Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010

Γιατί είναι ακόμη σήμερα επίκαιρος ο Καρυωτάκης;

Πολενάκης Λ.
Ημερομηνία δημοσίευσης: 03/12/2010
 
Στο κριτικό σημείωμα που θα φιλοξενηθεί στην "Αυγή" της Κυριακής ασχολούμαι με δύο έργα, ένα ελληνικό και ένα ξένο, τα "Δακρυγόνα" του Αλέξη Σταμάτη και τον "Χρυσό Δράκο" του Γερμανού Ρόναλντ Σιμελπφένιχ, που ενσωματώνουν μια "καρυωτακική" προσέγγιση των πραγμάτων. Ο πρώτος χωρίς ίσως να το συνειδητοποιεί πλήρως και ο δεύτερος χωρίς μάλλον να έχει διαβάσει ποτέ του ποίηση του Καρυωτάκη. Για όλα αυτά παραπέμπω στο προσεχές μου σημείωμα. Ωστόσο το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: Γιατί εξακολουθεί να είναι τόσο επίκαιρος ο Καρυωτάκης και πώς να εξηγήσουμε την ελάχιστη μέχρι σήμερα αξιοποίησή του στα θεατρικά μας δρώμενα, τη στιγμή που, όπως προσφυώς έχει λεχθεί, "σήμερα ακόμη και οι τηλεφωνικοί κατάλογοι ανεβαίνουν, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, στη σκηνή"; Τι φταίει άραγε;
Έχουμε λάβει ως μήνυμα μόνο τη μέχρι θανάτου απαισιοδοξία του, ενώ απορρίπτουμε το δραστικό στοιχείο της ποίησής του, τη φόρμα στην οποία τα "ντύνει". Που είναι μια φόρμα έτοιμη θεατρική. Θα περιοριστώ σε ένα μόνο σαρκαστικό ποίημά του από τη συλλογή Ελεγεία και σάτιρες (1927) με τον τίτλο "Η πεδιάς και το νεκροταφείον" και υπότιτλο, εντός παρενθέσεως: "Πίναξ ημιτελής". Ο τίτλος παραπέμπει στην ποίηση του προγενέστερου, παραγνωρισμένου, μελαγχολικού ρομαντικού ποιητή Δημήτριου Παπαρρηγόπουλου (γιος του ιστορικού). Ο υπότιτλος και η κατακλείδα του τελευταίου τετράστιχου, που, αν και μέσα σε παρένθεση, κάνει το ποίημα να εκραγεί, μας καλούν να συμπληρώσουμε σήμερα τον "ημιτελή πίνακα", διαπερνώντας τον "ορίζοντα των γεγονότων" του 1927, στις παραμονές της τότε οικονομικής κρίσης. Ο ενορατικός Καρυωτάκης τα διαπερνούσε με όπλο μοναδικό την αιχμηρή, σαρκαστική φόρμα της ποίησής του με τους συνεχείς, καλπάζοντες, ξέφρενους διασκελισμούς της. Σήμερα εμείς ως όπλο μοναδικό διαθέτουμε το ζωντανό νεοελληνικό θέατρό μας. Ας το προσέχουμε σαν τα μάτια μας και ας το μπολιάζουμε κάπου - κάπου με λίγο Καρυωτάκη:
Έχει πια δύσει ο ήλιος του χειμώνα, / και γρήγορα, σα θέατρο, σκοτεινιάζει, / ή σα να πέφτει πέπλο σε μια εικόνα. / Άλλο δε βρίσκει ο άνεμος, ταράζει / μόνο τ' αγκάθια στην πεδιάδα όλη, / μόνο κάποιο χαρτί σ' όλη τη φύση. / Μα το χαριτωμένο περιβόλι / αίμα και δάκρυα το 'χουνε ποτίσει. / Αδιάκοπα τα δέντρα ξεκινούνε, / κι οι πέτρινοι σταυροί σκίζουν τα χέρια / τον ουρανό που σύννεφα περνούνε, / τον ουρανό που είναι χωρίς αστέρια. / (Ωραίο, φριχτό κι απέριττο τοπίον! / Ελαιογραφία μεγάλου διδασκάλου. / Αλλά του λείπει μια σειρά ερειπίων / κι η επίσημος αγχόνη του Παγκάλου.).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου