Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

Κατσουρίδης μιλά για Κατσουρίδη: βιογραφικό αφιέρωμα (αναδημοσίευση από το Βήμα)


Την τελευταία πνοή του άφησε το πρωί της Δευτέρας 28 Νοεμβρίου στο νοσοκομείο Ερυθρός Σταυρός όπου νοσηλευόταν, ο σκηνοθέτης, διευθυντής φωτογραφίας και μοντέρ Ντίνος Κατσουρίδης. Τον τελευταίο καιρό η υγεία του ήταν πολύ ταλαιπωρημένη καθώς έπασχε από καρκίνο. Την είδηση του θανάτου του επιβεβαίωσε η σύζυγος του κυρία Ισαβέλλα Μαυράκη.

Γεννημένος στη Λευκωσία το 1927, ο Ντίνος Κατσουρίδης σπούδασε κινηματογράφο στη σχολή Σταυράκου (1952) παράλληλα με τις σπουδές του στις οικονομικές επιστήμες και τα νομικά. Προτού περάσει ο ίδιος στην σκηνοθεσία το 1960, δούλεψε ως διευθυντής φωτογραφίας και μοντέρ σε πολλές ταινίες όπως «Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας», «Η ωραία των Αθηνών», «Το αμαξάκι» και «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο».

Με το φιλμ νουάρ «Εγκλημα στα παρασκήνια», ο Κατσουρίδης περνά στην σκηνοθεσία το 1960. Η τρίτη ταινία που σκηνοθέτησε, με τίτλο «Της κακομοίρας» ανήκει στις πιο χαρακτηριστικές κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου όλων των εποχών, ενώ από το 1970 μέχρι το 1982 ο Κατσουρίδης σκηνοθέτησε τον Θανάση Βέγγο σε εννέα συνεχόμενες ταινίες, με πρώτη το «Ενας Βέγγος για όλες τις δουλειές» και τελευταία το «Ο Θανάσης και το καταραμένο φίδι». Η τρίτη ταινία όπου συνεργάστηκαν το «Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση;» ανήκει στις καλύτερες της φιλμογραφίας και των δυο.

Με το μοντάζ και τη διεύθυνση φωτογραφίας ο Κατσουρίδης εξακολουθούσε να ασχολείται και τα τελευταία χρόνια όταν πλέον δεν σκηνοθετούσε ο ίδιος. Εκανε την διεύθυνση φωτογραφίας στο «Ακροπόλ» του Παντελή Βούλγαρη και το μοντάζ στο «Ολα είναι δρόμος» του ιδίου, καθώς επίσης έκανε το μοντάζ στις «Γυναικείες συνομωσίες» του Βασίλη Βαφέα, ταινία παραγωγής 2007.

Η πολιτική κηδεία του Ντίνου Κατσουρίδη θα γίνει την Τετάρτη 30 Νοεμβρίου, στις 3.30μ.μ., από το Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας.




Ο σκηνοθέτης θυμάται πέντε ιστορίες για αντίστοιχες ταινίες

To 2000 ,το 41ο φεστιβάλ κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης σε συνεργασία με το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου είχε τιμήσει τον Ντίνο Κατσουρίδη με ένα πλούσιο αφιέρωμα στις ταινίες του και την απονομή ενός ειδικού Χρυσού Αλέξανδρου για το σύνολο της προσφοράς του στον κινηματογράφο.
Με αφορμή εκείνον τον φεστιβαλικό εορτασμό, το «Βήμα» είχε πλησιάσει τον Κατσουρίδη ζητώντας του να μοιραστεί με τους αναγνώστες του κάποια χαρακτηριστικά στιγμιότυπα από την καριέρα του. Αν και διστακτικός στην αρχή λόγω της υπέρμετρης μετριοφροσύνης του, ο Κατσουρίδης επέλεξε τελικά μνήμες από πέντε ταινίες της δεκαετίας του 1950 στις οποίες είχε δουλέψει στο μοντάζ ή στη διεύθυνση φωτογραφίας προτού ακόμη ασχοληθεί ο ίδιος με την σκηνοθεσία, κάτι που έγινε το 1960 με την ταινία «Εγκλημα στο Κολωνάκι».
Με απολαυστικό «storytelling» ο Κατσουρίδης αποκάλυψε ότι το μοντάζ του «Δράκου» έγινε με αρχιτεχνίτη τον Θανάση Βέγγο, αποκάλεσε την Υβόν Σανσόν «ξυλάγγουρο» και θυμήθηκε τους τσακωμούς του με την Αλίκη Βουγιουκλάκη.
Οπως βλέπουμε όμως, τα προσωπικά κείμενά του που αναδημοσιεύουμε με αφορμή τον θάνατό του, ξεφεύγουν από το στάδιο των γλυκόπικρων, γλαφυρών αναμνήσεων και πάνω απ' όλα καταγράφουν τον μόχθο, το πείσμα αλλά και τις αγνές όσο και πρωτόγονες εργασιακές συνθήκες που επικρατούσαν τότε στο ελληνικό σινεμά και που έχουν πλέον φύγει ανεπιστρεπτί.

«Η Αγνή του Λιμανιού» (1951) του Γιώργου Τζαβέλλα
«Αλήθεια, πώς γινόταν τότε το μοντάζ;
Πολύ απλό. Με κόπια εργασίας (μαυρόασπρη φυσικά) και μπάντα ήχου το negative της ”φωνής”. Καλά διαβάσατε: το πρωτότυπο αρνητικό ήχου(!). Μα είναι δυνατόν; Ναι, ήταν. Σε μια μουβιόλα χειροκίνητη, μπρος πίσω με μια μανιβέλα του χεριού. Εκεί έκανα εγώ “ποντίκια”. Και η συνέχεια στα “τέσσερα ταμπούρα”, όπου κάθε ψαλιδιά είχε βάρος και κάθε λάθος τιμωρία: τη μη επανορθώσιμη ζημιά στο αρνητικό του ήχου. Μιλάμε για μεροκάματο του τρόμου, αλλά και για ανεπανάληπτη άσκηση ακρίβειας.
Από τότε πέρασαν αιώνες:. Αλλαξε όψη ο κόσμος. Αλλαξαν τα εργαλεία και μαζί τους άλλαξαν οι άνθρωποι (πολύ!). Η εικόνα και ο ήχος έγιναν μαγνητικοί και σήμερα πια ψηφιακοί. Το μοντάζ όμως, ακόμα και ψηφιακό, έμεινε εκεί ίδιο κι απαράλλαχτο στην ουσία του: να μπορείς να βλέπεις, να “ακούς” την εικόνα. Κι ανάλογα να πράττεις.»

«Ο Δράκος» (1953) του Νίκου Κούνδουρου
«Ερχεται ο Κούνδουρος στο Φινέϊκο με τον “Δράκο” του υπό μάλλης, έτοιμος για χαρακίρι. Είχε “ντουμπλάρει” την πρόζα του και καθώς οι “συγχρονισμοί” είχαν γίνει (πού αλλού) στο αρνητικό, γέμισε το αρνητικό κολλήσεις και κάθε κόλληση ήταν κι ένα “γκουπ”. Μιλάμε για χιλιάδες κολλήσεις και χιλιάδες γκουπ.
Ο Φίνος τον έστειλε, φυσικά, σε μένα κι εγώ έκρινα πως η μόνη λύση ήταν να “μεταφέρουμε” την πρόζα σε μαγνητικό υλικό (μόλις τότε είχαμε πρωτοπεράσει στον μαγνητικό ήχο) κι εκεί απάνω να μπει το νυστέρι: να αντικατασταθούν τα χιλιάδες γκουπ  με χιλιάδες κομματάκια μαγνητικού υλικού με μοναδικό ήχο έναν όμοιο “χώρο”. Αυτό, βέβαια, σήμαινε κάποιες χιλιάδες κολλήσεις κι όταν εγώ αρνήθηκα να κάνω το σχετικό χαμαλίκι, βρέθηκε άλλο “θύμα”: ο Θανάσης Βέγγος. Ο Βέγγος ήταν τότε ο απόλας του Κούνδουρου. Λίγο ηθοποιός (και τί καλός θεέ μου! κι ας μην το ήξερε ακόμα), λίγο γενικών καθηκόντων, λίγο απ’ όλα. Το μεροκάματο να βγαίνει.
Τον δασκάλεψα καταλλήλως: πώς να εντοπίζει το γκουπ, να το κόβει, να μετράει ακριβώς ίδιο κομμάτι “χώρο” και να το κολλάει μπρος πίσω. Χιλιάδες κοψίματα, χιλιάδες μετρήματα, χιλιάδες κολλήσεις. Ο Βέγγος ξεκίνησε με ενθουσιασμό και σε κάποιο 20ωρο τέλειωσε. Περάσαμε την ταινία να τη δούμε (και να την ακούσουμε) και ω του θαύματος. Φύγανε τα χιλιάδες γκουπ και στη θέση τους μπήκανε χιλιάδες “ρουφήγματα”. Κάθε πρώην γκουπ και ρούφηγμα.
Τι είχε συμβεί; Ο Βέγγος είχε κάνει το μοιραίο λάθος. Αντί να χρησιμοποιήσει το μαγνητικό υλικό με τον “χώρο”, χρησιμοποίησε ένα άλλο ρολό με “σιωπή” (απόλυτο κενό ήχου, εξ ου και τα ρουφήγματα). Γελάσαμε με τη ψυχή μας, αλλά η δουλειά έπρεπε να ξαναγίνει από την αρχή.
Ξαναστρώθηκε, λοιπόν, ο δύστυχος και ματαξανάρχισε από την αρχή. Και κάθε κόψιμο, κάθε μέτρημα, κάθε κόλληση τη συνόδευε μ’ ένα ρυθμικό τι μ’ έ-βαλαν-να κά-νω, τι μ’ έ-βαλαν-να κά-νω... Χιλιάδες φορές.»

«Γκόλφω» (1954) του Ορέστη Λάσκου
«Σκηνοθέτης ο γλυκύτατος Ορέστης Λάσκος. Γκόλφω η Αντιγόνη Βαλάκου. Χώρος γυρίσματος τα πλατό στους Αγίους Αναργύρους.
Γυρίζουμε σε μονοπλάνο το δραματικό μονόλογο της Γκόλφως. Η Βαλάκου λιτή, χαμηλόφωνη, σπαρακτική. Κι ο Λάσκος να παρακολουθεί την πρόβα και να βαλαντώνει στο κλάμα. Ξανά και ξανά και ξανά. Κάποια στιγμή επενέβην εγώ. Ρε συ Ορέστη, θα ξεφουσκώσει η κοπέλα με τόσες πρόβες κι όταν κάνουμε το πλάνο θα είναι άδειο σακί.
Τον έπεισα. Πάμε το πλάνο. Να σπαράζει μπροστά στην κάμερα η Βαλάκου, να λιώνει πίσω από την κάμερα ο Λάσκος. «Αριστούργημα... Αλλη μία φορά!». Πάμε δεύτερη φορά, πάμε τρίτη, πάμε τέταρτη, στην πέμπτη τα στύλωσα εγώ. Οχι, ρε Λάσκο, δεν πάμε. Δε θα πεθάνει η κοπέλα για να φχαριστιέσαι κλάμα. Πήγαμε να σκοτωθούμε. Ξαναγαπήσαμε μετά τη συμφωνία μας για μια τελευταία φορά.
Είμαστε στη φάση του μοντάζ. Τότε οι σκηνοθέτες (με εξαίρεση το Τζαβέλλα) δεν επιτρεπόταν(!) να παρακολουθούν το μοντάζ. Μια φορά κάθε μέρα, ερχόταν ο Λάσκος στα κλεφτά “ρε Ντίνο, βάλε μου σε παρακαλώ το μονόλογο...”. Ο Λάσκος ήταν η αδυναμία μου. Του έβαζα το μονόλογο, έριχνε το κλάμα του κι έφευγε. Τα ίδια έκανε κι όταν άρχισε η προβολή της ταινίας. Επαιρνε σβάρνα τους κινηματογράφους, έβλεπε το μονόλογο, έριχνε τη δόση του κι έφευγε. Τόσο που τον πήρανε χαμπάρι οι αιθουσάρχες και κρατάγανε το διάλειμμα λίγο παραπάνω για να προλάβει ο Λάσκος να χτυπήσει παρόν. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που σε σκεπάζει Ορέστη.»

«Μια Ζωή την Εχουμε» (1957) του Γιώργου Τζαβέλλα
«Ο αγαπημένος Δημήτρης Χορν και το ξυλάγγουρο εξ Ιταλίας Υβόν Σανσόν, η επονομαζόμενη “Λοσπέκιο”.
Lo specchio (για τους μη ιταλομαθείς) πα να πει καθρέφτης. Καθώς είχε περάσει η γυναίκα τέσσερις δεκαετίες καλοκαίρια, είχε μπει πια στο φθινόπωρο και τόξερε. Επί τρεις και βάλε ώρες “κτιζόταν” στο μακιγιάζ, μίλαγε χωρίς ν’ ανοίγει το στόμα της για να μη ραγίσει ο σοβάς και κάθε φορά που πηγαίναμε για πλάνο κι έλεγε ο Τζαβέλλας “μοτέρ”, αυτή τον σταμάταγε, momento του έλεγε και ούρλιαζε στην παρατρεχάμενη που είχε φέρει μαζί της Irene, lo specchio!... Ετρεχε η άλλη αλαλιασμένη κι έφερνε τον καθρέφτη, έριχνε η Λοσπέκιο μια τελευταία ματιά, έφτιαχνε κάποια τρίχα, pronta έλεγε και πηγαίναμε για πλάνο.
Κι ήρθε η ώρα να γυρίσουμε τη σκηνή, όπου, ξυπνώντας το πρωί ύστερα από την πρώτη ερωτική τους νύχτα σε κάποιο νησάκι του Αιγαίου (το γύρισμα ήταν φυσικά στο πλατό), η Λοσπέκιο έπρεπε να ανασηκωθεί στο κρεβάτι, να τυλίξει τη γύμνια της μ’ ένα σεντόνι και να βγει από το πλάνο. Το μόνο που θα βλέπαμε γυμνό ήταν τόσο δα λίγο η πλάτη της. Πρόβες και ξανά πρόβες, δεν της έβγαινε με τίποτα. Ο Χορν ασκούσε το χιούμορ του, ο Τζαβέλλας την υπομονή του κι εμείς (το συνεργείο) τόχαμε ρίξει στη ξερή.
Ερχεται ο Τζαβέλλας και μου ψιθυρίζει στ’ αυτί, η Λοσπέκιο θέλει να φύγει το συνεργείο από το πλατό, γιατί δε μπορεί να την κοιτάνε. Εξαλλος εγώ. Ποιός την κοιτάει ρε Γιώργο, είσαι καλά; Κάνε μου τη χάρη ρε Ντίνο, τί να κάνω τώρα; Εντάξει Γιώργο. Παιδιά, η κυρία Σανσόν θέλει να βγούμε έξω γιατί δε μπορεί. Και φεύγω πρώτος εγώ. Εγινε το σώσε. Ειδοποιήθηκε ο Φίνος, αλλά η απόφασή μας δεν έπαιρνε νερό, ή όλοι μέσα ή κανένας. Τελικά γυρίσαμε το πλάνο (όλοι μέσα) κι εγώ πήρα όρκο να μη ξαναφωτογραφίσω γυναίκα «σταρ». Πού να φανταστώ ο δύσμοιρος ότι στη γωνία με περίμενε μια άλλη, υπό εκκόλαψη “εθνική” σταρ.»

«Αστέρω» (1958) του Ντίνου Δημόπουλου
«Αστέρω η Αλίκη Βουγιουκλάκη. Χώρος οι πηγές κι η λιμνούλα του Ορχομενού. Οταν περνάγαμε από το χωριό έγινε διαδήλωση. Για τη Γεωργία Βασιλειάδου, όχι για τη Βουγιουκλάκη, που ακόμα δεν είχε γίνει η Αλίκη. Δαγκώθηκε άσκημα. Υπομονή ρε Αλικάκι, θάρθει κι η δικιά σου η σειρά. Αυτή όμως βιαζόταν κι έσπρωχνε χοντρά.
Μέσα στις καλαμιές, η Αστέρω γδύνεται. Δίπλα μου ο φωτογράφος τραβάει φωτογραφίες. Η Αλίκη σταματάει το πλάνο. Αυτό το φιλμάκι, του λέει, θα μου το δώσετε! θα το πάω σε δικό μου εργαστήριο!! θα διαλέξω ποιες φωτογραφίες κάνουν!!! και θα τις δώσω εγώ στον κύριο Φίνο... Ο άλλος διαμαρτυρήθηκε. Εκείνη τίποτα. Δε θα συνέχιζε το γύρισμα, αν δεν έπαιρνε στα χέρια της το φιλμάκι. Ο Δημόπουλος, είναι θέμα παραγωγής, είπε, κι αρνήθηκε να πάρει θέση.
Πήρα τη σκυτάλη εγώ και σαν επικεφαλής του συνεργείου της εξήγησα, ότι εδώ έχει να κάνει με επαγγελματίες κι ότι αποκλειόταν να πάθει το κάζο του “Ερωτα στους Αμμόλοφους”, όπου οι γυμνές φωτογραφίες της βρέθηκαν να συνοδεύουν τις τσιχλόφουσκες σ’όλη την επικράτεια. Ανένδοτη εκείνη. Ρε Αλικάκι... Τίποτα. Επιμένεις; Επιμένω. Παίρνω κι εγώ τη φωτογραφική μηχανή, βγάζω το φιλμάκι, κάνω μια έτσι και το φωτίζω. Ορίστε, της λέω, πάρτο. Κλάμα, κακό μεγάλο. Είδαμε και πάθαμε να ξαναπιάσουμε το μίτο.
Σ’ όλη την υπόλοιπη ταινία δε μιλιόμαστε. Κι όταν ήθελα να δώσω κάποιες οδηγίες για θέσεις και άλλα τέτοια, έβαζα το Δημόπουλο διερμηνέα "Ντίνο, πες στην κυρία Βουγιουκλάκη αυτό κι αυτό κι αυτό". Σκέτη οπερέτα.
Τέλειωσε η ταινία και βάλαμε μπροστά την επόμενη, που εκτίναξε τη “νιάου νιάου βρε γατούλα” στα ύψη: “To ξύλο βγήκε από τον παράδεισo” με σεναριογράφο και σκηνοθέτη το Σακελλάριο. Η οπερέτα ανάμεσα στους δυο μας δεν έλεγε να τελειώσει. «Αλέκο, πες στην κυρία Βουγιουκλάκη αυτό κι αυτό κι αυτό...”.
Κάπου στη μέση της ταινίας ο Σακελλάριος έσπασε. Τον είχε κάνει τον άνθρωπο βαπόρι. Είχε στα πόδια του ένα τσούρμο κοριτσόπουλα, είχε και την Αλίκη να τον πιλατεύει συνέχεια. Αυτή δεν τη θέλω δίπλα μου, αυτή είναι κοντή, αυτή είναι ψηλή, αυτή είναι έτσι, αυτή είν’αλλιώς, τον πήδηξε τον άνθρωπο. Και κάποια στιγμή ράγισε το γυαλί και πήρε φόρα ο άνθρωπος και με κουτουλιές διέλυσε κυριολεκτικά το ντεκόρ. Ευτυχώς δεν έπεσε πάνω σε καδρόνι ν’ανοίξει το κεφάλι του στα δύο.
Η Αλίκη, όμως, δε νικιόταν με τίποτα, ήταν γεννημένη νικητής. Αποσύρθηκε στο καμαρίνι της και δε δεχόταν να ξαναμπεί στο πλατό, αν δεν έφευγε ο Σακελλάριος(!). Το πράμα δεν έλεγε να ξεκολλήσει κι ο Μάρκος ο Ζέρβας (εκπροσώπησε το Φίνο σ’ όλη αυτή τη βαβούρα) είχε τη φαεινή ιδέα να πάω να της μιλήσω εγώ. Είσαι καλά, ρε Μάρκο, εγώ έχω να της πω καλημέρα εδώ κι έξη μήνες. Τίποτα, ήμουνα η έσχατη ελπίδα. Με τα πολλά, πήγα στο καμαρίνι της κι άνοιξα την πόρτα μια χαραμάδα. Γεια σου Αλικάκι, της κάνω. Μπααα, μου γυρίζει εκείνη, αποφάσισες επιτέλους να μου μιλήσεις; κι άνοιξε διάπλατα τα χέρια της. Αυτό ήταν. Αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε, όλα μέλι γάλα και ξαναγύρισε στο πλατό.
Σ’όλη την υπόλοιπη ταινία, ο Σακελλάριος δεν της μίλαγε. "Ντίνο, πες στην κυρία Βουγιουκλάκη αυτό κι αυτό κι αυτό!..". Κι εγώ έκανα το διερμηνέα.
Κάπως έτσι κύλισε η πρώτη μου άνοιξη στο ελληνικό σινεμά. Υστερα από πενήντα χρόνια, η τελευταία μου "άνοιξη" συνεχίζεται ακόμα. Χωρίς όμως πολλούς, πάρα πολλούς αγαπημένους φίλους και συνεργάτες. Και είναι μεγάλος ο καημός...»

του Γιάννη Ζουμπουλάκη

http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=432355

Επανέκδοση: Τζακ Λόντον: “Το Σιδερένιο Τακούνι”

“Υμέτερος για την επανάσταση”

Το 1932 η Άβις Έβερχαρντ αφήνει μισοτελειωμένο ένα κείμενο που αφηγείται τα γεγονότα που οδήγησαν στην επικράτηση της Ολιγαρχίας στις ΗΠΑ, ανάμεσα στο 1912-1917. Την κατάργηση κάθε έννοιας δημοκρατίας, την μετατροπή των εργατών σε δουλοπάροικους στα εργοστάσια και τα ορυχεία, την συντριβή της μεγάλης εξέγερσης που έμεινε γνωστή ως η Κομμούνα του Σικάγο. Το χειρόγραφο έμεινε άγνωστο σε ένα καταφύγιο της επαναστατικής οργάνωσης που ανήκε. Εκεί το ανακάλυψε η σκαπάνη των αρχαιολόγων και η έρευνα των ιστορικών της Σοσιαλιστικής Κοινοπολιτείας που τριακόσια χρόνια μετά ανέλαβαν να το δημοσιεύσουν και να το σχολιάσουν.
Αυτός είναι ο κόσμος που περιγράφει ο Τζακ Λόντον στο μυθιστόρημα “Σιδερένιο Τακούνι” που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Γκοβόστη σε μετάφραση του Αρη Αλεξάνδρου (γνωστότερο από άλλες εκδόσεις ως Σιδερένια Φτέρνα). Το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε το 1908 και η υποδοχή που συνάντησε ήταν εχθρική. Ακόμα και σήμερα, όπως επισημαίνει η Τιτίκα Δημητρούλια στο Επίμετρο της έκδοσης, αποσπάσματά του δεν συμπεριλαμβάνονται στις ανθολογίες κειμένων του Τζακ Λόντον στις ΗΠΑ. Το Κάλεσμα της Αγριας Φύσης ή ο Ασπροδόντης -γραμμένα επίσης από τον Τζακ Λόντον- μπορεί να έχουν γίνει ταινίες του Χόλιγουν. Όμως, ένα μυθιστόρημα που προφητεύει την επικράτηση μιας φασιστικού τύπου δικτατορίας και υποστηρίζει παθιασμένα ότι η αλλαγή της κοινωνίας δεν θα έρθει από τις κάλπες αλλά με τη βίαιη επανάσταση, δεν χωράει εκεί.
Το βιβλίο συνάντησε την σιωπή στην καλύτερη περίπτωση και στο σοσιαλιστικό κίνημα των ΗΠΑ εκείνης της περιόδου. Ο Τζακ Λόντον ήταν σοσιαλιστής από τα εφηβικά του χρόνια. Εγινε μέλος του Σοσιαλιστικού Κόμματος Εργασίας (SLP) το 1897, ενός κόμματος που βρισκόταν στην αριστερή πτέρυγα του σοσιαλιστικού κινήματος και αργότερα εντάχθηκε στο Σοσιαλιστικό Κόμμα των ΗΠΑ. Το βιβλίο θεωρήθηκε προφητικό, αλλά το “υλικό” του το είχε βιώσει ο Λόντον από πολλές απόψεις, όπως το τεράστιο ταξικό χάσμα και τη φτώχεια που μάστιζε την Αμερική εκείνης της εποχής.
Το βιβλίο κατηγορήθηκε για εξύμνηση της βίας, όμως η ταξική βία ήταν έντονα παρούσα στις ΗΠΑ της εποχής. Το 1892 επιστρατεύτηκαν τα κανόνια ενός πολεμικού πλοίου για να λυγίσουν την απεργία των εργατών της χαλυβουργίας Χόμστεντ στο Πίτσμπεργκ. Ο στρατός, η εθνοφυλακή, οι ιδιωτικές αστυνομίες όπως του Πρακτορείου Πίνκερτον, είχαν σπάσει τη μεγάλη απεργία των σιδηροδρομικών το 1894, τη θρυλική απεργία της Πούλμαν. Αυτή η εμπειρία που οδήγησε στο σοσιαλισμό έναν ηγέτη της απεργίας, τον Γιουτζήν Ντεμπς, μια από τις ευγενέστερες φιγούρες του παγκόσμιου εργατικού κινήματος. Την ίδια χρονιά, ίδια κατάληξη είχε η μεγάλη απεργία των εργατών στα ορυχεία -εκείνη τη φορά οι απεργοί χρησιμοποίησαν δυναμίτη για να απαντήσουν στα πολυβόλα του στρατού.

Ακτινοβολία

Το 1905 ήταν η χρονιά της πρώτης Ρώσικης Επανάστασης. Η επανάσταση συγκλόνισε συθέμελα την Αυτοκρατορία του Τσάρου, το κάστρο της παγκόσμιας αντίδρασης. Ο Τζακ Λόντον διατηρούσε στενές σχέσεις με αμερικανο-ρωσίδα συντρόφισσα που μαζί με την αδελφή της κι όλη την οικογένεια γύρισε στη Ρωσία για να συμμετέχει στην επανάσταση. Αν σας παραξενεύουν οι αναφορές του Λόντον στις Μαχητικές Ομάδες, στις εκτελέσεις χαφιέδων, στις “Μαύρες Εκατονταρχίες” της αντεπανάστασης, στις γιάφκες και τα παράνομα τυπογραφεία, η εξήγηση είναι η ακτινοβολία του ρώσικου επαναστατικού κινήματος.
Ο Τζακ Λόντον ήταν μια βαθιά αντιφατική προσωπικότητα. Πάμφτωχος, μεγαλωμένος από μαύρη (πρώην σκλάβα) τροφό, “πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης” κατάφερε να σπουδάσει, να γίνει επιτυχημένος, πάμπλουτος συγγραφέας. Ναρκισιστική προσωπικότητα, εγωιστής που οι εμπειρίες της ζωής του τον ωθούσαν να γοητεύεται από την ιδέα του Υπερανθρώπου του Νίτσε. Ο Ερνεστ Έβερχαρντ, ο ήρωας του βιβλίου, είναι κομμένος και ραμμένος σ' αυτά τα πρότυπα, σε ενοχλητικό βαθμό σε μερικά σημεία -ο σεξισμός ήταν μια άλλη αδύνατη πλευρά του Λόντον. Οπως και το φλερτάρισμα με ρατσιστικές απόψεις: ήταν ο συγγραφέας μιας “διατριβής” με τίτλο “Ο Κίτρινος Κίνδυνος” για τους Κινέζους μετανάστες.
Ομως παρ' όλα αυτά ο Λόντον επέμενε, σχεδόν μέχρι το θάνατό του 1918, να είναι επαναστάτης. Είναι ο άνθρωπος που τέλειωνε τις επιστολές του με το “Υμέτερος για την Επανάσταση”. Που παρά τα ρατσιστικά ξεστρατίσματα, έγραψε ένα υπέροχο σύντομο διήγημα Ο Μεξικάνος με ήρωα έναν νεαρό Μεξικάνο που ανεβαίνει στο ρινγκ του μποξ και με το χρηματικό έπαθλο σκοπεύει να αγοράσει όπλα για τη Μεξικάνικη Επανάσταση.
Ισως ο Λόντον να ταυτιζόταν και με τον κεντρικό χαρακτήρα ενός άλλου σύντομου διηγήματός του με τίτλο Κάτω από τις Ράγες, τον Φρέντι Ντράμοντ. Πανεπιστημιακός καθηγητής, αποφασίζει να ξοδέψει έξι μήνες στο εργοστάσιο για να μελετήσει αυτά τα παράξενα πλάσματα που δουλεύουν εκεί και να γράψει το βιβλίο “Ανειδίκευτος Εργάτης”. Σε μια σοσιαλιστική εκδοχή του “Δόκτωρ Τζέκιλ και Μίστερ Χάιντ” ο κύριος καθηγητής περνάει από το στάδιο του εξυπνάκια που προσπαθεί να ξεπεράσει σε παραγωγή τους συναδέλφους του -και τρώει ένα γερό χέρι ξύλο γι' αυτό- μετατρέπεται σε συνδικαλιστή τη μια μέρα και σε καθώς πρέπει αστό την άλλη, με “απρόβλεπτες” συνέπειες (που κλιμακώνονται με ένα κινηματογραφικό, επικό κυνήγι απεργοσπαστών και μπάτσων).
Το 1937 η Τζόαν Λόντον, κόρη του συγγραφέα και μέλος της τροτσκιστικής οργάνωσης στις ΗΠΑ έστειλε στον Λ. Τρότσκι το μυθιστόρημα του πατέρα της. Ο Τρότσκι κάνει ένα σχόλιο για την υποτιθέμενη απαισιοδοξία που εκφράζει ο Λόντον στο Σιδερένιο Τακούνι: “...δεν θα ήταν συνετό να κατηγορήσουμε τον γράφοντα για πεσιμισμό! Οχι, ο Λόντον είναι αισιόδοξος, αλλά η αισιοδοξία του χαρακτηρίζεται από οξυδέρκεια και διορατικότητα. 'Να σε ποια άβυσσο θα μας γκρεμίσει η μπουρζουαζία αν δεν τη συνεφέρετε' -έτσι σκεφτόταν κι αυτή η σκέψη σήμερα ηχεί ασύγκριτα πιο επίκαιρη και πιο ζωντανή απ' ό,τι πριν από τριάντα χρόνια”.
Εμείς πάλι, στην αυγή του 21ου αιώνα, μπορούμε να επαναλάβουμε με αυτοπεποίθηση τα λόγια που απευθύνει ο Έρνεστ Έβερχαρντ σε ένα κοινό καπιταλιστών: “Εχετε αποτύχει στη διεύθυνση της κοινωνίας. Και γι' αυτό, η διοίκηση θα σας αφαιρεθεί”.

http://ergatiki.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=3484:i996&Itemid=62 

Επισκόπηση αριστερού περιοδικού τύπου

γράφει ο Θανάσης Καμπαγιάννης

Ο καταιγιστικός ρυθμός της οικονομικής και πολιτικής κρίσης δεν αναιρεί, τουναντίον επαυξάνει, τη σημασία της ιδεολογικής διαπάλης. Οι πιο πρόσφατες περιοδικές εκδόσεις της Αριστεράς περιέχουν ορισμένες θετικές συμβολές που θα αναδείξουμε σ’ αυτήν εδώ την Επισκόπηση.



Το περιοδικό Μαρξιστική Σκέψη (τόμος 3, Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 2011) κυκλοφορεί με ένα εκτεταμένο αφιέρωμα σχετικά με τον Μαρξισμό και τη Θρησκεία. Το αφιέρωμα περιέχει πολλά κείμενα, ανάμεσά τους των Λένιν, Τρότσκι, Λούξεμπουργκ, Λουνατσάρσκι, Μπουχάριν και άλλων. Ο αθεϊσμός και ο αντικληρικαλισμός της επαναστατικής Αριστεράς υπήρξαν σίγουρα βασικά στοιχεία της πολιτικής και ιδεολογικής της φυσιογνωμίας. Ωστόσο, η αντιμετώπιση των μαρξιστών απέναντι στη θρησκεία δεν ήταν ποτέ ιδεαλιστική. Ο εντοπισμός των υλικών της αιτίων και η διαφοροποίηση ανάμεσα στις διαφορετικές θρησκείες (ειδικά όταν αυτές λειτούργησαν ως έκφραση και εργαλείο της κίνησης των καταπιεσμένων) αποτελούν το όριο που διαχωρίζει την κριτική των μαρξιστών από τον ελιτίστικο αθεϊσμό των φιλελεύθερων διανοουμένων. Από αυτή την άποψη, η μετάφραση του κειμένου του Ντέιβιντ Κράουτς με τίτλο «Οι Μπολσεβίκοι και το Ισλάμ» (που πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό International Socialism Journal) συμβάλλει σημαντικά στον πλούτο του αφιερώματος.
Από την υπόλοιπη ύλη της Μαρξιστικής Σκέψης, σταθερό ενδιαφέρον παρουσιάζει το ιστορικό της τμήμα, που απαρτίζεται αυτή τη φορά από δύο κείμενα: τη μελέτη του Τάκη Μαστρογιαννόπουλου για τη «Βιομηχανική επανάσταση και το κίνημα των Λουδιτών», καθώς και τη συνέντευξη του ιστορικού Τζέιμς Μάκφερσον για τα 150 χρόνια από την έναρξη του αμερικάνικου εμφυλίου πολέμου το 1861. Τέλος, στο τμήμα των βιβλιοκριτικών, ο Χρήστος Κεφαλής παρουσιάζει την έκδοση του Μαρξιστικού Βιβλιοπωλείου με το κείμενο του Φρήντριχ Ένγκελς «Ο ρόλος της εργασίας στην εξανθρώπιση του πιθήκου» και τη σχετική μελέτη του Κρις Χάρμαν. Ο Κεφαλής κάνει πολύ ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις που προχωράνε το διάλογο ανάμεσα στους μαρξιστές πάνω στα ζητήματα που ανοίγει η έκδοση του Μαρξιστικού Βιβλιοπωλείου.
Το τελευταίο τεύχος της Ουτοπίας (νο. 95, Μάιος-Ιούνιος 2011) κυκλοφορεί με αφιέρωμα στην Παιδεία, από αφορμή την πιο πρόσφατη εκπαιδευτική αντι-μεταρρύθμιση της Διαμαντοπούλου. Τα κείμενα του αφιερώματος (όπως αυτά του Γιώργου Τριμπέρη και του Θοδωρή Βουρεκά) βοηθούν στην αποκωδικοποίηση των στοχεύσεων του Υπουργείου Παιδείας για μια παιδεία προσαρμοσμένη απόλυτα στις ανάγκες της αγοράς. Από την υπόλοιπη ύλη ξεχωρίζει η μελέτη του Μιχάλη Λυμπεράτου με τίτλο: «Οι ιστορικές μεταμορφώσεις του ελληνικού εθνικισμού με αφορμή το βιβλίο του Β. Κρεμμυδά: Μεγάλη Ιδέα».
Για όσους διαβάζουν αγγλικά, το τελευταίο τεύχος του περιοδικού International Socialism παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Λόγω χώρου, θα ξεχωρίσουμε τρία μόνο άρθρα: Το πρώτο είναι του Jonny Jones και έχει τίτλο «Αύγουστος 2011: οι δικές μας ταραχές»: αφορά τις βίαιες συγκρούσεις που ξέσπασαν σε όλη τη Βρετανία μετά τη δολοφονία του 29χρόνου Mark Duggan στο Τότεναμ στις 4 Αυγούστου. Το δεύτερο είναι αυτό του Colin Wilson με τίτλο «Η θεωρία και η πολιτική του κουήρ (queer)»: μετά από χρόνια αφομοίωσης στην αγορά και τις πολιτικές ταυτότητας, ένας καινούργιος ριζοσπαστισμός αναδύεται μέσα από το ομοφυλόφιλο κίνημα διεθνώς. Ο Wilson επιχειρεί να δώσει το ιστορικό περίγραμμα αυτής της νέας ριζοσπαστικοποίησης αλλά και να εντοπίσει τα πολιτικά της όρια.
Τέλος, ο Joseph Choonara επανέρχεται στη συζήτηση για το χαρακτήρα της τρέχουσας καπιταλιστικής κρίσης με το κείμενό του: «Άλλη μια φορά (με πάθος) για τις Μαρξιστικές εξηγήσεις της κρίσης». Ο Choonara, με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του Καναδού Μαρξιστή David McNally, απαντάει σε κείνες τις θεωρίες που υποτιμούν το χρονικό και ιστορικό βάθος της κρίσης πίσω στα μέσα της δεκαετίας του ’70, με αποτέλεσμα να καταλήγουν σε σχήματα «κρίσης του νεοφιλελευθερισμού» και «χρηματιστικοποίησης». Η συζήτηση είναι κάθε άλλο παρά ακαδημαϊκή: η ερμηνεία της κρίσης έχει βαθιές επιπτώσεις στην πολιτική στρατηγική που θα επιλέξουν η Αριστερά και το κίνημα για να την αντιμετωπίσουν. Το δίλημμα «αντινεοφιλελευθερισμός ή αντικαπιταλισμός» εξακολουθεί να είναι δραματικά επίκαιρο.

http://socialismfrombelow.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=299:i89&Itemid=1


Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Μένης Κουμανταρέας: Αλεπούδες και κοτοπόδαρα . Το τελευταίο του βιβλίο είναι ένα νεανικό γραπτό του που το επιµελήθηκε και πάλι.



Λίγο κουρασµένος από µια ασθένεια που τον ταλαιπωρεί, ντυµένος πολύ προσεκτικά, µας υποδέχτηκε στο σαλόνι του στο κλασικό αστικό διαµέρισµα της Κυψέλης που βλέπει απέναντι τη ∆ηµοτική Αγορά της Κυψέλης, µε τη χροιά του παρελθόντος να αιωρείται, και κρατώντας στα χέρια του υπέροχα µαρόν για να κεράσει. ∆ίπλα του µια µικρή στοίβα από το τελευταίο του βιβλίο Οι αλεπούδες του Γκόσπορτ.

Πρόκειται για ένα νεανικό γραπτό του που το επιµελήθηκε και πάλι.

Αναφέρεται σε πραγµατικά γεγονότα, καθώς ο ήρωας είναι ο ίδιος ο συγγραφέας όταν, σε ηλικία 17 χρόνων, επισκέφθηκε το καλοκαίρι του ’49 ένα µικρό αγγλικό παραθαλάσσιο χωριό, το Γκόσπορτ, για να µάθει την αγγλική γλώσσα. Στο οικοτροφείο γνωρίζεται µε µια παρέα νεαρών παιδιών, αγόρια και κορίτσια, που δοκιµάζουν τις εµπειρίες του έρωτα, της φιλίας, της βίας, της αντίστασης στον κόσµο των µεγάλων.

Τι νιώθει ο συγγραφέας που ξαναπιάνει στα χέρια του ένα νεανικό του κείμενο;

«Βλέπει τις ατέλειες που είχε ως πρωτοεµφανιζόµενος συγγραφέας, αλλά βλέπει και τη δροσιά και τη φρεσκάδα, πράγµατα που δεν αποκτώνται ποτέ ξανά, όσο και αν ωριµάσει. Είναι οδυνηρό βεβαίως να γυρίζεις σε ένα παλιό γραπτό, είναι όπως τα παλιά γράµµατα που έχεις στείλει και έχεις λάβει. Πονάνε. Εχουν κάτι που σιχαίνοµαι, την παρελθοντολογία. Υπάρχει φυσικά και η νοσταλγία, η οποία δεν µε φοβίζει αλλά δεν κρατιέµαι από αυτήν».

Μήπως μέσα από ένα νεανικό κείμενο βλέπετε και τη φθορά; «Η συνειδητοποίηση της φθοράς έρχεται από άλλα πράγµατα, προσωπικά τη νιώθω τόσο από τον θάνατο της γυναίκας µου, Λιλής, όσο και από δικά µου προβλήµατα. Αντίθετα, τα γραπτά σού δίνουν µια ευκαιρία να ξαναγίνεις νέος µέσα από το γράψιµο».

Μπήκατε στον πειρασμό να το ξαναγράψετε με τα σημερινά δεδομένα;

«Με τίποτα. Με διαβεβαίωσαν άνθρωποι που ήταν κοντά στο αρχείο µου ότι το κείµενο δεν ήταν πρωτόλειο και έπρεπε να το εκδώσω.

Πέρασα ευχάριστες µέρες το καλοκαίρι ξαναδουλεύοντας το κείµενο. Το ψαλίδισα, το έκοψα, το έραψα, χωρίς να αγγίξω τίποτα από το ύφος της εποχής. Γιατί εκείνο το ύφος δεν ξαναγίνεται. Με την τωρινή πείρα µου πρόσθεσα ελάχιστα πράγµατα. Ας πούµε τα γράµµατα της νεαρής Σήλια αντί να τα τονίσω έκανα το αντίθετο, έβαλα µόνον αποσπάσµατα. Είναι κι αυτό ένας είδος παρέµβασης».

Γιατί χαρακτηρίζετε τα παιδιά του Γκόσπορτ «αλεπούδες»;

«Είναι ένα χαϊδευτικό προσωνύµιο, και λίγο δηκτικό. Οταν ήµουν πολύ µικρός, η µητέρα µου είχε µια γούνα ρενάρ που όταν τη φορούσε γύρω από τον λαιµό της µου άρεσε να χαϊδεύω την ουρά της. Για τους µεγάλους βεβαίως, η λέξη έχει και κάτι από την πονηριά».

Τα πρόσωπα στην ιστορία σας είναι αληθινά;

«Βεβαίως. Πλην ενός, της κυρίας Σάµερ, όλους τους άλλους τούς γνώρισα εκεί στο σπίτι του συνταγµατάρχη Νταν, όπου µε είχε στείλει ο πατέρας µου να µάθω καλύτερα τα αγγλικά ή “για να γλιτώσω από τους κοµµουνιστές” (σ.σ.: ήταν 1949). Τα συνοµήλικά µου πρόσωπα, οι ήρωες µου, αν είναι καλά, πρέπει να ζουν ακόµη. ∆εν τους έχω δει από τότε».

Τι νιώσατε όταν, ύστερα από χρόνια, «ξανασυναντήσατε» εκείνη την παρέα;

«Ξαναδιαβάζοντας το κείµενο είχα µπροστά µου τα πραγµατικά πρόσωπα µε τέτοια ενάργεια, τέτοια δύναµη, που είναι σαν να ξαναζούσα µαζί τους. ∆εν είναι παράξενο; Οπως είδατε, τα παιδιά τα περιγράφω λεπτοµερώς. Τα ρούχα, τα σώµατα, τις µυρωδιές. Ακόµη θυµάµαι το µπάνιο στη θάλασσα, πόσο κρύο ήταν το νερό».

Ποια ήταν η νεολαία της εποχής σε σχέση με τη σημερινή;

«Η νεολαία τότε δεν είχε καµία σχέση µε τη σηµερινή που ταξιδεύει µε το Erasmus και έχει πολλές εµπειρίες. Ηταν µια περίεργη εποχή και ήταν περίεργο το πώς µαζεύτηκαν σε εκείνο το χωριό τόσοι νέοι από διάφορες χώρες. ∆εν ξέρω αν είναι µυθιστόρηµα ενηλικίωσης. Ας πούµε ότι είναι ένα µυθιστόρηµα µε ήρωες εφήβους, σε µια εποχή που σηµαίνει το τέλος της αθωότητας σε έναν κόσµο που δεν θα υπάρξει ποτέ ίδιος. Μην ξεχνάτε, µόλις είχε τελειώσει ο πόλεµος. Φεύγοντας από την Αθήνα για το Γκόσπορτ – και ήµουν πολύ νέος – ιδέα δεν είχα για τον κόσµο γύρω µου, τότε καθυστερούσαµε πολύ να ωριµάσουµε. Πηγαίνοντας στο Γκόσπορτ δεν είχα ούτε ερωτικές ούτε κοινωνικές εµπειρίες. Ως παιδί µεγάλωσα σε ένα κλειστό περιβάλλον, όπως και ο αφηγητής ψαχνόµουν, ήθελα να δοκιµάσω τα πάντα. Οταν πια γράφω τις “Αλεπούδες”, δέκα χρόνια µετά, έχω ήδη πολλές εµπειρίες και κατά κάποιον τρόπο τις αναµοχλεύω, κάνοντας και ένα ψάξιµο µέσα µου».

Μου λέγατε προτού αρχίσει η συνέντευξη κάτι για την οικονομία. Πώς βλέπετε σήμερα τη ζωή μας, την κατάσταση που βιώνουμε;

«Πιστεύω ότι η οικονοµία είναι µια επιστήµη που βασίζεται σε κοτοπόδαρα. Ξέρετε, όπως σε εκείνο το ρωσικό παραµύθι µε την καλύβα που στηριζόταν σε κοτοπόδαρα και που έχειεµπνευστεί ο Μουσόρσκι στο “Εικόνες από µια έκθεση”. Νοµίζω όµως ότι, πέρα από την οικονοµία, περνάµε µια τεράστια ηθική κρίση του κόσµου που πίστεψε άκριτα στον καπιταλισµό, που όταν έχασε το αντίπαλον δέος, τον “υπαρκτό”, ό,τι και αν ήταν αυτός, άρχισε να παραπαίει. Παραπιστέψαµε στο πλαστικό χρήµα, στις τράπεζες, στη δήθεν ευµάρεια, αρρωστήσαµε κάνοντας shopπng therapy κ.ά. Βρισκόµαστε σε έναν µικρό κυκλώνα που δεν µας αφήνει να δούµε καθαρά ακόµη. Θα µπούµε γρήγορα στην εποχή της αυτοκριτικής. Θα εκτιµήσουµε πιο πολύ τις πραγµατικές αξίες της ζωής και όχι τα υλικά αγαθά. Κάποιοι θα στραφούν στην τέχνη αλλά, να ξέρετε, η λογοτεχνία είναι υπόθεση πάντα µιας µειοψηφίας φανατικών. ∆εν είναι κακό, αλίµονο αν έγραφαν όλοι, δεν θα υπήρχαν άλλα επαγγέλµατα, υδραυλικοί, ξυλουργοί…».

http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=432313




Το σύνδροµο της Βαϊµάρης

 (Σπαρτακιστές στο Βερολίνο το 1918)

Πώς κατάφερε να επιβιώσει, σε µια εποχή δραµατικών αντιφάσεων,  το γερµανικό καθεστώς που αναδείχθηκε µετά τον Α΄ Παγκόσµιο και τερµατίστηκε µε την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία.

Είναι απόγευµα της 9ης Νοεµβρίου 1918. Στο Ράιχσταγκ του Βερολίνου συνεδριάζειη ηγεσία των σοσιαλδηµακρατών, του µεγαλύτερου τότε κόµµατος της Γερµανίας υπό τον Φρίντριχ Εµπερτ (σαγµατοποιό) και τον Φίλιπ Σάιντεµαν. Είναι βέβαιο πως δεν ξέρουν τι να κάνουν. Η Γερµανία βγήκε ηττηµένη από τον Α’ Παγκόσµιο Πόλεµο, ο πρίγκιπας Μαξ της Βάδης, καγκελάριος, έχει παραιτηθεί, ο Κάιζερ έχει εκθρονιστεί και η χώρα κινδυνεύει να βυθιστεί στο χάος.

Λίγα τετράγωνα παρακάτω, κοντά στην Unter den Linden, οι Σπαρτακιστές, µε επικεφαλής τη Ρόζα Λούξενµπουργκ και τον Καρλ Λίµπκνεχτ, ετοιµάζονται να κηρύξουν τη γερµανική σοβιετική δηµοκρατία. Ξαφνικά ο Σάιντεµαν συλλαµβάνει την «ιδέα»: χωρίς να συµβουλευτεί κανέναν πηγαίνει σε ένα παράθυρο, το οποίο βλέπει στην Koenigsplatz και από εκεί, µπροστά στους χιλιάδες συγκεντρωµένους στην πλατεία, ανακηρύσσει την ίδρυση της ∆ηµοκρατίας που γνωρίζουµε µε την ονοµασία ∆ηµοκρατία της Βαϊµάρης, αφού στο θέατρο της Βαϊµάρης στις 31 Ιουλίου της επόµενης χρονιάς ψηφίστηκε µε µεγάλη πλειοψηφία από την εθνοσυνέλευση το σύνταγµά της.

Αν λοιπόν η δηµοκρατία αυτή ανακηρύχθηκε «κατά σύµπτωση», όπως γράφει ο Γουίλιαµ Σίρερ στο κλασικό πλέον έργο του Η άνοδος και η πτώση του Γ’ Ράιχ, ήταν επόµενο να περάσει από µεγάλες περιπέτειες. Να είναι δηλαδή «ανάπηρη», όπως τη χαρακτηρίζει ο γνωστός ιστορικός Χάινριχ Α. Βίνκλερ στο magnum opus του Der lange Weg nach Westen (Ο µακρύς δρόµος προς τη ∆ύση).

Από αυτό το δίτοµο έργο του Βίνκλερ, το οποίο αποτελείται από 1.200 σελίδες, έχουµε τώρα στα ελληνικά το έβδοµο (και σηµαντικότερο για εµάς) κεφάλαιό του σε αυτόνοµο βιβλίο. Παρουσιάζει την πλήρη εικόνα µιας εποχής που ξεκινά µε τη λήξη του Α’ Παγκοσµίου Πολέµου και καταλήγει στην άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία.

Επιπλέον, µας προσφέρει τη δυνατότητα να δούµε τις ανησυχητικές οµοιότητες εκείνης της εποχής µε τα όσα συµβαίνουν σήµερα τόσο στη δική µας χώρα όσο και στην Ευρώπη συνολικά, µε µια αφήγηση «νηφάλια» µεν, όπως γράφει ο εκδότης στο οπισθόφυλλο, αλλά και ελκυστική ταυτοχρόνως. Οχι τόσο για να διαπιστώσουµε το αυτονόητο, ότι δηλαδή συχνά οι χειρότερες στιγµές µιας εποχής επαναλαµβάνονται στην επόµενη, αλλά για να συµπεράνουµε ότι ελάχιστοι, ως φαίνεται, σε περιόδους έντασης και µικροπολιτικών εκτιµήσεων έχουν τη δύναµη ή την ευφυΐα να µην επαναλάβουν τα σφάλµατα του παρελθόντος.

Η εµπειρία της Βαϊµάρης στοίχειωσε τον νου των ηγετών της µεταπολεµικής Γερµανίας, δηµιουργώντας ένα είδος πολιτικού συνδρόµου σε αντιστάθµισµα του αισθήµατος ενοχής για τις ευθύνες του Β’ Παγκοσµίου Πολέµου. Τα όσα συµβαίνουν τον τελευταίο καιρό στην ευρωπαϊκή σκηνή µάς κάνουν να υποπτευόµαστε ότι από το σύνδροµο αυτό δεν φαίνεται να έχει απαλλαγεί εντελώς ούτε η σηµερινή πολιτική ηγεσία της χώρας. Με τη διαφορά ότι «ανάπηρες» µοιάζουν πλέον οι υπόλοιπες δηµοκρατίες της Ευρώπης. Γι’ αυτό και το βιβλίο του Βίνκλερ αξίζει να διαβαστεί όχι µόνον από τον µέσο αναγνώστη, αλλά και από τη δική µας, περί άλλα τυρβάζουσα, πολιτική ηγεσία. Η ∆ηµοκρατία της Βαϊµάρης αναδύθηκε µέσα από τις στάχτες ενός µεγάλου πολέµου και διήρκησε δεκαπέντε χρόνια, ως το 1933 που καταλύθηκε µε την ανάδειξη του Χίτλερ σε καγκελάριο. Είχε να αντιµετωπίσει τις αντιφάσεις µιας χώρας που περνούσε από τη µοναρχία στη δηµοκρατία απροετοίµαστη, ηττηµένη και διηρηµένη. Οι δύο αρχηγοί του στρατού, ο Χίντεµπουργκ και ο Λούντεντορφ, έριξαν στην πλάτη των σοσιαλδηµοκρατών την ευθύνη για την υπογραφή της ταπεινωτικής για τη Γερµανία Συνθήκης των Βερσαλλιών, και κατά συνέπεια – έστω και µεταφορικά – την ευθύνη για την ήττα, «παραχωρώντας» τους µια εξουσία που τους ήταν εξαιρετικά δύσκολο να ασκήσουν.

Αυτό η χώρα θα το πλήρωνε σε πολλα επίπεδα στα χρόνια της ειρήνης που ακολούθησαν: µε την έκρηξη του πληθωρσµού το 1922, που τα επόµενα δύο χρόνια είχε γίνει ανεξέλεγκτος, την κατάληψη από τη Γαλλία της περιοχής του Ρουρ το 1923, την εµφάνιση αποσχιστικών τάσεων στη Βαυαρία και την ανοιχτή σύγκρουση µε το ισχυρότατο κοµµουνιστικό κόµµα. Το µείγµα παρέµενε εκρηκτικό για χρόνια, µε τις κυβερνήσεις να διαδέχονται η µία την άλλη, ως το 1929 που η Γερµανία σαρώθηκε από το οικονοµικό κραχ. Τη χρονιά εκείνη οι άνεργοι έφθασαν τα 3.000.000 και τρία χρόνια αργότερα ο αριθµός τους είχε υπερδιπλασιαστεί.

Τα στοιχεία αυτά ίσως αρκούν για να καταλάβει κανείς πώς το εθνικοσιαλιστικό κόµµα, από το 2,6% που είχε λάβει στις βουλευτικές εκλογές της 20ής Μαΐου 1928, έγινε πρώτο κόµµα τρία χρόνια αργότερα, στις 5 Μαρτίου, λαµβάνοντας το 43,9% των ψήφων.

Από εκεί και πέρα τα πράγµατα ακολούθησαν τη µοιραία πορεία τους, όχι µόνο για τη Γερµανία, αλλά για ολόκληρο τον κόσµο.

Εκ των υστέρων συµπεραίνει κανείς πως είναι εντυπωσιακό και µόνο το ότι αυτή η «ανάπηρη» δηµοκρατία κατάφερε να επιβιώσει επί δεκαπέντε χρόνια αντιµετωπίζοντας τους εθνικοσοσιαλιστές, τους συντηρητικούς εθνικιστές, τους κοµµουνιστές και τις απανωτές επεµβάσεις των νικητών του πολέµου. Και µάλιστα, παρά τις τόσες κρίσεις, οι τέχνες και ο πολιτισµός να γνωρίσουν στη χώρα του Γκαίτε πρωτοφανή άνθηση.

http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=431052&h1=true 

(Νέα στήλη) Ταξίδι στην Ιστόσφαιρα: smells like literature spirit

Αν και κάνω χρήση παραπάνω από δύο χρόνια της φόρμας του Blogger και διαθέτω δύο "λογοτεχνικά" ιστολόγια, πρέπει να εξομολογηθώ ότι σαν κακός ερασιτέχνης, δεν έχω δώσει την απαιτούμενη προσοχή σε ιστολόγια του είδους που συμμετέχω κι αυτό ως συνέπεια έχει πολλές αδυναμίες στην δική μου παρουσία και ενίοτε να μένω πίσω από τις διάφορες και ποικίλες εξελίξεις της κατηγορίας, αν μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει μια τέτοια. Αυτομαστιγώνεσαι θα μου πείτε...

Σήμερα λοιπόν, θα προσπαθήσω να εγκαινιάσω μια καινούργια στήλη όπου κατά καιρούς θα παρουσιάζω ορισμένα από τα "λογοτεχνικά" και όχι μόνο ιστολόγια που θα παρακολουθώ πιο συντεταγμένα, κάνοντας την αρχή από μια σελίδα όπου αναδεικνύονται με τον καλύτερο τρόπο η κριτική λογοτεχνικών κειμένων και η κρυφή λογοτεχνία, η κατάθεση στο χαρτί και το... πληκτρολόγιο των σκέψεων ενός ανθρώπου όπου καταφέρνει να συναρπάζει χωρί να κουράζει και να υποκρίνεται με τα κείμενα του.

Παρουσιάζω λοιπόν, το ιστολόγιο με την επωνυμία  smells like literature spirit όπου εκεί το ταξίδι στην αληθινή λογοτεχνία δεν είναι ποτέ μάταιο. Συγγνώμη αν ακούγομαι κάπως κουραστικός και καθόλου πρωτότυπος αλλά τυγχάνει να έχω διαβάσει αρκετά από τα δημιουργήματα (μέσα από άλλες σελίδες κοινωνικής δικτύωσης) και μπορώ να πω με απόλυτη βεβαιότητα ότι, παρόλο που βρίσκεται ακόμα στην αρχή της δράσης του και αναπόφευκτα υπάρχουν αδυναμίες, ο συγγραφέας έχει κατακτήσει έναν ιδιαίτερο ρυθμό ωριμότητας στον τρόπο που χειρίζεται τα εκφραστικά μέσα και στην μέθοδο που επικοινωνούν αυτά με τον ψυχισμό μας.

Αναγνώστης ο ίδιος της μεγάλης Αμερικάνικης Λογοτεχνικής Σχολής (Μπάροουζ, Μπουκόφσκι,  Στάινμπεκ, Χέμινγουέι, Λόντον κ.τ.λ) έχει καταφέρει να κατακτήσει τα καλύτερα διδαγματά τους, αν και μιλάμε ακόμα για γραφή που βρίσκεται στο πρώτο στάδιο της ζωής της, το οποίο σημαίνει ότι η συνέχεια αναμένεται ακόμα καλύτερη και φυσικά ακόμα πιο πρωτότυπη. Ιδιαίτερο στοιχείο των λογοτεχνικών καταθέσεων του Ιωάννη Παπαδιαμάντη (το ψευδώνυμο του χρήστη στο Smell like literature spirit) είναι ο σαρκασμός και το ιδιότυπο χιούμορ που ανακαλύπτει ο αναγνώστης σε κάθε γραμμή. Άλλο κυρίαρχο στοιχείο στα κείμενα αυτά είναι η οικειότητα, η άμεση επαφή με τα γεγονότα και τις καταστάσεις που εξιστορούνται, σαν να είμαστε πραγματικά παρόντες ή πρόσωπα των κειμένων. Η συντομία τους από την άλλη δεν κουράζει τον αναγνώστη αν και προσωπικά περιμένω περισσότερα και μεγαλύτερα κείμενα. Ο δρόμος είναι ανοιχτός για τον Ιωάννη Παπαδιαμάντη και τίποτα δεν μπορεί να τον σταματήσει. Κάντε μια βόλτα από την σελίδα του και δεν θα χάσετε...



  smells like literature spirit
http://smellslikeliteraturespirit.blogspot.com/ 


προτείνει ο Ειρηναίος Μαράκης
 


Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

Τα όνειρα του Πεσσόα δεν σαπίζουν (Ελευθεροτυπία)

Απόσπασμα από το βιβλίο: Φερνάντο Πεσσόα, Η ώρα του Διαβόλου, μτφρ.: Μαρία Παπαδήμα, σχέδια: Πάολο Γκέτσι, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2011





[...]


«Πώς είναι δυνατόν να υποστηρίζουμε κάτι και ταυτόχρονα να το αρνούμαστε;»
«Είναι ο νόμος της ζωής, καλή μου κυρία. Το σώμα ζει γιατί αποσυντίθεται, όχι όμως εντελώς. Αν δεν αποσυντίθετο ανά πάσα στιγμή, θα ήταν ορυκτό. Η ψυχή ζει γιατί βρίσκεται συνεχώς υπό το κράτος του πειρασμού, παρότι ανθίσταται. Οτιδήποτε ζει εναντιώνεται σε κάτι. Και εγώ είμαι αυτός προς τον οποίο εναντιώνονται τα πάντα. Αλλά, αν δεν υπήρχα, τίποτα δεν θα υπήρχε, γιατί δεν θα υπήρχε κάτι στο οποίο να εναντιωθεί κανείς, όπως το περιστέρι του μαθητή μου του Καντ, το οποίο επειδή πετάει εύκολα στον ελαφρύ αέρα, θεωρεί ότι θα μπορούσε να πετάξει καλύτερα στο κενό».
«Η μουσική, το σεληνόφως και τα όνειρα είναι τα μαγικά όπλα. Ωστόσο ως μουσική δεν πρέπει να νοείται μόνον η μουσική που παίζεται, αλλά κι εκείνη που δεν θα παιχθεί ποτέ. Ούτε και ως σεληνόφως πρέπει να νοείται αυτό που προέρχεται από τη σελήνη και κάνει τα δέντρα να φαίνονται μεγαλύτερα. Υπάρχει κι άλλο σεληνόφως, που δεν το εξουδετερώνει ούτε και ο ίδιος ο ήλιος, και σκοτεινιάζει καταμεσήμερο αυτό που τα πράγματα παριστάνουν ότι είναι. Μόνο τα όνειρα είναι πάντοτε αυτό που είναι. Είναι εκείνο το μέρος του εαυτού μας όπου γεννηθήκαμε και όπου είμαστε πάντοτε εμείς, ο εαυτός μας».
«Αλλά, αν ο κόσμος είναι δράση, πώς γίνεται και το όνειρο αποτελεί μέρος του κόσμου;»
«Είναι γιατί το όνειρο, καλή μου κυρία, είναι δράση που έγινε ιδέα, και γι' αυτόν το λόγο διατηρεί τη δύναμη του κόσμου απορρίπτοντας την ύλη, δηλαδή το να υπάρχει κανείς μέσα στο χώρο. Μήπως δεν είναι αλήθεια ότι μέσα στο όνειρο είμαστε ελεύθεροι;»
«Ναι, και τι θλίψη να ξυπνάει κανείς...»
«Ο καλός ονειροπόλος δεν ξυπνά. Δεν ξύπνησα ποτέ. Ο ίδιος ο Θεός πιστεύω πως κοιμάται διαρκώς. Μου το είπε κάποτε...».
Εκείνη τον κοίταξε αναρριγώντας και ξαφνικά ένιωσε φόβο, ένα συναίσθημα από τα κατάβαθα της ψυχής της που ποτέ της δεν είχε δοκιμάσει.
«Μα επιτέλους, ποιος είστε; Γιατί είστε έτσι μεταμφιεσμένος;»
«Θα απαντήσω με μία μόνο απάντηση και στις δύο σας ερωτήσεις. Δεν είμαι μεταμφιεσμένος».
«Πώς;»
«Καλή μου κυρία, είμαι ο Διάβολος. Ναι, είμαι ο Διάβολος. Αλλά μη με φοβάστε, μην τρομάζετε».
Και με μια τρομαγμένη ματιά, στην οποία κρυφόκαιγε μια πρωτόγνωρη ηδονή, εκείνη αναγνώρισε ξαφνικά πως ήταν αλήθεια.
«Είμαι πράγματι ο Διάβολος. Μην τρομάζετε, γιατί είμαι στ' αλήθεια ο Διάβολος, και γι' αυτό δεν κάνω κακό. Ορισμένοι μιμητές μου, στη γη και πάνω από τη γη, είναι επικίνδυνοι, όπως όλοι οι αντιγραφείς, γιατί δεν γνωρίζουν το μυστικό της ύπαρξής μου. Ο Σαίξπηρ, τον οποίο ενέπνευσα πολλές φορές, μου απένειμε δικαιοσύνη. Λέει ότι είμαι κύριος. Γι' αυτό ησυχάστε. Είστε με καλή παρέα. Είμαι ανίκανος να προφέρω μια λέξη, να κάνω μια χειρονομία που θα πρόσβαλλε μια κυρία. Ακόμη κι αν δεν μου το υπαγόρευε η ίδια μου η φύση, θα μου το επέβαλλε ο Σαίξπηρ. Αλλά, πραγματικά, δεν είναι απαραίτητο.
»Υπάρχω από την αρχή του κόσμου και ήμουν ανέκαθεν είρων. Αλλά, όπως θα γνωρίζετε, όλοι οι είρωνες είναι ακίνδυνοι, εκτός κι αν θέλουν να χρησιμοποιήσουν την ειρωνεία για να υπαινιχθούν κάποια αλήθεια. Εγώ ποτέ μου δεν ισχυρίστηκα ότι θα πω την αλήθεια σε κανέναν - αφενός γιατί δεν χρησίμευε σε τίποτα, και αφετέρου γιατί δεν τη γνωρίζω. Κι ούτε ο μεγαλύτερος αδελφός μου, ο παντοδύναμος Θεός, πιστεύω πως τη γνωρίζει. Αλλά αυτά είναι οικογενειακές υποθέσεις.
»Ισως δεν ξέρετε γιατί σας έφερα εδώ, σ' αυτό το ταξίδι που δεν έχει πραγματικό προορισμό ούτε συγκεκριμένο σκοπό. Δεν είναι, όπως ίσως νομίσατε, για να σας βιάσω ή να σας αποπλανήσω. Αυτά συμβαίνουν στη γη, μεταξύ των ζώων, συμπεριλαμβανομένων και των ανθρώπων, και φαίνεται ότι προσφέρουν ηδονή ακόμη και στα θύματα, απ' ό,τι με πληροφορούν από εκεί κάτω.
»Αλλωστε θα μου ήταν αδύνατο. Αυτά τα πράγματα συμβαίνουν στη γη γιατί οι άνθρωποι είναι ζώα. Είναι αδιανόητα για τη δική μου κοινωνική θέση στο σύμπαν - όχι γιατί η ηθική είναι καλύτερη, αλλά γιατί εμείς οι άγγελοι δεν έχουμε φύλο. Και αυτό αποτελεί, τουλάχιστον στην περίπτωσή μου, τη μεγαλύτερη εγγύηση. Μπορείτε συνεπώς να είστε ήσυχη, θα επιδείξω σεβασμό. Γνωρίζω ότι υπάρχουν δευτερεύουσες και ανώφελες ασέβειες, όπως αυτές των συγχρόνων μυθιστοριογράφων και των γηρατειών. Αλλά ακόμη κι αυτές δεν μπορώ να τις διαπράξω, γιατί η έλλειψη φύλου σ' εμάς υπάρχει από απαρχής κόσμου και ποτέ δεν με απασχόλησαν αυτά τα θέματα. Λένε ότι πολλές μάγισσες είχαν πάρε-δώσε μαζί μου, αλλά είναι ψέματα. Ισως όμως και να μην είναι ψέματα. Ισως όμως και να μην είναι ψέματα γιατί αυτός με τον οποίο είχαν πάρε-δώσε ήταν η φαντασία τους, που, κατά κάποιον τρόπο, είμαι εγώ.
»Μείνετε το λοιπόν ήσυχη. Διαφθείρω, είναι βέβαιο, γιατί κάνω τους άλλους να φαντάζονται. Αλλά ο Θεός είναι χειρότερος, κατά μία έννοια τουλάχιστον, γιατί έπλασε το φθαρτό σώμα, το οποίο από αισθητική άποψη είναι πολύ κατώτερο. Τα όνειρα τουλάχιστον δεν σαπίζουν. Παρέρχονται. Δεν είναι καλύτερα έτσι;» *

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=324831 

Μιχάλης Κατσαρός: Έφυγε ο ” σκοτεινός συνωμότης” (αναδημοσίευση από το "η Λέσχη της ανυπόταχτης θεωρίας) και Δύο Ποιήματα του (επιλογή του "Λογοτεχνία και Σκέψη")

Σαν σήμερα πριν 13 χρόνια έφυγε ο μεγάλος Μιχάλης Κατσαρός. Παραθέτουμε ένα κείμενο που γράφτηκε μερικές μέρες μετά το θάνατό του.

 

της Αιμιλιας Καραλη

29-11-1998

Ο Μιχάλης Κατσαρός , ειρωνικός και ανατρεπτικός , αντιεξουσιαστής και παιγνιώδης , είχε οργανώσει μέσα από το έργο του τις άμυνές του για να μη γίνει κτήμα άλλων, αλλά να παραμείνει «κτήμα εσαεί»όλων εκείνων που θέλουν να παραμείνουν «σκοτεινοί συνωμότες» (Δωριείς). Ο Μιχάλης Κατσαρός είχε «προβλέψει» τον αντίκτυπο του θανάτου του: Ου τι φασαρία σαν πέθανε / ο ποιητής του Έθνους. / θαρρώ από πείνα / ή από πολύ να γράφει / για κάτι που κανείς δεν εκατάλαβε (Ού τι φασαρία).
Ο ποιητής (και ζωγράφος) εμφανίστηκε στα νεοελληνικά γράμματα το 1953 με τη συλλογή του «Κατά Σαδδουκαίων», την οποία είχε αρχίσει να γράφει από το 1949. Το έργο του προαναγγέλλει την εμφάνιση της «ποίησης της ήττας», δηλαδή της ποιητικής δημιουργίας λογοτεχνών που ανήκαν στο χώρο της Αριστεράς και αμφισβητούσαν την ιδεαλιστικά αισιόδοξη μοιρολατρία και τη νεορομαντική διάχυση της ονομαζόμενης «αντιστασιακής» ποίησης. Αν και προαναγγέλλει, εν τούτοις δεν ταυτίζεται με το κυρίαρχο πνεύμα της γενιάς αυτής: Πάψε τους ύμνους σου αστέ ποιητή έλληνα /Λειβαδίτη / για έρωτες σπίτια και ηρεμία,  όσο ανθρώπινα κι αν είναι.  Έλα μαζί μου. / Μίλα για μια τεράστια σύγκρουση της εργατιάς / μ’ αρχόντους / ατσάλωσε την τόση θέληση της / πάψε τους θρήνους σου. (Μέρες 1953). Η συλλογή αυτή του Κατσαρού εισάγει ένα νέο ποιητικό λόγο και ρυθμό, επηρεασμένο από τον ιστορισμό του Κ. Π. Καβάφη, την επαναστατικότητα του Μαγιακόφσκι και το λυρισμό του Γιεσένιν, που στρέφεται άμεσα εναντίον των τάσεων ενσωμάτωσης, παραίτησης και «γραφειοκρατικοποίησης» των κομμουνιστικών κομμάτων, νόμιμων και -τότε – παράνομων. Τα σύμβολα της σοσιαλιστικής εξουσίας, που απονέκρωναν κάθε μεγάλη επαναστατική ιδέα, βρίσκονταν στο κριτικό του στόχαστρο: Στο νεκρό δάσος των λέξεων προχωράω / …τα ονόματα που οδήγησαν όλα δολοφονούνται… / Πώς βγήκανε πάλι απ’ αυτή τη φωτιά / ο κος Διευθυντής / ο διπλωματικός ακόλουθος / ο κος Πρέσβης; / …Πώς θα ξαναβαφτίσουμε τις πυρκαγιές / ελευθερία, ισότητα, Σοβιέτ, εξουσία; (Στο νεκρό δάσος). Άμεση αντίδραση, από προοδευτικό μάλιστα διανοούμενο, ήταν η λογοκριτική παρέμβαση στο ποίημα Η Διαθήκη μου (όταν πρωτοδημοσιεύτηκε στο Δημοκρατικό Τύπο της 8.10.1950), που τον οδήγησε στο να το συμπληρώσει με το Υστερόγραφο που κατέληγε στην κραυγή: «Ελευθερία ανάπηρη πάλι σας τάζουν».
Η ποίηση του Μ. Κατσαρού, όμως, δεν στρεφόταν μόνον κατά των κυρίαρχων καθεστωτικών αντιλήψεων της Αριστεράς, λυγισμένος από κάποια «ψυχολογία της ήττας». Το αντίθετο: Ο Νικητής ζητάει την ήττα / για τη δική του νίκη. (Αλφαβητάρι). Στρεφόταν ταυτοχρόνως κατά του πνευματικού κλίματος της ήττας που διέβλεπε συνολικά στην Αριστερά ακόμα κι όταν αυτή θεωρούσε τον εαυτό της νικητή και κατά του συμβιβασμού της με την αστική ιδεολογία, αλλά και κατά της τελευταίας: Όταν ακούω να μιλάν για τον καιρό / …όταν ακούω σήμερα το Αιγαίο να γίνεται ποίηση / να πλημμυρίζει τα σαλόνια / όταν ακούω να υποψιάζονται τις ιδέες μου / να τις ταχτοποιούν σε μια θυρίδα / …εγώ πάντα σωπαίνω. (Όταν…) Αντιστεκόταν κατά των «ελλιπών οραμάτων»: Τι ενδύματα κατασκευασμένα / τι οράματα ελλιπή / Δεν λέμε -όχι- τα αγαπήσαμε (Πράσινος χιτώνας). Αμφισβητούσε το νωθρό και γλυκανάλατο λυρισμό: Τα λυρικά δεν είναι / τα αγαπητά και λιγωμένα. / Είναι σπαθιά πύρινα / στον ύπνο που χαράζουν / τον μισητό τον άν-θρωπο οπού τον καίνε. (Τα λυρικά). Ήταν αυτοκριτικός: Παραμένω εν πλήρει συγχύσει αθώος… (Πώς να καταχωρήσω). Εκείνο που ξεχώρισε τελικά τον Κατσαρό από τη γενιά του, που ορισμένοι εκπρόσωποι της συγκαταβατικά θεωρούσαν γραφικό, ήταν ότι είχε μνήμη, ότι ήλπιζε και μαχόταν. Αυτή ήταν και η Διαθήκη του: θα χτίσω τη νέα σας πόλη. / Μην αφήσετε την ελπίδα – κάθε λεπτό μια σημαία. / Μην αφήσετε το νερό, τον άνεμο και τη γη / κάθε λεπτό και μαζί σας.


και από το http://ilesxi.wordpress.com

Ποιήματα του Μιχάλη Κατσαρού (επιλογή του "Λογοτεχνία και Σκέψη")



ΚΑΤΑ ΣΑΔΔΟΥΚΑΙΩΝ

Πλήθος Σαδδουκαίων
Ρωμαίων υπαλλήλων
μάντεις και αστρονόμοι
(κάποιος Βαλβίλος εξ Εφέσου)
περιστοιχίζουν τον Αυτοκράτορα.
 
Κραυγές απ' τον προνάρθηκα του Ναού.
Απ' τη φατρία των Εβιονιτών κραυγές:
Ο ψευδο-Μάρκελος να παριστάνει το Χριστό.
Διδάσκετε την επανάστασιν Κατά του πρίγκιπος
Οι Χριστιανοί νάχουνε δούλους Χριστιανούς.

Η αριστοκρατία του Ναού να εκλείψει.
Εγώ απέναντί σας ένας μάρτυρας
η θέλησή μου που καταπατήθηκε
τόσους αιώνες.

Τους ύπατο
uς εγώ ανάδειξα στις συνελεύσεις
κι αυτοί κληρονομήσανε τα δικαιώματα
φορέσαν πορφυρούν ατίθασον ένδυμα
σανδάλια μεταξωτά η πανοπλία-
εξακοντίζουν τα βέλη τους εναντίον μου ­
η θέλησή μου που καταπατήθηκε
τόσους αιώνες.

Τους άλλους απ την πέτρα και το τείχος μου
καθώς νερό πηγής τους είχα φέρει
η θρησκεία τους μυστηριώδης δεισιδαιμονία
τ' άλογά τους απ' τον κάμπο μου.
δε μου επέτρεψαν να δω τον Αυτοκράτορα
τους ύπατους δεν άφηναν να πλησιάσω
σε μυστικά συμπόσια και ένδοξα
τη θέλησή μου την καταπατήσανε
τόσους αιώνες.

Τώρα κι εγώ υποψιάζομαι
όλο το πλήθος των αυλοκολάκων
όλους τους ταπεινούς γραμματικούς
τους βραβευμένους με χρυσά παράσημα
λεγεωνάριους και στρατηλάτες
υποψιάζομαι τις αυλητρίδες τη γιορτή
όλους τους λόγους και προπόσεις
αυτούς που παριστάνουνε τους εθνικούς
τον πορφυρούν χιτώνα του πρίγκιπος
τους συμβουλάτορες και τους αιρετικούς
υποψιάζομαι συνωμοσία
νύκτα θα ρεύσει πολύ αίμα
νύχτα θα εγκαταστήσουν τη βασιλεία τους
νέοι πρίγκιπες με νέους στεφάνους
οι πονηροί ρωμαίοι
uπάλληλοι του

*του αυτοκράτορος

τοιμάζουνε κρυφά να παραδώσουν
να παραδώσουν τα κλειδιά και την
υπόκλισή τους.

Εγώ πάλι μέσα στο πλήθος διακλαδίζομαι
η θέλησή μου διακλαδίζεται μέσα στο πλήθος
μαζεύω τους σκόρπιους σπόρους μου
για την καινούρια μακρινή μου ανάσταση
μαζεύω.
 
 
Θα σας περιμένω


Θα σας περιμένω μέχρι τα φοβερά μεσάνυχτα αδιάφορος-
Δεν έχω πια τι άλλο να πιστοποιήσω.
Οι φύλακες κακεντρεχείς παραμονεύουν το τέλος μου
ανάμεσα σε θρυμματισμένα πουκάμισα και λεγεώνες.
Θα περιμένω τη νύχτα σας αδιάφορος
χαμογελώντας με ψυχρότητα για τις ένδοξες μέρες.

Πίσω από το χάρτινο κήπο σας
πίσω από το χάρτινο πρόσωπό σας
εγώ θα ξαφνιάζω τα πλήθη
ο άνεμος δικός μου
μάταιοι θόρυβοι και τυμπανοκρουσίες επίσημες
μάταιοι λόγοι.

Μην αμελήσετε.
Πάρτε μαζί σας νερό.
Το μέλλον μας θα έχει πολύ ξηρασία.

 

Αφιέρωμα: Στρατής Τσίρκας: 100 χρόνια από τη γέννησή του

100 χρόνια κλείνουν από τη γέννηση του Στρατή Τσίρκα, του συγγραφέα των Ακυβέρνητων Πολιτειών, της Χαμένης Άνοιξης, του Νουρεντίν Μπόμπα. Ο Τσίρκας προσπαθώντας να υπηρετήσει την Τέχνη, βιώνει παράλληλα, ενεργά την Ιστορία της εποχής του και καταφέρνει τελικά να αφήσει κληρονομιά ένα σημαντικότατο λογοτεχνικό έργο -φόρο τιμής στους ανώνυμους αγωνιστές της Αντίστασης στη Μέση Ανατολή.
γράφει η Σύλβια Φεσσά

Ο Τσίρκας γεννιέται και μεγαλώνει στις φτωχογειτονιές του Καΐρου, μαζί με τους ντόπιους, περιβάλλον αρκετά διαφορετικό από το μάλλον αποστειρωμένο της ελληνικής παροικίας της Αλεξάνδρειας. Από τα 19 του χρόνια, έρχεται σε επαφή με τις ιδέες του μαρξισμού και εμπλέκεται σε εκδόσεις περιοδικών όπως ο «Έλλην», το σημαντικότερο αντιφασιστικό περιοδικό της Μέσης Ανατολής. Το 1937, ταξιδεύει στην Ευρώπη, όπου συμμετέχει στο Β’ Συνέδριο Συγγραφέων για την Υπεράσπιση της κουλτούρας ενάντια στο Φασισμό και στη συγγραφή του «Όρκου» των ποιητών στο Λόρκα.
Τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο τον βιώνει μέσα στο δαιδαλώδες πεδίο της Μέσης Ανατολής. Συμμετέχει ενεργά στην Αντίσταση διοχετεύοντας, παράλληλα, κείμενα στον παράνομο τύπο της εποχής.
Ο Τσίρκας νωρίς στη ζωή του στρέφεται προς τη λογοτεχνία. Ζώντας, όμως, τα γεγονότα του πολέμου και ειδικότερα τον Απρίλη του ‘44 με την τραγική κατάληξη για τους αγωνιστές της Αντίστασης, του γεννιέται η ανάγκη να γράψει για να τους δικαιώσει, στόχος που θα πραγματοποιηθεί 20 σχεδόν χρόνια αργότερα με την ολοκλήρωση της Τριλογίας, το 1965.
Οι Ακυβέρνητες Πολιτείες, τίτλος που δανείζεται από το Σεφέρη, αποτελούν το πεδίο δράσης των ηρώων του και παράλληλα τον τόπο όπου διαδραματίζονται τα συνταρακτικά γεγονότα του πολέμου και της Αντίστασης: Ιερουσαλήμ, Κάιρο, Αλεξάνδρεια – Λέσχη, Αριάγνη, Νυχτερίδα.

Μεσόγειος

Με φόντο τις πολύπαθες αυτές πόλεις της ανατολικής Μεσογείου, όπου διασταυρώνονται πρόσφυγες, πράκτορες, στρατιωτικοί, αποτυχημένοι πολιτικοί αλλά και αγωνιστές της Αντίστασης, πλέκεται ο μυθιστορηματικός με τον ιστορικό χρόνο. Με προσήλωση στα ιστορικά γεγονότα, ο Τσίρκας, αφενός χρησιμοποιεί με δικό του τρόπο εργαλεία όπως η ειρωνεία (οικεία από τον Καβάφη), αφετέρου καινοτομεί με στοιχεία όπως η πολυεστιακή αφήγηση.
Έτσι, διαφορετικοί ήρωες αποκτούν φωνή φωτίζοντας, ο καθένας με την ιδιαίτερη και μοιραία αποσπασματική ματιά του, τα ιστορικά γεγονότα. Αλλού ο λόγος ακολουθεί την ψυχική κατάσταση του ήρωα -η συγχυτική νευρωτική φράου Άννα μιλάει με θρυμματισμένα λόγια.
Ο συγγραφέας υπερασπίζεται με συνέπεια τις αξίες του. Ακριβώς αυτό το αξιακό σύστημα του Τσίρκα απέναντι στην ανθρώπινη υπόσταση προσδίδει στο έργο του τόσο μεγάλη αξία πέρα από τις καινοτομίες της γραφής. Αρχικά το συναντούμε στη νουβέλα Νουρεντίν Μπόμπα, με το χαρακτήρα ενός αιγύπτιου επαναστάτη, (διηγηματικού ήρωα της εξέγερσης του 1919 ενάντια στη βρετανική αποικιοκρατία και τους ντόπιους τσιφλικάδες). Ξετυλίγεται περισσότερο στην Τριλογία: οι άνθρωποι αποκτούν αξία από τις πράξεις και τη στάση τους μακριά από ηθικολογικούς κανόνες, χρώμα, φύλο ή ακόμα και από την καταρχήν ιδεολογική τους τοποθέτηση.
Άνθρωποι τελείως διαφορετικοί μεταξύ τους, όπως ο Γιούνες, ένας φτωχός Αιγύπτιος που γνωρίζει τι θα πει αλληλεγγύη, ο Ρούμπυ, ένας ομοφυλόφιλος Άγγλος αιρετικός κατάσκοπος, η Έμμη, μια σεξομανής αριστερή Βιεννέζα, αποκτούν υπόσταση και ενίοτε φωνή, με τις διαφορετικές τους καταβολές, τις αμφιθυμίες, τις επιθυμίες αλλά και τις πράξεις τους.
Εμβληματική παρουσία στο έργο είναι η Αριάγνη, μια φτωχή, λαϊκή γυναίκα, που υπηρετώντας με απλότητα και χωρίς φαμφάρες τις ηθικές της αξίες κατακτά την ανθρώπινη υπόσταση -και τον αναγνώστη. Με το συμβολικό της όνομα, Αριάδνη, μοιάζει να αποτελεί τη μόνη διέξοδο στους κυκεώνες των ηρώων – και ενδεχομένως της Ιστορίας. Στον αντίποδα, φιγούρες όπως το κομματικό στέλεχος «Ανθρωπάκι» στηλιτεύονται και μαζί τους οι σταλινικές πρακτικές που εκφράζουν στην αριστερά και το κίνημα.
Ο πρωταγωνιστής, ο Μάνος Σιμωνίδης, αν και με «ανεξάρτητα βιογραφικά στοιχεία» δανείζεται και μεταφέρει αγωνίες του συγγραφέα. Τέχνη ή δράση;
Ο Τσίρκας ξεκίνησε θέλοντας ίσως να γράψει «ένα ή δυο βιβλία για να μείνουν». Στην πορεία των τριών βιβλίων, μοιάζει να παραμερίζουν οι ιστορίες και τα προσωπικά δράματα των ηρώων. Γίνεται όλο και πιο επιτακτική η ανάγκη να ειπωθεί η Ιστορία της Αντίστασης. Η μνήμη είναι η δικαίωσή τους.
Λίγο πριν πεθάνει, λέει ο Τσίρκας: «Γιατί εμένα με καίει η υπόθεση του Απρίλη(…) και η αδικία που έχει γίνει στους ανθρώπους που αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν… Αυτό μ’έκανε να γράψω, για να δικαιωθεί ο Απρίλης. Αυτό είναι το νόημα».

• Τα εγκαίνια της Έκθεσης έγιναν την Τετάρτη 16 Νοέμβρη, ενώ η Έκθεση θα διαρκέσει μέχρι τις 17 Δεκέμβρη

http://www.ergatiki.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=3376%3Ai994&Itemid=62 

Ακυβέρνητες Πολιτείες 

 

γράφει η Δήμητρα Κυρίλλου



Η τριλογία εξελίσσεται στη Μέση Αντολή και καλύπτει ιστορικά την περίοδο από το καλοκαίρι του 1942 μέχρι τον Απρίλη του 1944, όταν ξέσπασε η μεγάλη εξέγερση στο στρατό και τον στόλο. Πρόκειται για ένα κομμάτι της ιστορίας του ελληνικού αντιφασιστικού κινήματος που κατασυκοφαντηθηκε και έμεινε γνωστό σαν τα σκοτεινά «γεγονότα του Απρίλη του ‘44». Ακόμη και σήμερα προκαλεί αμηχανία στην Αριστερά. Πώς έγινε αυτό;
Στο Κάιρο μεταφέρθηκε μετά την κατάκτηση της Ελλάδας από τους Ναζί ο ελληνικός στρατός και η κυβέρνηση υπό τον τραπεζίτη Εμ.Τσουδερό. Η κυβέρνηση Τσουδερού προσπάθησε να κρατήσει τις ισορροπίες ανάμεσα στους Άγγλους, το παλάτι, τους οπαδούς της Μεταξικής δικτατορίας και τη «Δημοκρατική» παράταξη του κέντρου, τους βενιζελικούς. Το αντιφασιστικό αίσθημα όμως είναι δυνατό μέσα στον κόσμο, ξεπερνά πολύ τα πολιτικά όρια της Κεντροδεξιάς, επηρεάζεται καθαρά από τη δράση της Αριστεράς και του ΚΚΕ. Συναντιέται με τα καλύτερα κομμάτια του κινήματος της ελληνικής παροικίας, τον Εθνικό Απελευθερωτικό Σύνδεσμο (ΕΑΣ) και τα εργατικά σωματεία με πρωτοπόρους τους ναυτεργάτες.



Με πρωτοβουλία των κομμουνιστών δημιουργούνται πυρήνες αντιφασιστικών οργανώσεων σε όλες τις ένοπλες δυνάμεις, (ΑΣΟ, ΑΟΝ και ΑΟΑ). Κυκλοφορούν έντυπα και προκηρύξεις που πιάνουν τον παλμό και τη διάθεση των φαντάρων και εμπνέονται από τη δραστηριότητα του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ στην Ελλάδα. Δεν εμπιστεύονται καθόλου τους «συμμάχους» Βρετανούς, που σαν αποικιοκράτες τους έζησε και τους σιχαινόταν όλη η Μέση Ανατολή.
Επίσης δεν δέχονται οποιαδήποτε διάδοχη λύση που να περιλαμβάνει το βασιλιά και τα στελέχη της Μεταξικής δικτατορίας. Γι’ αυτό πιέζουν διαρκώς την κυβέρνηση, τόσο για δημοκρατία μέσα στο στράτευμα όσο κυρίως -ενώ διαφαίνεται η ήττα του ναζιστικού στρατοπέδου- για μια πολιτική λύση μετά την απελευθέρωση, που να περιλαμβάνει το σύνολο των δυνάμεων που πάλεψαν τον φασισμό.

Αντιπαραθέσεις

Αυτό εννοούν μιλώντας για «κυβέρνηση εθνικής ενότητας». Οι πρώτες αντιπαραθέσεις το Μάρτη του 1943 κλείνουν με πολιτικό συμβιβασμό. Για αντίποινα το αγγλικό στρατηγείο στέλνει τις 2 ελληνικές ταξιαρχίες δήθεν για γυμνάσια στην έρημο της Συρίας, σε μια πορεία εξόντωσης 700 χιλιομέτρων πεζή. Με αυτήν κλείνει ο δεύτερος τόμος των «Ακυβέρνητων Πολιτειών»
Το χάσμα διευρύνεται συνεχώς και κορυφώνεται με τις άκαρπες συνομιλίες ανάμεσα στην κυβέρνηση Τσουδερού και την αντιπροσωπεία των ελλληνικών αντιστασιακών οργανώσεων τον Αύγουστο του 1943, που ναυάγησαν με άμεση παρέμβαση του Τσώρτσιλ. Όταν τον Μάρτη του ’44 στην Ελλάδα σχηματίζεται η «κυβέρνηση του βουνού» (ΠΕΕΑ), η Αριστερά και οι αντιφασιστικές οργανώσεις κινητοποιούνται σε ειρηνική υπεράσπισή της.
Η αδιαλλαξία της κυβέρνησης Τσουδερού προκαλεί εξεγέρσεις στον στρατό και τον στόλο τον Απρίλη του ’44, οι οποίες ξεδιπλώνονται στον τρίτο τόμο, τη «Νυχτερίδα». Ο Τσουδερός παραιτείται και οι Άγγλοι αναλαμβάνουν να επιβάλουν την πειθαρχία δια των όπλων, το οποίο και κάνουν. Ο απολογισμός: 11 νεκροί ναύτες, 30 τραυματίες, 15-20.000 δημοκρατικοί φαντάροι κλείνονται σε στρατόπεδα στην έρημο, τα λεγόμενα «σύρματα».
Χειρότερη κι από τη βάρβαρη καταστολή όμως είναι η ανοιχτή καταδίκη που συνάντησε το κίνημα του Απρίλη από το ΕΑΜ και το ΚΚΕ, που έσπευσαν να το αποκηρύξουν ρητά στις συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας, για να μη διαταράξουν τις διαπραγματεύσεις με τους Άγγλους και τον Γεώργιο Παπανδρέου. Το σχετικό κείμενο έφτασε στους κρατούμενους φαντάρους μέσω χιλιάδων προκηρύξεων που πετούσαν τα αγγλικά αεροπλάνα πάνω από τα στρατόπεδα στην έρημο!
Η κυκλοφορία των «Ακυβέρνητων Πολιτειών» έφερε τη σταλινική αριστερά μπροστά σε έναν πολύ σκληρό καθρέφτη. Έσπευσε να «θάψει» το έργο και να διαγράψει τον Τσίρκα από μέλος του ΚΚΕ. Ευτυχώς δεν κατάφερε να εμποδίσει την αποδοχή και αναγνώριση του ίδιου και του έργου του που συγκινούν και παραμένουν επίκαιρα.

http://www.ergatiki.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=3377:i994&Itemid=62

Βιβλίο: Οι ρίζες της επαναστατικής αριστεράς στην Ελλάδα: επιλογή από τα κείμενα της Οργάνωσης Σοσιαλιστική Επανάσταση 1972-74

Οι ρίζες της επαναστατικής αριστεράς στην Ελλάδα: επιλογή από τα κείμενα της Οργάνωσης Σοσιαλιστική Επανάσταση 1972-74

Συγγραφείς: Συλλογικό
Εκδόσεις: Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο
Σελίδες: 120
...
Τιμή: 8 €

http://www.marxistiko.gr/home.php?Book_ID=828


Η έκδοση αυτή είναι αφιερωμένη στα 40 χρόνια
από την ίδρυση της Οργάνωσης Σοσιαλιστική Επανάσταση (ΟΣΕ)
μέσα στη δικτατορία, το φθινόπωρο του 1971.
Η ΟΣΕ είναι η οργάνωση από την οποία προέρχεται το
Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα (ΣΕΚ).

Η συλλογή με αυτά τα κείμενα κυκλοφόρησε για πρώτη
φορά στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, ώστε να γίνουν
γνωστά στο ευρύτερο κίνημα αυτά που πρόβαλε μέσα σε
συνθήκες παρανομίας η Μαμή, το έντυπο της ΟΣΕ. Εδώ
αναπαράγουμε τη συλλογή ακριβώς όπως ήταν στην
πρώτη έκδοσή της, συμπληρωμένη μόνο με ένα κείμενο
που αξιολογεί τη σημασία αυτών των απόψεων έχοντας
το πλεονέκτημα μιας απόστασης 30 χρόνων από τα
γεγονότα.
Πιστεύουμε ότι στα 10 χρόνια που πέρασαν από τότε οι
αντικαπιταλιστικές ρίζες που πρόσφερε η ΟΣΕ στο
σύγχρονο κίνημα έχουν αρχίσει να αποδίδουν καρπούς.
Όχι μόνο γιατί ο καπιταλισμός κατά γενική ομολογία
περνάει την πιο μεγάλη κρίση του από την εποχή του
Μεσοπόλεμου, αλλά και γιατί ο αντικαπιταλισμός
συγκροτείται σαν διακριτό ρεύμα και στην Ελλάδα και
διεθνώς.
Ελπίζουμε ότι η νέα αυτή έκδοση θα συμβάλει ώστε αυτή
η συγκρότηση να προχωρήσει έτσι όπως αξίζει στις
επιθυμίες και στις αγωνίες των χιλιάδων αγωνιστών της
νέας, αντικαπιταλιστικής, Μεταπολίτευσης που δίνει τις
μάχες της σήμερα.

 Από την ΟΣΕ στο ΣΕΚ: 40 χρόνια στην υπηρεσία της Επανάστασης και του Σοσιαλισμού 



 http://www.ergatiki.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=3375%3Ai994&Itemid=62

Σαράντα χρόνια πριν, τον Οκτώβρη του 1971 ιδρυόταν η Οργάνωση Σοσιαλιστική Επανάσταση (ΟΣΕ), η οργάνωση από την οποία προέρχεται το ΣΕΚ. Είναι μια επέτειος που δεν αφορά μόνο τα μέλη του ΣΕΚ, παρόλο που έχουμε κάθε λόγο να είμαστε περήφανες και περήφανοι για τη διαδρομή μας και αισιόδοξοι για το μέλλον. Η επέτειος είναι αφορμή να συλλογιστούμε για την πορεία της Αριστεράς όλες αυτές τις δεκαετίες για να ξεκαθαρίσουμε τι είδους Αριστερά χρειάζονται οι αγώνες των εργατών και της νεολαίας σήμερα. Μια Αριστερά ασυμβίβαστα αντικαπιταλιστική και επαναστατική είναι η απάντηση, και σ’ αυτό η σαραντάχρονη πορεία της ΟΣΕ και του ΣΕΚ έχει να μας πει κάμποσα πράγματα.
Οι ρίζες της ΟΣΕ βρίσκονται στα γεγονότα που σημάδεψαν μια ολόκληρη γενιά αγωνιστών στη δεκαετία του ’60 όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς. Ήταν η δεκαετία όπου η επαναστατική αριστερά κάνει ορμητικά την εμφάνισή της για πρώτη φορά μετά τη δεκαετία του 1920. Το κίνημα ενάντια στον πόλεμο στο Βιετνάμ και το πνεύμα της εξέγερσης στα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα συνδυάστηκε με την επανεμφάνιση μιας κοινωνικής δύναμης που θεωρούταν ξεγραμμένη ως επαναστατικός παράγοντας: της εργατικής τάξης.
Ο Μάης του 1968 στη Γαλλία ήταν η μεγαλύτερη γενική απεργία στην ιστορία, με τα εργοστάσια κατειλημμένα από τους εργάτες και τις κόκκινες σημαίες να κυματίζουν στις πύλες τους. Το καυτό φθινόπωρο των απεργιών στην Ιταλία ήταν η έναρξη μιας δεκαετίας ριζοσπαστικών αγώνων που γέννησε μεγάλες επαναστατικές οργανώσεις. Υπήρχαν κι άλλα γεγονότα: το 1968 τα ρώσικα τανκς τσάκιζαν την «Άνοιξη της Πράγας» στην Τσεχοσλοβακία. Για τους εργάτες και τη νεολαία που πάλευαν ενάντια στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό τη στιγμή που ισοπέδωνε το Βιετνάμ, ένας τέτοιος «σοσιαλισμός» δεν ήταν πολύ πιο ελκυστικός.
Για τους αγωνιστές και τις αγωνίστριες από την Ελλάδα αυτές οι αναζητήσεις σημαδεύονταν και από την τραυματική εμπειρία της χούντας του 1967. Η «επίσημη» Αριστερά, η ΕΔΑ και το ΚΚΕ είχε σπαταλήσει τη δυναμική του κινήματος των Ιουλιανών του ’65 και είχε σταθεί ανίκανη να κάνει το οτιδήποτε για να εμποδίσει τη χούντα. Συνέπεια ήταν η κρίση και η διάσπαση του ΚΚΕ το 1968.
Παρά τις συνθήκες παρανομίας και ήττας, άνοιξε ο δρόμος για την εμφάνιση νέων δυνάμεων στην Αριστερά. Χωρίς αυτή την Αριστερά, η εξέγερση του Πολυτεχνείου δεν θα ήταν αυτό που τιμούμε και μας δίνει έμπνευση σήμερα. Η ΟΣΕ ήταν τμήμα αυτού του ρεύματος. Συνέχισε να είναι και στα θυελλώδη χρόνια της Μεταπολίτευσης αλλά και στις επόμενες δεκαετίες. Αποδείχτηκε επίσης το πιο συνεπές και το πιο ανθεκτικό τμήμα της. Από μια μικρή ομάδα στα πρώτα βήματά της ως ΟΣΕ, σήμερα το ΣΕΚ είναι μια σημαντική συνιστώσα της αντικαπιταλιστικής αριστεράς που μπαίνει επίσημα –και απειλητικά για την κυρίαρχη τάξη- στο «πολιτικό σκηνικό». Αυτό το κατορθώσαμε στηριγμένοι σε κάποιες βασικές πολιτικές επιλογές.

Καθήκοντα

Η πρώτη ήταν ο αντικαπιταλισμός. Για δεκαετίες η κυρίαρχη άποψη στην Αριστερά ήταν πως τα καθήκοντα του κινήματος μπορεί να είναι εθνικοαπελευθερωτικά, αντιιμπεριαλιστικά, αντιμονοπωλιακά, αλλά ποτέ αντικαπιταλιστικά –αυτά ανήκαν στο απροσδιόριστο μέλλον. Η ΟΣΕ ήταν αιρετική φωνή όταν υποστήριζε από τα πρώτα της βήματα, για παράδειγμα, ότι η πάλη ενάντια στη χούντα πρέπει να γίνεται από τη σκοπιά της πάλης ενάντια στον καπιταλισμό. Ότι η χούντα ήρθε σαν απάντηση της άρχουσας τάξης στην πολιτική και κοινωνική κρίση του ελληνικού καπιταλισμού και δεν ήταν έργο κάποιων «επίορκων» ή ξενόδουλων αξιωματικών.
Από μια τέτοια εκτίμηση πήγαζαν και πιο συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές: «Δεν θα χαρίσουμε τις πολιτικές νίκες του κινήματος στους Καραμανλήδες» ήταν ο τίτλος ενός –προφητικού- άρθρου στην παράνομη εφημερίδα της ΟΣΕ, την «Μαμή» τον Απρίλη του 1973. Συγκρίνετε αυτή τη θέση με την στάση της ρεφορμιστικής Αριστεράς που και τότε και στην Μεταπολίτευση έκανε ακριβώς αυτό, μια πολιτική που συμπύκνωσε ο Μίκης Θεοδωράκης με το περίφημο δίλημμα «Καραμανλής ή τανκς».
Η δεύτερη επιλογή ήταν η κεντρικότητα της εργατικής τάξης, τόσο στους πολιτικούς και οικονομικούς αγώνες όσο και στην συνολική προοπτική της πάλης ενάντια στον καπιταλισμό. Πάλι επρόκειτο για κάτι αιρετικό. Για τις κυρίαρχες αριστερές παραδόσεις, οι εργάτες ήταν απλά μια υποδιαίρεση του «λαού», ένα τμήμα της «λαϊκής συμμαχίας» όπου τους αντιπροσώπευε το κόμμα.
Αυτή η θέση βοήθησε την ΟΣΕ να στραφεί πρώτη από όλη την επαναστατική αριστερά στην παρέμβαση στις «άγριες» απεργίες της Μεταπολίτευσης. Είναι μια επιλογή που δεν την εγκαταλείψαμε ποτέ. Οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες της ΟΣΕ και του ΣΕΚ βρέθηκαν σε κάθε μικρό και μεγάλο εργατικό αγώνα από τότε μέχρι σήμερα, προβάλλοντας την προοπτική της ανατροπής του καπιταλισμού. Από την ηρωική απεργία της ΕΑΣ στα χρόνια του Μητσοτάκη μέχρι τις ανταρσίες των εργατών ενάντια στο ΠΑΣΟΚ του Σημίτη στη δεκαετία του ’90, τους αγώνες που γκρέμισαν πριν την ώρα της την κυβέρνηση του Καραμανλή το 2009 μέχρι τις απεργίες διαρκείας και τις καταλήψεις που γκρέμισαν την κυβέρνηση του ΓΑΠ, η Εργατική Αλληλεγγύη και το ΣΕΚ είναι εκεί για να στηρίξουν, να συμβάλουν στην κλιμάκωση, τον συντονισμό των απεργιών.
Ένα άλλο ξεκαθάρισμα είναι εκείνο που συμπυκνώνει το σύνθημα που θα ακουστεί δυνατά στις πορείες του Πολυτεχνείου: «Δεν υπάρχει δρόμος κοινοβουλευτικός, ο δρόμος του Νοέμβρη επαναστατικός». Η άποψη ότι η αλλαγή της κοινωνίας μπορεί να έρθει μέσα από τις ενέργειες μιας αριστερής κυβέρνησης κυριάρχησε στις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Δεν ήταν παράξενο. Σαράντα χρόνια δεξιάς, χούντας, διώξεων και «περιορισμένης δημοκρατίας» έκαναν αυτή την προοπτική να μοιάζει και λογική και ριζοσπαστική. Το ΠΑΣΟΚ υποσχόταν ότι θα είναι η κυβέρνηση της «Αλλαγής» που θα φέρει στις 18 Σοσιαλισμό και το ΚΚΕ αντέτασσε ότι «πραγματική Αλλαγή» δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη συμμετοχή του σε μια τέτοια κυβέρνηση («Αλλαγή δεν γίνεται χωρίς το ΚΚΕ» έλεγε ένα σύνθημα στις αρχές της δεκαετίας του ’80).

Δημοκρατία των Εργατων

Η πορεία από το ΠΑΣΟΚ της 3ης Σεπτέμβρη στο ΠΑΣΟΚ της συγκυβέρνησης με τους φασίστες είναι ακόμα μια απόδειξη πόσο μη-ρεαλιστικός είναι ο κοινοβουλευτικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό. Απέναντι σε μια αστική δημοκρατία που γράφει στα παλαιότερα των υποδημάτων της τη θέληση της πλειοψηφίας και προτιμάει έναν τραπεζίτη περιτριγυρισμένο από Βορίδηδες και Μπουμπούκους, μπορούμε να υποστηρίξουμε πολύ πιο αποφασιστικά ότι η δημοκρατία των εργατών είναι σκάλες ανώτερη από τη δημοκρατία των κοινοβουλευτικών εδράνων.
Οι τρεις αυτές επιλογές μάς βοήθησαν να ξεκαθαρίσουμε και ένα άλλο ζήτημα, που ιδιαίτερα μετά το 1989 βασανίζει την Αριστερά: τι είναι αυτός ο Σοσιαλισμός για τον οποίο παλεύουμε; Όταν ξεκινούσε η ΟΣΕ η απάντηση ήταν σχεδόν δεδομένη. Το ανατολικό μπλοκ ήταν ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» έστω κι αν χρειαζόταν διορθώσεις, περισσότερη δημοκρατία για παράδειγμα. Αλλά ρεύματα της επαναστατικής αριστεράς κοιτούσαν στην Κίνα του Μάο Τσε Τουνγκ για να βρουν το πρότυπο μιας κοινωνίας απαλλαγμένης από τη γραφειοκρατία τύπου Μπρέζνιεφ. Ένα βασικό στοιχείο που ωθούσε σε τέτοια πρότυπα, ήταν η άποψη πως το βασικό κριτήριο που κάνει μια κοινωνία σοσιαλιστική είναι η κρατική ιδιοκτησία της οικονομίας. Αυτή η πεποίθηση δεν ήταν αποκλειστικό προνόμιο των σταλινικών ΚΚ ή των μαοϊκών ρευμάτων. Για την σοσιαλδημοκρατία, σοσιαλισμός σήμαινε επίσης ένας μεγάλος κρατικός τομέας, ένα ισχυρό κράτος πρόνοιας.
Για την ΟΣΕ και το ΣΕΚ η κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, βασικών κλάδων της οικονομίας όπως του τραπεζικού συστήματος, ήταν πάντα αναγκαία μεν αλλά όχι επαρκής συνθήκη για να χαρακτηριστεί ένα καθεστώς σοσιαλιστικό. Ο Λένιν έγραφε το 1917 ότι σοσιαλισμός σημαίνει μια κοινωνία όπου «κάθε μαγείρισσα θα μπορεί να κυβερνά το κράτος». Και στις χώρες όπως η Ρωσία ή η Κίνα οι «μαγείρισσες» όχι μόνο δεν κυβερνούσαν αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν ούτε απεργία. Αυτές οι κοινωνίες ήταν καθεστώτα κρατικού καπιταλισμού.
Αυτή η θέση δεν ήταν ένα φυλαχτό που μας εξασφάλιζε την «ιδιαιτερότητα» από τα άλλα ρεύματα της Αριστεράς. Έπαιξε κρίσιμο ρόλο στο να μην υποκύψει η ΟΣΕ (και το ΣΕΚ) στην απαισιοδοξία που κατέλαβε όλη την αριστερά μετά τις καταρρεύσεις του 1989. Αντίθετα, πανηγυρίσαμε τις επαναστάσεις που ανέτρεψαν εκείνες τις δικτατορίες. Και η θεωρία του κρατικού καπιταλισμού μάς βοήθησε και σε κάτι άλλο: να προβλέψουμε ότι η κρίση που διέλυε το ένα τμήμα του παγκόσμιου καπιταλισμού θα περάσει αργά ή γρήγορα και στο άλλο. Από την Ανατολή στην Δύση.
Σαράντα χρόνια μετά, πολλές από τις διαμάχες που σημάδεψαν αυτή την πορεία μέσα στην αριστερά μπορεί να μοιάζουν μουσειακές. Στην ουσία τους, όμως, οι βασικές επιλογές ανάμεσα στην μεταρρύθμιση και την επανάσταση, στον σοσιαλισμό από τα «πάνω» και στον σοσιαλισμό «από τα κάτω», ανάμεσα στη στρατηγική που βάζει σαν υποκείμενο της αλλαγής την εργατική τάξη και στις στρατηγικές που αναζητούν υποκατάστατα είτε στα υπουργεία είτε στη δράση μιας «αποφασισμένης μειοψηφίας», εξακολουθούν να είναι οι διαχωριστικές γραμμές στην Αριστερά. Και το πώς απαντιόνται θα καθορίσει την πορεία των αγώνων που δίνουμε σήμερα. Όσο πιο δυνατή είναι η Αριστερά του αντικαπιταλισμού και της επανάστασης, τόσο πιο γρήγορα θα βρουν δικαίωση οι ελπίδες και οι αγώνες μας. Το ΣΕΚ είναι περήφανο που σαράντα χρόνια μετά την ίδρυσή του, είναι πολύ πιο δυνατό, πιο έμπειρο και ακόμα πιο αισιόδοξο για τη συμβολή του σ’ αυτή την προσπάθεια.
 

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

1ο Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών (από ΕΡΤ)



Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών διοργανώνεται για πρώτη χρονιά φέτος στην Ελλάδα, με πρωτοβουλία του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου και του υπουργείου Πολιτισμού. Θα πραγματοποιηθεί στις 9 και 10 Δεκεμβρίου στις αίθουσες του Ιδρύματος Κακογιάννη σε συνδιοργάνωση με το Ίδρυμα και σε συνεργασία με τρία αντίστοιχα ευρωπαϊκά φεστιβάλ, της Μάντοβας, του Βερολίνου και της Ουαλίας.
Στο 1ο Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών συμμετέχουν πεζογράφοι και ποιητές, έως 35 ετών, με έναν ή δύο τίτλους βιβλίων στο ενεργητικό τους και έχουν προταθεί από έγκριτα λογοτεχνικά περιοδικά. Οι συμμετέχοντες θα έχουν την ευκαιρία να προβάλουν το έργο τους μέσα από έναν «Μαραθώνιο Ανάγνωσης». Η κριτική επιτροπή του Φεστιβάλ θα επιλέξει τρεις νέους λογοτέχνες που θα κερδίσουν εξάμηνη υποτροφία για επόμενα δημιουργικά βήματά τους.
Το Φεστιβάλ θα πλαισιωθεί από παράλληλες εκδηλώσεις - συζητήσεις στρογγυλής τράπεζας, θεατρικά και χορευτικά δρώμενα, προβολές ταινιών μικρού μήκους και εργαστήρια.
Όπως επισημαίνουν στη σχετική ανακοίνωσή τους οι διοργανωτές του Φεστιβάλ, επιχειρούν να στείλουν «ένα αισιόδοξο μήνυμα εμπιστοσύνης για το μέλλον στις δύσκολες στιγμές, που ζει η χώρα».


Πηγή: ΑΠΕ
Επιμέλεια: Ανδρέας Ροδίτης

Το πολυτεχνείο είναι εδώ (συλλογικό έργο) Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο

Συγγραφείς: Μαρία Στύλλου, Λέανδρος Μπόλαρης, Πάνος Γκαργκάνας
Εκδόσεις: Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο
Σελίδες: 56
... ...
Τιμή: 3 €

Η εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973 ήταν η αρχή του τέλους της χούντας. Δεν ήταν υπόθεση μιας χούφτας ηρωικών φοιτητών, ήταν ένας μαζικός ξεσηκωμός των εργατών και της νεολαίας, κομμάτι της παγκόσμιας έκρηξης του '68, ενός κινήματος που έβαζε στην προοπτική του την ανατροπή του καπιταλισμού και τη δημιουργία μιας κοινωνίας απαλλαγμένης από την εκμετάλλευση, την καταπίεση, το ρατσισμό και τους φασίστες, τη φτώχεια, τον πόλεμο.
Σήμερα, με το σύστημα βουτηγμένο στην πιο βαθιά κρίση του, με τα μνημόνια της χρεοκοπίας να τσακίζουν τις ζωές των ανθρώπων, αυτή η προοπτική ζωντανεύει ξανά. Ζωντανεύει στα εκατομμύρια των απεργών, των καταληψιών, των διαδηλωτών που αντιστέκονται στις επιθέσεις των κυβερνήσεων και της κάθε Τρόικας, απλώνεται από την πλατεία Ταχρίρ στην Plaza del Sol, στο Σύνταγμα, στη Wall Street.
«Το Πολυτεχνείο είναι ΕΔΩ!». Όχι μόνο η μνήμη του, αλλά και ο επαναστατικός δρόμος που χάραξε για το πώς αλλάζει η κοινωνία.

http://marxistiko.gr/home.php?Book_ID=827

Σαν σήμερα 14 Νοεμβρίου 1851 ο Αμερικάνος συγγραφέας Χέλμαν Μέλβιλ εκδίδει στις ΗΠΑ το μυθιστόρημά του Μόμπι Ντικ, ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας (3 φωτογραφίες)







 



Στιγκ Λάρσον: Το «άλλο» σουηδικό μοντέλο (Ο εθνικισμός και η άνοδος της Ακροδεξιάς)







Ο διάσηµος Σουηδός Στιγκ Λάρσον ήταν µαχητικός προασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωµάτων, δηµοσιογράφος και εκδότης του στρατευµένου περιοδικού «Expo», πολύ πριν κατακτήσει το διεθνές κοινό ως συγγραφέας αστυνοµικών µυθιστορηµάτων.
Μετά τον θάνατό του συγκεντρώθηκαν σε τόμο μερικά από τα αντιπροσωπευτικότερα δείγματα των πολιτικών του παρεμβάσεων που εκδόθηκαν μετά τη σφαγή του περασμένου Ιουλίου στη Νορβηγία. Και ιδού που ο Λάρσον αποδεικνύεται προφήτης.
Το αστυνομικό μυθιστόρημα ανθεί στις σκανδιναβικές χώρες για λόγους που δεν έχουν πλήρως αναλυθεί. Ο Χένινγκ Μάνκελ, ο Τζο Νέσμπο, ο Αρνε Νταλ, η Καμίλα Λάκμπεργκ, ο Αρνι Θοράρινσον, ο Γκούναρ Στόλεσεν, όπως και ο πρόωρα χαμένος Στιγκ Λάρσον πουλάνε εκατομμύρια αντίτυπα. Στα διακριτικά χαρακτηριστικά αυτού του κύματος περιλαμβάνονται η πολιτικοποίηση υπό μια «αριστερόστροφη» γωνία και η σύνδεση με τα ευρύτερα κοινωνικά ζητήματα. Εχει εύστοχα γραφεί ότι έχουμε να κάνουμε με μια ανανέωση του κοινωνικού μυθιστορήματος πίσω από το προσωπείο του νουάρ. Η γραμμή αυτή υπηρετείται εμμονικά και οι σκανδιναβοί συγγραφείς σπανίως κρύβουν το σοσιαλδημοκρατικό πρόταγμα στα έργα τους. Οι κακοί είναι κατά κανόνα ακροδεξιοί ή συνδέονται με τον νεοναζισμό. Είναι ξενόφοβοι, ρατσιστές, μισογύνηδες, μισούν τους Εβραίους. Είναι εχθροί της διαπολιτισμικότητας και προασπίζονται τη φυλετική καθαρότητα. Το κοινό ποινικό έγκλημα συχνότατα ενδύεται το πολιτικό πρόγραμμα της Ακροδεξιάς και αμφισβητεί το σκανδιναβικό μοντέλο. Το ενδιαφέρον είναι ότι το σχήμα συχνά λειτουργεί. Με άλλα λόγια, η στρατευμένη αστυνομική λογοτεχνία γίνεται πειστική όταν πέραν της ιδεολογίας καταφέρνει να εμβυθιστεί στο υπόστρωμα της βίας - τη φτώχεια, τη μοναξιά του μεγάλου σκανδιναβικού χειμώνα, τη σεξουαλική στέρηση ή την περιθωριοποίηση.
Στα άρθρα - αναλύσεις του Λάρσον διαγράφεται με απόλυτη καθαρότητα αυτή η τάση. Δεν πρόκειται για την άλλη όψη ενός αστυνομικού συγγραφέα αλλά - όπως λέει στον πρόλογο ο Μανώλης Πιμπλής - για την πολιτική που διαφωτίζει και εξηγεί το μυθοπλαστικό του έργο. Με ιδιαίτερη μαχητικότητα ο Λάρσον ξιφουλκεί κατά της Ακροδεξιάς διακρίνοντας ήδη από τη δεκαετία του '80 την άνοδο ενός παγκόσμιου νεοφασιστικού φαινομένου που εκκινεί από τα υπολείμματα της Κου Κλουξ Κλαν, δείχνει τα δόντια του στη βομβιστική επίθεση της Οκλαχόμα Σίτι, απλώνει τις παραφυάδες του σε ποικίλα σημεία του πλανήτη και τροποποιεί την πολιτική ατζέντα εντάσσοντας σ' αυτήν το ρατσιστικό μίσος, την κριτική στις μεταναστευτικές πολιτικές, τον αντιεβραϊσμό, τη δυσφήμηση της δημοκρατίας, την ενοχοποίηση των πολιτικών και τη συνωμοσιολογία. Κάτι θυμίζουν όλα αυτά ασφαλώς στον έλληνα αναγνώστη. Το σημαντικό όμως στην περίπτωση Λάρσον είναι ότι τα πράγματα λέγονται με το όνομά τους και το όνομα αυτό είναι «Ακροδεξιά» ακόμη και στις περιπτώσεις όπου νεοναζιστικές ομάδες, σκιν χεντς και εχθροί της «εθνικής αλλοτρίωσης» καταφέρνουν να συγκροτήσουν κόμματα που μπαίνουν στη Βουλή.

 
 
Ο εθνικισμός και η άνοδος της Ακροδεξιάς

Η παρουσία δραστήριων αντιδημοκρατικών ομάδων μπορεί να αποτελέσει ένδειξη για την πραγματική κατάσταση της δημοκρατίας… Το συνηθέστερο προπαγανδιστικό μήνυμα είναι ο ισχυρισμός ότι οι δημοκράτες πολιτικοί είναι κατά κάποιον τρόπο κακοποιοί που εξαπατούν και οικειοποιούνται πόρους εις βάρος του λαού και οι οποίοι "ξεπούλησαν" ή "πρόδωσαν" τη χώρα.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι ακραίες εθνικιστικές θέσεις έχουν αναπτυχθεί δραματικά τα τελευταία είκοσι χρόνια. Ομάδες που μόλις στη δεκαετία του '70 δεν έφταναν την ποσοστιαία μονάδα αποτελούν σήμερα μαζικά κινήματα υποστηριζόμενα από εκατομμύρια ψηφοφόρους. Πρόκειται για μια δραματική ανατροπή του πολιτικού σκηνικού. Οι δημοκράτες πολιτικοί δυσκολεύονται πολύ στον καθορισμό και την αντιμετώπιση της Ακροδεξιάς. Σε αντίθεση με τους ακτιβιστές της δεκαετίας του '30, οι σύγχρονοι πραιτοριανοί δεν φορούν μαύρες στολές αλλά κοστούμια Αρμάνι ραμμένα κατά παραγγελία. Εισέρχονται θριαμβευτικά στο Ευρωκοινοβούλιο και συμμετέχουν στις εθνικές κυβερνήσεις με χαμόγελα συνέπειας διαβεβαιώνοντας ότι είναι πέρα για πέρα "δημοκρατικά" κόμματα.
Οι πολιτικοί που θέλουν να υποβαθμίσουν την προέλαση όλων αυτών των ομάδων, ασμένως ισχυρίζονται ότι η κοινοβουλευτική Ακροδεξιά "προσαρμόζεται" στο δημοκρατικό σύστημα και έτσι γίνεται ακίνδυνη και ξεδοντιάζεται. Η αλήθεια είναι, εντούτοις, πως τα δημοκρατικά κόμματα προσαρμόζονται εξίσου συχνά στη ρητορική και τα μηνύματα της Ακροδεξιάς. Ενα τέτοιο παράδειγμα μπορεί κανείς να δει στην πολιτική της δανικής κυβέρνησης από τότε που το Δανικό Λαϊκό Κόμμα έγινε ρυθμιστής. Εντελώς αιφνίδια γίνονται αποδεκτές απόψεις που πριν από δέκα χρόνια θα είχαν χαρακτηρισθεί άκρως ρατσιστικές και ξενοφοβικές.

(Απόσπασμα που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Expo», τεύχος 2, 2003) 
 
 
 

Στιγκ Λάρσον: οι βαθιές πληγές της σύγχρονης κοινωνίας

Γροθιά κατά του νεοναζισμού

 

Με πολεμική γλώσσα, ο Στιγκ Λάρσον καταγγέλλει συγκεκριμένα κόμματα και πολιτικούς φορείς που, αν και είναι εν πολλοίς άγνωστα στην Ελλάδα, θυμίζουν πολλά από τα καθ' ημάς. Δεινός εμπειριστής και χωρίς διάθεση θεωρητικολογίας, καταπιάνεται με την ακροδεξιά ατζέντα απορώντας που λίγες δεκαετίες μετά το Ολοκαύτωμα τα ζητήματα της φυλετικής καθαρότητας έχουν αποκτήσει τέτοιες διαστάσεις. Και εκεί διαπιστώνουμε τις αντιφάσεις ενός νεοφασισμού που ανάγει τους Αραβες (κυρίως μετά την 11/9) σε μείζονα εχθρό του δυτικού πολιτισμού ενώ ταυτόχρονα συμπαρατάσσεται με τρομοκρατικές αραβικές σέχτες προκειμένου να χτυπηθεί το εβραϊκό λόμπι «που κυβερνά τον κόσμο» και βεβαίως το Ισραήλ.
Στην αρθρογραφία του ο δημοσιογράφος - συγγραφέας διαπιστώνει τις ασυνέπειες μιας κοινωνικής τάσης που θέλει να ενοχοποιήσει τους ξένους για όλα τα ευρωπαϊκά δεινά και αποδεικνύει ότι η εγκληματικότητα δεν είναι μεγαλύτερη στους κύκλους των μεταναστών. Καταγγέλλει τη βία από όπου και αν προέρχεται παρά το ότι, κακώς, δεν επιλέγει να ασχοληθεί με τις αριστερές παραφυάδες της. Και θεωρεί ότι φαινόμενα όπως η κακομεταχείριση των γυναικών και των ομοφυλοφίλων συνιστούν εκδηλώσεις ευρύτερων στάσεων και αντιλήψεων και όχι προνόμιο εθνοτικών ομάδων όπως οι Κούρδοι και οι λοιποί μετανάστες.
Ο Λάρσον κάνει επίδειξη πολιτικής ορθότητας χωρίς να αμφιβάλλει διόλου για τις αρετές του σκανδιναβικού συνεργατικού - σοσιαλδημοκρατικού μοντέλου. Το πώς και γιατί όμως παράγεται τόση αποξένωση και βία στις χώρες πρότυπα του Βορρά της Ευρώπης δεν μας το εξηγεί επαρκώς. Αντ' αυτού προασπίζεται προγραμματικά μια πολυπολιτισμικότητα που παίρνει αυτονοήτως το μέρος της νεαρής χειραφετημένης μουσουλμάνας η οποία δολοφονήθηκε από τον κούρδο πατέρα της ενώ ταυτόχρονα σέβεται ακόμη και όσα ιερά και όσια των μειονοτήτων - παρθενία, πίστη, κλειτοριδεκτομή κ.ο.κ. - αντιστρατεύονται το Ευρωπαϊκό Δίκαιο αλλά και τις διεθνείς συμβάσεις που οι ίδιες οι χώρες προέλευσης των μεταναστών έχουν υπογράψει. Φεμινισμός και πολυπολιτισμικότητα δεν συμβαδίζουν αναγκαστικά...
Στο πιο ενδιαφέρον και εκτενές άρθρο αυτής της συλλογής (σελ. 161-200) ο Λάρσον τα βάζει με τους κοινωνικούς ανθρωπολόγους που επιχειρούν να συνδέσουν νομοτελειακά την εγκληματικότητα των ξένων με τις πολιτισμικές παραδοχές των κοινωνιών τους, στηρίζοντας έτσι εκ του πονηρού τις ρατσιστικές πολιτικές. Παρά τις επικαλύψεις και επαναλήψεις αναδεικνύεται εδώ ένα έξυπνο ερώτημα: μήπως θα ήταν ορθό να ασχοληθούμε, εκτός από την κοινωνική ανθρωπολογία του Κουρδιστάν, με αυτήν των σκανδιναβών μέθυσων, φορέων φυλετικού μίσους που κακοποιούν συστηματικά νεαρές σουηδέζες και εσθονές πόρνες τα Σαββατόβραδα; Μήπως, και η δική μας κοινωνία χρειάζεται τους ανθρωπολόγους της σ' αυτούς τους καιρούς που η αυτογνωσία δεν είναι αγαθό εν επαρκεία; Η απάντηση θα ήταν ναι, υπό τον όρο να διερωτηθούμε πώς η ατζέντα της ευρωπαϊκής Αριστεράς συρρικνώθηκε σε μια συζήτηση περί του μεταναστευτικού ζητήματος ωσάν να είχαν εξαλειφθεί η ανισότητα, η εκπτώχευση και η όποια ταξική πάλη. Αλλά με αυτό το ζήτημα ο συγγραφέας δεν ασχολείται - ούτε άλλωστε και η ευρωπαϊκή Αριστερά.