Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

Κινηματογράφος: Καζαμπλάνκα: “Οι παππούδες μας δεν ψήφιζαν Ναζίδες - τους πυροβολούσαν”



Casablanca - As Time Goes By - Original Song by Sam (Dooley Wilson)

(ακούστε)  http://www.youtube.com/watch?v=d22CiKMPpaY&feature=related




«Είναι κάτι νύχτες με φεγγάρι, μες τα θερινά τα σινεμά…»
Οι στίχοι και η μουσική του αγαπημένου τραγουδιού του Λουκιανού Κηλαϊδόνη δένουν πολύ καλά ως εισαγωγή, στην περίπτωση που κάποιος αναφέρεται στην επετειακή επανέκδοση μιας θρυλικής ταινίας, αρχή καλοκαιριού, όπως συμβαίνει εδώ.
Μιας ταινίας που μια πολύ μεγάλη μερίδα ανθρώπων θεωρεί ως μία από τις τρεις καλύτερες στην παγκόσμια κινηματογραφική ιστορία. Μαζί με τον «Πολίτη Κέϊν» και τον «Νονό», η «Καζαμπλάνκα» θεωρείται από πολλούς αξεπέραστη.
Play it again λοιπόν, Sam και εβδομήντα χρόνια μετά την πρώτη προβολή της το 1942, η διαχρονική ταινία του Μάικλ Κερτίζ, με τους Χάμφρεϋ Μπόγκαρτ και Ίνγκριτ Μπέργκμαν ξαναπροβάλεται στους κινηματογράφους.
Όσοι δεν την έχετε δει, επιλέγετε έναν θερινό της αρεσκείας σας, νύχτα με φεγγάρι ή χωρίς και σίγουρα θα την απολαύσετε.
Γιατί περί πραγματικής απόλαυσης πρόκειται, ακόμα κι αν κάποιος την έχει δει και ξαναδεί χιλιάδες φορές. Αγέραστη, με χιλιάδες πράγματα να παρατηρήσει, που τόσες φορές πριν δεν τα είχε προσέξει. Από την καταπληκτική ηθοποιία όλων, πρωταγωνιστών και δευτεραγωνιστών, μέχρι τον καταπληκτικό φωτισμό, σκηνοθεσία, μοντάζ, που δημιουργούν μια συναρπαστική νουάρ ατμόσφαιρα και φυσικά το σενάριο που εκτός των άλλων μας έχει χαρίσει και πάμπολλες κινηματογραφικές ατάκες που έχουν διατηρηθεί ανέπαφες στον χρόνο.
Τη μουσική της ταινίας έγραψε ο βραβευμένος με Όσκαρ συνθέτης Μαξ Στάινερ, με κορυφαία στιγμή τη «μάχη των τραγουδιών», όπου Σύμμαχοι και Γερμανοί αντιπαρατίθενται συμβολικά στο κλαμπ του Ρικ, τραγουδώντας ταυτόχρονα οι μεν τη «Μασσαλιώτιδα», οι δε ένα ναζιστικό ύμνο. Και φυσικά, μια από τις κορυφαίες στιγμές της ταινίας είναι και το τραγούδι του 1931: «As Time Goes By» του Χέρμαν Χάπφελντ, πάνω στο οποίο ο Στάινερ έχτισε όλο του το μουσικό θέμα κάνοντας το τραγούδι αυτό, όχι μόνο το ερωτικό θέμα που συνδέει το παρόν με το παρελθόν του Ρικ και της Ίλσα, αλλά και μια από τις πιο κλασικές μελωδίες στην ιστορία του σινεμά.
Στην ακμή των μεγάλων κινηματογραφικών στούντιο του Χόλυγουντ, η ταινία αυτή αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί μία από τις καλύτερες στιγμές τους. Το 1944 η «Καζαμπλάνκα» κέρδισε 3 βραβεία Όσκαρ (διασκευασμένου σεναρίου, σκηνοθεσίας και καλύτερης ταινίας), ενώ ήταν υποψήφια και για άλλα πέντε. Μεταπολεμικά και ύστερα από το θάνατο του Μπόγκαρτ το 1957, η ταινία άρχισε να προβάλλεται ξανά σε αφιερώματα. Από τότε, όσα ακολούθησαν είναι ιστορία. Ο κόσμος ανακάλυψε ξανά αυτό το κινηματογραφικό διαμάντι και η φήμη του μεγάλωνε όλο και περισσότερο στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, περνώντας μια για πάντα στη σφαίρα του κλασικού, ως ένα από τα πιο αγαπημένα φιλμ που έγιναν ποτέ.

Όλων των εποχών

Η ταινία βασίστηκε στο θεατρικό έργο των Μάρεϊ Μπάρνετ και Τζόαν Άλισον: «Everybody comes to Rick's», από το όνομα του κλαμπ του πρωταγωνιστή Ρικ Μπλέην (Χάμφρεϋ Μπόγκαρτ). Ξεκίνησε σαν ένα συνηθισμένο φιλμ προπαγάνδας μεσούντος του Β’ΠΠ - μιας και τα γυρίσματα έγιναν το 1941 - αλλά τελικά έγινε μια από τις πιο ρομαντικές ταινίες όλων των εποχών.
Ενδεικτικό των αρχικών προθέσεων των παραγωγών ήταν το ότι για τον ρόλο του Ρικ Μπλέην σκεφτόντουσαν τον Ρόναλντ Ρίγκαν. Ευτυχώς όμως, την εποχή εκείνη το στούντιο της Warner είχε διαθέσιμο έναν πλούτο καταξιωμένων ηθοποιών, ο οποίος είχε αυξηθεί ακόμα περισσότερο με τον πόλεμο, με πολλούς ευρωπαίους πρόσφυγες ηθοποιούς. Ηθοποιοί που ήταν αστέρια στην Ευρώπη, δέχτηκαν να συμμετέχουν ακόμη και με μικρούς ρόλους, ανεβάζοντας κατακόρυφα την υποκριτική ποιότητα της ταινίας. Αποδίδοντας έτσι και στην πράξη το πολυεθνικό σκηνικό της πόλης αυτής του γαλλικού τότε ακόμα Μαρόκου την εποχή του πολέμου, με 34 περίπου εθνικότητες να απαρτίζουν συνολικά το καστ της ταινίας.
Στην πολυεθνική Καζαμπλάνκα λοιπόν, μετά την κατάρρευση του δυτικού μετώπου, την κατάκτηση της βόρειας Γαλλίας από τους ναζί και την νότια υποτελή τους με την περίφημη κυβέρνηση του Βισύ (και επικεφαλή της τον γάλλο Τσολάκογλου, στρατάρχη Πεταίν), συνωστίζονταν πρόσφυγες από όλη την κατεχόμενη Ευρώπη προκειμένου να πάρουν την πολυπόθητη βίζα και να φύγουν μέσω Λισαβόνας για την Αμερική. Έχοντας αφήσει οι ναζί ανέπαφη την διοίκηση των αποικιών στους ίδιους τους γάλλους - μιας και διατηρώντας απλώς την υψηλή εποπτεία τους εξυπηρετούσε το ίδιο καλά στην καταπίεση των ντόπιων - παρακολουθούμε την προσπάθεια του αντιστασιακού Βίκτωρ Λάζλο (Πωλ Ρέινς) και της γυναίκας του Ίλσα Λάντ (Ίνγκριτ Μπέργκμαν) να ξεφύγουν από τον ασφυκτικό κλοιό, τόσο του διευθυντή της αστυνομίας Ρενώ (Κλοντ Ρέινς) όσο και του ναζί ταγματάρχη Στράσερ (Σίντνεϊ Γκρίνστριτ). Στο κρυφτούλι ζωής και θανάτου, ανάμεσα στις δύο ομάδες, αρωγός των πρώτων θα σταθεί ο ιδιοκτήτης του κλαμπ Ρικ Μπλέην.
Ο Ρικ Μπλέην ο κυνικός αισθηματίας, όπως σωστά τον σκιαγραφεί ο Ρενώ, που είναι η αλήθεια πως στο πρόσωπο του «Μπόγκι» απογειώνεται ως ρόλος, κυριαρχεί τόσο στην εξέλιξη της υπόθεσης, όσο και στο σύνολο της ταινίας. Κυνισμός και χιούμορ που σε κάνει να υποκλίνεσαι στους σεναριογράφους, χτίζουν έναν χαρακτήρα τόσο συμπαθή και αγαπητό, όσο και πολιτικά προοδευτικό. «- Τι σ’ έφερε στην Καζαμπλάνκα; - Η υγεία μου. Ήρθα για το μεταλλικό της νερό. – Ποιο νερό; Αφού είμαστε στην έρημο! – Με πληροφόρησαν λάθος...». «- Το 1935 έδινες όπλα στην Αιθιοπία [εισβολή των ιταλικών στρατευμάτων του Μουσολίνι], το 1936 πολέμησες στην Ισπανία στο πλευρό των Δημοκρατικών… - Μα κέρδισα πολλά λεφτά τότε. – Σύμφωνοι, αλλά οι νικητές προσφέρουν πάντα περισσότερα…».
Κι όταν η ταινία τελειώνει με την περίφημη ατάκα του Ρικ στον Ρενώ: «Λουί, νομίζω πως είναι η αρχή μιας πολύ όμορφης φιλίας», είναι σαν να σφραγίζεται το παντοτινό δέσιμο του θεατή με την «Καζαμπλάνκα».

http://ergatiki.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=4693:i1023&Itemid=62

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου