Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

Τι δείχνει το Σύνταγμα για την Αριστερά;

γράφει ο Θανάσης Καμπαγιάννης

Διαδηλωτές στο Σύνταγμα υποδέχονται με χειροκροτήματα το 
συλλαλητήριο της ΔΕΗ την περασμένη Τετάρτη Διαδηλωτές στο Σύνταγμα υποδέχονται με χειροκροτήματα το συλλαλητήριο της ΔΕΗ την περασμένη Τετάρτη
Οι συγκεντρώσεις δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων στην πλατεία Συντάγματος και σε πολλές μεγάλες πλατείες όλης της Ελλάδας είναι ένα ακόμα δείγμα της βαθιάς αντίθεσης που συναντά το Μνημόνιο και οι πολιτικές του στην ελληνική κοινωνία.
Το γεγονός ότι οι συγκεντρώσεις αυτές καλέστηκαν αυθόρμητα και αγκαλιάστηκαν από τόσο μεγάλο αριθμό κόσμου αξίζει την προσοχή μας: τα κυρίαρχα ΜΜΕ δίνουν έμφαση στα μέσα “κοινωνικής δικτύωσης” (το facebook, το twitter, κλπ) που χρησιμοποίησαν οι διαδηλωτές για να οργανωθούν. Χρειάζεται ωστόσο κοιτάζοντας το δέντρο να μην χάσουμε το δάσος: οι συγκεντρώσεις (αρχικά στην Ισπανία, μετέπειτα στην Ελλάδα, κλπ) είναι η απόδειξη της βαθιάς επίδρασης που άσκησαν στις ευρωπαϊκές κοινωνίες οι αραβικές επαναστάσεις, με κορυφαίο παράδειγμα έμπνευσης αυτό της πλατείας Ταχρίρ της Αιγύπτου. Βρισκόμαστε σε μια περίοδο που, λόγω της γενικευμένης πολιτικής αστάθειας που προκαλεί η παγκόσμια οικονομική κρίση, μαζικά κινήματα των από κάτω μπορούν να επικοινωνούν απευθείας μεταξύ τους, δίνοντας το ένα στο άλλο παραδείγματα ριζοσπαστικής δράσης, που μάλιστα μπορεί να είναι νικηφόρα. Χρειάζεται να γυρίσουμε πίσω στο 1968 για να δούμε αυτού του τύπου τους συντονισμούς. Και δεν είναι τυχαίο ότι, όπως και τότε, έτσι και σήμερα πρωτοπόρα αναδεικνύονται κομμάτια της νεολαίας (τόσο στην Μέση Ανατολή όσο και στην Ευρώπη), που αντίθετα με το παρελθόν βλέπουν την καπιταλιστική κρίση να τσακίζει τις επαγγελματικές τους προοπτικές, παρόλα τα πλούσια μορφωτικά τους εφόδια.

Η Αριστερά και η αυθόρμητη κίνηση των μαζών

Τα κινήματα αυτά και, συγκεκριμένα στην Ελλάδα οι συγκεντρώσεις στο Σύνταγμα, θέτουν ζητήματα στα οποία πρέπει να απαντήσει η οργανωμένη Αριστερά. Πρώτα και κύρια, αν αξίζει τον κόπο οι αγωνιστές και οι αγωνίστριές της να συμμετέχουν στις συγκεντρώσεις και τις κινηματικές διεργασίες των “πλατειών”, παρά το “αντι-πολιτικό” και “αντι-οργανωτικό” στίγμα με το οποίο αυτές είναι καλεσμένες.
Ο πυρήνας της απάντησης βρίσκεται στο ότι η Αριστερά – και πολύ περισσότερο η επαναστατική Αριστερά – πρέπει να ορίζει την πολιτική της με βάση την κίνηση των μαζών και όχι την πολιτική των ηγεσιών: όπως δεν απέχουμε από μια εργατική διαδήλωση καλεσμένη από την πιο σκληρά γραφειοκρατική και συμβιβαστική ηγεσία, έτσι δεν απέχουμε από μια μαζική και αυθόρμητη συγκέντρωση που συσπειρώνει την οργή του κόσμου ενάντια στο Μνημόνιο, έστω και αν το κάλεσμά της είναι πολιτικά ανεπαρκές. Το ερώτημα που πρέπει να θέσουμε είναι απλό: είναι ευκολότερο ή δυσκολότερο για την κυβέρνηση Παπανδρέου να περάσει το νέο Μνημόνιο με δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές στην πλατεία Συντάγματος, έστω και αν το πολιτικό πλαίσιο της συγκέντρωσής τους είναι “συγχυσμένο”; Η καθαρή απάντηση είναι ότι είναι δυσκολότερο. Αυτή πρέπει να είναι και η βασική πυξίδα για την πολιτική της Αριστεράς σήμερα και όχι το πόσες ελληνικές σημαίες έχει μια συγκέντρωση ή το αν τη γλείφουν ο Αλαφούζος και ο Πρετεντέρης.
Το γεγονός ότι υπάρχουν ηγεσίες που ξεκινάνε από τις ελλείψεις και τις ανεπάρκειες του κόσμου που παλεύει δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Η μεγαλύτερη ηγεσία της Αριστεράς, η ηγεσία του ΚΚΕ, ξεκινάει πάντοτε από αυτή την αφετηρία για να καταλήξει πάντοτε στο ίδιο συμπέρασμα, ότι το εκάστοτε κίνημα είναι κατώτερο των επαναστατικών προδιαγραφών που η ίδια έχει θέσει. Εκατό χρόνια πριν, η Ρόζα Λουξεμπουργκ στο βιβλίο της “Μαζική Απεργία, Κόμμα, Συνδικάτα” δεν εξέφραζε παρά δηλητηριώδη ειρωνεία για αυτούς “τους οπαδούς της θεωρίας των συντεταγμένων και πειθαρχημένων μαχών που διεξάγονται σύμφωνα με ένα σχέδιο και ένα σχήμα, εκείνους που θέλουν να ξέρουν επακριβώς και από πριν πώς θα έπρεπε να εξελιχθούν τα πράγματα... Η κυρία Ιστορία από μακριά περιπαίζει τους γραφειοκράτες που είναι ερωτευμένοι με τα προκατασκευασμένα σχήματά τους”. Είτε πρόκειται για τους νεολαίους του Δεκέμβρη του 2008, είτε για μαχητικούς εργάτες της ΕΘΕΛ που ζητάνε απεργία διαρκείας, είτε για “αγανακτισμένους” διαδηλωτές του Συντάγματος τον Μάη του 2011, κάποιες ηγεσίες βλέπουν παντού και μόνο προβοκάτσιες. Αυτή η πολιτική δεν μπορεί να οδηγήσει σε νίκες, τουναντίον τροφοδοτεί τα “αντιπολιτικά” και “αντιοργανωτικά” ξεσπάσματα τα οποία στη συνέχεια καταγγέλλει.
Αλλά, αν το μόνο ερώτημα στο οποίο θα έπρεπε να απαντήσει η Αριστερά ήταν αυτό του σεχταρισμού, τα πράγματα θα ήταν πολύ εύκολα. Θα αρκούσε να ακολουθήσουμε το κάλεσμα των διαδικτυακών οργανωτών της συγκέντρωσης του Συντάγματος: να πετάξουμε τις σημαίες και τις κομματικές μας ταυτότητες και να ενωθούμε με το πλήθος. Αλλά, όπως πολύ καλά ξέρουμε, η άρχουσα τάξη της Ελλάδας, η κυβέρνησή της και – το σημαντικότερο – οι διεθνείς πιστωτές της δεν θα σταματήσουν την θηριώδη επίθεση που έχουν ξεκινήσει με το Μνημόνιο απλώς και μόνο γιατί στο Σύνταγμα χιλιάδες, ακόμα και εκατοντάδες χιλιάδες, θα διαδηλώνουν. Οι αριθμοί των διαδηλωτών στις γενικές απεργίες της προηγούμενης χρονιάς ήταν κατά πολύ μεγαλύτεροι από αυτούς των τωρινών διαδηλώσεων. Η Αριστερά πρέπει λοιπόν να απαντήσει σε πιο δύσκολα ερωτήματα: υπάρχει ο κατάλληλος συσχετισμός δύναμης για να επιβληθεί μια ριζική αλλαγή; Και αν ναι, ποιά είναι αυτή;

Ο συσχετισμός δύναμης

Το ζήτημα του συσχετισμού δεν είναι θεωρητική συζήτηση. Καθορίζει τη στάση των πιο οργανωμένων κομματιών του κινήματος που θα μπορούσαν να σηκώσουν στις πλάτες τους μια αποφασιστική σύγκρουση με το Μνημόνιο. Το ερώτημα είναι πάντα: μας παίρνει, ναι ή όχι; Είναι το κίνημα σε άνοδο ή σε πτώση;
Αντί να προσκυνάει τη φρεσκάδα του αυθόρμητου, η Αριστερά πρέπει να αξιοποιήσει τις συγκεντρώσεις του Συντάγματος για να ξεκαθαρίσει μια και καλή ότι “μας παίρνει”. Οι ανοργάνωτες ή οι λιγότερο συνειδητές μάζες δεν αποτελούν παθητικές εφεδρείες του συστήματος, απολιτίκ του καναπέ και ούτω καθεξής, αλλά εκρηκτική ύλη που μπορεί να φουσκώσει τις γραμμές του πολέμου ενάντια στο Μνημόνιο: αυτό είναι το σημαντικότερο δίδαγμα των πρόσφατων συγκεντρώσεων. Και είναι κρίσιμο να επιμείνουμε σε αυτή τη διαπίστωση, γιατί μετά την ψήφιση του Μνημονίου ξανά και ξανά απόψεις μέσα στην Αριστερά υποτιμούν τη δυναμική του κινήματος και διαβάζουν λάθος τη συγκυρία: αυτό συνέβη μετά την απεργία της 5 Μάη και τον θάνατο των 3 εργαζόμενων της Μαρφίν, και ξανά το περσινό φθινόπωρο μέχρι η μαζικότητα των απεργιών της 15 Δεκέμβρη και της 23 Φλεβάρη να αντιστρέψει την εκτίμηση του αρνητικού συσχετισμού, και ξανά μετά την απεργία της 11 Μάη μέχρι να εκραγεί το κύμα των πρόσφατων συγκεντρώσεων.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι λάθος εκτιμήσεις πηγάζουν από μια στενά συνδικαλιστική οπτική, που υποτιμά τις συνέπειες της εργατικής δράσης στο πολιτικό και ιδεολογικό πεδίο. Το κίνημα κατά του Μνημονίου με ραχοκοκκαλιά του τις 11 γενικές απεργίες μπορεί να μην κατέγραψε άμεσες συνδικαλιστικές νίκες, αλλά έχει οδηγήσει σε κρίση πολιτικής και ιδεολογικής νομιμοποίησης την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και τα πολιτικά της στηρίγματα. Εκεί οφείλεται η “μεταρρυθμιστική κόπωση” της κυβέρνησης, εκεί πρέπει να αναζητηθούν και οι ρίζες της έκρηξης των αυθόρμητων συγκεντρώσεων αμφισβήτησης του Μνημονίου. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο χρόνος που έχουμε μπροστά μας για να πετύχουμε αποφασιστικές νίκες είναι απεριόριστος. Σημαίνει ωστόσο ότι μια μαχητική πολιτική που θα κλιμακώνει τους αγώνες με απεργίες διαρκείας πέρα από τις 24ωρες της ΓΣΕΕ και θα ξεπερνάει τις συμβιβασμένες συνδικαλιστικές ηγεσίες όχι μόνο δεν κινδυνεύει να απομονωθεί, αλλά θα συναντηθεί και θα δώσει ηγεσία σε πλατιές μάζες που είναι έτοιμες να συγκρούστούν με το Μνημόνιο και τις πολιτικές του.

Ποιά εναλλακτική;

Η Αριστερά πρέπει να μην αντιπαρατεθεί μηχανιστικά στο αυθόρμητο. Αλλά την ίδια στιγμή δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από αυτό. Αφενός γιατί ο κόσμος ζητάει πιεστικά απαντήσεις σε ερωτήματα που δεν είναι εγκεφαλικά αλλά προέκυψαν μέσα από τη δική του δράση: τον τελευταίο χρόνο δεν διαδήλωσε απλά, αλλά χρειάστηκε να συγκρουστεί με το αφεντικό του, να απεργήσει, να βιώσει συνθήκες ακραίας καταστολής. Αφετέρου γιατί η ίδια η κρίση του ελληνικού καπιταλισμού είναι τόσο βαθιά που απαιτεί καθαρές απαντήσεις.
Η κυρίαρχη τάξη τρομοκρατεί τους από κάτω με τον εκβιασμό της χρεωκοπίας, ενώ ταυτόχρονα επιχειρεί συστηματικά να αποπροσανατολίσει την οργή τους με ρατσιστικό δηλητήριο σε βάρος των μεταναστών. Η Αριστερά δεν μπορεί να υπεκφύγει αυτές τις απαντήσεις ή να διακόψει τον διάλογο με τα πιο προχωρημένα κομμάτια του εργατικού κινήματος τη στιγμή που αυτά μπορούν να βγάλουν κρίσιμα συμπεράσματα, χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα το επίπεδο συνείδησης νέων μαζών που μπαίνουν στην μάχη. Οι απόψεις που ζητάνε από τις οργανώσεις να διαλυθούν μπροστά στην γοητεία του “αυθόρμητου” είναι το αντεστραμμένο είδωλο των απόψεων που αντιλαμβάνονται την κοινωνική αλλαγή ως έργο μιας απόλυτα συνειδητής πρωτοπορίας. Θα χρειαστεί εδώ να θυμηθούμε τον Γκράμσι, που στις καλύτερες στιγμές του περιέγραφε την επανάσταση ως το αποτέλεσμα “μιας διαλεκτικής διαδικασίας κατά την οποία συγκλίνουν το αυθόρμητο κίνημα των επαναστατικών μαζών και η οργανωτική καθοδηγητική θέληση του κέντρου”.
Η κατάσταση του ελληνικού καπιταλισμού θυμίζει ολοένα και περισσότερο την Αργεντινή του 2000 πριν τη χρεωκοπία. Το αν οι Έλληνες καπιταλιστές θα κατορθώσουν να ξεπεράσουν την κρίση τους με μια “αναίμακτη” πολιτική αλλαγή ή αν οι ανατροπές θα πάρουν βαθύτερο κοινωνικό και οικονομικό χαρακτήρα είναι ένα ανοιχτό στοίχημα που θα κριθεί πρώτα και κύρια από τη συλλογική δύναμη της εργατικής τάξης και από την ανάδειξη μιας ισχυρής αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Οι συγκεντρώσεις αυτής της εβδομάδας κάνουν αυτά τα καθήκοντα όχι λιγότερο αλλά περισσότερο πιεστικά.

http://ergatiki.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=2308:i970&Itemid=62




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου