Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2011

Νίκος Καββαδίας,1910-1975 - - Τραβέρσο ανάποδο σε πείσμα των καιρών...



Μια εκκρεμότητα από το Φλεβάρη ολοκληρώνεται σήμερα με ένα αφιέρωμα στον αγαπημένο μας ποιητή του Έρωτα και της Θάλασσας...

Χρονολόγιο
1910
Γεννιέται στις 11 Ιανουαρίου στο παραποτάμιο Νικόλσκι Ουσουρίσκι, μια μικρή επαρχιακή πόλη του Χαρμπίν της Μαντζουρίας, ο Νίκος (Κόλιας) Καββαδίας, δευτερότοκος γιος του μεγαλέμπορου Χαρίλαου Καββαδία και της Δωροθέας το γένος Αγγελάτου που κατάγονταν από την Κεφαλονιά. Είχε μια μεγαλύτερη αδελφή (Ευγενία-Τζένια) και δυο μικρότερους αδερφούς (Δημήτρη-Μίκια και Αργύρη). Ο πατέρας του διατηρούσε γραφείο επιχείρηση εισαγωγών-εξαγωγών, με κύριο πελάτη τον τσαρικό στρατό.
1914
Εξαιτίας της επανάστασης στο Σετσουάν, η οικογένεια Καββαδία εγκαταλείπει την χώρα και με τον υπερσιβηρικό φτάνει μέσω Τουρκίας στην Ελλάδα για να εγκατασταθεί στο Αργοστόλι. Περνώντας από την Αθήνα θα καταλύσουν στο ξενοδοχείο «Διάνα» και τα δύο μεγαλύτερα παιδιά θα παρακολουθήσουν για πρώτη φορά θέατρο, τα Παναθήναια με την Μαρίκα Κοτοπούλη. Στο Αργοστόλι θα γραφτούν στο νηπιαγωγείο της σχολής Ελένης Μαζαράκη «Παρθεναγωγείον αι Μούσαι».
Ο πατέρας επιστρέφει στη Ρωσία, τα ίχνη του χάνονται λόγω της Οκτωβριανής Επανάστασης, φυλακίζεται αλλά τελικά διαφεύγει ακολουθώντας τα υπολείμματα του αντιμπολσεβίκου στρατηγού Βράνκελ. Θα επιστρέψει στην Ελλάδα τον Νοέμβριο του 1920 οικονομικά κατεστραμμένος και ψυχικά απροσάρμοστος. Αργότερα θα ανοίξει συνεταιρικά ένα μικρό εμπορικό κατάστημα στο Πασαλιμάνι, όπου συγκεντρώνονταν ρώσοι εμιγκρέδες: «Ο πατέρας μου... ο λαθρέμπορος του Λάο Γιαν, ο χαρτοπαίχτης του Τιεν Τσιν, ο μπακάλης του Πασαλιμανιού στα στερνά του, ο πιο ανελέητος άνθρωπος που γνώρισα...», θα γράψει στη Βάρδια.
1921
Η οικογένεια Καββαδία μετακομίζει τον Μάρτιο στον Πειραιά, αρχικά στην οδό Φραγκιαδών (Φρεαττύδα) κι έπειτα στην οδό Βούλγαρη 118 (Πασαλιμάνι), όπου ο Νίκος θα τελειώσει το δημοτικό στη σχολή Saint Paul με συμμαθητές τον Γιάννη Τσαρούχη και τον π. Γιώργη Πηρουνάκη, και το Γυμνάσιο στο Παρθεναγωγείο των αδελφών Μπάρδη. Στο γυμνάσιο συμμαθητής του ήταν και ο γιος του Παύλου Νιρβάνα, Κώστας Αποστολίδης, ο οποίος θα τον φέρει σε επαφή με τον πατέρα του που θα του συμπεριφερθεί σαν ισότιμος φίλος και θα τον ενθαρρύνει στα πρώτα του βήματα. Κατ’ αναλογία προς το ψευδώνυμο του Νιρβάνα θα υιοθετήσει αργότερα και ο ίδιος το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλλας. Στα μαθητικά του χρόνια ασκείται στην πυγμαχία στο παλιό Γυμναστήριο του Πειραιά, που βρισκόταν απέναντι απ’ το μπακάλικο του πατέρα του, με τον πρωταθλητή Νίκο Μενεξή.
1922
Εκδίδει το μαθητικό τετρασέλιδο φυλλάδιο Σχολικός Σάτυρος (τρία τεύχη), με έμμετρα κείμενα γραμμένα από τον ίδιο. Συνεργάζεται με τη Διάπλαση των παίδων χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο «Ο μικρός ποιητής».
1927
Δημοσιεύει τους πρώτους στίχους του στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλλας, ψευδώνυμο που θα κρατήσει ώς το 1930.
1928
Τελειώνει το γυμνάσιο και δίνει εξετάσεις για την Ιατρική Σχολή. Την ίδια χρονιά, όμως, ο πατέρας του αρρωσταίνει βαριά, γεγονός που τον υποχρεώνει ν’ αναλάβει τις οικονομικές ευθύνες της οικογένειας. Θα εργαστεί στο ναυτικό γραφείο Ζωγράφου που πρακτόρευε και τα βαπόρια των θείων του Γιαννουλάτων, αδελφών της μητέρας του, συνεχίζοντας, παράλληλα με τις «αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία», τη συνεργασία του με λογοτεχνικά περιοδικά. Γνωρίζεται με τους πνευματικούς ανθρώπους του Πειραιά και δημοσιεύει συνεργασίες στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας, στον Διανοούμενο, στον Ρυθμό και στην εφημερίδα Πειραϊκό Βήμα.
1929
Τον Οκτώβριο πεθαίνει ο πατέρας του. Μπαρκάρει ναύτης στο φορτηγό πλοίο «Άγιος Νικόλαος»: «Δεν ξεκίνησα για τίποτα. Μονάχα για να ταξιδεύω. Εκείνοι που μαζί πρωτομπαρκάραμε, σε τέσσερα χρόνια πήρανε το χαρτί τους, εσύ το ίδιο. Εμένα μ’ άρεσε η πλώρη. Η ξενοιασιά. Πιάσανε πολλοί πατριώτες μας καπετάνιοι να με συμβουλέψουνε. Άλλοι με κοροϊδεύανε και με δαχτυλοδείχνανε. Με πήρε το φιλότιμο. Ετοιμάστηκα να πάρω του τρίτου. Τότε συνάντησα έναν εφοπλιστή, ξάδελφο της μάνας μου. Ο μόνος άνθρωπος που με καταλάβαινε και με συγχωρούσε. Μου ʼδινε πάντα δουλειά, χωρίς να με ρωτάει γιατί ταξιδεύω. Του τα ʼπα. Να γίνεις μαρκονιστής, μου ʼπε. Απο να σπάσουμε μια πλώρη, καλύτερα να τσακίσουμε έναν ασύρματο. Έπινα... καταλαβαίνεις...» (Βάρδια).
1930
Απ’ τη χρονιά αυτή ξεκινάει μια περίοδος διαρκών ταξιδιών ώς το 1936. Ο κόσμος της θάλασσας γίνεται η κύρια πηγή έμπνευσής του. Ταξιδεύει με το ατμόπλοιο «Πολικός» και στη συνέχεια με τα φορτηγά «Νίκη» (1931), «Ιόνιον» (1934), «Αντζουλέτα» (1934) και «Χαράλαμπος» (1936).

1932
Δημοσιεύεται το πρώτο πεζογράφημά του, «Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη» στο Πειραϊκόν Βήμα (φύλλα 1 και 2, στις 31 Ιανουαρίου και 7 Φεβρουαρίου αντίστοιχα), κείμενο τεχνικά άρτιο, στο οποίο εντοπίζονται πολλά βασικά θέματα της κατοπινής μυθολογίας του Καββαδία.
1933
Η οικογένεια Καββαδία εγκαθίσταται στην Αθήνα, σε μια διώροφη κατοικία στην οδό Κιμώλου 18 (Κυψέλη). Εκδίδεται σε 245 αντίτυπα από τις εκδόσεις «Κύκλος» η ποιητική συλλογή Μαραμπού, με εισαγωγικό σημείωμα του ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ. Η θετική παρουσίασή της στην πρώτη σελίδα της Πρωίας (15/12/1933) από τον δύσκολο στους επαίνους Φώτο Πολίτη θα κάνει ιδιαίτερη εντύπωση: «Ο νέος αυτός ποιητής έχει πραγματικήν ανθρωπιά μέσα του. Και ξέρει να μεταδίδει και σ’ εμάς τις συγκινήσεις του. Μπορεί να εξελιχτεί ποιητικά, μπορεί να δώσει κι άλλη τροπή στο πνεύμα του. Αυτά δεν έχουν σημασία. Σημασία έχει η παρατήρησή του, η λαχτάρα του για γνώση και ευρύτερη ζωή. Τέτοιοι νέοι είναι τα πρώτα θεμέλια ενός πολιτισμού μελλοντικού, που θ’ ανανεώσει τις ηθικές ανθρώπινες αξίες», θα γράψει μεταξύ άλλων. Η κριτική (Ν. Καλαμάρης, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Άλκης Θρύλος, Κλ. Παράσχος, Γ. Κοτζιούλας, κ.ά.) θα επισημάνει το νεαρό της ηλικίας του ποιητή, την ιδιότυπη θεματική του και τον αγνό ανθρωπισμό που κρύβει κάτω από μια φαινομενική κυνικότητα. Χαρακτηριστική η αποστροφή του Ν. Καλαμάρη: «Τα ποιήματα της συλλογής Μαραμπού είναι τα μόνα φετινά ποιήματα που παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Δεν τα θεωρώ τέλεια ποιήματα, κάθε άλλο, πρέπει όμως να έχουμε υπ’ όψη μας πως αυτός που τα ʼγραψε είναι μόλις είκοσι χρονών» (Νέοι Πρωτοπόροι, τχ. 8-9/1933, σ. 279).
1938
Ως προστάτης οικογένειας, δεν υπηρετεί κανονική στρατιωτική θητεία αλλά καλείται για στρατιωτική εκπαίδευση δύο μηνών στην Ξάνθη.
1939
Καταλαβαίνοντας ότι λόγω των συνεχών περιπλανήσεών του δεν μπορεί να πραγματοποιήσει το αρχικό του όνειρο να γίνει πλοίαρχος, επιλέγει τη συντομότερη λύση: παίρνει δίπλωμα ραδιοτηλεγραφητή Β΄τάξεως, ειδικότητα με την οποία θα ναυτολογείται σε όλα του τα ταξίδια μετά το 1945. Η οικογένειά του μετακομίζει στην οδό Αγίου Μελετίου 10, όπου θα συγκατοικήσουν όλοι για 23 χρόνια.
1940-1945
Στρατεύεται και πολεμάει στην Αλβανία, όπου υπηρετεί αρχικά ως ημιονηγός τραυματιοφορέας και αργότερα, λόγω της ειδικότητάς που είχε ως ασυρματιστής, χρησιμοποιείται στο σταθμό υποκλοπής της ΙΙΙ Μεραρχίας. Συνεργάζεται με το περιοδικό Η λόγχη που κυκλοφορούσαν οι συμπολεμιστές του στο χωριό Κούδεσι. Οι πολεμικές του εμπειρίες θα μεταφερθούν στα μικρά αφηγήματα «Στο άλογό μου» (1941) και «Του πολέμου» (1969). Μετά την κατάρρευση του μετώπου θα επιστρέψει, όπως και όλοι οι συμπολεμιστές του, πεζός στην Αθήνα. Στη διάρκεια της Κατοχής μένει ξέμπαρκος και συμμετέχει στην Εθνική Αντίσταση ως μέλος του ΕΑΜ ναυτικών στην αρχή κι έπειτα του ΕΑΜ λογοτεχνών. Κατά την περίοδο 1945-46 είναι επικεφαλής του ΕΑΜ Λογοτεχνών-Ποιητών, θέση  για την οποία τον πρότεινε ο έως τότε Γραμματέας της Εταιρείας Λογοτεχνών Θέμος Κορνάρος, ο οποίος είχε φυλακιστεί για το βιβλίο του «Αγύρτες και Κλέφτες στην Εξουσία». Σε αυτή τη θέση, τον Νίκο Καββαδία διαδέχθηκε ο ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος, καθώς ο Καββαδίας μπάρκαρε με το πλοίο «Κορινθία» στις 6 Οκτωβρίου 1945.
Μεταφράζει μαζί με τον Βασ. Νικολόπουλο τρία μονόπρακτα του Ευγένιου Ο’ Νηλ, με ήρωες ναυτικούς και ανθρώπους του λιμανιού (Γιουτζίν Ο' Νηλ, Το ταξίδι του γυρισμού κι άλλα μονόπραχτα, εκδ. Καραβία, Αθήνα, χ.χ. ‒ εκδόθηκε το 1944). Αυτή την περίοδο θα δημοσιεύσει και τρία πολιτικά ποιήματα που δεν θα ενταχθούν στις μετέπειτα ποιητικές του συλλογές. Πρόκειται για τα ακόλουθα: «Αθήνα 1943» (Πρωτοπόροι, Δεκέμβριος 1943, με το ψευδώνυμο Α. Ταπεινός), «Στον τάφο του Επονίτη» (Νέα Γενιά, τχ. 51/1945, σ. 2) και «Αντίσταση» (Ελεύθερα Γράμματα, τχ. 14/1945). Στον τόμο Το θαύμα της Αλβανίας απ’ τη σκοπιά της ΙΙΙ Μεραρχίας του Ξένου Ξενίτα δημοσιεύεται και το αφήγημα Στο άλογό μου (Αθήνα 1945, σσ. 136-137).

1947

Κυκλοφορεί το Πούσι και σε δεύτερη έκδοση το Μαραμπού εμπλουτισμένο με τρία ακόμη ποιήματα («Καφάρ», «Coaliers», «Μαύρη λίστα»), και τα δύο από τις εκδόσεις του στενού του φίλου Α. Καραβία. Το Πούσι κοσμείται από ξυλογραφίες επτά χαρακτών, φίλων του ποιητή ( Γ. Βακαλό, Γ. Βελισσαρίδη, Δ. Γιαννουκάκη, Γ. Μόραλη, Γ. Μόσχου, Α. Τάσου, Α. Κορογιαννάκη). Ο Αιμ. Χουρμούζιος, αν και κατά τ’ άλλα θετικός, θα τον κατηγορήσει από τις σελίδες της Νέας Εστίας (τ. 483/1947, σσ. 1018-1019) για «έλλειψη ήθους» γιατί στα ποιήματά του, αν και πολλά από αυτά γράφτηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής, δεν υπάρχει «μια νύξη, κάποια θύμηση της τραγωδίας της φυλής του, πουθενά... Ή μάλλον δυο στίχοι υπομνηστικοί των εκτελέσεων στην Καισαριανή και της τραγωδίας του Διστόμου, μα κι αυτοί για χάρη του Γκαρθία Λόρκα...». Με την εξαίρεση του «Federico García Lorca», ο Καββαδίας δεν είχε συμπεριλάβει τα προαναφερθέντα πολιτικά ποιήματα της εποχής στη συλλογή, τα οποία φαίνεται μ’ αυτόν τον τρόπο να αποκηρύσσει, όχι για το ιδεολογικό τους περιεχόμενο αλλά για την ποιητική τους αξία.

1949
Υπεύθυνος ασυρματιστής στο επιβατικό «Κυρήνεια», το οποίο αναφέρεται και στο ποίημά του «Οι εφτά νάνοι στο s/s Cyrenia».
1953
Δίπλωμα Ασυρματιστή Α΄. Ταξιδεύει με τα ατμόπλοια «Ιωνία», «Κορινθία» (Απρίλιος-Αύγουστος), με το φορτηγό «Πρωτεύς» (Σεπτέμβριος-Νοέμβριος) και πάλι με το ατμόπλοιο «Κορινθία» (Δεκέμβριος).
1954
Κυκλοφορεί το πεζό Βάρδια (εκδ. Α. Καραβία), σημαντικό ερμηνευτικό κλειδί για την κατανόηση της ποίησής του. «Ο καθοριστικός και καθοδηγητικός ρόλος της μνήμης, οι αντιθέσεις ανάμεσα στη ζωή και το όνειρο, τη φαντασίωση και την πραγματικότητα, η πολλαπλότητα των προσώπων –περισσότερο σκίτσων παρά χαρακτήρων– η αναγνώριση του έρωτα και του θανάτου ως κυρίαρχων θεμάτων στη Βάρδια, η ιδιόμορφη κι ελεύθερη γλώσσα των ναυτικών, ο έκδηλος και ειλικρινής ανθρωπισμός του, η ασθματική καταγραφή των εντυπώσεων ή αλλιώς η παραληρηματική γραφή, είναι ζητήματα που με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο επανέρχονται στα κριτικά κείμενα που υποδέχτηκαν τη Βάρδια», παρατηρεί η Μαίρη Μικέ.
1957
Στο Κόμπε της Ιαπωνίας αυτοκτονεί μέσα στην καμπίνα του ο μικρότερος αδελφός του, πρώτος πλοίαρχος σε φορτηγά πλοία, γεγονός που συγκλονίζει τον ποιητή, βυθίζοντάς τον στη σιωπή. Θα ξαναγράψει ποίημα μόλις το 1967 (το αυτοβιογραφικό «Κοσμά του Ινδικοπλεύστη»).
1961
Με τη μεσολάβηση του Χουρμούζιου, κυκλοφορούν οι συλλογές Μαραμπού και Πούσι σε κοινή έκδοση από τον «Γαλαξία» της Ελένης Βλάχου.
1964
Μετακομίζει με τη μητέρα του και την αδελφή του στην οδό Γέλωνος 4, στους Αμπελοκήπους.
1965
Τον Μάιο πεθαίνει η μητέρα του. Ο ποιητής και η αδελφή του μετακομίζουν στην οδό Δεινοκράτους 5 (Κολωνάκι), στην ίδια πολυκατοικία που έμενε η αγαπημένη ανιψιά του Έλγκα. Στον γιο της Φίλιππο, που θα γεννηθεί την επόμενη χρονιά, θα αφιερώσει «Τα παραμύθια του Φίλιππου» της συλλογής Τραβέρσο.
1968
Επισκέπτεται με την αδελφή του την Κεφαλονιά μετά από τριάντα πέντε χρόνια απουσίας. Εκεί γράφει και το πεζό Λι (Χριστούγεννα). Θα ξαναεπισκεφτεί το νησί ακόμα δύο φορές, το 1970 και το 1972.
1969
Στις 3 Ιανουαρίου γράφει το μικρό πεζό Του πολέμου. Κυκλοφορεί η Βάρδια στα γαλλικά (N. Kavvadias, En bourlinguant, trad. Michel Saunier, ed. Stock, Paris 1969).
1973
Τα βιβλία του Μαραμπού και Πούσι επανεκδίδονται από τον Κέδρο. Τον Νοέμβριο προσκαλείται από τον καθηγητή Κ. Μητσάκη για να παραστεί σε εκδήλωση προς τιμήν του στο Λογοτεχνικό Εργαστήρι του Σπουδαστηρίου της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας του Α.Π.Θ.
1974
Τον Δεκέμβριο υπογράφει την αντιμοναρχική διακήρυξη ενόψει του σχετικού δημοψηφίσματος (8 Δεκεμβρίου). Η υγεία του έχει κλονιστεί και προαισθάνεται το τέλος του.
1975
Την Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου πεθαίνει στην αθηναϊκή κλινική «Άγιοι Απόστολοι» από εγκεφαλικό επεισόδιο. Δεν θα προλάβει να δει τυπωμένη την ποιητική συλλογή Τραβέρσο που ετοίμαζε. Θα κυκλοφορήσει δύο μήνες μετά τον θάνατό του, με προμετωπίδα του Γιάννη Μόραλη (εκδ. Κέδρος). Στο σημειωματάριό του βρέθηκαν τρεις στίχοι που ήθελε να τους προτάξει στο «Τραβέρσο», κάτι που τελικά δεν έγινε...

«Μα ο ήλιος αβασίλεψε κι ο αητός απεκοιμήθη
και το βοριά το δροσερό τον πήραν τα καράβια.
Κι έτσι του δόθηκε καιρός του Χάρου και σε πήρε».


«Έζησα, φίλος του κι εγώ», θα γράψει ο Κόρφης για το Τραβέρσο, «την ιστορία των τελευταίων αυτών ποιημάτων του και ξέρω με τι ένταση γραφήκανε. Αυτός που χρόνια είχε κόψει το σπίρτο και τον καπνό και μπορούσε να περάσει χρόνο ολόκληρο χωρίς να συνθέσει ένα ποίημα, που κι όταν έγραφε τυραννικά τον βασάνιζε η αμφιβολία, μέσα σε λίγα χρόνια συμπλήρωσε τη συλλογή του και την έδωσε στον εκδότη. Ποιήματα καυτά, άμεσα, πάνω στ’ αχνάρια βέβαια του Πούσι, αλλά τόσο διαφορετικά. Ο στίχος κερδίζει σε σκληρότητα, σε δύναμη. Τα περιγραφικά, τα διακοσμητικά στοιχεία λιγοστεύουν».

Την ίδια χρονιά το περιοδικό Αντί αφιερώνει σελίδες στο έργο του (τχ. 18, 3/5/1975, σσ. 49-51). Στην κυριακάτικη Αυγή της 26ης Οκτωβρίου 1975 δημοσιεύεται το αφήγημα Του Πολέμου.
1976
Επανεκδίδεται η Βάρδια από τον Κέδρο.
1977
Κυκλοφορεί δίσκος της Μαρίζας Κωχ με τίτλο το όνομά της, με οχτώ μελοποιημένα ποιήματα του Καββαδία. Με αφορμή τη σειρά της ΕΡΤ «Πορεία 090»  για τη ζωή των ναυτικών σ’ ένα καράβι που πήγαινε προς Ινδίες και Κίνα, ο Θάνος Μικρούτσικος ετοιμάζει έναν κύκλο τραγουδιών που θα κυκλοφορήσει την επόμενη χρονιά με τίτλο Ο Σταυρός του Νότου (ερμηνευτές: Γιάννης Κούτρας, Αιμιλία Σαρρή, Βασίλης Παπακωνσταντίνου) και θα σημειώσει τεράστια επιτυχία. Το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας απονέμει για πρώτη φορά τα βραβεία «Ν. Καββαδία» στη μνήμη του.
1978
Αφιέρωμα στον ποιητή από το περιοδικό Τομές, τχ. 32. Κυκλοφορεί το βιβλίο του Τάσου Κόρφη Νίκος Καββαδίας. Συμβολή στη μελέτη της ζωής και του έργου του (εκδ. Κέδρος).
1981
Αφιέρωμα στη διμηνιαία ναυτική επιθεώρηση Κανάλι 14 (τομ. 1, τχ. 2).
1982
Κυκλοφορεί σε επιμέλεια Άντειας Φραντζή το βιβλίο Επτά κείμενα για τον Ν. Καββαδία (εκδ. Πολύτυπο), με κείμενα των Αλέξανδρου Αργυρίου, Γιώργου Ιωάννου, Στρατή Τσίρκα και Ντίνου Χριστιανόπουλου, στην πλειοψηφία τους δημοσιευμένα προηγουμένως στο περιοδικό Αντί. Αφιέρωμα στην Καινούρια Εποχή, τχ. 23-24-25 (Άνοιξη - Καλοκαίρι - Φθινόπωρο 1982). Ο Σταύρος Τορνές σκηνοθετεί ταινία για τον ποιητή που προβάλλεται από την εκπομπή της ΕΡΤ «Παρασκήνιο».
1983
Αφιέρωμα στο έργο του ποιητή από το περιοδικό Η Λέξη τχ. 27 (Σεπτέμβριος 1983).
Κυκλοφορεί η Βιβλιογραφία (1928-1982) Καββαδία από τον Κυριάκο Ντελόπουλο (εκδ. Ε.Λ.Ι.Α.).
1986
Κυκλοφορεί ο δίσκος S/S «IONION» 1934 των Ηλία Αριώτη και Νότη Χασάπη (υπογράφουν ως «Οι Ξέμπαρκοι») με έντεκα μελοποιημένα ποιήματα του Καββαδία.
1987
Κυκλοφορούν σε ένα βιβλίο τα μικρά αφηγήματα Λι και Του πολέμου/Στο άλογό μου από τις εκδόσεις «Άγρα» που αναλαμβάνουν πλέον την επανέκδοση όλου του έργου του.
1988
Κυκλοφορεί το Μαραμπού στα ολλανδικά, σε μετάφραση Hero Hokweda (εκδ. Het Griekse Eiland).
1990
Επανεκδίδεται η γαλλική μετάφραση της Βάρδιας  με νέο τίτλο (Le quart) και περιλαμβάνεται στα 100 καλύτερα βιβλία της χρονιάς, σύμφωνα με τον κατάλογο που παρουσιάζει η Libération. O A. de Gaudemar, παρουσιάζοντας το βιβλίο, θα χαρακτηρίσει την γραφή του Καββαδία ως «ένα μείγμα μεταξύ Κόνραντ, Μπρεχτ, Σαντράρ, Ζενέ και Ντυράς». Την ίδια χρονιά κυκλοφορούν στα γαλλικά, σε έναν τόμο, τα αφηγήματα ΛιΤου πολέμουΣτο άλογό μου, σε μετάφραση της Michelle Barbe (εκδ. Climats).    

1991
Κυκλοφορεί ο δίσκος του Θάνου Μικρούτσικου Γραμμές των Οριζόντων με όλα τα τραγούδια από τον Σταυρό του Νότου σε νέες εκτελέσεις και με την προσθήκη έξι ακόμα μελοποιημένων ποιημάτων (ερμηνευτές: Γιώργος Νταλάρας, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας, Θάνος Μικρούτσικος).
Η Michelle Barbe εκπονεί διδακτορική διατριβή στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης (Paris IV) για το έργο του (Nikos Kavvadias, poète de la separation).
1992
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Άγρα» το βιβλίο του Γ. Τράπαλη Γλωσσάρι στο έργο του Ν. Καββαδία.
1993
Κυκλοφορεί η Βάρδια στα ολλανδικά, σε μετάφραση Hero Hokwerda (εκδ. Meulenhoff)..
1994
Βιογραφική ταινία για τον ποιητή από τον γάλλο Olivier Guitton. Η Βάρδια κυκλοφορεί στα ισπανικά, σε μετάφραση της Natividad Gálvez (Ediciones del Oriente y del Mediterráneo).
1995
Χρυσόσκονη στα γένια του Μαγγελάνου. Εισαγωγή και ανθολόγηση: Δημήτρης Καλοκύρης. Αθήνα, Ερμής, 1995.
Το Λι γίνεται ταινία με τον τίτλο «Between the Devil and the Deep Blue Sea» από την Βελγίδα Marion Hansen, σε μουσική Wim Mertens. Παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ των Καννών.
1997
Αφιέρωμα στο περ. Νέο Επίπεδο (τχ. 27).
Κυκλοφορεί επιλογή από το έργο του στα σερβικά, σε μετάφραση Zoran Mutić.
1998
Αφιέρωμα στο περιοδικό Νέα Εστία (τχ. 1702).
Κυκλοφορεί επιλογή ποιημάτων του στα αγγλικά, σε μετάφραση Simon Darragh (Wireless operator, London Magazine).
1999
Αφιέρωμα στις Επτά ημέρες της Καθημερινής (28/2), σε επιμέλεια Κωστή Γιούργου και στο περιοδικό Ίβυκος, τ. 3 (21).
2001
Κυκλοφορεί η Βάρδια στα γερμανικά, σε μετάφραση της Maria Petersen (εκδ. Alexander Fest Verlag).
2002
Για τη σειρά της ΕΡΤ «Εποχές και κείμενα» ετοιμάζεται ντοκιμαντέρ για τον Νίκο Καββαδία, σε σκηνοθεσία Τάσου Ψαρρά. «Ο ποιητής Νίκος Καββαδίας», τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ του Ηλία Γιαννακάκη για τη σειρά της ΕΤ 1 «Παρασκήνιο».
2003
Αφιέρωμα του περ. Διαβάζω (τχ. 437) στο έργο του.
Κυκλοφορεί η Βάρδια στα αγγλικά, σε μετάφραση Simon Darragh (First dog, Shoestring Press).
2005
Κυκλοφορεί σε επιμέλεια Guy (Michel) Saunier το βιβλίο Νίκος Καββαδίας, Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη. Αθησαύριστα πεζογραφήματα και ποιήματα(εκδ. Άγρα).
Κυκλοφορεί το λεύκωμα του Γιώργου Κόρδη Λένε για μένα οι ναυτικοί... Εικαστικές αναφορές στην ποίηση του Νίκου Καββαδία (εκδ. Αρμός).
2006
Κυκλοφορούν στις Ηνωμένες Πολιτείες, σε δίγλωσση έκδοση (ελληνικά αγγλικά), τα ποιήματά του, σε μετάφραση Gail Holst-Warhaft. Η Βάρδια κυκλοφορεί στην Εσθονία, σε μετάφραση Kalle Kasemaa.  
2007
Επιλογή ποιημάτων του κυκλοφορεί στα ισπανικά, σε δίγλωσση έκδοση, και μετάφραση του Alfonso Lozano. 
2010
Κυκλοφορεί αφιέρωμα της Λέξης (τχ. 202/2009). Συνοδεύεται από cd, στο οποίο ο Θάνος Μικρούτσικος διαβάζει 20 ποιήματα του Καββαδία.

Πηγές:
-Αρχείο συγγραφέων Ε.ΚΕ.ΒΙ
- Τάσος Κόρφης, «Βιοχρονολόγιο Νίκου Καββαδία», Νέα Εστία τ. 1702/1998, σσ. 738-740.
- Φίλιππος Φιλίππου, «Νίκος Καββαδίας. «Ταξίδεψε όλη τη ζωή – ως το θάνατο...», Η Καθημερινή/Επτά ημέρες, Κυριακή 28 Φεβρ. 1999, σσ. 2-5.

Χρήσιμοι σύνδεσμοι:
http://www.os3.gr/arhive_afieromata/gr_afieromata_nikos_kavvadias.html#ergogarfia

Κριτικές (αποσπάσματα)
Μαραμπού
[...] Ο Καββαδίας είναι ένας νέος οπλισμένος με μια πρώιμη πείρα της ζωής και των λυρικοδραματικών της αντιθέσεων.
Προικισμένος με θερμό αίσθημα και οξείαν παρατηρητικότητα, εκπληκτικά δυσανάλογη για την ηλικία του, παρουσιάζει μιαν εξωτική ποίηση συγχρονισμένη και απολύτως ειλικρινή.
Οι επιδράσεις, φυσικά, και οι ατέλειες των εκφραστικών του μέσων είναι αρκετά φανερές. Ο χρόνος, όμως, μας πείθει σύντομα για την εφημερότητα αυτών των αδυναμιών, όταν, κάτω απ’ αυτές, παραμένει αισθητός πάντοτε ο προσωπικός τόνος του ποιητού, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση με τον Καββαδία.
Η σπουδή, επίσης, και η μελέτη ελπίζουμε ότι θ’ απαλλάξουν την ποίησή του από κάποιους πλατυασμούς και κάποιες προτιμήσεις του σε θέματα, τα οποία, λόγω της φύσεώς τους και της συνθετικότητός τους, δεν μπορούν να τοποθετηθούν μέσα στα περιορισμένα πλαίσια της ποιητικής φόρμας, αλλ’ απαιτούν την διονυχιστικήν ανάλυσιν του πεζού λόγου.
Οπωσδήποτε τα ποιήματα της συλλογής Μαραμπού είναι ποιήματα με ύφος και σύνθεσι αγωνιώδη. Και ο Καββαδίας ένας νέος με αξιόλογες λυρικοδυναμικές δυνατότητες. Ας τον προσέξουμε για να τον βοηθήσουμε να τις αναπτύξει πληρέστερα και καλλιτεχνικότερα.
Καίσαρ Εμμανουήλ, «Πρόλογος στο Μαραμπού», Μαραμπού, Κύκλος, Αθήνα 1933.  

Σήμερα θα ήθελα να δείξω μόνο την εικόνα ενός νέου, που παρουσιάζει πολλά από τα χαρακτηριστικά των καινούργιων νεανικών τάσεων. Πρόκειται για έναν έφηβο σχεδόν, που δε θα ʼναι παραπάνω από δεκαεννιά είκοσι χρονών. Δουλεύει σαν τρίτος καπετάνιος σε φορτηγά κι έχει γυρίσει στεριές και θάλασσες. Γράφει ποιήματα, στίχους κι εξέδωσε μια ποιητική συλλογή με τον τίτλο Μαραμπού. Τα ποιήματά του δεν έχουν καθόλου τα γνωρίσματα των ποιητικών συλλογών των τελευταίων χρόνων. Ούτε φόρμα επιμελημένη, ούτε υποκειμενικά αισθήματα, ούτε πλούτο γλώσσας. Μια στυγνή παρατήρηση είναι το κυριότερο χαρακτηριστικό τους. Και κάτω από τη διαυγή εικόνα των πραγμάτων, μια βαθύτερη ανθρωπιά, ένας καθάριος ανθρώπινος παλμός, μια γαλήνια έφεση για δικαίωση του ξένου ατόμου, είτε άνθρωπος είναι αυτό, είτε ζώο. Τα ποιήματά του είναι αφηγηματικά. Και μοιάζουν έτσι με μικρά διηγήματα. Δεν ξεχειλίζει σ’ αυτά το αίσθημα κι ο πλαστικός λόγος. Προδίδουν απλώς γνώση και παρατήρηση, την υπερνίκηση κάθε ρομαντισμού, την τάση ν’ αρπαχτούν εικόνες ζωής ολοζώντανες.
Φώτος Πολίτης, Πρωΐα, 15/12/1933.

Το Μαραμπού του Καββαδία εμφανίστηκε μέσα στο κενό των δύο κόσμων –του ʼ20 και του ʼ30– και έγινε αποδεκτό, γιατί ο συναισθηματισμός του συνόψιζε με νόμιμο πλέον τρόπο ό,τι υπήρξε πέτρα σκανδάλου για την κατ’ εξοχήν «αστική» και «επιτυχημένη» γενιά της λογοτεχνίας μας. Ο Καββαδίας του Μαραμπού «νομιμοποιεί» τη «φυγή», την «αμαρτία» και την «παρακμή»˙ ήταν ο γραφικός «τρελός» που ʼχε το δικαίωμα, μετά τον απωθημένο Καρυωτάκη, να λέει ό,τι θέλει˙ ήταν «εξωτικός» – δηλαδή κάτι εκτός ή κάτι πολύ μακρυνό και ακίνδυνο. Η νεορομαντική θεματογραφία της αποδημίας διαβρώνεται βέβαια από το ρεαλιστικό στοιχείο και η διαγραφή μερικών ανθρώπινων τύπων και καταστάσεων μεταφέρουν τα ποιήματα του Μαραμπού από το χώρο του σαλονίστικου «εξωτισμού» στο χώρο της προσωπικής μαρτυρίας. Όμως για την ώρα η πηγή τους είναι βασικά φιλολογική, χωρίς αυτό να μειώνει την γνησιότητά τους, αφού η ποίηση του Καββαδία δεν οφείλεται στο επάγγελμά του περισσότερο απ’ όσο το επάγγελμά του οφείλεται στις ποιητικές, εφηβικές του παρορμήσεις. Το Mal du départ δεν είναι αποκλειστικότητα μιας ποιητικής σχολής, είναι αρρώστια όλων των ποιητών –δηλαδή όλων των εφήβων.
Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων θαλασσών και των γαλάζιων πόντων
και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.
Είναι οι στίχοι ενός αταξίδευτου που ʼγιναν το πασίγνωστο λάιτ-μοτίβ πολλών ηλικιών, σαρώνοντας τα ψυχρά θεωρήματα της γενιάς του ʼ30 –μια φωνή που ʼρχεται απ’ την απωθημένη γενιά του ʼ20. Όμως ο έφηβος ποιητής που ʼγραψε αυτούς τους στίχους, κάποτε πραγματοποίησε τη φυγή του. Και τότε ανακάλυψε πως δεν υπάρχει φυγή παρά μόνο στην ποίηση. Τόλμησε μάλιστα και να το πει σε μερικούς στίχους του. Αλλά ο μύθος είχε πλεχτεί κιόλας γύρω του. Ο Καββαδίας είχε γίνει μ’ εκείνο το εφηβικό του βιβλίο «ο ποιητής της θάλασσας και της αμαρτίας».
Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Μύθος και ποιητική του «ταξιδιού». Νίκος Καββαδίας και άλλοι, Έρασμος, Αθήνα 1990, σσ. 46-47.  

  

Πούσι
Ο Νίκος Καββαδίας δεν είναι ο εγωκεντρικός περιηγητής που αντιπαρατίθεται ατομικά στον κόσμο και τον ερευνά για να γνωρίσει τον εαυτό του. Ο κόσμος είναι γοητευτικός γιατί υπάρχουν οι άνθρωποι –η μεγάλη ανθρωπότητα, το εξελιγμένο αυτό κομμάτι της φύσης που αγωνίζεται ενάντια στη φύση και δημιουργεί τη ζωή και το πνεύμα. Παλεύει και ματώνει και νοσταλγεί, αλλά δε φεύγει ποτέ από τον αγώνα, γιατί αυτός είναι πάθος δυνατό σαν τη μοίρα.
Έτσι, μέσα στο Πούσι του Καββαδία, το ανθρώπινο τοπίο είναι στο πρώτο πλάνο και το φυσικό τοπίο στο πλαίσιο. Κι εκεί ακόμα που λείπει ο άνθρωπος, το κύριο βάρος το παίρνουν τα έργα του, τα καράβια κι οι μηχανές, τα παράξενα φανάρια των θαλασσών, τα μυστηριώδη λιμάνια κι ακόμα και τα ζώα, οι παπαγάλοι κι οι πίθηκοι μπαίνουν κι αυτοί στο ανθρώπινο κλίμα κι έρχονται συντροφικά να παρηγορήσουν τον άνθρωπο στη μοναξιά του, όταν κλεισμένος στο κήτος του καραβιού κουμαντάρει τη μηχανή και το κύμα, μικρός Θεός που καταχτά την απόσταση πασαλειμένος ψαρόλαδο και κατράμι. Πόσο το νιώθει κανείς διαβάζοντας την ποίηση του Καββαδία, πως είναι απότολμο πράμα να μιλάς για τον άνθρωπο πριν γνωρίσεις καλά τη γη που τον φτιάνει! Το ταξίδι είναι πάντα η πιο βέβαιη πηγή της σοφίας.
Τη γης αυτή που ʼναι γεμάτη δυστυχία και ομορφιά, ο ποιητής την ανακαλύπτει κάθε στιγμή μέσα από το πούσι του μυστηρίου της και την αγαπά γιατί μπορεί να την υποτάζει. Τα οράματά του είναι γήινα και γι’ αυτό είναι βέβαια και μεγάλα, γιατί η γης είναι το πραγματικότερο ανθρώπινο περιβάλλον κι είναι στα μέτρα του ανθρώπου από τη στιγμή που ο άνθρωπος μπορεί να κινιέται και να φαντάζεται.
Ασημάκης Πανσέληνος, Ελεύθερα Γράμματα, τχ. 61/1946, σ. 61.

Η αυταρέσκεια προς τη μεγαλοποίηση που εμάντευε κανείς άλλοτε κάτω από την επιφάνεια των καυστικών του εξομολογήσεων, τώρα γεμίζει από ένα ρίγος ψυχικής περισυλλογής με δραματικό υπόστρωμα. Ο ήρεμος διηγηματικός τόνος του πυκνώνεται κι αυτός, γίνεται νευρώδης και κάποτε οξύς. Ο πολυσύλλαβος χασμωδικός στίχος του που τον άφηνε να κυλάει ανέμελα σα μποέμικο σφύριγμα κι αυτός παρουσιάζεται με μια τεχνική αρτίωση που εξαντλεί τις δυνατότητες των παραδοσιακών μέτρων και ισορροπείται μουσικά με τα πεζολογικά στοιχεία που αποτελούν μετουσιωμένα, χαρακτηριστικό γνώρισμα της τεχνοτροπίας του. Έχει εισχωρήσει και η στεριά, η ελληνική βασανισμένη στεριά της κατοχής που έζησε τον πόνο της και παρηγορήθηκε από το αντιστασιακό πνεύμα της. Όμως κι αυτές τις βιώσεις του τις ανέμιξε ποιητικά μέσα στο κύμα του μεγάλου θαλασσινού πάθους του προεκτείνοντας με υποβλητικήν ασάφεια τις πικρές μνήμες ως τις παλιές αγάπες και φέροντάς τες στο κλίμα που είναι ένα κλίμα προσωπικό και ανεπανάληπτο.
Μιχ. Περάνθης, Έθνος, 30/5/1947.

Βέβαια, ο κοσμοπολιτισμός του Καββαδία δεν έχει τίποτε το κοινό με τη λεπταισθησία και την πνευματική αριστοκρατικότητα, με τη σοβαρή αβρότητα και τον εσωτερικό λυρισμό του Ουράνη, ούτε όμως και με την ψεύτικη κοσμικότητα και τη ρομαντική φιλολογικότητα των άλλων. Φυτρώνει στους αντίποδες των καταστάσεων αυτών, στους αντίποδες όλου του ως τότε ποιητικού κοσμοπολιτισμού, σαν αμαρτωλό φυτό του υπόκοσμου των φορτηγών καραβιών και των σύγχρονων λιμανιών. Στον αιθέριο κοσμοπολιτισμό των ονειρεμένων και σχεδόν διαλυμένων τοπίων του Ουράνη, πρόσθεσε τον πρωτόγονο εξωτισμό και την ελκυστική βαναυσότητα των περιστατικών της ταξιδιωτικής του εμπειρίας, φωτισμένη όμως «εκ των ένδον» μ’ ένα γλυκύτατο φως ανθρωπισμού που τόσο πιο γλυκά φέγγει, όσο περισσότερη λάμψη φωτίζει. Κι από το σημείο αυτό, αρχίζει να διαγράφεται σαφέστερη η υπεροχή του ποιητή Καββαδία. Είναι ο ποιητής που πλάτυνε το Εγώ του και χώρεσε μέσα του το διπλανό του. Δεν είναι καθόλου νάρκισσος, όπως όλοι σχεδόν οι άλλοι, μα το ενάντιο, σβήνει το εγώ του μπροστά στους άλλους. Έτσι θα μπορούσε να τον πει κανείς χριστιανό, έναν χριστιανό δίχως θεούς, που σαν τον Μπωντλαίρ, αισθάνθηκε κι αυτός κατάβαθα όλη τη θανατερή και διαβρωτική γοητεία του κακού, όλη την ομορφιά του άσκημου και του ανήθικου. Γιατί ο Καββαδίας συνάντησε και πασπάτεψε πολλή ανθρώπινη λάσπη στα φορτηγά καράβια και στα μεγάλα λιμάνια στα σημεία των ωκεανών που ξεβράζονται και μυρμηγκιάζουν όλα τα κατακάθια της σύγχρονης ζωής των μεγαλουπόλεων, όλα τα δείγματα του κακού που χαρακτηρίζουν έναν τόπο. Μα όπως ο Μπωντλαίρ γύρευε πάντα κοιτάζοντας ψηλά, ένα σημείο γαλάζιου όπου η ματιά του να λησμονεί τα οράματα των νυχτερινών του βραχνάδων και τα δωμάτια με τις νεκρές εταίρες, παρόμοια και ο Καββαδίας, μακρινός θαυμαστής του, γύρεψε απάνω στον ακάθαρτο πηλό του ανθρώπου ν’ αποτυπώσει μερικά θεία χαρακτηριστικά. Έτσι ο κοσμοπολιτικός εξωτισμός του και οι Μπωντλαιρικές απόπνοιες της φωνής του, σμίξανε με τόνους και ήχους πλατύτερα και συγκινητικά ανθρώπινους.
Παρ’ όλο τον κάπως σχηματικά διατυπωμένο αισθηματισμό του και την τάση του προς κάποιαν αθώα επίδειξη βίτσιων, φυσικό αμάρτημα της εν γένει κοσμοπολιτικής αγωγής, μ’ όλη τη συνήθειά του να εξιστορεί μάλλον παρά να τραγουδεί, ο Καββαδίας κατόρθωσε ν’ αγγίξει οριστικά την ποίηση. Μας έκαμε να επικοινωνήσουμε μ’ ένα αψύ, θαλασσόχαρο λυρισμό, σύνθετο από αρμύρες, ωκεάνειες ριπές και από τις διεγερτικές εκείνες μυρουδιές του βαπορίσιου κάρβουνου που, για κάθε Έλληνα, είναι ένα ακαταμάχητο οσφραντικό σύμβολο ταξιδιού, μια μεθυστική προτροπή φυγής όμως πραγματικής, όχι για ν’ αρνηθούμε μα για να γνωρίσουμε τον απέραντο κόσμο. Ο Καββαδίας έτσι βγαίνει μπροστά μας αγνότερος από τις αμαρτίες του, διαρκέστερος από τον εποχικό κοσμοπολιτισμό του και τις επιδράσεις που δέχτηκε. Κι αν ακόμα δε λογαριάσουμε το Πούσι, την τελευταία του ποιητική συλλογή, όπου παρουσιάζεται μεστότερος, πολύ πιο τεχνικός, αλλά και σαν κουρασμένος και αποψιλωμένος από τα νεανικά του όνειρα και με πεσμένη την ορμή των παρθένων του συναισθημάτων, πάλι ο Καββαδίας θα διεκδικήσει μια μόνιμη θέση στην ιστορία της νεότερης ποίησής μας. Μαζί με τον Κώστα Ουράνη και πολύ ασφαλέστερα από τους άλλους δικαιώσανε τον κοσμοπολιτισμό και χρησιμοποιήσανε τα στοιχεία του, τ’ ανθρώπινα και τα καλλιτεχνικά, προς όφελος του νεοελληνικού ποιητικού λόγου.
Ανδρέας Καραντώνης, Αγγλοελληνική Επιθεώρηση, τχ. 8/1947, σ. 65. Παρατίθεται στο βιβλίο του Τάσου Κόρφη, Νίκος Καββαδίας. Συμβολή στη μελέτη της ζωής και του έργου του, Κέδρος, Αθήνα 1978, σσ. 120-122.         

 Βάρδια
Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι το μυθιστόρημά του αποτελείται περισσότερο από προσωπικές ιστορίες και ότι λίγο απέχει από ένα αυτοβιογραφικό ημερολόγιο. Αλλά θα τον αδικούσαμε. Η οξύτατη παρατηρητικότητα του συγγραφέα φανερό είναι πως έχει τόσο στενά συνεργασθεί με τη μνήμη του ώστε αυτά που προσφέρει στις σελίδες του, παρ’ όλο τον υποκειμενισμό τους, να παρουσιάζουν συνάμα και μια γενικότερη αξία. Την αξία μιας υποβλητικής αποδόσεως κλιμάκων καθώς και ανθρωπίνων ψυχικών τοπίων. Βέβαια και εδώ ο Ν. Καββαδίας δεν παύει να είναι ο ποιητής, αλλά με πολύ πιο έντονη, αν τη συγκρίνουμε με τα ποιήματά του, τη ρεαλιστική του διάθεση.
Εκείνο που κάνει αμέσως εντύπωση είναι το ότι κατορθώνει, μέσα σε τόσο λίγες σχετικώς σελίδες, να δώσει αμέτρητα σκίτσα –περισσότερο ή λιγότερο φιξαρισμένα, ανάλογα με την ιδιοτροπία της μνήμης– απ’ τη σκληρή πραγματικότητα των πλοίων και ιδίως από τον κόσμο των πολύπειρων και βασανισμένων ανθρώπων τους. Φανερό είναι πως τον Ν. Καββαδία, σα γνήσιο Έλληνα, εκείνο που περισσότερο τον ελκύει, από αισθητική άποψη, είναι ο άνθρωπος με την ανεξάντλητη σ’ εκπλήξεις, μυστήριο και ιδιοτροπία ψυχή του. Απ’ την πηγή αυτή κυρίως αντλεί, όπως και στα ποιήματά του, για να δημιουργήσει την τόσο παράξενη ατμόσφαιρα του μυθιστορήματός του. Οι ιστορίες και τα γεγονότα που ο ίδιος ή τα άλλα του πρόσωπα έζησαν είναι ανεξάντλητα. Αλλ’ απ’ τον τρόπο που χειρίζεται, στην περίπτωση τούτη το υπεράφθονο υλικό της μνήμης του, μαντεύει κανείς τον αγώνα που αναμφίβολα θα κατέβαλε, για ν’ αποφύγει την απεραντολογία. Με δυσκολία πολλή φαντάζομαι να κατόρθωσε να πει μόνο όσα έπρεπε και αυτά πάλι τα είπε μ’ ένα ζωηρότατο τρόπο, που συναρπάζει και συχνά χάρη στην αλατισμένη, την υπεραλατισμένη θα έλεγα, και ελεύθερη γλώσσα των ναυτικών, διασκεδάζει. Η Βάρδια είναι το δώρο μιας πολύτιμης θαλασσινής πείρας. Είναι ένα βιβλίο οίστρου, άκακου θυμοσοφικού κυνισμού, αλλά και βαθειάς συμπάθειας για τον άνθρωπο και τη μοίρα του.
Τίμος Μαλάνος, Η Καθημερινή, 17/3/1954.  

Επιλογή Βιβλιογραφίας
• Αργυρίου Αλεξ., «Καββαδίας Νίκος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 4, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1985.
• Βάρναλης Κώστας, «Ο Μαραμπού», Η Πρωία, 10/9/1943, σ. 1.
• Βογασάρης Άγγελος, Νίκος Καββαδίας (Μαραμπού). Ο ποιητής των μακρινών θαλασσινών δρόμων. Σαμουράι, Αθήνα 1979 (νέα έκδοση: Ιωλκός, 2002).
• Γαλανάκη Ρέα, «Προτάσεις για την ανάγνωση του Νίκου Καββαδία», Ο Πολίτης t. 18 (4/1978), σ. 94-99.
• Γιαλουράκης Μανώλης, «Νίκος Καββαδίας. Ένας λυρικός της θάλασσας», Νέα Σκέψη τ. 120/1979, σ. 17-18.
• Δεληγιάννης, Γιώργος, Ο ναυτικός και το πρόβλημα της μοναξιάς στην ποίηση του Νίκου Καββαδία. Κοινά σημεία Καββαδία και γαλλικής ποίησης, Ίδμων, Αθήνα 2002.
Επτά κείμενα για το Νίκο Καββαδία (Αλέξανδρος Αργυρίου, Γιώργος Ιωάννου, Στρατής Τσίρκας, Ντίνος Χριστιανόπουλος), Επιμέλεια Άντεια Φραντζή, Πολύτυπο, Αθήνα 1982.
• Θρύλος Άλκης, «Κριτική για το Μαραμπού», Σήμερα 6/1933, σ.191.
• Ιωάννου Γιώργος, «Μαδέρια στο πέλαγος», Αντί 142 (4/1/1980), σ. 12-13.
• Καλοκύρης Δημήτρης, Χρυσόσκονη στα γένια του Μαγγελάνου. Εισαγωγή στον Νίκο Καββαδία, Άγρα, Αθήνα 2004.
• Καραντώνης Αντρέας, «Νίκος Καββαδίας», Φυσιογνωμίες, τόμ. Β΄, Παπαδήμας, Αθήνα 1977, σ. 333-342.
• Κασόλας Μήτσος. Νίκος Καββαδίας: Γυναίκα, θάλασσα, ζωή. Αφηγήσεις στο μαγνητόφωνο, Καστανιώτη, Αθήνα 2004.
• Κασόλας Μήτσος, Νίκος Καββαδίας. Ο δαίμονας χόρευε μέσα του, Καστανιώτη, Αθήνα 2009.
• Κόρδης Γεώργιος Δ., Λένε για μένα οι ναυτικοί... Εικαστική αναφορά στην ποίηση του Νίκου Καββαδία, Αρμός, Αθήνα 2005.
• Κόρφης Τάσος, Νίκος Καββαδίας. Συμβολή στη μελέτη της ζωής και του έργου του, Κέδρος, Αθήνα 1978 (και νέα έκδοση Πρόσπερος, 1991).
• Κούβελα-Τασιάκου Φλέρρυ, «Νίκος Καββαδίας. Ο αρμενιστής φιλόσοφος. Αφιέρωμα στον μαρκονίστα ποιητή, τον αέναο εραστή της θάλασσας και της γυναίκας, για τα τρία χρόνια από το θάνατό του – Η τελευταία συνέντευξή του», Γυναίκα, τ. 736/11-4-1978, σ. 38-42.
• Κούρτοβικ Δημοσθένης, «Νίκος Καββαδίας», Έλληνες μεταπολεμικοί συγγραφείς. Ένας οδηγός, Πατάκης, Αθήνα 1995, σ. 101-102.
• Λυκιαρδόπουλος Γεράσιμος, Μύθος και ποιητική του «Ταξιδιού», Έρασμος, Αθήνα 1990.
• Μενδράκος Τάκης, «Νίκος Καββαδίας (Ο Μαραμπού)», Κριτικά Φύλλα,  Άνοιξη 1976 (τώρα και στον τόμο Μικρές δοκιμές. Κριτικά σημειώματα και άρθρα, Σοκόλης, Αθήνα 1990, σ. 94-103).
• Μικέ Μαίρη, Η Βάρδια του Νίκου Καββαδία. Εικονο-γραφήσεις και μεταμορφώσεις,  Άγρα, Αθήνα 1994.
• Νικορέτζος, Δημήτρης, Νίκος Καββαδίας: Ο τελευταίος αμαρτωλός. Εντός, Αθήνα 2001.
• Ντελόπουλος Κυριάκος, Νίκος Καββαδίας. Βιβλιογραφία 1928-1982. Ε.Λ.Ι.Α.,  Αθήνα 1983.
• Πανσέληνος Ασημάκης, «Κριτική για το Πούσι», Ελεύθερα Γράμματα τ. 61/1947, σ. 61.
• Παράσχος Κλέων, «Νίκου Καββαδία: Μαραμπού», Νέα Εστία τ. 160/1933, σ. 899-900.
• Ποταμιάνος Δ. Π., «Κριτική για τη Βάρδια», Διαβάζω 3-4, 10/1976, σ. 100-102.
• Σακκάτος Βαγγέλης, Ο ποιητής Νίκος Καββαδίας. Ο παράξενος ταξιδευτής και συναρπαστικός αφηγητής, Δρόμων, Αθήνα 2009.
• Saunier Guy (Michel), «Ετούτο το κορμί το τόσο αμαρτωλό...». Έρευνα στον μυθικό κόσμο του Νίκου Καββαδία, Άγρα, Αθήνα 2004.
• Στεργιόπουλος Κώστας (επιμ.), «Νίκος Καββαδίας», Η ελληνική ποίηση. Ανθολογία-Γραμματολογία, Σοκόλης, Αθήνα 1980, σ. 514-517.
• Τράπαλης Γιώργος, Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καββαδία, Άγρα, Αθήνα 1992.
• Τσίρκας Στρατής, «Νίκος Καββαδίας: Ο ποιητής της αδελφοσύνης και των μεγάλων οριζόντων», Το Βήμα, 12/2/1975, σ. 4.
• Φιλίππου Φίλιππος, Ο πολιτικός Νίκος Καββαδίας, Άγρα, Αθήνα 1996.
• Χαλκούση Ελένη, «Ο φίλος, ο στοχαστής, ο ευαίσθητος “Μαραμπού”. Ο ποιητής της θάλασσας και του θανάτου - Η Ελένη Χαλκούση γράφει για το Νίκο Καββαδία», Η Απογευματινή, 15/2/1975.
• Χάρης Πέτρος,  Μικρή πινακοθήκη. Σειρά δεύτερη, Κριτικά Φύλλα, Αθήνα 1975, σ. 140.
• Χατζοπούλου-Καραβία Λεία, «Νίκος Καββαδίας, ο Μαραμπού», Τομές, 3/1975, σ. 49.
• Χ[ουρμούζιος] Αιμ[ίλιος], «Κριτική για το Πούσι», Νέα Εστία, τ. 483/1947, σ. 1018.

ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΒΛΙΟΥ | ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ









6. ΜΙΚΡΟ ΓΛΩΣΣΑΡΙ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ


  • Α
    • Αβάνες, οι : τα πούρα Αβάνας
    • αγάντα : ιταλ. agguanta: πιάσου γερά, κράτα / αγάντα καδένα: κράτα γερά την αλυσίδα / η αγάντα : πάσσαλος πρόσδεσης του σκάφους /αγαντάρω : υπομένω, αντέχω
    • αγκωνάρι, το : ακρογωνιαίος λίθος - στήριγμα, προστάτης
    • Αη-Γιώργηδες : αγγλικά νομίσματα που φέρουν την εικόνα του Αγίου Γεωργίου
    • αθάλη, η: καπνιά - ζεστή στάχτη - είδος φυτού
    • αϊνάς , ο: το πίσω μέρος του καραβιού
    • αϊπότζι, το : ιταλ. poggia : ταλάντευση/ βίρα πότζι: τραβήξτε δυνατότερα την άγκυρα
    • ακουρμάζομαι : αφουγκράζομαι, προσπαθώ ν' ακούσω - συμμορφώνομαι
    • αλάντσια, η : ιταλ. lancia : λάντζα, λέμβος, βενζινάκατος
    • αλάτι του Καρλσμπάντ : καθαρτικό φάρμακο που παρασκευάζεται στη λουτρόπολη Καρλσμπάντ της Τσεχοσλοβακίας
    • αλτάνα,η : ιταλ. altana : μικρός ανθόκηπος - εξώστης, ταράτσα
    • άλτης, ο : φωτεινός σηματοδότης
    • Αμμος, η : η έρημος
    • αμπαντονάρω: ιταλ. abbandonnare : εγκαταλείπω
    • αμπαριτζής,ο : τουρκ. ambar: ο επιστάτης του αμπαριού
    • αμφιλύκη,η : χαραυγή
    • ανασμίδα, η : μικρή γουρούνα
    • ανάστροφη,η : αλλαγή πορείας του σκάφους με την πλώρη στον άνεμο, βόλτα
    • ανεμοδόχος, η : κυλινδρικός σωλήνας στό ανώτερο κατάστρωμα γιά τον καθαρισμό του αέρα
    • ανεμολόγιο, το : 1. στην πυξίδα, το χαρτί του μπούσουλα όπου σημειώνονται τα ανεμορρόμβια και η διαίρεση σε μοίρες από Β ή Ν προς τον Απηλιώτη ή τον Ζέφυρο. 2. στους χάρτες , δύο ομόκεντροι κύκλοι τυπωμένοι σε διάφορα μέρη γιά τη χάραξη στο χάρτη αντιστοιχιών ή πορειών.
    • ανεμορούφουλας, ο : ανεμοστρόβιλος
    • ανιζέτα, η : γαλλ. anisette : λικέρ, από απόσταξη αλκοόλης με μάραθο και κορίανδρο και την προσθήκη σιροπιού ζάχαρης
    • αντέννα, η : ιταλ. antenna : κεραία
    • αντιστοιχία, η : αναγωγή πλεύσης, σύνολο μαθηματικών διορθώσεων της πορείας του πλοίου με τη βοήθεια του χάρτη και της πυξίδας.
    • απελάτης, ο : φύλακας των συνόρων /ζωοκλέφτης
    • απίκου : ιταλ. a picco :καθέτως, η θέση της άγκυρας την ώρα που πρόκειται να αποσπασθεί από το βυθό/ είμαι απίκο : είμαι έτοιμος γι αναχώρηση αλλά και προσαρτημένος
    • αποκρισάτορας, ο : μαντατοφόρος
    • αποσπόρι, το : στερνοπαίδι
    • αράκ , το : είδος ρακής των αραβικών χωρών της Αν. Μεσογείου
    • Αρμίδα, η : αστεροειδής που ανακαλύφθηκε το 1903
    • άρμπουρο, το : ιταλ. albero : ο ιστός, το κατάρτι του πλοίου
    • αρόδο, το : ιταλ. a rota : πλοίο που βρίσκεται μακριά από την ακτή και σε αναμονή γιά αναχώρηση
    • ασένιο, το : ιταλ. a segno : έτοιμο στη θέση του- ταξη, ευπρέπεια
    • αστρίτης, ο : το φίδι αμμοδύτης ή έχιδνα
    • αστρολάβος, ο : κυκλικός χάρτης αστέρων που μπορεί να περιστρέφεται, ώστε να υπολογίζει κανείς τις θέσεις του ήλιου και των αστεριών σε οποιαδήποτε ώρα της μέρας ολοκλήρου του χρόνου.
    • άστρο της Ανατολής : η Πούλια, η Αφροδίτη
    • άστρο της τραμουντάνας : ο πολικός αστέρας
    • άστρο του Αλμποράν : φάρος στο ΝΔ άκρο της νήσου Αλμποράν , Α του Γιβραλτάρ, που ταυτίζεται με τη μυθική Ωγυγία του Ομήρου
    • άστρο του Βορρά : ο πολικός αστέρας
    • αυλός, ο : σιδηροσωλήνας των ατμολεβήτων σε σχήμα αυλού - σιδερένια ή χαλύβδινα όπλα εκτόξευσης των ''αστέρων'' κατά τις νυχτερινές σημάνσεις
    • αχταρμάς, ο : τουρκ. aktarmah :η μεταβίβαση από πλοίο σε πλοίο επιβατών κι εμπορευμάτων, το τρανσπόρτο, το τράνζιτο
  • Β
    • βάρδα : βεν. vardar: παραμέρισε!
    • βάρδια, η : βεν. vardia : σκοπιά, φρουρά / ο λοστρόμος της βάρδιας : ο ναύκληρος
    • βαρδιόλα, η : ιταλ. guardiola :σκοπιά από συρραμμένο πανί ή ξυλοκατασκευή για την προφύλαξη από τις κακές καιρικές συνθήκες - τα φτερά στα πλαϊνά της γέφυρας - σκοπιά στο κατάρτι γιά την παρατήρηση του ορίζοντα
    • βατσιμάνης, ο : αγγλ. watchman : αυτός που επιτηρεί, που κάνει βάρδια
    • βελόνι, το : 1. ο βελονοειδής μαγνήτης της πυξίδας 2. η κεραία του γερανού, η μπίγα 3. Σύνδεσμοι του πηδαλίου με το ποδόστρωμα
    • βερίνα, η : γαλλ. verine :κόμπος, στρίψιμο των σκοινιών, νήματα, καλώδια
    • βήσσαλο, το : λατιν. bessalis :το τούβλο
    • βιβάρι, το : λατιν. vivarium : ιχθυοτροφείο, ψαρολίμνη
    • βιδάνια, τα : ιταλ. oguadagn : υπόλοιπα ποτών με τα οποία νόθευαν οι ταβερνιάρηδες αυτό που σέρβιραν
    • βίντσι, το : αγγλ. winch :σκοινί, αλυσίδα, βαρούλκο, γερανός
    • βιράρω : ιταλ . virare : στρέφω το βαρούλκο για να σηκώσω την άγκυρα, φεύγω
    • βόρτα, η : ιταλ. volta :φορά, στροφή, ανάπρωρη αλλαγή πορείας ιστιοφόρου, περιφορά του σκοινιού γύρω από άλλο σκοινί ή άλλο αντικείμενο
    • βοστιλίδι , το : κόκκινο δυνατό κεφαλλονίτικο κρασί
    • βουρλίζομαι : ιταλ . burlare : λυσσομανώ, ερεθίζομαι, ζαλίζομαι
    • βουτσί, το : βυτίο, βαρέλι
    • βρεχάμενα, τα : τα ύφαλα, τα μέρη του πλοίου κάτω από την ίσαλο γραμμή.
  • Γ
    • γαζέττα, η : ιταλ. gazzetta : η εφημερίδα
    • γαζί, το : αραβ. kazy = μεταξωτός : γάζωμα, μτφ. κοροϊδεύω
    • γαλέτα, η : βεν. galeta :ξύλινος δίσκος στην κορφή των καταρτιών και του ιστού της σημαίας, το επίμηλο της ηλακάτης του ιστού - είδος παξιμαδιού
    • γάσσα, η : ιταλ. gassa : ναυτικός κόμπος , κομποθηλειά με την οποία γίνεται η πρόσθεση ή η σύνδεση με άλλο σκοινί ή κεραία
    • γεμιτζής, ο : τουρκ. yemici : ο παληός ναύτης, ο θαλασσόλυκος - ειρωνικά ο αθαλάσσωτος που κομπορρημονεί
    • γεύω : κάνω κάποιον να γευτεί, του κάνω το τραπέζι
    • γιατάκι, το : τουρκ. yatak : κλίνη, τόπος διαμονής, κατάλυμα
    • γιερνέ : όρος της κοινής ναυτικής διαλέκτου που σημαίνει ''μόνιμα'', ''σταθερά''.
    • γιούσερ, το : γιούσουρι, μαύρο σκληρό κοράλλι
    • γκριζόλα, η : μαλτ. gisiola : πυξιδοθήκη, καπάκι που σκεπάζει τη νύχτα την πυξίδα γιά να μη βγαίνει το φως και εμποδίζει την ορατότητα.
    • γκρός : αγγλ. gross :διεθνής όρος με τον οποίο εκφράζεται ο κυβισμός όλων των κλειστών χώρων των εμπορικών πλοίων. 1 γκρος= 2,8317 μ³ .
    • γκρος μπώνκερ : αγγλ. gross bunker :μέρος του πλοίου στο οποίο φυλάσσεται κάρβουνο ή υγρά καύσιμα, αμπάρι κοντά στα καζάνια
    • γλίνα , η : λίπος, βρωμιά- μτφ. γλοιώδης άνθρωπος
    • γραδάρω : ιταλ. graduare : μετρώ, βρίσκω την πυκνότητα του υγρού με γράδο (= με πυκνόμετρο)
    • γραδελάδες , οι : ιταλ. gradeladi :ξύλινες σκαλωσιές, γενικώς οι σκαλωσιές στο λεβητοστάσιο.
    • γραμματικός, ο : υποπλοίαρχος, ενίοτε κι ο λογιστής
    • γραμματικός, ο : υποπλοίαρχος, ενίοτε κι ο λογιστής
    • γύρα, η : χαλκάς, κολλάρο
    • γύφτος , ο : ο ναύτης της μηχανής
  • Δ
    • δέκτης, ο : συσκευή που εγγράφει τα εκπεμπόμενα σήματα
    • δελέγκου: βεν. dilogo :αμέσως, ευθύς, επιτόπου
    • δεσπέτζα, η : βεν. despensa :διανομείο, σκευοθήκη, αποθήκη φύλαξης τροφίμων προς διανομήν
    • δέστρα, η : σιδερένιο κολωνάκι που δένουν τους κάβους
    • διάκι, το : τιμόνι
    • διοσκορίνη, η : πολύ δηλητηριώδες αλκαλοειδές από την διοσκορέα
    • διπλαρώνω : φέρνω το σκάφος δίπλα σε άλλο, πλευρίζω
    • δρόμος, ο : λαθρέμπορος, κοντραμπατζής
  • Ε
    • εξάντας, ο : όργανο γωνιομετρικό που προσδιορίζει με αστρονομικές παρατηρήσεις τις γεωγραφικές συντεταγμένες της θέσης στην οποία βρίσκεται το πλοίο κατα τον πλού. Το όνομά του οφείλεται στο γεγονός ότι διαθέτει βαθμολογική κλίμακα που εκπροσωπεί το 1/6 του κύκλου.
    • Εωσφόρος, ο : άλλο όνομα του πλανήτη Αφροδίτη
  • Ζ
    • ζαβώνω : στραβώνω, μτφ. αποβλακώνω
  • Ι
    • ιβιλάι, το : αγγλ. heaving line :λεπτό σκοινί, τράβηγμα του σκοινιού
    • ιππάριο, το : μικρή βοηθητική μηχανή που κινεί αντλία
    • ιστός , ο : το κατάρτι της πλώρης
  • Κ.
    • καβατζάρω : βεν . cavetzar : παρακάμπτω ακρωτήρι
    • καβίλια, η : ιταλ. caviglia : σκοινί με οξύ άκρο για να περνά εύκολα από τους τροχίλους - καθεμιά από τις ακτίνες της ρόδας του πηδαλίου - ατσάλινο εργαλείο για να ανοίγουν τα έμβολα των σκοινιών και να φτιάχνουν γάσες (βλ.λ)
    • κάβος , ο : ιταλ. cavo : αποκρημνο ακρωτήρι - χοντρό σκοινί / παίρνω κάβο : καταλαβαίνω
    • καθετή, η : αλιευτικό εργαλείο , απο συνηθισμένο νήμα με αγκίστρι στην άκρη, κι ένα μικρό βάρος που συντελεί στην καταβύθιση του άγκιστρου
    • καλάδα, η : βεν. calada :βύθισμα αλιευτικών διχτυών.
    • καλαμίδα, η : το ψαραδικο καλάμι
    • καλάρω : ιταλ. calare : μαζεύω τα πανιά - κάνω νερά - αφήνω, διαρρέω, ρίχνω δίχτυα
    • καλατζής, ο : τουρκ. kalayci : γανωτής, κασσιτερωτής χαλκωμάτων.
    • καλαφατίζω : ιταλ. calafatare :πισσαρω τα κενά - βατεύω, πηδάω
    • καμπανιές, οι : χτυπήματα της καμπάνας της γέφυρας ή του μηχανοστασίου γιά τις αλλαγές της ώρας.
    • καμπούνι, το : υπόστεγο της πλώρης για τη στέγαση των ανδρών του πληρώματος σε κακοκαιρία
    • καναλέτο, το : ιταλ. canaletto :αυλάκι, ρυάκι, θαλάσσια δίοδος
    • κανοκιάλι , το : ιταλ. cannocchiale : όργανο γιά την παρακολούθηση αντικειμένων από πολύ μακρυά
    • καντηλίτσα, η : βεν . candelizza : 1. συσκευή που αναρτάται στα πλευρά του πλοίου και στην οποία στέκεται ο εργάτης που επισκευάζει ή χρωματίζει το πλοίο. 2. η καντηλίτσα του φλώκου : η υπέρα του ατέρμονος 3. Κόμπος επιδέξιος χρησιμοποιούμενος γιά την ανύψωση ανθρώπου στα ξάρτια.
    • καντίνι, το : ιταλ. cantino :η οξύτερη χορδή των εγχόρδων οργάνων, μτφ. στην εντέλεια, κομψός.
    • καπελώνω : ιταλ . cappello : βάζω τους κάβους (βλ.λ.) στις δέστρες
    • κάπος, ο : ιταλ. capo :αρχηγός - ο αρχηγός τετραωρίας - μέρος ξηράς που αναδίεται από τη θάλασσα.
    • καραβοφάναρο, το : πλοίο που χρησιμεύει ως πλωτός φανός, αγκυροβολημένο κοντά σε επικίνδυνα σημεία, υφάλους κλπ
    • καραμοσόλι, το : εκ του τούρκου ναυάρχου του 14ου αι. Καρά Μουσέλ : βαρύ αντικείμενο ποντισμένο με πλωτήρα στην επιφάνεια γιά την ευχερή αγκυρόδεση του εφολκίου - είδος ιστιοφόρου που χρησιμοποιούσαν το 1821 - ο σύνδεσμος των αγκυρών, ο αμφιδέτης.
    • καραντί, το : σκαμπανέβασμα του καραβιού εξαιτίας θαλασσοταραχής που συνεχίζεται και μετά την παύση του ανέμου, φουσκοθαλασσιά.
    • καρρέ, το : γαλλ. carre : ο μεσόδεσμος, τετράγωνο διαμέρισμα του πλοίου που χρησιμεύει ως εντευκτήριο ή εστιατόριο.
    • κάρτα, η : ιταλ. carta :ο καθένας από τους τριανταδύο ανεμόκομβους του ανεμολογίου (βλ.λ.)
    • καρτίνι, το : ιταλ. quartino :το 1/4 του ρόμβου κατά τις διαιρέσεις των παλαιών ανεμολογίων(βλ.λ.)
    • κάρτο, το, και κουάρτο, το : ιταλ. quarto :1/4
    • κάσσαρο, το : ιταλ. cassero :το επίστεγο πάνω στην πρύμνη, υπερυψωμένη γέφυρα - ειδικό διαμέρισμα που χρησιμοποιείται γιά καπνιστήριο από τους επιβάτες της α΄θέσης - πύργος φρουρίου
    • κατραμόκωλος, ο : ναύτης της κουβέρτας
    • κιαλάρω : ιταλ. chiale :κοιτώ με κυάλι, παρατηρώ με ενδιαφέρον
    • κλειδιά, τα : κυρτά σιδερένια κομμάτια με παχύτερα άκρα και διάτρητα ώστε να περνά γόμφος με τον οποίο συνδέονται μεταξύ τους οι κρίκοι μιάς αλυσίδας
    • κοκκινόκωλος, ο : ναύτης σκαρφαλωμένος ψηλά - είδος πιθήκου - το πτηνό φοινίκουρος
    • κοκό , το : η κοκαϊνη
    • κόντρα, τα : ιταλ. contra :ρυθμιστικοί και ασφαλιστικοί κοχλίες
    • κόντρα γέφυρα, η : το σημείο πάνω από την γέφυρα, στο οποίο βρίσκονται η πυξίδα και το τιμόνι
    • κοντραστάρω : ιταλ. contrastare : πάω αντίθετα - πάω εγγύτερα στον άνεμο
    • κοράκι, το : η μύτη του βαποριού
    • κοστάρω : ιταλ. accostare εκ του costa = ακτή : πιάνω στεριά
    • κοτσάρω : ιταλ. cozzare :συνδέω, προσαρτώ, πλευρίζω - περνάω κρίκο ή αγκίστρι μέσα από κρίκο
    • κουβέρτα, η : βεν. coverta :το κατάστρωμα
    • κουβούσι, το : τουρκ. kovus :το υπερυψωμένο παραπέτο του αμπαριού, αίθουσα, χώρος ύπνου
    • κουίνα, η : αγγλ. queen :έκφραση των ναυτικών γιά τους ομοφυλόφιλους των λιμανιών
    • κουπαστή, η : το ανώτατο χείλος των τοιχωμάτων του πλοίου - χειρολαβή
    • κρένι, το : γαλ. crane :γερανός περιστρεφόμενος, περιστροφικό βίντσι
    • κρουζέτο, το : βεν. croseta :το δίζυγο του μεγάλου επιστηλίου - λούκι γύρω από το κατάστρωμα, για να φεύγουν τα νερά
  • Λ
    • λαμαρίνα, η : βεν . lamarin : λεπτό μεταλλικό έλασμα - αρρώστεια που προσβάλλει και τρελαίνει τις γάτες στα φορτηγά πλοία
    • λαμπόγυαλο, το : η παιδεραστία
    • λάντζα, η : βεν. lanza :μαστέλλο, ξύλινο δοχείο για τον καθαρισμό των σκευών - η λέμβος
    • λίνια, η : ιταλ. linea :η γραμμή του Ισημερινού, κατ' επέκτασιν και του τροπικού
    • λοστρόμος, ο : ιταλ. nostromo : ο πρώτος υπαξιωματικός του πληρώματος, ο ναύκληρος των εμπορικών πλοίων
  • Μ
    • μαγκάρω : βεν. mancar :κοπάζω, σταματώ - αποτυγχάνω, σφάλλω
    • μαϊνάρω : ιταλ. mainare :υποστέλλω, κατεβάζω τα πανιά
    • μακαράς, ο : τουρκ. makara :τροχαλία, καρούλι
    • μαλαφράντζα, η : ιταλ. mal di Francia : η γαλλική αρρώστεια, η σύφιλη
    • μανούβρα, η : βεν . manovra : χειροσμός διεύθυνσης του σκάφους
    • μαρέα, η : ιταλ. marea :παλίρροια
    • μαρκόνης, ο : ασυρματιστής (εκ του ονόματος του εφευρέτη του ασυρμάτου )
    • μάσκα, η : λατ. masca :η παρειά της πλώρης
    • ματίζω : ενώνω, μπαλώνω
    • ματικάπι, το : τουρκ. matkap : τρυπάνι
    • ματσακόνι, το : ιταλ. mazza : σφυρί γιά να βγάζουν το χρώμα ή τη σκουριά από τις λαμαρίνες
    • μαύρη μπάλλα : υψώνεται στον πρωραίο ιστό ως σημάδι αγκυροβολίας, ενώ δύο μπάλλες υψωμένες στον ιστό πάνω από τη γέφυρα σημαίνουν ακυβερνησία
    • μαυρομάτα, η : η μαύρη μύτη της πέννας, η πέννα
    • μεσηνέζα, η : αλιευτικό νήμα (εκ της ιταλικής πόλεως Μεσσίνας)
    • μετζαρόλι, το : βεν. mezzaruola :φυαλίδιο με άμμο γιά τον κανονισμό των ωρών των δυτών , είδος κλεψύδρας
    • μόλα ιπάντο : ιταλ. molla in bando :χαλάρωσε, αμόλα τα σκοινιά
    • μονιτάρως : καιρός - τώρα
    • μοράβια, η : ιταλ. moravia : εκλεκτή βαφή, χρώμα εξαιρετικής αντοχής που χρησιμοποιείται γιά τη βαφή των υφάλων του πλοίου
    • μουράγιο, το : βεν. muragia :η προκυμαία
    • μπάγκος, ο : ιταλ. banco : η ξέρα, ο ύφαλος
    • μπαλόνια, τα : βεν. balon :παραβλήματα σφαιρικά γιά την προστασία των πλαϊνών των πλοίων
    • μπαρκάρω: ιταλ. imbarcare :επιβιβάζομαι, φεύγω με πλοίο ως ναυτικός
    • μπαρκέττα, η : ιταλ. barchetta :η βαρκούλα - όργανο μέτρησης ταχύτητος
    • μπάρκο, το : ιταλ. barco :παλιό ιστιοφόρο - το μπαρκάρισμα
    • μπαρούμα, η : ιταλ. baroma : σκοινί με τό οποίο προσδένεται η βάρκα σε κάποιο στα0ερό σημείο στην ξηρά ή σε άλλο σκάφος, γιά να το τραβήξουμε
    • μπάσσες, οι : αμπασσαδούρες, μπάσσες στεριές (βλ.λ.)
    • μπαστούνι, το : βεν. baston :το δόρατο των ιστιοφόρων
    • μπατάρω : ιταλ. battere :ανατρέπομαι κι ανατρέπω, τουμπάρω - αλλάζω πέτασμα στα πανιά κατά την βόλτα (βλ.λ.)
    • μπάφα, η : ιταλ. baffo : ο θηλυκός κέφαλος, απ' όπου βγαίνει το αυγοτάραχο, αλλά και το ψαρόλαδο με το οποίο περνούσαν τα σύρματα - μτφ. βαριά μυρωδιά
    • μπίγα, η : ιταλ. biga :φορτωτήρας, γερανός
    • μπίντα, η : ιταλ. bitta : η δέστρα
    • μπουάμπης , ο : αράπης θυρωρός
    • μπουγάζι, το : τουρκ. bogaz :στενό μέρος θάλασσας μεταξύ δύο στενών, δίαυλος, κανάλι - η μπούκα, το στόμιο των ιχθυοτροφείων
    • μπουκαπόρτα, η : βεν. bucaporta :θυρίδα φόρτωσης
    • μπουλμές, ο : τουρκ. bolme : ξύλινο εσωτερικό χώρισμα του πλοίου, μή μόνιμο, γιά ειδικές φορτώσεις
    • μπουνάτσα, η : βεν. bonazza :η νηνεμία, η γαλήνη : μπουνατσάρω= γαληνεύω
    • μπούσουλας, ο : ιταλ. bussola : η πυξίδα, ο προσανατολισμός
    • μπρατσόλι, το : ιταλ. bracciolo :στήριγμα σε σκάφος
    • μπριγκαντίνι, το : ιταλ. brigantino : είδος καϊκιού
  • Ν
    • ναύλος, ο : φορτίο πληρωμένο γιά μεταφορά - το αντίτιμο φόρτωσης ή μεταφοράς
    • νιτσεράδα, η : ιταλ. incerata :αδιάβροχο από μουσαμά
    • ντόκος, ο : αγγλ. dock :νηοδόχος, τμήμα εμπορικού λιμανιού μεταξύ του βασικού κρηπιδώματος και των προβλητών του - είδος υφάσματος
    • ντοκουμάνης, ο : αγγλ. donkey man :αρχιθερμαστής, λοστρόμος της μηχανής
    • ντουανιέρης, ο : ιταλ. dogana=τελωνείο : τελωνειακός - φορτοεκφορτωτής τελωνείου
    • ντούγα, η : ιταλ. doga :σανίδα βαρελιού
    • ντούκια, τα : βεν. ducia : σπείρες σκοινιού ή συρματόσκοινου - ύπνος
    • ντράγα, η : ιταλ. draga : φαγάνα, βαθυκόρος = πλωτό μηχάνημα γιά τον καθαρισμό του βυθού ή την εκβάθυνση λιμανιών
  • Ξ
    • ξαγερίζω : βγάζω στον αέρα, διαλαλώ
    • ξάι , το : λατ. exagium : ανταπόδοση, αμοιβή
    • ξεκαπελλώνω : βγάζω τους κάβους(βλ.λ.) από τις μπίντες (βλ.λ.)
    • - βλέπε και : καπελλώνω
    • ξελιμπάρω : ξε + ιταλ. libare :ελαφρώνω το πλοίο ξεφορτώνοντας μέρος του φορτίου σε άλλο μικρότερο που θα μπεί στα ρηχά νερά , μτφ. τελειώνω, αδειάζω, ξοφλάω
    • ξεμπαρκάρω: αντιθ. μπαρκάρω (βλ.λ.)
    • ξενερίζω : χάνω τα νερά μου, βγαίνω από την επιφάνεια της θάλασσας - αλλάζω το νερό γιά να φύγει η αρμύρα κι η πικρίλα - συνέρχομαι από μεθύσι - ουρώ
    • ξεραποξυλώνομαι : πέφτω ξερός σαν ξύλο - κοιμάμαι άκαμπτος - πεθαίνω
    • ξεστελλιάζω : διαλύω, ξεμοντάρω
    • ξίδι (ο καιρός) : δριμύς σορόκος
  • Ο
    • όκιο, το : ιταλ. occhio : τρύπα απ' όπου περνάει η αλυσίδα της άγκυρας
    • Ολλαντέζος , ο : ολλανδικό πλοίο
    • οργυιά, η : αρχ. ελ. ορέγω : αγγλική μονάδα μήκους ίση με 1,83 μ.
    • ορθοπλωρίζω : βάζω πλώρη πάνω στον καιρό
    • όρτσα : ιταλ. orza : στρέψε την πλώρη προς τον άνεμο
    • οχτώ-δέκα, η : βάρδια, τετραωρία
  • Π
    • παίρνω κάτω : κατεβάζω πανί ή σημαία - διοπτεύω
    • παλινώριο, το : όργανο με το οποίο βρισκόταν παλιότερα το αζιμούθιο του ήλιου, με συνδιασμό της ώρας, της ηλιακής κλίσης και του πλάτους
    • πανιόλο, το : ισπ. panyolo : πλάτος βάρκας- μτφ. πάτος σκεύους
    • παράλλαξη, η : η διαφορλά ανάμεσα στη διεύθυνση του Βορρά που δείχνει η πυξίδα και στην πραγματική θέση - τρόπος ελέγχου του πλου με αναφορά σε κάποιο σημείο της ακτής
    • παραπέτο, το : ιταλ. parapetto : το στηθαίο της γέφυρας
    • παρατιμονιά, η : κακός χειρισμός του τιμονιού
    • πασσατζέρικο, το : ιταλ. passaggio :πλοίο με σταθερό δρομολόγιο
    • παταράσο, το: βεν. patarazzo :ο παράτονος, το σκοινί του μεγάλου επιστυλίου του πλοίου
    • παχτώνας, ο : τετράγωνη λέμβος χωρίς καρίνα
    • πεθαμένος, ο : κατώτατης ποιότητας λαθραίο που κάποιος το πουλάει πολύ φθηνά, το ''σκοτώνει''
    • πεισματική, η : σφύριγμα πλοίου
    • πιλότος, ο : αγγλ. piloτ :οδηγός βαποριού, πλοηγός
    • πιλοτίνα, η : ιταλ. pilotina : η πλοηγίς, το πλοιάριο που μεταφέρει τον πιλότο στο πλοίο που πρόκειται να αναλάβει.
    • πινά, τα : ιταλ. pennone : τα εξώτατα άκρα του κέρατος του επιδρόμου
    • πινέλλο, το : είδος σπαστής άγκυρας
    • πλευρικά, τα : δύο φανοί που αποτελούν μέρος των πλοϊκών φανών του πλοίου
    • ποδίζω : μένω προσωρινά σε απάνεμο μέρος λόγω κακοκαιρίας - απομακρύνω την πλώρη από την κακοκαιρία του ανέμου
    • ποδόσταμο, το : το κοράκι (βλ.λ.) της πρύμνης
    • πόμπα, η : ιταλ. pompa :αντλία
    • Πορτολάνες, οι : ναυτικοί χάρτες
    • ποστάλι, το : ιταλ. postale : επιβατηγό ή ταχυδρομικό πλοίο
    • πότζι, το : ιταλ. poggia : ταλάντευση, υποστροφή του πλοίου
    • πούσι, το : τουρκ. pus :ομίχλη, καταχνιά
    • πρατιγάρω: ιταλ. pratigare : παίρνω πράτιγο, ελευθεροκοινωνώ
    • πριάρι, το : βάρκα που σπρώχνουν με κοντάρι
    • προβέτζο, το : βεν. provenza :απότομη μεταβολή του ανέμου από νότιο σε δυνατό βόρειο
    • προβολή, η : σύστημα χαρτογραφικής παράστασης σε επίπεδο της καμπύλης επιφανείας της Γης
    • προπέλλα, η : αγγλ. propeller : έλικας γιά την ώθηση του πλοίου
    • προυσσαλίδικο, το : το χασίς της Προύσσας, φημισμένο γιά την ποιότητά του
    • πρύμα : καλώς - άνεμος από την πλώρη
    • πρύμα πλώρα : σ' όλο το μήκος του πλοίου
  • Ρ
    • ράδα, η : ιταλ. rada : ανοικτό κι ευρύχωρο αγκυροβόλι, ανοικτός προλιμένας
    • ρέλι, το : αγγλ. rail : κιγκλίδωμα
    • ρεμούρκιο, το : βεν. remurchio : το ρυμούλκημα αλλά και το ρυμουλκό πλοίο - είδος σκοινιού
    • ρεμούσκο , το : βορειανατολικός ψυχρός άνεμος - υποψία, εικασία - ρίσκο, παράτολμη πράξη
    • ρεμπάρτα, η : ιταλ. ribalta : καταπακτή - άνοιγμα παντελονιού
    • ρέστα , τα : ιταλ. resto :σειρά μεταλλικών παξιμαδιών ενωμένων σε επίμηκες σχήμα
    • ρεστία, η : ιταλ. rastiare : παλινδρόμηση του κύματος από την ακτή, ακανόνιστος κυματισμός
    • ρεφόρτσο, το : ιταλ. rinforzo :ενδυνάμωμα, ενίσχυση των σχοινιών, σφίξιμο των σφηνών του τιμονιού
    • ρίγλα, η : λατ. regula : ο χάρακας, γραμμή χαραγμένη στο χάρτη, ο παράλληλος
    • ρισάλτο, το : ιταλ. risalto : έφοδος, επίθεση πειρατών στο πλοίο
    • ρολάρω : ιταλ. rollare : κάνω πότζι (βλ.λ.)
    • ρότα, η : ιταλ. rota : πορεία πλοίου
    • ρουφόλυμπες, οι : ρουφήχτρες
  • Σ
    • σαλαμάστρα, η : ιταλ. salmastra : πλέξιμο , σκοινί πλεγμένο
    • σάλπα, η : το σαλπάρισμα
    • σαλτάρω : ιταλ. saltare :πηδάω, ξεφεύγω
    • Σαμπάν, το : μικρό ποταμόπλοιο των κινεζικών ακτών , σκεπασμένο ώστε να χρησιμοποιείται σαν κατοικία
    • σαμπάνι, το : σκοινί με το οποίο δένονται βαριά αντικείμενα γιά ανύψωση ή οι βάρκες
    • σάνταλο, το : φορτηγό πλοίο που μοιάζει με σκούνα
    • σαρανταποδαρούσα, η : μακρύ τηλεγραφικό σήμα
    • σημαδούρα , η : κάθε είδους όργανο σήμανσης
    • σινιάλο, το : βεν. signal : συνθηματική ειδοποίηση απ' το πλοίο προς τους ναύτες στην ξηρά
    • σιψάντε(ς), ο : αγγλ. shipside :χώρος ανεφοδιασμού - μτφ. προμηθευτής τροφίμων
    • σκάλα, η : ιταλ. scala : επίνειο
    • σκαλιέρες, οι : ιταλ. scala :μικρά σκοινιά που δένονται οριζόντια στα ξάρτια ώστε να σχηματίζουν σκαλοπατάκια
    • σκανταγιάρω : ιταλ. scandagliare : βυθομετρώ, ρίχνω σκαντάγιο (=οργανο βυθομέτρησης)
    • σκάντζα βάρδια, η : βεν. scansa la vardia! : αλλαγή βάρδιας
    • σκαντζάρω : βεν. scansar : αλλάζω (φρουρούς ή πόδες πανιών )
    • σκάπουλος, ο : βεν. scapolo : ο ένας από τους δύο ναύτες της βάρδιας που περιμένει ν' αντικαταστήσει τον άλλο - αυτός που κάνει κοπάνα - ελεύθερος
    • σκαρμός, ο : η σταμίνα του νομέα
    • σκαρτάρω : ιταλ. scartare : πετάω τα άχρηστα
    • σκουλάρω : ιταλ. scolare : παίρνω στροφή σε ακρωτήρι - αδειάζω τα νερά της θάλασσας από τους σωλήνες και το κατάστρωμα
    • σπατσάρω : ιταλ. spazzare : σκουπίζω - ξεμπερδεύω - γελώ υπερβολικά
    • σπιράγιο, το : βεν. spiragio : φεγγίτης, αναφωτίς
    • σταβέντο, το : ιταλ. sottovento : απάνεμος, πλεύση σε απάνεμη πλευρά
    • σταντάρδο, το : αγγλ. standard : το κοντάρι της σημαίας
    • στήμη, η : επιμήκη τμήματα διπλωμένου σκοινιού - το κοράκι (βλ.λ.)
    • στοιβαδόρος, ο : ναύτης που στοιβάζει τα εμπορεύματα των εμπορικών πλοίων
    • στόκολος, ο : αγγλ. stokehold: λεβητοστάσιο, θερμαστήριο
    • στούφα, η : μυοκτονία
    • στράλια, τα : ιταλ. straglio : οι ανάδρομοι κι οι πρότονοι, σκοινιά που στερεώνουν τα επιστήλια των ιστών
    • στροφές, οι : ο αριθμός των περιφορών του προωστήρα του ατμοπλοίου ανά λεπτό
    • στρωμάτσα , τα : ιταλ. stramazzo : παράβλημα κρεμασμένο στα πλευρά του πλοίου γιά να το προφυλάσσει από ενδεχόμενες συγκρούσεις με άλλα πλοία ή την προκυμαία
    • σφήνες, οι : προθέματα του τιμονιού γιά να σφίγγει όταν χαλαρώνει κατά τον πλου.
    • σφυριξιά, η : δηλώνει δεξιά πορεία
    • σφυρίχτρα, η : όργανο που ειδοποιεί γιά την πορεία
  • Τ
    • ταρσανάς, ο : τουρκ. tersane : ναύσταθμος, ναυπηγείο
    • ταρτάν, το : μπάρ στο οποίο συχνάζουν κινέζοι
    • τελώνια, τα : οι φωσφορισμοί που εμφανίζονται σε καιρό θύελλας στα άκρα σκοινιών και κεραιών - αερικά, στοιχειά
    • τεσσαροχάλι, το : μικρή άγκυρα με τέσσερις βραχίονες
    • τζόβενο, το : ιταλ. giovane : μούτσος, ναυτόπαις
    • τιμονιέρα, η : ιταλ. timoniera : η πιλοτίνα (βλ.λ.) - διαμέρισμα χαρτών στο πίσω μέρος της γέφυρας
    • τουρκετί, το : το πλωριό κατάρτι - τριγωνικό πανί του λοξού ιστού της πλώρης
    • τραβέρσο, το : ιταλ. traverso : αναγκαστική πορεία σε περίπτωση μεγάλης θαλασσοταραχής κόντρα στη διεύθυνση του ανέμου γιά να αποφύγει το πλοίο τ7α χτυπήματα των κυμάτων στα πλευρά του
    • τραβέρσωμα, το : στροφή του πλοίου ώστε να στρωθεί τραβέρσο (βλ.λ.)
    • τραμπάκουλο, το : είδος δαλματικού πλοίου με δύο πανιά
    • τρικαντό, το : τρίκωχο καπέλλο των αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού
    • τριπόντι , το : ιταλ. tre ponti :πλοίο με τρείς γέφυρες
    • τρισίλιο, το : δίπλοκο ή τρίπλοκο αριστερόστροφο καννάβινο σκοινί από παλιά κλώσματα
    • Τρίτος, ο : ο ανθυποπλοίαρχος
    • τρομπαμαρίνα, η : ιταλ. trombamarina : τηλεβόας γιά τη μετάδοση ηχητικών σημάτων μεταξύ των πλοίων σε καιρό ομίχλης
    • τσίμα, η : ιταλ. cima :η κορυφή, η άκρη
    • τσιφάρι, το : αραβ. ziffar : σιφόνι, αντλία
    • τσούρμο, το : ιταλ. ciurma : κωπηλάτες στις γαλέρες, κατάδικοι - πλήρωμα πλοίου
  • Φ
    • φανάρι, το : φάρος, φανός - κόμπος που κατασκευάζεται γιά τα σφοντύλια των χειραγωγών, γιά τη συγκράτηση των σχοινένιων λαβών των κάδων
    • φαναριέρα , η : η φανοδόχη και το φανάρι της κόφας
    • Φάτα Μοργκάνα, η : βρ.μυθ.Morgan LeFay,ιταλ. Fata Morgana : η διεστραμμένη μάγισσα αδελφή του βασιληά Αρθούρου, στην ιστορία των Ιππότων της στρογγυλής τραπέζης : μτφ. αντικατοπτρισμός στην επιφάνεια της θάλασσας , όταν το στρώμα του αέρα πάνω από το νερό είναι πιό ψυχρό απ' ότι στα ψηλότερα στρώματα. Ο ίδιος ο Ν. Καββαδίας λέει ''....συμβαίνει στης Σικελίας το στενό ή στη Νάπολη απ' έξω , νύχτα τρεις η ώρα, και παρουσιάζει τρείς γυναίκες που χορεύουν στον ορίζοντα. Βαστάει ένα δύο λεπτά κι ύστερα χάνεται...''
    • φατούρα, η : ιταλ. fattura : ετικέττα - τιμολόγιο εμπορευμάτων
    • φιγούρα, η : ιταλ. figura : το ακρόπρωρο, ξόανο
    • φούντο, το : λατ. fundus : o βυθός - πόντισμα, βύθισμα
    • φριγκορίφικο, το : ισπ. frigorifico : πλοίο-ψυγείο
    • φριζερέτα, η : αγγλ. freezer : μικρό ψυγείο
    • φυρονεριά, η : το τράβηγμα των νερών
  • Χ
    • χάβαρο, το : αχιβάδα, φαγώσιμο όστρακο -αιδοίο - μτφ. βραδύνους
    • χαλώ: κατεβάζω βάρκα - αγκυροβολώ μεανάστροφη του εργάτη ή του βιντσιού- μαϊνάρω (βλ.λ.)
    • χαμαλίκα, η : τουρκ. hamal (=αχθοφόρος) : πάνινο επίστρωμα στην πλάτη του αχθοφόρου , μτφ. επιρ. αγγαρεία, άδικα
    • χαμσίνι, το : αραβ. chamsin (=πενήντα) : ριπές ορμητικού βορείου ανέμου που πνέει ώρες μεταφέροντας σύννεφα σκόνης
  • Ψ
    • ψηλώνω : ανεβαίνω κατά μήκος της λίνιας (βλ.λ.)
    • ψωμάκια, τα : τραπουλόχαρτα
Υπόμνημα συντομογραφιών:
βλ. : βλέπε
αγγλ. : αγγλικός/η/ο
αραβ. : αραβικός/η/ο
αρχ. : αρχαία
βεν. : ενετικό, βενετσιάνικο
γαλλ.: γαλλικός/η/ο
ισπ. : ισπανικός/η/ο
ιταλ. : ιταλικός /η/ο
λ. :λέξη
λατ.: λατινικά
μτφ. : μεταφορικώς

Η ΠΛΕΙΟΝΟΤΗΣ ΤΩΝ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΜΕΝΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΕΧΕΙ ΠΑΡΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΓΛΩΣΣΑΡΙ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ" ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΡΑΠΑΛΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ, 1990 . ΕΓΙΝΑΝ ΜΟΝΟΝ ΚΑΠΟΙΕΣ ΜΙΚΡΕΣ ΔΙΟΡΘΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΘΗΚΕΣ




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου