Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

Τρία ποιήματα του Κ.Βάρναλη

 "Ο ΟΔΗΓΗΤΗΣ"
("ΤΟ ΦΩΣ που ΚΑΙΕΙ")

Δεν είμ΄ εγώ σπορά της τύχης
ο πλαστουργός της νιας ζωής.
Εγώ ΄μαι τέκνο της ανάγκης
κι ώριμο τέκνο της οργής.

Δεν κατεβαίνω από τα νέφη,
γιατί δε μ΄ έστειλε κανείς
Πατέρας, τάχα παρηγόριαγια σένα,
σκλάβε, που πονείς
.............................
Μέσα στο νου και στην καρδιά μου
αιώνων φουντώσανε ντροπές
και την παλάμη μου αρματώνουν
με φλογισμένες αστραπές
.........................
Δε δίνω λέξεις παρηγόρια,
δίνω μαχαίρι σ΄ ολουνούς.
καθώς το μπήγω μές το χώμα
γίνεται φως, γίνεται νους
..........................
'Οθε περνά,
γκρεμίζει κάτου σαν το βοριά,
σαν το νοτιάόλα τα φονικά ρηγάτα
θεμελιωμένα στην ψεφτιά.

Κ΄ένα στυλώνει κι ανασταίνει,
το ΄να ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ,
ΕΙΡΗΝΗ ! ΕΙΡΗΝΗ !
ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟΤΗΣ ΠΑΝΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΙΛΙΑΣ.


"ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΛΑΟΥ"
("ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΚΑΙΕΙ")

Βουνά, πελάη αντίμαχα και ριζιμιά καστέλια
και των αιμάτων άβυσσοι, των πατρίδων θεμέλια,
η Νια ζωή τ΄ αφάνισε και στράτα γίνανε μαβιά,
που την περνά ακατάλυτη τώρα, που ξύπνησε η σκλαβιά.

Ο Γδικιωμός, που χύνεται μαζί φωτιά και μπόρα,
ο καταλύτης Καθαρμός, της Πλερωμής η ώρα
είμαστ΄ εμείς, που κόψαμε τα που μας δένανε σκοινιά
και την καρδιά ατσαλώσαμε με τη δικιά σου, Οχτρέ, απονιά
.................................................
Ω Πολιτείες, που καθεμιά κι ολάκερ΄ οικουμένη,
παλάτια και παράδεισοι, παντόγυρα κλεισμένοι,
η πλούσια Γης ολάκερη, τα κόπια μας κλεμμένα ως χτες,
όλα μας ξαναδίνονται με τις αγκάλες ανοιχτές
................................................
Στεριά, Θάλασσα κι άνθρωπος, στοιχεία αιώνια τρία,
αφεντικό δεν έχουνε κι αφεντικού ιστορία !
Ήρθε κι εμάς η αράδα μας για να χαρούμε τα πουλιά,
τη θάλασσα και τα βουνά, τον ήλιο και τη σιγαλιά
................................................
Και σας, Μορφές και χρώματα, παιχνίδια κι αγωνία,
του Σμιλαριού και του Φωτός διπλή κοσμογονία,
κατάματα σας χαίρεται, της Φαντασιάς ψηλή κορφή,
εκεί, που γήλιος, ουρανός κι άνθρωποι γίνονται αδερφοί.

"Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΚΑΜΠΑΝΑΣ"
(Απόσπασμα)

Μές το δροσάνεμο
που αναγαλλιάζω
κι ο νους χανότανε
σε χάος γαλάζο
ψηλά ας μ΄ αφήνατε
να ξεχαστώ
φωτοπερίχυτη
στόμα κλειστό.

Ποιο χέρι απλώθηκενα με σπαράξει,
απ΄το χρυσόνειρο
στην άγια πράξη !
Ο πρώτος ήχος μου
πρώτη πληγή.
Με τραβάς, αίμα μου,
ξανά στη Γή.

Ω ! σεις χαμόσυρταλερά σκουλήκια,
η άλαμπη ζήση σας
ζήση ναι δίκια !
μια τρύπα ο κόσμος σας
και μέσα κεί
ο Χάρος λύτρωση
κι ώρα γλυκή
...............
Πίσου απ΄τα λόγια μου
πίκρα φαρμάκι,
τι κόσμοι απέραντοι
βυθοί λουλάκι !
Μάτι δε βρίσκεται
να θαμπωθεί
κι αφτί δε βρίσκεται
να λιγωθεί ?
  

1 σχόλιο:

  1. Το ταξίδι στο χρόνο μέσω της Ποίησης και των Μεγάλων Ποιητών μας, που άφησαν τα χνάρια τους και μας σημάδεψαν θετικά στη σκέψη και στη ψυχή μας, είναι η πιο σπουδαία κληρονομιά μας. Ας τη διατηρήσουμε και ας τη κρατήσουμε ψηλά, όπως της Πρέπει.. Καλή Ανάγνωση, φίλες και φίλοι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή