Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2011

Ο αγέλαστος Καρμπονάρος

Εργο του Δημήτρη Λαλέτα Εργο του Δημήτρη Λαλέτα Αθηνά Γεωργαντά
Τα θαυμάσια νερά. Ανδρέας Κάλβος
Ο ρομαντισμός, ο βυρωνισμός και ο κόσμος των Καρμπονάρων
εκδόσεις Ερμής, σ. 481
Προ πενταετίας είχαμε σχολιάσει το βιβλίο του Λεύκιου Ζαφειρίου Ο βίος και το έργο του Ανδρέα Κάλβου. Παρ' ότι έχει τη μορφή χρονολογίου πρόκειται για μια σημαντική έκδοση γύρω από τις καλβικές σπουδές. Συνιστά το πληρέστερο χρονολόγιο, στο οποίο ενσωματώνονται άγνωστα ερευνητικά ευρήματα. Το πιο αξιόλογο είναι η Ωδή, «Ελπίς πατρίδος Ωδή εν τη των νυν Ελλήνων διαλέκτω, που ο Κάλβος τυπώνει στο Λονδίνο, στα τέλη Νοεμβρίου 1819. Μια καλβική Ωδή, που λάνθανε κοντά δύο αιώνες και προστίθεται ως προδρομική στις γνωστές, τη Λύρα του 1824 και τα Λυρικά του 1826. Εκείνη την παρουσίαση την καταλήγαμε ανακαλώντας τη σκοτεινή πτυχή του Κάλβου ως Καρμπονάρου. Γράφαμε: «Οσο για τα ιδεώδη, ευρύτερα της Επανάστασης του '21, ο Κάλβος φαίνεται να τα επεξεργάζεται προεπαναστατικά. Μήπως ήταν λιγότερο ορμητικός και περισσότερο Καρμπονάρος από όσο τον είχαν φανταστεί;».
Το πόσο συνεπής Καρμπονάρος στάθηκε ο Κάλβος το δείχνει η Αθηνά Γεωργαντά στην πρόσφατη μελέτη της. Οσοι παρακολουθούν το εν προόδω έργο της επί μία εικοσαετία, αρχής γενομένης με τη μελέτη της Αιών βυρωνομανής. Ο κόσμος του Μπάιρον και η νέα ελληνική ποίηση, γνωρίζουν την ακλόνητη πεποίθησή της «στη ρομαντική τέχνη του Κάλβου». Κι αυτήν, ακριβώς, την πίστη έρχεται να υποστηρίξει εναργέστερα με την καινούρια μελέτη, συγκεφαλαιώνοντας παλαιότερα και νεότερα ερευνητικά δεδομένα. Ως ένας πρώτος στόχος της μελέτης διαφαίνεται η αποκατάσταση του Κάλβου στην οικογένεια των ευρωπαίων ρομαντικών, ως «ο ιδιοφυέστερος, ο πλέον πρωτότυπος και ο κορυφαίος ποιητής του ελληνικού ρομαντισμού». Σπεύδει, ωστόσο, να μετριάσει το απόλυτο αυτής της απόφανσης, με την παρατήρηση ότι «δίπλα του στέκεται με άλλους όρους ο Διονύσιος Σολωμός». Τον Κάλβο τον προβάλλει ως πολιτικό ποιητή του ρομαντισμού, τοποθετώντας τον δίπλα στον Μπάιρον. Είναι οι δυο κορυφαίοι ποιητές, που συμμετέχουν ενεργά στην ευρωπαϊκή Καρμπονερία. Ενδεικτικός των προθέσεών της είναι ο τίτλος της μελέτης που αντλείται από την έκτη στροφή της ένατης Ωδής, Εις Ελευθερίαν, και συμμειγνύει τον ρομαντισμό με τον καρμποναρισμό. Το επίθετο θαυμάσιος έχει εδώ τη σημασία του μαγικού, που του απέδιδαν οι ρομαντικοί, ενώ το ουσιαστικό νερό παραπέμπει στο σύμβολο των Καρμπονάρων, που δηλώνει την κάθαρση και την αναγέννηση στην αρετή, συνιστώντας το προκαταρτικό στάδιο κατά τη μύηση στον συνωμοτισμό.
Ομως, ο Ανδρέας Κάλβος Καρμπονάρος είναι μια παλιά ιστορία, καθώς έχει συμπληρωθεί μισός αιώνας από τότε που πρωτοδιατυπώθηκε ως υπόθεση. Ο «αγέλαστος Καρμπονάρος» εξήψε τη φαντασία ενός πολύ πρεσβύτερου, του Πορφύρη Κονίδη, που καταχωρίστηκε στις δέλτους της Ιστορίας ως Κ. Πορφύρης. Ζακύνθιος ο Πορφύρης, ήταν ο πλέον κατάλληλος άνθρωπος για να ασχοληθεί με την πολιτική ιδεολογία του συντοπίτη του ποιητή. Δεν ήταν φιλόλογος. Νομική είχε τελειώσει. Αντί, όμως, να ασχοληθεί με τη δικηγορία, ενεπλάκη με την Αριστερά. Στη λογοτεχνία εντρύφησε, με όλη του την άνεση, κατά τις παραμονές του σε Ακροναυπλία και Μακρόνησο. Το 1960, πάντως, κατά τους εορτασμούς του Κάλβου, με αφορμή τη μεταφορά των οστών του από την Αγγλία στη Ζάκυνθο, ο Πορφύρης ήταν ήδη αρχισυντάκτης στην Επιθεώρηση Τέχνης. Τότε, διατύπωσε την υπόθεση ότι ο Κάλβος μπορεί να είχε μυηθεί στον ιταλικό καρμποναρισμό. Την επαλήθευση του την έδωσαν τα Αρχεία της Φλωρεντίας. Τα στοιχεία, που αποδεικνύουν ότι ο Κάλβος υπήρξε στέλεχος της Εταιρείας των Καρμπονάρων της Φλωρεντίας, τα παραθέτει ο Πορφύρης στο βιβλίο του Ο Ανδρέας Κάλβος Καρμπονάρος. Η μυστική δίκη των Καρμπονάρων της Τοσκάνης, που εκδόθηκε το 1975 και το οποίο εκείνος δεν έπιασε στα χέρια του. Ο πρόλογος έχει ημερομηνία «30 Δεκέμβρη 1966» και ο Πορφύρης πέθανε στις 14 Μαΐου 1967, φρουρούμενος στο νοσοκομείο. Κατά την απριλιανή δικτατορία, ο εκδοτικός οίκος Θεμέλιο καταστράφηκε και μαζί χάθηκαν τα χειρόγραφα και τα τυπογραφικά δοκίμια του βιβλίου. Τόσο η περιπέτεια της αναζήτησης στοιχείων στη Φλωρεντία από έναν έλληνα μελετητή χωρίς διαβατήριο όσο και η διάσωση του χειρογράφου για τον Κάλβο συνιστούν μια μακρά ιστορία αντιστασιακού συνωμοτισμού, στο ύψος τού υπό μελέτη καρμποναρισμού.
Η αποκάλυψη του Πορφύρη δεν συντάραξε μεταπολιτευτικά τις καλβικές σπουδές. Του Καρμπονάρου Κάλβου υπερίσχυσε ο παλαιότερος Κάλβος, ο ιδιόρρυθμος και μοναχικός των νεοελληνικών γραμμάτων, που δεν ανήκει σε κανέναν πνευματικό κύκλο. Κατά τη Γεωργαντά, σε αυτήν την εικόνα οφείλονται πολλές στρεβλωτικές ερμηνείες. Περιοριστική, όμως, βρίσκει και τη θεώρηση της καλβικής ποίησης στο πλαίσιο των ιταλικών γραμμάτων, προκρίνοντας αντ' αυτού το διεθνικό πλαίσιο της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Αλλωστε ο Κάλβος, στα χρόνια που διαμορφώθηκε ποιητικά, δηλαδή την περίοδο 1816-1826, έζησε διαδοχικά, στο Λονδίνο, τη Γενεύη και το Παρίσι. Με το ερώτημα του λογοτεχνικού πλαισίου, μέσα στο οποίο πρέπει να αναζητηθούν οι επιδράσεις και οι συγγένειες της καλβικής ποίησης, συναρτάται η ένταξη του Κάλβου σε ένα από τα τρία ρεύματα: νεοκλασικισμός, προρομαντισμός, ρομαντισμός.
Στο πρώτο και εκτενέστερο κεφάλαιο της μελέτης, που χωρίζεται σε τρία μέρη, η Γεωργαντά επιχειρηματολογεί υπέρ της ρομαντικής τέχνης του Κάλβου. Αρχικά, παρουσιάζει διεξοδικά τα τρία κινήματα και τα συσχετίζει με τις επαναστατικές συγκυρίες που τα δημιούργησαν. Επιμένει στον διάλογο των ρομαντικών με την ελληνική αρχαιότητα, θυμίζοντας ότι ο ρομαντισμός διαφώνησε με τον νεοκλασικισμό, αλλά στάθηκε σεβαστικός απέναντι στο κλασικό πνεύμα. Και τέλος, αναπτύσσει τις ιδέες των ρομαντικών για τη γλώσσα, για να καταλήξει ότι η καλβική ποίηση, που συμπλέκει αρχαϊσμούς και λαϊκό λεξιλόγιο, δεν μπορεί παρά να ανήκει στον ρομαντισμό, ο οποίος και αντιλαμβάνεται τη γλώσσα ως ζώντα εν εξελίξει οργανισμό. Μελετά, ακόμη, ορισμένες πολυσυζητημένες ιδιομορφίες της καλβικής ποίησης, όπως οι διασκελισμοί, τα υπερβατά σχήματα και η πυκνή στίξη, προπαντός το πλήθος των ερωτηματικών, δείχνοντας ότι συνιστούν αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά της ρομαντικής τέχνης. Χωρίς να αγνοεί αντίθετες απόψεις άλλων μελετητών, τις οποίες και αναφέρει στις υποσελίδιες σημειώσεις, επιμένει ότι για τον Κάλβο «πανίσχυρο πρότυπο» στάθηκε η βυρωνική ποίηση. Ετσι κλείνει το πρώτο κεφάλαιο, επανερχόμενη στον προσφιλή της Μπάιρον. Ενώ καταλήγει τη μελέτη παρακολουθώντας τον διάλογο Μπάιρον-Κάλβου μέχρι το σημείο που αυτός γίνεται αντίλογος του δεύτερου προς τον πρώτο με την Ωδή Εις Δόξαν.
Εχοντας στοιχειοθετήσει η Γεωργαντά στο πρώτο κεφάλαιο τον ρομαντικό Κάλβο, προχωρά στο κυρίως σώμα της μελέτης, στον Καρμπονάρο. Τα ίχνη του τα αναζήτησε στα Εθνικά Αρχεία της Γαλλίας, όπου φυλάσσονται και τα Αρχεία της Αστυνομίας Παρισίων. Τα στοιχεία που συγκέντρωσε φωτίζουν γενικότερα τον ευρωπαϊκό καρμποναρισμό και ειδικότερα τις καρμποναρικές κοινότητες της Ελβετίας, καθώς η Γαλλία ανησυχούσε για τον καρμποναρισμό που φούντωνε στη γειτονική της χώρα. Η σημαντικότερη καρμποναρική κοινότητα ήταν εκείνη της Γενεύης, που χρησίμευε και ως κέντρο υποδοχής των φυγάδων ιταλών Καρμπονάρων. Για τη συμμετοχή, ωστόσο, του Κάλβου μόνον εικασίες μπορούν να γίνουν, με βάση τα πρόσωπα που συναναστρέφεται και τα οποία είναι μέλη ή και υψηλόβαθμα στελέχη της Καρμπονερίας. Λείπουν τεκμήρια όπως εκείνα που κομίζει ο Πορφύρης και τα οποία δείχνουν έναν Κάλβο Καρμπονάρο, που, το 1820-1821, στη Φλωρεντία είχε τον δεύτερο βαθμό στην ιεραρχία, εκείνον του διδασκάλου. Η μελέτη, ωστόσο, αποβαίνει πολλαπλώς πολύτιμη, δεδομένου μάλιστα ότι η σχετική ελληνική βιβλιογραφία παραμένει φτωχή. Παρουσιάζει διεξοδικά τις διακλαδώσεις και τα σημαίνοντα πρόσωπα του καρμποναρισμού, όπως ο Φιλίππο Μπουοναρότι, που αγωνίστηκε για την ένωση της Ιταλίας. Αναπτύσσει την ιδεολογία, τα σύμβολα και τις τελετουργίες του καρμποναρισμού, στηρίζοντας σε αυτά την ερμηνεία της καλβικής ποίησης. Εδώ, η σχέση παρουσιάζεται αμφίδρομη, αφού οι Ωδές μπορούν με τη σειρά τους να εκληφθούν ως αδιάψευστη μαρτυρία για τον καρμποναρισμό του δημιουργού τους.
Σύμφωνα με τη Γεωργαντά, η ταυτότητα του ποιητή Καρμπονάρου εκδηλώνεται με πάθος σε πολλούς στίχους ακόμη και της πρώτης Ωδής, εκείνης του 1819, όπου μέχρι και οι δύο λέξεις του τίτλου της, ελπίς και πατρίς, είναι λέξεις ιερές για τους Καρμπονάρους. Υψιστο ιδανικό για εκείνους είναι η φιλοπατρία, ως κληρονομιά της Γαλλικής Επανάστασης. Το 1790, Βωμοί της Πατρίδος στήνονται παντού στη Γαλλία. Το 1826, η τελευταία δεκάτη Ωδή των Λυρικών τιτλοφορείται Ο Βωμός της Πατρίδος. Η αφήγηση της Γεωργαντά διαθέτει παλμό και συμπαρασύρει τον αναγνώστη. Τεκμηριώνει τις απόψεις της, χωρίς να κρύβει ότι παραμένει βυρωνομανής κι ας βρίσκεται στον αιώνα της παγκοσμιοποίησης, που γυρίζει πίσω στις βολταιρικές απόψεις περί φιλοπατρίας

http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=28/10/2011&id=321159 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου