνω τελεία είπα, να κάνω τωκ, να κάνω κονβερσατσιόνε, πως το λένε;
-Θέλει να πει, δυσκολεύεται να κάνει κουβέντα στη γλώσσα μας, είπε ο καπετάν Ιμβριώτης που κατάλαβε.
-Α! ναι, κουβέντα, είπε ο ξένος άνω τελεία ξένασα τα λόγια ρωμαίικα.
-Αντ χουέρ γιου κομ; είπε ο Κουρασάνος, σε λανθασμένα αγγλικά το: από πού έρχεσαι;
-Στην ώρα εδώ ήρθα, απάντησε ο Αμερικάνος άνω τελεία ύστερα δεν ξέρω, κι άλλα ταξίδια θα κάνω.
-Ο καπετάν Κουρασάνος τον κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει τίποτα.
-Δεν κάθεσαι, σινιόρε;  είπε ο Ιμβριώτης άνω τελεία που θα βρεις καλύτερα;
-Δεν κάθομαι πάω να κάνω γουώκ, να φέρω γύρο, πώς το λέτε;
-Να κάνεις σπάτσιο;
-Α, ναι, σπάτσιο, είπε ο ξένος άνω τελεία ναι, βλέπω, σαν δεν ειπεί ένας λόγια ιταλικά, δεν καταλαβαίνει άλλος ρωμαίικα.
Έκανε μια κίνηση αποχαιρετισμού με το κεφάλι, και γύρισε προς την πόρτα. Οι πέντε πλοίαρχοι, μετά την συνομιλία αυτή, έμειναν να πλέουν σε μεγαλύτερο πέλαγος άγνοιας, παρά σε εκείνο που τους είχαν φέρει πριν οι εξηγήσεις του συναδέλφου τους του Ιμβριώτη.
Όταν βγήκε από το καπηλειό ο ξένος, πήρε το δρόμο προς την Κολώνα, που στέκει απέναντι στους Τρεις Ιεράρχες, στην οποία έδεναν παλιότερα τις πρύμνες των πλοίων που ξεχειμώνιαζαν στο λιμάνι.
Γύριζε το βλέμμα δεξιά κι αριστερά, και τέλος το προσήλωσε επίμονα σε ένα μικρό σπίτι, που έμεινε να το κοιτάει για πολύ, σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί και να αναγνωρίσει κάτι.
Τέλος, μπήκε σε ένα στενό δρομάκι που διέσχιζε τη συνοικία, κι έγινε άφαντος.
Αν, ωστόσο, τον παρακολουθούσε κανείς, θα έβλεπε πως, αφού προχώρησε λίγα βήματα, έστριψε ψηλότερα κι ανέβηκε τέσσερα σπίτια πάνω από το μικρό σπίτι, που επίμονα κοιτούσε πριν, όπου ανάμεσα σε δύο σπίτια σχηματίζονταν ένα κενό, θαμμένο κατά ένα μέρος από τα υπολείμματα δύο τοίχων.
Φαινόταν πως ήταν χάλασμα, ερείπιο ενός σπιτιού που είχε πρόσφατα κατεδαφιστεί. Ο ξένος, αφού κοίταξε τριγύρω, να δει μήπως τον παρατηρούσε κανείς, μπήκε δειλά σε εκείνο το χάλασμα, όπου στη γωνιά των δυο τοίχων φαινόταν μια κόχη μαυρισμένη, σαν να υπήρχε εκεί παλιότερα ένα τζάκι.
Μπήκε έχοντας βγάλει το καπέλο του που το κρατούσε στα χέρια, γονάτισε, και στήριξε το μέτωπο πάνω στις ψυχρές πέτρες εκείνης της γωνιάς, και αφού έμεινε γονατισμένος τρία λεπτά, σηκώθηκε, σκούπισε τα μάτια του και απομακρύνθηκε αργά.
Όταν ξανάρθε πάλι χαμηλότερα, στάθηκε στη μέση του μικρού δρόμου, όχι  μακριά από το σπίτι που πρωτύτερα φαινόταν ότι κοίταζε. Στάθηκε, κι αφού έριξε ένα βλέμμα ολόγυρα, να δει μήπως κανείς τον παρακολουθούσε, έστησε αφτί.
Τι να άκουγε άραγε; Ίσως άκουγε τα τραγούδια των παιδιών της γειτονιάς που περνούσαν από τα σπίτια κι έψαλλαν τα Χριστούγεννα. Και τα τραγούδια τους διασταυρώνονταν κι έφευγαν προς διάφορες κατευθύνσεις, σαν λάλημα χειμωνιάτικων σπουργιτιών. Εδώ ακούγονται οι στίχοι:
Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου,
εβγάτ΄, ακούστε, μάθετε, τώρα Χρστός γεννιέται.
εκεί πάλι αντηχούσε:
Κυρά μ΄, τη θυγατέρα σου, κυρά μ΄, την ακριβή  σου.
και αλλού:
Ν΄ ασπρίσεις σαν τον Έλυμπο, σαν τ΄ άσπρο περιστέρι.
φωνές αθώες, ανεπιτήδευτες, χαρωπές, φωνές παιδικής χαράς κι ευθυμίας.

   «Ο Αμερικάνος» Μέρος Α'
 Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα 
       για παιδιά και νέους
         Εκδόσεις Άγκυρα
             σελ. 39-49
 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου