Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2011

ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΚΚΑΣ (1931-1972)


 

Από την εισαγωγή αφιερώματος για τον Μάριο Χάκκα από τις "φιλολογικές σελίδες" για την λογοτεχνία,την ιστορία και την έκθεση.
        Γράφουν οι Κίκα Ολυμπίου και Καίτη Χρίστη.



Το ψαράκι της γυάλας
 
Α. Εισαγωγή στο έργο του Μάριου Χάκκα
 
Ο Μάριος Χάκκας είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση της νεοελληνικής πεζογραφίας. Η συγγραφική του διαδρομή διήρκεσε μόνο έξι χρόνια, από το 1965 ως το 1971. («Ξεκίνησα να γράφω λιγάκι μεγάλος, τριαντάρης και βάλε», λέει στο Κοινόβιο). Η αρχή καθυστέρησε λόγω των πολιτικών διώξεων που υπέστη, ενώ το τέλος έθεσε ο πρόωρος θάνατός του σε ηλικία 41 χρόνων. Όμως μέσα σ’ αυτά τα λίγα χρόνια συμπυκνώνει το πεζογραφικό του έργο, αποδίδοντας το ουσιώδες της ζωής και της τέχνης.
Το πρώτο έργο που δημοσίευσε είναι η ποιητική συλλογή Όμορφο καλοκαίρι (1965), όπου αναγνωρίζουμε την επίδραση του Ελύτη, καθώς και στοιχεία της θεματικής που κυριαρχούν στα επόμενα πεζογραφήματά του. Τα πρώτα διηγήματά του σε παραδοσιακή μορφή περιλαμβάνονται στη συλλογή Τυφεκιοφόρος του εχθρού (1966).
Βιβλίο σταθμός στην πορεία του συγγραφέα θεωρείται από τους κριτικούς η δεύτερη συλλογή διηγημάτων, Ο μπιντές και άλλες ιστορίες. Στη συλλογή αυτή, που οι περισσότερες είναι σε πρωτοπρόσωπη γραφή (δεκαεπτά από τα εικοσιένα διηγήματα), ο συγγραφέας είναι ο ήρωας και ο αφηγητής των ιστοριών του. «Στον Μπιντέ προβάλλει πια διαμορφωμένη η συγγραφική φυσιογνωμία του Χάκκα και διαγράφεται ο κύκλος των θεμάτων που τον απασχολούν. Είναι θέματα ουσιαστικά και καθώς επανέρχονται από το ένα κομμάτι στο άλλο συνθέτουν μιαν ενδιαφέρουσα αυτοβιογραφία και ταυτόχρονα μιαν αποκαλυπτική μαρτυρία  για τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα».1 Σ’ αυτή τη συλλογή καθιερώνει έναν άλλο αφηγηματικό τρόπο. Τα αφηγήματα είναι χωρίς επεισόδια, χωρίς πλοκή ή χαρακτήρες.
Το τελευταίο του βιβλίο, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως το ρέκβιεμ της ζωής του, Το κοινόβιο, κυκλοφόρησε την επαύριο του θανάτου του, τον Ιούλιο του 1972. Τα θέματα που αναφέρονται στην προηγούμενη συλλογή επανέρχονται εδώ, αλλά, επειδή το τέλος πλησιάζει, η σύνθεσή τους ενέχει «πρωτάκουστους ελεγειακούς τόνους» Πάντως είναι προφανές πως ο Χάκκας έφυγε καθώς ανακάλυπτε ένα νέο συνθετικό τρόπο γραφής, τελείως διαφορετικό από εκείνο που διετύπωσε στις αφηγηματικές συνθέσεις του Τυφεκιοφόρου. «Κι ακόμα ότι μέχρι τέλους αναμετρήθηκε αντρίκια με το χάρο κάνοντας το θάνατό του ποίηση».2
Ο Μάριος Χάκκας ασχολήθηκε και με το θέατρο. Έγραψε τρία θεατρικά μονόπρακτα,  Ενοχή, Αναζήτηση, Τα κλειδιά, που εκδόθηκαν το 1971, και το μονόπρακτο Στον αστερισμό των διδύμων, που δημοσιεύτηκε μετά το θάνατό του.
Ο Χάκκας είχε δραματική συνείδηση του χρόνου και της σύντομης ζωής του, αυτή τη ζωή παρακαλούσε να έχει: «Δε θέλω χρόνο, ζωή θέλω, μ’ όλο που το δεύτερο προϋποθέτει το πρώτο, ζωή να την σπαταλήσω πίσω από τις φράσεις, ζωή να χτίσω παραγράφους, να οικοδομήσω ένα έργο δίνοντας στο λόγο μια τρίτη διάσταση, γιατί τη δεύτερη τη βρήκαν άλλοι, την κατέγραψαν οι δάσκαλοι κι εγώ πρέπει να πάω παραπέρα».3 Προσευχόταν: «Άι- Γιώργη μου κουταλά μου και προστάτη μου, άφησε να τελειώσω αυτές τις σελίδες».4
Όμως, τελικά, με το έργο του, λιγοστό και πολύτιμο, απάντησε καταφατικά στο μέγα εξουσιαστή που τον ρωτούσε αν είναι έτοιμος. «Κρατούσε χαρτί και καλαμάρι για να σημειώσει».5
  
Β. Σταθεροί άξονες της πεζογραφίας του Μάριου Χάκκα6
 
  1. Αυτοβιογραφικός χαρακτήρας
Πολλοί κριτικοί επισημαίνουν ότι ο Μάριος Χάκκας αρύεται τη θεματογραφία του από τα ατομικά βιώματά του, επομένως ο αυτοβιογραφικός χαρακτήρας είναι διαφανής στις αφηγήσεις του. Η τοιχογραφία της δραματικής εξομολόγησης, ο εσωτερικός μονόλογος, ο φόρτος των αναμνήσεων, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, που σχεδόν κυριαρχεί στα κείμενά του από τον Μπιντέ και μετέπειτα, τεκμηριώνουν τη διαλεκτική αλληλουχία ζωής του συγγραφέα με το έργο του.
Άλλωστε, η συνείδηση της έλλειψης του χρόνου, το αναπόφευκτο του τέλους που καραδοκεί επί θύραις τον βιάζει, τον ωθεί να διασώσει με δραματική σπουδή αλήθειες και βιώματα που τον διαμόρφωσαν και που τον σταύρωσαν. Τον συνέχει μια αιχμηρή αίσθηση ζωής, μια αγωνία να υπερβεί το θάνατο των πεπραγμένων. Αυτή η δριμεία αίσθηση, η αγωνία και η σπουδή αποτυπώνεται και στα λεκτικά σχήματα, στο νευρώδη και ασθματικό του λόγο.7
Η αρρώστια και ο θάνατος, κυρίαρχα μοτίβα στην πεζογραφία του, συναρτώνται πάντα με το άγχος μήπως και δεν προλάβει να ολοκληρώσει το έργο του. Είναι η μεγάλη Δοκιμασία, το προσωπικό του δράμα που τον καλλιεργεί και τον ωριμάζει ως άνθρωπο και ως λογοτέχνη. Ο θάνατος είναι ο συνοδοιπόρος με τον οποίο έχει συμφιλιωθεί και δεν του εμπνέει υπαρξιακό δέος.
 
3. Υπαρξιακή αγωνία.
Ενίοτε η αγωνία προσλαμβάνει ευρύτερες διαστάσεις, μετουσιώνεται σε υπαρξιακή αγωνία που αφορά τη σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του, τον καθορισμό της προσωπικής ζωής πέρα από όρους πολιτικούς ή κοινωνικούς. Με την υπαρξιακή αγωνία συνδέεται και ένα αίσθημα ενοχής απέναντι στον εαυτό μας, γιατί ενδώσαμε στην αλλοτρίωση ή στις εντολές άλλων, των εξουσιαστών που αλυσοδένουν τη ζωή μας. Στη θεματική αυτή εντάσσονται κατ’ εξοχήν τα έργα «Ένοχος ενοχής» στο Κοινόβιο και τα μονόπρακτα Ενοχή και Τα κλειδιά.8
 
4. Αριστερό κίνημα
Μιαν ουσιώδη θεματική εγγραφή αποτελεί η σχέση πολλών ηρώων του έργου του με το αριστερό κίνημα. Οι ήρωές του (όπως και στο «Ψαράκι της γυάλας») πληρώνουν υψηλό τίμημα για την ιδεολογική τους επιλογή: εκκαθαρίσεις κατά τον εμφύλιο, φυλακίσεις, εξορίες, εκτελέσεις, διακριτική μεταχείριση στο στρατό λόγω κοινωνικών φρονημάτων. Όλες αυτές τις δοκιμασίες υπέστησαν οι σύντροφοι της γενιάς του, διότι εμπνέονταν από το όραμα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας και ενεπλάκησαν σε πολιτική δράση σε αντίθεση με το καθεστώς. «Περπατούσαν παράταιρα», όπως λέει και ο ήρωας στο «Ψαράκι». Ο Μάριος Χάκκας στα αφηγήματά του προβαίνει, όπως και πολλοί άλλοι αριστεροί στοχαστές (π. χ. Στρατής Τσίρκας, Μανόλης Αναγνωστάκης, Άρης Αλεξάνδρου), σε κριτική όχι τόσο των ιδεών της μαρξιστικής θεωρίας, αλλά των κομματικών στελεχών και των δογματισμών του κόμματος.9
  
Διττή διάσταση του κόσμου και του ανθρώπου
Η θεματική αυτή συνιστώσα που απεικονίζεται στο έργο του, «καθορίζεται από τη διπλή σαν του Ιανού όψη του κόσμου που καθρεφτίζεται στο έργο του: εξιδανίκευση και κατάρρευση, ομορφιά και ασχήμια(…)Οι ήρωές του, βολεμένοι στο μικροαστικό παρόν τους, αρνούνται ουσιαστικά ένα παρελθόν αγώνων, ονείρων, σχεδίων».10
Ο ήρωάς μας στο Ψαράκι ακούοντας στο πικάπ δίσκους με αντιστασιακά τραγούδια, ξαπλωμένος στη σαιζλόνγκ, σκέπτεται: «Είχε μια ομορφιά αυτή η ιστορία…». Οι αναμνήσεις από το αγωνιστικό παρελθόν του συνθέτουν μια ποιητική, ουτοπική ατμόσφαιρα που συγκρούεται με τον ωμό ρεαλισμό του παρόντος, την ευδαιμονιστική Καπούη του.
 
   6.   Καισαριανή
Η Καισαριανή ακριβώς ενσαρκώνει αυτούς τους δύο πόλους. Σημειωτέον ότι την Καισαριανή ο Μάριος Χάκκας την ανάγει στην περιοχή της μυθολογίας. «Όμως εμένα ο νους μου κι η αγάπη μου για την Καισαριανή της «ξυλοκοπίας» κι είναι ευτύχημα που έζησα και μεγάλωσα εκεί. Όλα ήταν άγρια και παρθενικά, στην πρώτη γέννησή τους ωσάν τα περιστατικά αρχαίας τραγωδίας (…) Κάποτε Καισαριανή ήσουν ένα αστέρι, έλαμψες για μια στιγμή στο στερέωμα και χάθηκες για πάντα στο χάος της ιστορίας (…) Πού η λεβεντιά σου και πού η λευτεριά σου, γαζέλα, ζαρκάδα, έλαφος; Πού τα κάλλη σου και πού τα στολίδια σου, φρεγάδα, γολέτα και κορβέτα; Πρωτόγονη Καισαριανή, δεν υπάρχεις πια (…) Τι δουλειά έχεις πια εσύ μ’ αυτά τα ανθρωπάκια, το πνεύμα της  ιδιοκτησίας και τις αντιπαροχές; (…)Τίποτε δε μένει. Τώρα σοβατίζεις τα  τελευταία σου ίχνη πυροβολισμών στο μέτωπό σου (…)11
 
7.        Τρόπος γραφής
Το στυλ που καθιέρωσε ως συγγραφέας εκ πρώτης όψεως δίνει την εντύπωση της καθημερινής, προφορικής ομιλίας. Όμως ο Χάκκας διαμόρφωσε με πολλή επιμέλεια ένα προσωπικό ύφος που διακρίνεται από τη σύνθεση ετερόκλιτων στοιχείων, «ετερογλωσσία», ένα συνδυασμό λέξεων της καθαρεύουσας (υπό μάλης, τα περί παραλλαγής κλπ.) και λέξεων της δημοτικής, όπου εισβάλλουν όροι ξένοι, που αποτυπώνουν τον ενοφθαλμισμό της ξένης κουλτούρας στην ελληνική κοινωνία. (Το αφήγημα βρίθει τέτοιων όρων: φερφορζέ, σαιζλόνγκ, στρωματέξ, καμουφλάζ, πικάπ κλπ.)
Την ιδιαιτερότητα της προσωπικής γραφής εντείνει η επινοητικότητα, η χρήση τεχνικών εφέ, λεκτικών παιγνιδιών που προσδίδουν πρωτοτυπία και λάμψη στο λόγο. Παράλληλα τα ειρωνικά σχόλια που εξικνούνται ως το σαρκασμό και τον αυτοσαρκασμό, κάποτε τα υπερρεαλιστικά στοιχεία, ο ωμός ρεαλισμός και η αθυροστομία του, συνιστούν μια  ιδιάζουσα σάτιρα, τόσο λεκτική όσο και των συνθηκών. (Π. χ. η ρεαλιστική και σατιρική περιγραφή του σώματος του ήρωα με την κοιλιά που κρεμόταν μπροστά του-μακρουλό καρπούζι).




Μάριος Χάκκας, Ποιήματα


Κατηγορία: Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν", καταχώρηση από: Σπύρος Αραβανής

IV

Μυρτώ των φθινοπωρινών ξενοδοχείων
Οι κάμαρες δε βλέπουν τη βροχή.
Μόνο κοιτάζουν σ’ άδειες ντουλάπες
σ’ ένα λαβομάνο χωρίς σεμνοτυφία
σ’ έναν καθρέφτη που μετράει ρυτίδες
χωρίς πρόσωπο ένα πόδι γυμνό
σκοπεύει τα κλειστά παράθυρα
κι είναι βγαλμένα πάνω στο σεντόνι
ζαρτιέρες μάτια και στηθόδεσμος
VII
Γεννηθήκαμε ένα μεσημέρι του φθινοπώρου
για να γνωρίσουμε το σώμα μας
το πρόσωπο τα χέρια και το αίμα.
Όμως και πεθάναμε μια νύχτα
Γιατί ήταν φριχτό φριχτό φριχτό
Να δεις την όψη του θανάτου.
Αυτά όλα ήταν ανώφελα πια
δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν
δεν άγγιζαν και δε μιλούσαν.
(Από την ενότητα «Μυρτώ στη φθινοπωρινή λιακάδα»)
ΙΙ
Όπου και να ‘ναι το τηλέφωνο θα μας συνδέσει με τη
Φωνή των θαλασσών και τον αντίλαλο των σπηλαίων. Όπου
να ‘ναι θα γευθούμε την αρμύρα του πόντου, την ορμή των
κυμάτων, θα νιώσουμε το σύγκρυο των υπογείων ρευμάτων.
Περιμένω επαφή με το κέντρο των βυθών. Περιμένω να
κοινωνήσω το σώμα της θάλασσας. Περιμένω να μεταλάβω
το γαλάζιο αίμα του πελάγου. Ζητά την κυρά των θαλασ-
σών, την κυρά της αιωνιότητας να με σαβανώσει στον αφρό
των κυμάτων της, να με σύρει γλυκά στον ίσκιο των βυθών
της και δένοντας με εκεί με μαγικά φύκια να με νανουρίσει
τον ύπνο του δικαίου.
(Από την ενότητα «Θαλασσινά ιντερμέτζα»)
ΙΙΙ
Άγρυπνη μνήμη καιροφυλακτεί μέσα στις φλέβες
έρπει το παρελθόν πάνω στο δέρμα
σ’ όλες τις κινήσεις σ’ όλες τις παραισθήσεις
η ανάμνηση καυτή παραφυλάει.
Μορφή χωρίς περίγραμμα
αφή σχημάτων περιχυμένα της αοριστίας τη γεύση
μπερδεύοντας τη διαύγεια των αισθήσεων
που επανέρχονται σαν να τις ζήσαμε ακριβώς παρόμοια
στην ίδια ένταση στις ίδιες αντιδράσεις
και που αγνοούμε με ποιο πρόσωπο
ποιος ερεθισμός τις επροκάλεσε
ή μήπως ήταν τάχα στα όνειρά μας.
(Από την ενότητα «Όμορφο καλοκαίρι»)
ΙΙ
Μπορούμε να πούμε μετά βεβαιότητας
ότι όσοι έχουν οξύτατη όραση
θα επιζήσουν της πρώτης κρίσεως
των καρδιακών κρίσεων
της οικονομικής κρίσεως
ακόμη και της εσχάτης κρίσεως
αρκεί ν’ αντέξουν τις κρίσεις συνειδήσεως.
Κατά τα άλλα
πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι
γιατί δεν άρχισε να βρέχει βατράχια
αν και θα επινοηθούν ειδικά αλεξιβρόχια
αποσμητικά κατά της αηδίας
έως ότου εξοικειωθούμε με την μπόχα
των νεκρών αισθημάτων κι ελπίδων.
V
Κι αν πεθάνουν τα ψάρια
επιζούν τα αμφίβια
ίσως ίσως κι οι θαλάσσιες χελώνες
κι αν χαθούν οι αντιλόπες
σώζονται οι χαμαιλέοντες.
Καμία στενοχώρια για τη ζωή.
Τι σημασία έχει πώς θα υπάρξεις;

(Από την ενότητα «Νεκρώσιμη ακολουθία»)

(Από την ποιητική συλλογή “Όμορφο καλοκαίρι”, 1965)

http://www.poiein.gr/archives/13077/index.html 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου