Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2011

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ: Οι “κακοί” του Σκόλα







«Βίαιοι, βρώμικοι κακοί». Θα μπορούσε να είναι πετυχημένος χαρακτηρισμός της νέας κυβέρνησης του ΓΑΠ, όμως πρόκειται για την επανακυκλοφορία μιας βραβευμένης ταινίας που γύρισε το 1976 ο Ιταλός αριστερός σκηνοθέτης Έτορε Σκόλα και που δυστυχώς έχει πολλές ομοιότητες με όσα ζούμε σήμερα.
Η ταινία εκτυλίσσεται σε μια παραγκούπολη της Ρώμης (ναι, υπήρχαν πολλές τέτοιες στις λοφώδεις παρυφές της ιταλικής πρωτεύουσας). Σε ένα παράπηγμα μένει ο Τζιατσίντο Ματζατέλλα και μαζί η πολυπληθής οικογένειά του, η γυναίκα του, τα 10 παιδιά τους με τις δικές τους οικογένειες και  παιδιά (εντός και εκτός γάμου), καθώς και μια εμβληματική γιαγιά σε αναπηρική πολυθρόνα.
Μετανάστες από το Νότο στις παρυφές της πόλης αλλά και της κοινωνίας, εντελώς λούμπεν στοιχεία, προσπαθούν να επιβιώσουν με κάθε λογής κομπίνες. Σε αυτή τη φαμίλια καθόλου δεν ισχύουν τα ηθικά και θρησκευτικά προτάγματα του καθολικισμού, ούτε οι δεσμοί αίματος. Ο καθένας προσπαθεί να τη βγάλει εις βάρος του άλλου αρπάζοντας, εκβιάζοντας, παρενοχλώντας, με μέσα που εναλλάσσονται από την τραγωδία στη μαύρη κωμωδία και στα όρια μιας υπερβολής που σοκάρει.
Ο πατριάρχης Τζιατσίντο έχει χάσει το ένα του μάτι σε εργατικό ατύχημα και έχει πάρει αποζημίωση ένα εκατομμύριο λιρέτες, τις οποίες εποφθαλμιούν όλα τα μέλη της οικογένειας. Αφού μαχαιρώνει για πολλοστή φορά σ’ έναν καυγά τη γυναίκα του και πυροβολεί ένα γιό του, εγκαθιστά στο σπίτι και τη νέα του φιλενάδα. Τότε η φαμίλια αποφασίζει να τον δηλητηριάσει. Όμως η ταινία δεν είναι θρίλερ αλλά άκρως ρεαλιστική φάρσα, η κρίση θα κορυφωθεί με τρόπο σουρεαλιστικό και η ζωή θα συνεχιστεί όπως ακριβώς πριν, με φόντο ένα τηλεοπτικό συνεργείο της ιταλικής τηλεόρασης που εισβάλλει στην παραγκούπολη ρωτώντας τους περίοικους πώς είναι άραγε η ζωή εκεί...
Ο Σκόλα αρχικά ήθελε να γυρίσει ένα ντοκυμαντέρ για τις παραγκουπόλεις της Ρώμης, στα χνάρια του Νεορεαλισμού. Έτσι ονομάστηκε το ρεύμα που αναδύθηκε στην Ιταλία στο τέλος του 2ου παγκόσμιου πολέμου μέσα από τα συντρίμια του φασισμού. Το 1943 η «Σινετσιτά» η διάσημη κινηματογραφική βιομηχανία στα προάστια της Ρώμης, που παρήγαγε ταινίες υπό την καθοδήγηση του Μουσολινικού καθεστώτος (υπεύθυνος ήταν ο γιός του δικτάτορα Βιτόριο) και που ονομάζονταν «Λευκά τηλέφωνα» (μιμούμενα την αστική ευδαιμονία των αμερικανικών ταινιών), καταλήφθηκε από πρόσφυγες του πολέμου που κατασκήνωσαν στις εγκαταστάσεις της.

Αντίβαρο

Μια ομάδα αριστερών κινηματογραφιστών γύρω από τον Ρομπέρτο Ροσελίνι, τον Λουκίνο Βισκόντι, τον Βιτόριο Ντε Σίκα και άλλους στράφηκε σαν αντίβαρο στο ρεαλισμό, στην απεικόνηση της κοινωνίας όπως αυτή είναι, με πραγματικούς ήρωες, τις ζωές τους και τις αντιφάσεις τους. Έτσι γυρίστηκαν ταινίες σε ανοιχτούς χώρους,  πολλές φορές με πρωταγωνιστές απλούς ανθρώπους -μη επαγγελματίες, εστιάζοντας στην καθημερινή ζωή και τις αυθεντικές – μη επιτηδευμένες αντιδράσεις και συναισθήματα. Η  «Εμμονή» του Βισκόντι, η «Ρώμη – ανοχύρωτη πόλη» από την ιστορική τριλογία του Ροσελίνι και οι «Κλέφτες ποδηλάτων» του Ντε Σίκα είναι οι πιο χαρακτηριστικές ταινίες του Νεορεαλισμού, που επηρέασε καθοριστικά επερχόμενα κινηματογραφικά ρεύματα όπως το βρετανικό «Φρι σίνεμα» και το Γαλλικό «Νέο κύμα».
Ο Νεορεαλισμός έληξε με απότομο τρόπο στις αρχές της δεκαετίας του ’50, όταν η αναβαπτισμένη Ιταλία διεκδικούσε ένα νέο ρόλο στις διεθνείς πολιτικές εξελίξεις, το βιωτικό επίπεδο ανέβαινε και οι ταινίες των νεορεαλιστών ενοχλούσαν αφόρητα. Ο Τζούλιο Αντρεότι, ο διαβόητος δεξιός πολιτικός που αργότερα καταδικάστηκε για διαφθορά είχε πει τότε χαρακτηριστικά «οι ταινίες αυτές είναι άπλυτη μπουγάδα που δεν πρέπει με κανένα τρόπο να πλυθεί και να απλωθεί στον έξω κόσμο...»
Τον νεορεαλισμό διαδέχθηκε η «Ιταλική κωμωδία», με γενικά πιο ανάλαφρες ταινίες που αναμιγνύοντας τα ελαφρά και τα σοβαρά θέματα και κρατώντας μια δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στο τραγικό και το κωμικό, θα καταγράψουν τους κοινούς τόπους -ιδεολογικούς, κοινωνικούς και πολιτιστικούς- του μέσου Ιταλού και τις αντιφάσεις της ιταλικής κοινωνίας. Με αυτοσαρκαστική διάθεση και μια ανατρεπτική σάτιρα ποτισμένη μ' ένα πικρόχολο χιούμορ, θα διακωμωδήσει ήθη, νοοτροπίες και συμπεριφορές, βάζοντας μπροστά στο πρόσωπο της ιταλικής κοινωνίας έναν ενίοτε πολύ «σκληρό» καθρέφτη.
Η «Κομέντια αλ Ιταλιάνα» στηρίχτηκε σε μια απόλυτα συλλογική δουλειά σπουδαίων σκηνοθετών και σεναριογράφων και σε μια πλειάδα μεγαλοφυών ηθοποιών, που κατάφεραν να προσδώσουν στους απλούς καθημερινούς τύπους των ταινιών αυτών το χαρακτήρα οικουμενικών ηρώων ή αντι-ηρώων. Κατάφερναν να συγκεράσουν τα νεορεαλιστικά διδάγματα μιας αριστερής κοινωνικής κριτικής με τον ευτράπελο χαρακτήρα της παραδοσιακής ηθογραφίας. Αυτό τις κάνει αιχμηρές και επίκαιρες. Αυτό το ρεύμα υπηρέτησε ο Σκόλα και η ομάδα του και η ταινία «Βίαιοι, βρώμικοι, κακοί», 35 χρόνια μετά την πρώτη της προβολή μοιάζει λες και μόλις βγήκε απ’ το κουτί.

από την εφημερίδα Εργατική Αλληλεγγύη-

http://ergatiki.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=2488:i973&Itemid=62


βιογραφικό σημείωμα για τον Έτορε Σκόλα εδώ-

http://en.wikipedia.org/wiki/Ettore_Scola

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου