Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2016

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τὸ Χριστόψωμο (1887)



Μεταξὺ τῶν πολλῶν δημωδῶν τύπων, τοὺς ὁποίους θὰ ἔχωσι νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν οἱ μέλλοντες διηγηματογράφοι μας, διαπρεπῆ κατέχει θέσιν ἡ κακὴ πενθερά, ὡς καὶ ἡ κακὴ μητρυιά. Περὶ μητρυιᾶς ἄλλοτε θὰ ἀποπειραθῶ νὰ διαλάβω τινὰ πρὸς ἐποικοδόμησιν τῶν ἀναγνωστῶν μου. Περὶ μιᾶς κακῆς πενθερᾶς σήμερον ὁ λόγος.
Εἰς τί ἔπταιεν ἡ ἀτυχὴς νέα Διαλεχτή, οὕτως ὠνομάζετο, θυγάτηρ τοῦ Κασσανδρέως μπαρμπα-Μανώλη, μεταναστεύσαντος κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπανάστασιν εἰς μίαν τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου, εἰς τί ἔπταιεν ἂν ἦτο στεῖρα καὶ ἄτεκνος; Εἶχε νυμφευθῆ πρὸ ἑπταετίας, ἔκτοτε δὶς μετέβη εἰς τὰ λουτρὰ τῆς Αἰδηψοῦ, πεντάκις τῆς ἔδωκαν νὰ πίῃ διάφορα τελεσιουργὰ βότανα, εἰς μάτην, ἡ γῆ ἔμενεν ἄγονος. Δύο ἢ τρεῖς γύφτισσαι τῆς ἔδωκαν νὰ φορέσῃ περίαπτα θαυματουργὰ περὶ τὰς μασχάλας, εἰποῦσαι αὐτῇ ὅτι τοῦτο ἦτο τὸ μόνον μέσον, ὅπως γεννήσῃ, καὶ μάλιστα υἱόν. Τέλος καλόγηρός τις Σιναΐτης τῇ ἐδώρησεν ἡγιασμένον κομβολόγιον, εἰπὼν αὐτῇ νὰ τὸ βαπτίζῃ καὶ νὰ πίνῃ τὸ ὕδωρ. Τὰ πάντα μάταια.
Ἐπὶ τέλους μὲ τὴν ἀπελπισίαν ἦλθε καὶ ἡ ἀνάπαυσις τῆς συνειδήσεως, καὶ δὲν ἐνόμιζεν ἑαυτὴν ἔνοχον. Τὸ αὐτὸ ὅμως δὲν ἐφρόνει καὶ ἡ γραῖα Καντάκαινα, ἡ πενθερά της, ἥτις ἐπέρριπτεν εἰς τὴν νύμφην αὐτῆς τὸ σφάλμα τῆς μὴ ἀποκτήσεως ἐγγόνου διὰ τὸ γῆράς της.
Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ σύζυγος τῆς Διαλεχτῆς ἦτο τὸ μόνον τέκνον τῆς γραίας ταύτης, καὶ οὗτος δὲ συνεμερίζετο τὴν πρόληψιν τῆς μητρός του ἐναντίον τῆς συμβίας αὐτοῦ. Ἂν δὲν τῷ ἐγέννα ἡ σύζυγός του, ἡ γενεὰ ἐχάνετο. Περίεργον δὲ ὅτι πᾶς Ἕλλην τῆς ἐποχῆς μας ἱερώτατον θεωρεῖ χρέος καὶ ὑπερτάτην ἀνάγκην τὴν διαιώνισιν τοῦ γένους του.
Ἑκάστοτε, ὁσάκις ὁ υἱός της ἐπέστρεφεν ἐκ τοῦ ταξιδίου του, διότι εἶχε βρατσέραν, καὶ ἦτο τολμηρότατος εἰς τὴν ἀκτοπλοΐαν, ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤρχετο εἰς προϋπάντησιν αὐτοῦ, τὸν ὡδήγει εἰς τὸν οἰκίσκον της, τὸν ἐδιάβαζε, τὸν ἐκατήχει, τοῦ ἔβαζε μαναφούκια*, καὶ οὕτω τὸν προέπεμπε παρὰ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ. Καὶ δὲν ἔλεγε μόνα τὰ ἐλάττώματά της, ἀλλὰ τὰ αὐγάτιζε· δὲν ἦτο μόνον «μαρμάρα», τουτέστι στεῖρα, ἡ νύμφη της, τοῦτο δὲν ἤρκει, ἀλλ᾽ ἦτο ἄπαστρη*,ἀπασσάλωτη*, ξετσίπωτη, κτλ. Ὅλα τὰ εἶχεν, «ἡ ποίσα, ἡ δείξα, ἡ ἄκληρη».
Ὁ καπετὰν Καντάκης, σφλομωμένος, θαλασσοπνιγμένος, τὰ ἤκουεν ὅλα αὐτά, ἡ φαντασία του ἐφούσκωνεν, ἐξερχόμενος εἶτα συνήντα τοὺς συναδέλφους του ναυτικούς, ἤρχιζαν τὰ καλῶς ὥρισεςκαλῶς σᾶς ηὗρα, ἔπινεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ρώμια, καὶ μὲ τριπλῆν σκοτοδίνην, τὴν ἐκ τῆς θαλάσσης, τὴν ἐκ τῆς γυναικείας διαβολῆς καὶ τὴν ἐκ τῶν ποτῶν, εἰσήρχετο οἴκαδε καὶ βάρβαροι σκηναὶ συνέβαινον τότε μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς συζύγου του.
Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα μέχρι τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 186… Ὁ καπετὰν Καντάκης πρὸ πέντε ἡμερῶν εἶχε πλεύσει μὲ τὴν βρατσέραν του εἰς τὴν ἀπέναντι νῆσον μὲ φορτίον ἀμνῶν καὶ ἐρίφων, καὶ ἤλπιζεν ὅτι θὰ ἑώρταζε τὰ Χριστούγεννα εἰς τὴν οἰκίαν του. Ἀλλὰ τὸν λογαριασμὸν τὸν ἔκαμνεν ἄνευ τοῦ ξενοδόχου, δηλ. ἄνευ τοῦ Βορρᾶ, ὅστις ἐφύσησεν αἰφνιδίως ἄγριος, καὶ ἔκλεισεν ὅλα τὰ πλοῖα εἰς τοὺς ὅρμους ὅπου εὑρέθησαν. Εἴπομεν ὅμως ὅτι ὁ καπετὰν Καντάκης ἦτο τολμηρὸς περὶ τὴν ἀκτοπλοΐαν.
Περὶ τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων, ὁ ἄνεμος ἐμετριάσθη ὀλίγον, ἀλλ᾽ οὐχ ἧττον ἐξηκολούθει νὰ πνέῃ. Τὸ μεσονύκτιον πάλιν ἐδυνάμωσε.
Τινὲς ναυτικοὶ ἐν τῇ ἀγορᾷ ἐστοιχημάτιζον ὅτι, ἀφοῦ κατέπεσεν ὁ Βορρᾶς, ὁ καπετὰν Καντάκης θὰ ἔφθανε περὶ τὸ μεσονύκτιον. Ἡ σύζυγός του ὅμως δὲν ἦτο ἐκεῖ νὰ τοὺς ἀκούσῃ καὶ δὲν τὸν ἐπερίμενεν.
Αὕτη ἐδέχθη μόνον περὶ τὴν ἑσπέραν τὴν ἐπίσκεψιν τῆς πενθερᾶς της, ἀσυνήθως φιλόφρονος καὶ μειδιώσης, ἥτις τῇ εὐχήθη τὸ ἀπαραίτητον «καλὸ δέξιμο» καὶ διὰ χιλιοστὴν φορὰν τὸ στερεότυπον «μ᾽ ἕναν καλὸ γυιό».
Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ τῇ προσέφερε καὶ ἓν χριστόψωμο.
―  Τὸ ζύμωσα μοναχή μου, εἶπεν ἡ θεια-Καντάκαινα, μὲ γειὰ νὰ τὸ φᾷς.
―  Θὰ τὸ φυλάξω ὣς τὰ Φῶτα, διὰ ν᾽ ἁγιασθῇ, παρετήρησεν ἡ νύμφη.
―Ὄχι, ὄχι, εἶπε μετ᾽ ἀλλοκότου σπουδῆς ἡ γραῖα, τὸ δικό της φυλάει ἡ καθεμιὰ νοικοκυρὰ διὰ τὰ Φῶτα, τὸ πεσκέσι τρώγεται.
―  Καλά, ἀπήντησεν ἠρέμα ἡ Διαλεχτή, τοῦ λόγου σου ξέρεις καλύτερα.
Ἡ Διαλεχτὴ ἦτο ἀγαθωτάτης ψυχῆς νέα, οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ ἢ νὰ ὑποπτεύσῃ κακόν τι.
―  Πῶς τό ᾽παθε ἡ πεθερά μου καὶ μοῦ ἔφερε χριστόψωμο, εἶπε μόνον καθ᾽ ἑαυτήν, καὶ ἀφοῦ ἀπῆλθεν ἡ γραῖα, ἐκλείσθη εἰς τὴν οἰκίαν της καὶ ἐκοιμήθη μετά τινος δεκαετοῦς παιδίσκης γειτονοπούλας, ἥτις τῇ ἔκαμνε συντροφίαν ὁσάκις ἔλειπεν ὁ σύζυγός της.
Ἡ Διαλεχτὴ ἐκοιμήθη πολὺ ἐνωρίς, διότι σκοπὸν εἶχε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν περὶ τὸ μεσονύκτιον. Ὁ ναὸς δὲ τοῦ ἁγ. Νικολάου μόλις ἀπεῖχε πεντήκοντα βήματα ἀπὸ τῆς οἰκίας της.
Περὶ τὸ μεσονύκτιον ἐσήμαναν παρατεταμένως οἱ κώδωνες. Ἡ Διαλεχτὴ ἠγέρθη, ἐνεδύθη καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Ἡ παρακοιμωμένη αὐτῇ κόρη ἦτο συμπεφωνημένον, ὅτι μόνον μέχρις οὗ σημάνῃ ὁ ὄρθρος θὰ ἔμενε μετ᾽ αὐτῆς, ὅθεν ἀφυπνίσασα αὐτὴν τὴν ὡδήγησε πλησίον τῶν ἀδελφῶν της. Αἱ δύο οἰκίαι ἐχωρίζοντο διὰ τοίχου κοινοῦ.
Ἡ Διαλεχτὴ ἀνῆλθεν εἰς τὸν γυναικωνίτην τοῦ ναοῦ, ἀλλὰ μόλις παρῆλθεν ἡμίσεια ὥρα καὶ γυνή τις πτωχὴ καὶ χωλὴ δυστυχής, ἥτις ὑπηρέτει ὡς νεωκόρος τῆς ἐκκλησίας, ἐλθοῦσα τῇ λέγει εἰς τὸ οὖς:
―  Δῶσέ μου τὸ κλειδί, ἦλθε ὁ ἄντρας σου.
―Ὁ ἄντρας μου! ἀνεφώνησεν ἡ Διαλεχτὴ ἔκπληκτος.
Καὶ ἀντὶ νὰ δώσῃ τὸ κλειδὶ ἔσπευσε νὰ καταβῇ ἡ ἰδία.
Ἐλθοῦσα εἰς τὴν κλίμακα τῆς οἰκίας βλέπει τὸν σύζυγόν της κατάβρεκτον, ἀποστάζοντα ὕδωρ καὶ ἀφρόν.
―  Εἶμαι μισοπνιγμένος, εἶπε μορμυρίζων οὗτος, ἀλλὰ δὲν εἶναι τίποτε. Ἀντὶ νὰ τὸ ρίξωμε ἔξω, τὸ καθίσαμε στὰ ρηχά.
―  Πέσατε ἔξω; ἀνέκραξεν ἡ Διαλεχτή.
―Ὄχι, δὲν εἶναι, σοῦ λέγω, τίποτε. Ἡ βρατσέρα εἶναι σίγουρη, μὲ δύο ἄγκουρες ἀραγμένη, καὶ καθισμένη.
―  Θέλεις ν᾽ ἀνάψω φωτιά;
― Ἄναψε, καὶ δῶσέ μου ν᾽ ἀλλάξω.
Ἡ Διαλεχτὴ ἐξήγαγεν ἐκ τοῦ κιβωτίου ἐνδύματα διὰ τὸν σύζυγόν της καὶ ἤναψε πῦρ.
―  Θέλεις κανένα ζεστό;
―  Δὲν μ᾽ ὠφελεῖ ἐμένα τὸ ζεστό, εἶπεν ὁ καπετὰν Καντάκης. Κρασὶ νὰ βγάλῃς.
Ἡ Διαλεχτὴ ἐξήγαγεν ἐκ τοῦ βαρελίου οἶνον.
―  Πῶς δὲν ἐφρόντισες νὰ μαγειρεύσῃς τίποτε; εἶπε γογγύζων ὁ ναυτικός.
―  Δὲν σ᾽ ἐπερίμενα ἀπόψε, ἀπήντησε μετὰ ταπεινότητος ἡ Διαλεχτή. Κρέας ἐπῆρα. Θέλεις νὰ σοῦ ψήσω πριζόλα;
―  Βάλε στὰ κάρβουνα, καὶ πήγαινε σὺ στὴν ἐκκλησιά σου, εἶπεν ὁ καπετὰν Καντάκης. Θὰ ἔλθω κ᾽ ἐγὼ σὲ λίγο.
Ἡ Διαλεχτὴ ἔθεσε τὸ κρέας ἐπὶ τῆς ἀνθρακιᾶς, ἥτις ἐσχηματίσθη ἤδη, καὶ ἡτοιμάζετο νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ συζύγου της, ἥτις ἦτο καὶ ἰδική της ἐπιθυμία, διότι ἤθελε νὰ κοινωνήσῃ. Σημειωτέον ὅτι τὴν φράσιν «πήγαινε σὺ στὴν ἐκκλησιά σου» ἔβαψεν ὁ Καντάκης διὰ στρυφνῆς χροιᾶς.
―Ἡ μάννα μου δὲν θὰ τό ᾽μαθε βέβαια ὅτι ἦλθα, παρετήρησεν αὖθις ὁ Καντάκης.
―Ἐκείνη εἶναι στὴν ἐνορία της, ἀπήντησεν ἡ Διαλεχτή. Θέλεις νὰ τῆς παραγγείλω;
―  Παράγγειλέ της νὰ ἔλθῃ τὸ πρωί.
Ἡ Διαλεχτὴ ἐξῆλθεν. Ὁ Καντάκης τὴν ἀνεκάλεσεν αἴφνης.
―  Μὰ τώρα εἶναι τρόπος νὰ πᾷς ἐσὺ στὴν ἐκκλησιά, καὶ νὰ μὲ ἀφήσῃς μόνον;
―  Νὰ μεταλάβω κ᾽ ἔρχομαι, ἀπήντησεν ἡ γυνή.
Ὁ Καντάκης δὲν ἐτόλμησε ν᾽ ἀντείπῃ τι, διότι ἡ ἀπάντησις θὰ ἦτο βλασφημία. Οὐχ ἧττον ὅμως τὴν βλασφημίαν ἐνδιαθέτως τὴν ἐπρόφερεν.
Ἡ Διαλεχτὴ ἐφρόντισε νὰ στείλῃ ἀγγελιοφόρον πρὸς τὴν πενθεράν της ἕνα δωδεκαετῆ παῖδα τῆς αὐτῆς ἐκείνης γειτονικῆς οἰκογενείας, ἧς ἡ θυγάτηρ ἐκοιμήθη ἀφ᾽ ἑσπέρας πλησίον της, καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν ναόν.
Ὁ Καντάκης, ὅστις ἐπείνα τρομερά, ἤρχισε νὰ καταβροχθίζῃ τὴν πριζόλαν. Καθήμενος ὀκλαδὸν παρὰ τὴν ἑστίαν, ἐβαρύνετο νὰ σηκωθῇ καὶ ἀνοίξῃ τὸ ἑρμάρι διὰ νὰ λάβῃ ἄρτον, ἀλλ᾽ ἀριστερόθεν αὐτοῦ ὑπεράνω τῆς ἑστίας ἐπὶ μικροῦ σανιδώματος εὑρίσκετο τὸ χριστόψωμονἐκεῖνο, τὸ δῶρον τῆς μητρός του πρὸς τὴν νύμφην αὐτῆς. Τὸ ἔφθασε καὶ τὸ ἔφαγεν ὁλόκληρον σχεδὸν μετὰ τοῦ ὀπτοῦ κρέατος.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Περὶ τὴν αὐγήν, ἡ Διαλεχτὴ ἐπέστρεψεν ἐκ τοῦ ναοῦ, ἀλλ᾽ εὗρε τὴν πενθεράν της περιβάλλουσαν διὰ τῆς ὠλένης τὸ μέτωπον τοῦ υἱοῦ αὐτῆς καὶ γοερῶς θρηνοῦσαν.
Ἐλθοῦσα αὕτη πρὸ ὀλίγων στιγμῶν τὸν εὗρε κοκκαλωμένον καὶ ἄπνουν. Ἐπάρασα τοὺς ὀφθαλμούς, παρετήρησε τὴν ἀπουσίαν τοῦ χριστοψώμου ἀπὸ τοῦ σανιδώματος τῆς ἑστίας, καὶ ἀμέσως ἐνόησε τὰ πάντα.
Ὁ Καντάκης ἔφαγε τὸ φαρμακωμένο χριστόψωμον, τὸ ὁποῖον ἡ γραῖα στρίγλα εἶχε παρασκευάσει διὰ τὴν νύμφην της.
Ἰατροὶ ἐπιστήμονες δὲν ὑπῆρχον ἐν τῇ μικρᾷ νήσῳ· οὐδεμία νεκροψία ἐνεργήθη. Ἐνομίσθη ὅτι ὁ θάνατος προῆλθεν ἐκ παγώματος συνεπείᾳ τοῦ ναυαγίου. Μόνη ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤξευρε τὸ αἴτιον τοῦ θανάτου.
Σημειωτέον ὅτι ἡ γραῖα συναισθανθεῖσα καὶ αὐτὴ τὸ ἔγκλημά της, δὲν ἐμέμφθη τὴν νύμφην της, ἀλλὰ τοὐναντίον τὴν ὑπερήσπισε κατὰ τῆς κακολογίας ἄλλων. Ἐὰν ἔζησε καὶ ἄλλα κατόπιν Χριστούγεννα, ἡ ἄστοργος πενθερὰ καὶ ἀκουσία παιδοκτόνος, δὲν θὰ ἦτο βεβαίως πολὺ εὐτυχὴς εἰς τὸ γῆράς της.
(1887)

Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2015

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Υπηρέτρα (διήγημα επί τη εορτή των Χριστουγέννων)



Τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους … ἡ δεκαοκταέτις κόρη τὸ Οὐρανιὼ τὸ Διόμικο, μελαγχροινὴ νοστιμούλα, ἐκλείσθη εἰς τὴν οἰκίαν της ἐνωρίς, διότι ἦτο μόνη.


  Ὁ πατήρ της, ὁ ἀτυχὴς μπαρμπα-Διόμας, ἀρχαῖος ἐμποροπλοίαρχος πτωχεύσας, ὅστις κατήντησε νὰ γίνῃ πορθμεὺς εἰς τὸ γῆράς του, εἶχεν ἐπιβῆ τῆς λέμβου του περὶ μεσημβρίαν, ὅπως πλεύσῃ εἰς τὴν νῆσον Τσουγκριᾶν, τρία μίλια ἀπέχουσαν, καὶ διαπορθμεύσῃ ἐκεῖθεν εἰς τὴν πολίχνην ἑορτασίμους τινὰς προμηθείας. Ὑπεσχέθη ὅτι θὰ ἐπανήρχετο πρὸς ἑσπέραν, ἀλλ᾽ ἐνύκτωσε καὶ ἀκόμη δὲν ἐφάνη. 

Ἡ νέα ἦτο ὀρφανὴ ἐκ μητρός. Ἡ μόνη πρὸς μητρὸς θεία της, ἥτις τῆς ἐκράτει ἄλλοτε συντροφίαν, διότι αἱ οἰκίαι των ἐχωρίζοντο δι᾽ ἑνὸς τοίχου, ἐμάλωσε καὶ αὐτὴ μαζί της διὰ δύο στρέμματα ἀγροῦ, καὶ δὲν ὡμιλοῦντο πλέον. Ἡ νεᾶνις ἐκάθισε πλησίον τοῦ πυρός, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀνάψει εἰς τὴν ἑστίαν περιμένουσα τὸν πατέρα της, καὶ ἐκράτει τὸ οὖς τεταμένον εἰς πάντα θόρυβον, εἰς τὰ φαιδρὰ ᾄσματα τῶν παίδων τῆς ὁδοῦ, ἀνυπόμονος καὶ ἀνησυχοῦσα πότε ὁ πατήρ της νὰ ἔλθῃ. 

Αἱ ὧραι παρήρχοντο καὶ ὁ πτωχὸς γέρων δὲν ἐφαίνετο. Τὸ Οὐρανιὼ εἶχεν ἀπόφασιν νὰ μὴ κατακλιθῇ, ἀλλ᾽ ἔμεινεν οὕτως ἡμίκλιντος πλησίον τῆς ἑστίας. Παρῆλθε τὸ μεσονύκτιον καὶ ἤρχισαν ν᾽ ἀντηχῶσιν οἱ κώδωνες τῶν ναῶν, καλοῦντες τοὺς χριστιανοὺς εἰς τὴν εὐφρόσυνον τῆς ἑορτῆς ἀκολουθίαν. Ἡ καρδία τῆς νέας ἐκόπηκε μέσα της. ― Πέρασαν τὰ μεσάνυχτα, εἶπε, κι ὁ πατέρας μου!… Συγχρόνως τότε ἤκουσε θόρυβον καὶ φωνὰς ἔξωθεν. Ἡ γειτονιὰ εἶχεν ἐξυπνήσει, καὶ ὅλοι ἡτοιμάζοντο διὰ τὴν ἐκκλησίαν. Ἡ δύστηνος Οὐρανιὼ δὲν ἀντέσχεν, ἀλλ᾽ ἔλαβε τὴν τόλμην νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὸν σκεπαστὸν καὶ περίφρακτον ὑπὸ σανίδων ἐξώστην τῆς οἰκίας, ὅπου κρυπτομένη εἰς τὸ σκότος προέβαλε διὰ τῆς θυρίδος τὴν κεφαλήν. Μία γειτόνισσα λάλος καὶ φωνασκὸς εἶχεν ἐγερθῆ πρώτη, καὶ ἀφύπνιζε διὰ τῶν κραυγῶν της τοὺς γείτονας ὅλους, ὅσων ὁ ὕπνος ἀνθίστατο εἰς τῶν κωδώνων τὸν κρότον, προσπαθοῦσα νὰ ἐξυπνίσῃ τὸν ἄνδρα καὶ τὰ παιδία της. Ὁ σύζυγός της, Νταραδῆμος, εἶχεν ἀνάγκην μοχλοῦ διὰ νὰ σταθῇ εἰς τοὺς πόδας του. Ἡ θύρα τῆς οἰκίας των ἦτο ἀντικρὺ τῆς τοῦ μπαρμπα-Διόμα. Τὸ Οὐρανιὼ ἔβλεπε καθαρῶς ἀπέναντί της τὴν γυναῖκα ἐκείνην, κρατοῦσαν φανόν, φωτίζουσαν οἰκτιρμόνως τὰ σκότη τῆς ὁδοῦ διὰ τοὺς διαβάτας καὶ τοὺς γείτονας. Διότι τὸ σκότος ἦτο βαθύ, καὶ ἐλαφρὸς ἄνεμος ἔπνεεν, ὅσος ἤρκει διὰ νὰ μεταφέρῃ ἐκ τῶν χιονοσκεπῶν βουνῶν τὸ ψῦχος καὶ τὸν παγετὸν εἰς τὰς φλέβας τῶν ἀνθρώπων. Κατ᾽ ἐκείνην τὴν στιγμὴν διῆλθεν ἄνθρωπός τις, ὃν ἰδοῦσα καὶ ἀναγνωρίσασα ἡ Οὐρανιὼ δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ μειδιάσῃ.
― Πῶς! κι ὁ Ἀργυράκης πάει στὴν ἐκκλησιά;… ἐψιθύρισεν. 

 Ὁ Ἀργυράκης τῆς Γαροφαλιᾶς, ὅστις εἶχε τὸ προνόμιον νὰ προσωνυμῆται ἀπὸ τοῦ ὀνόματος τῆς συζύγου του, εἶχεν εἰπεῖ ἄλλοτε καὶ τὸ λόγιον ἔμεινε παροιμιῶδες «ὅποτε πάω στὴν ἐκκλησιὰ βάια μοιράζουνε». Ἀλλὰ τὴν φορὰν ταύτην τὸν ἐξύπνισε βιαίως ἡ Γαροφαλιὰ καὶ τῷ ἐπέταξε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν, διότι εἶδε κακὸν ὄνειρον, εἶπεν. Ἐφοβεῖτο μήπως οἱ γύφτισσες (ὑπῆρχον ἀντικρὺ τοῦ οἰκίσκου των πέντε ἢ ἓξ καλύβαι γύφτων νεοφωτίστων), ἔκαμαν μαγείας ἐναντίον της. Καὶ ἂν αὐτὴ ἐπάθαινε τίποτε, Θεὸς νὰ φυλάῃ! ποία ἄλλη θὰ ἐκόλλα τὸν φοῦρνον, οἱ μέρες ποὺ ἔρχονται, «τώρα τὸν Ἁι-Βασίλη» κτλ., εἰς ὅλην τὴν γειτονιά; Ὅλον δὲ τὸ ἄτομόν της ἐνθύμιζε τὴν μητέρα ἐκείνην τῶν Σαράντα Δράκων τοῦ παραμυθιοῦ, ἥτις ἐφούρνιζε μὲ τὰς παλάμας καὶ ἐπάνιζε μὲ τοὺς μαστούς. 

 Ὁ εὐπειθὴς Ἀργυράκης, ὅστις μόλις ἔφθανε μέχρι τῶν ὤμων τοῦ ἀναστήματός της, ἠγέρθη, ἐφόρεσεν εἰς τὴν κεφαλήν του τὸν γιοργούλη* του, ἐζώσθη τὸ κόκκινον ζωνάρι του, τρεῖς σπιθαμὰς πλατύ, ὑπέδησεν εἰς τοὺς πόδας τὰ πέδιλά του, καὶ ἐξῆλθεν εἰς τὴν ὁδόν. 

 Ταυτοχρόνως εἶχεν ἐξέλθει καὶ ὁ Νταραδῆμος, ὅστις ἔπιασεν ὁμιλίαν μὲ τὸν Ἀργυράκη τῆς Γαροφαλιᾶς. 

 ― Τώρα μ᾽ ἀρέσεις, γείτονα, τῷ λέγει… μὴν εἶσαι ἀλιβάνιστος, διότι εἶναι κατὰ τὰ σκοίνια (καταισχύνη). Τὸ φεγγάρι δὲν εἶναι τώρα παν᾽ τς Ἕλληνες (πανσέληνος) νὰ φοβᾶσαι τὸν ἴσκιο σου τὴν νύχτα… 

Τοιαῦτα ἑλληνικὰ ὡμίλει ὁ Νταραδῆμος. 

― Τί νὰ κάμουμε, νὰ σ᾽ ὁρίσω*, γείτονα; ἀπήντησε ταπεινοφρόνως ὁ Ἀργυράκης. 

 Καὶ ὁ Νταραδῆμος κατέβη εἰς τὴν ὁδόν, προηγουμένης τῆς συζύγου του, κρατούσης πάντοτε τὸν φανόν. 

― Δὲν ξέρουμε, νὰ ἦλθε τάχα ὁ γείτονας; εἶπε τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἡ σύζυγος τοῦ Νταραδήμου καὶ ρίπτουσα ἐκφραστικὸν βλέμμα πρὸς τὴν οἰκίαν τοῦ μπαρμπα-Διόμα. 

 ― Σωπᾶτε, εἶπε, φέρων τὸν δάκτυλον εἰς τὸ στόμα ὁ Ἀργυράκης, εἶπαν πὼς βούλιαξε… 

― Τί; εἶπεν ἡ σύζυγος τοῦ Νταραδήμου. Ὁ Ἀργυράκης ἡτοιμάζετο νὰ διηγηθῇ πῶς καὶ ποῦ τὰ ἤκουσεν, ἀλλὰ τὴν αὐτὴν στιγμὴν γοερὰ καὶ σπαρακτικὴ κραυγὴ ἠκούσθη ἀπὸ τῆς σιγηλῆς οἰκίας, πρὸς ἣν ἔβλεπον οἱ τρεῖς ὁμιληταί. Ἀπὸ τοῦ σκεπαστοῦ καὶ περιφράκτου ἐξώστου, ἡ δυστυχὴς τὸ Οὐρανιώ, εἶχεν ἀκούσει τὴν λέξιν τοῦ Ἀργυράκη, καὶ ἀφῆκε τὴν κραυγὴν ἐκείνην. Ἡ ἄστοργος θεία, ἥτις ἀπὸ ἔτους καὶ πλέον δὲν εἶχε καλημερίσει τὴν ἀνεψιάν της, ἤκουσε τὴν γοερὰν κραυγήν, καὶ λησμονήσασα τότε τὰ τρία στρέμματα τοῦ ἀγροῦ, ἔτρεξε πρὸς βοήθειαν τῆς περιαλγοῦς κόρης. 
 
* * * 

 Περὶ τὴν μεσημβρίαν τῆς αὐτῆς ἡμέρας, ὁ ἀτυχὴς μπαρμπα-Διόμας εἶχε φορέσει μέχρι τῶν ὤτων καταβαῖνον ὄρθιον τὸ παμπάλαιον φέσι του, εἶχεν ἐνδυθῆ τὴν τσάκαν* του καὶ τὸ ἀμπαδίτικο βρακί του, καὶ καταβὰς εἰς τὸν αἰγιαλόν, ἔλυσε τὴν μικράν, ἐλαφροτάτην καὶ ὑπόσαθρον λέμβον, καὶ λαβὼν τὰς κώπας ἤλαυνε πρὸς τὴν μεσημβρινώτερον κειμένην μικρὰν νῆσον Τσουγκριᾶν. Μόνη ἔμεινεν ἡ Οὐρανιὼ εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ μόνος ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐπέβαινε τῆς λέμβου του, ναύτης ὁ αὐτὸς καὶ κυβερνήτης καὶ πρῳρεύς. Ναυτίλος ἀπὸ τῆς δωδεκαετοῦς ἡλικίας του, ὁ μπαρμπα-Διόμας, ἀπέκτησεν ἀμοιβαδὸν σκοῦνες, γολέτες καὶ βρίκια, ὕστερον ὑπεβιβάσθη εἰς βρατσέραν, καὶ τέλος ἔμεινε κύριος τῆς μικρᾶς ταύτης λέμβου, δι᾽ ἧς ἐξετέλει βραχείας ἁλιευτικὰς ἢ πορθμευτικὰς ἐκδρομάς. Τὰ περισσεύματα τῶν κόπων του τὰ ἔφαγαν ἄλλοι πάλιν φίλοι, ἀτυχήσαντες καὶ αὐτοὶ εἰς τὰς θαλασσίους ἐπιχειρήσεις των. Εἰς τὸ γῆράς του δὲν τῷ ἔμεινε ἄλλο τι, εἰμὴ σιδηρᾶ ὑγεία, δι᾽ ἧς ἠδύνατο ἀκόμη ν᾽ ἀντέχῃ εἰς τοὺς θαλασσίους κόπους, χάριν τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου ἐργαζόμενος. Ἐνίοτε, ἐλλείψει ὁμιλητοῦ, διηγεῖτο τὰ παράπονά του εἰς τοὺς ἀνέμους καὶ εἰς τὰ κύματα: ― Πῆγα δὰ καὶ στὴν Ἀθήνα, σ᾽ ἐκεῖνο τὸ Ἱππομαχικό*, καὶ μὄδωκαν, λέει, δύο σφάκελα*, νὰ τὰ πάω στὸ Σοκομεῖο, νὰ παρουσιασθῶ στὴν Πιτροπή· πῆγα καὶ στὴν Πιτροπή, ὁ ἕνας ὁ γιατρὸς μὲ ηὗρε γερό, ἄλλος σακάτη, κι αὐτοὶ δὲν ἤξευραν… ὕστερα γύρισα στὸ ὑπουργεῖο καὶ μοῦ εἶπαν, «σύρε στὸ σπίτι σου, κ᾽ ἐμεῖς θὰ σοῦ στείλωμε τὴ σύνταξή σου». Σηκώνομαι, φεύγω, ἔρχομαι δῶ, περιμένω, περνάει ἕνας μήνας, ἔρχονται τὰ χαρτιὰ στὸ λιμεναρχεῖο, νὰ πάω, λέει, πίσω στὴν Ἀθήνα, ἔχουν ἀνάγκη νὰ μὲ ξαναϊδοῦν. Σηκώνω τριάντα δραχμὲς ἀπὸ ἕνα γείτονα, γιατὶ δὲν εἶχα νὰ πάρω τὸ σωτήριο γιὰ τὸ βαπόρι, γυρίζω πίσω στὴν Ἀθήνα χειμῶνα καιρό, δέκα μέρες μὲ παίδευαν νὰ μὲ στέλνουν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖο στὸ Ἱππομαχικό, κι ἀπ᾽ τὸ Ἱππομαχικὸ στὸ Σοκομεῖο, ὕστερα μοῦ λένε «πάαινε, καὶ θὰ βγῇ ἡ ἀπόφαση». Σηκώνομαι, φεύγω, γυρίζω στὸ σπίτι μου, καρτερῶ… εἶδες ἐσὺ σύνταξη; (ἀπηυθύνετο πρὸς ὑποτιθέμενον ἀκροατήν), ἄλλο τόσο κ᾽ ἐγώ. Ἐπῆρα κ᾽ ἐγὼ τὴν Πηρέτρα καὶ πασκίζω νὰ βγάλω τὸ ψωμί μου. Πηρέτρα ἢ Ὑπηρέτρα ἦτο τὸ ὄνομα τῆς λέμβου, ὅπερ αὐτὸς τῇ ἔδιδε. Καὶ παύων νὰ μονολογῇ, ἤρχιζε νὰ τραγῳδῇ διὰ τῆς τραχείας καὶ μονοτόνου φωνῆς του: Βασανισμένο μου κορμί, τυραγνισμένα νιᾶτα!… καὶ δὲν ἔλεγεν ἄλλον στίχον. * * * Καταπλεύσας εἰς τὴν τερπνὴν νῆσον Τσουγκριᾶν, ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐφόρτωσεν ἐπὶ τῆς «Ὑπηρέτρας» πέντε ἢ ἓξ ζεύγη ὀρνίθων, κοφίνους τινὰς ᾠῶν καὶ τυροῦ, δύο ἢ τρεῖς ἰνδιάνους, καὶ ἄλλα τινὰ πράγματα, καὶ ἡτοιμάζετο νὰ λύσῃ τὰ ἀπόγεια τῆς λέμβου καὶ ν᾽ ἀποπλεύσῃ. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην προσῆλθεν ὁ κουμπάρος του Σταθαρός, ὁ ποιμὴν τοῦ Τσουγκριᾶ, καὶ τὸν παρεκάλεσε νὰ τοῦ κάμῃ τὴν χάριν νὰ παραλάβῃ ὀχληρὸν συμπλωτῆρα… «υἱὸν ὑποζυγίου» ὥριμον πρὸς ἐπίσαξιν… ὅπως κομίσῃ αὐτὸν πρὸς ἕνα τῶν πολυαρίθμων κουμπάρων του εἰς τὴν πολίχνην. Ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐσυλλογίσθη τὸ βάρος, καὶ ἔρριψεν ἀμήχανον βλέμμα εἰς τὸ στενόχωρον καὶ τὴν ἐλαφρότητα τῆς «Ὑπηρέτρας», ἀλλ᾽ ἀφ᾽ ἑτέρου ἐσκέφθη ὅτι μία δραχμή, ὁ ναῦλος τοῦ ὀναρίου, ἦτο κάτι δι᾽ αὐτόν, ἦτο ὁ καπνὸς καὶ ὁ οἶνος τῶν τριῶν σχολασίμων ἡμερῶν τῶν Χριστουγέννων, καὶ ἀπεφάσισε νὰ προσλάβῃ τὸν πῶλον. Ὁ κουμπάρος Σταθαρὸς εὐχαριστηθεὶς τὸν ἐφίλευσεν ὀλίγα αὐγά, μίαν μυζήθραν, καὶ ὁ μπαρμπα-Διόμας, ἐπιβιβάσας τὸν πῶλον, ἔλαβε τὰς κώπας, καὶ ἔστρεψε τὴν πρῷραν πρὸς τὸν λιμένα. Ἀπεμακρύνθη, ἔκαμε πανιά, καί, διανύσας ὑπὲρ τὸ ἓν μίλιον, ἀπεῖχεν ἐξ ἴσου σχεδὸν τοῦ Τσουγκριᾶ καὶ τῆς πολίχνης. Καίτοι βορειανατολικὸς ὁ ἄνεμος, Γραῖος, ὑπεβοήθει ἐκ πλαγίου τὸ ἱστίον, διότι ὁ μπαρμπα-Διόμας ἔδιδε βορειοδυτικὴν εἰς τὴν λέμβον διεύθυνσιν. Ἀλλ᾽ ὁ πῶλος, ὅστις ἔβοσκεν ἡσύχως τὸ χόρτον του, καὶ δὲν ἐφαίνετο ν᾽ ἀνησυχῇ πολὺ περὶ τοῦ διάπλου, αἴφνης ἐσήκωσε τὸν πόδα, ἔδωκεν ἄτακτον λάκτισμα εἰς τὴν σανίδα… καὶ τὸ μαδέρι τῆς εὐθραύστου καὶ ὑποσάθρου λέμβου διερράγη. Τὸ ὕδωρ ἤρχισε νὰ εἰσρέῃ εἰς τὸ κύτος. Ἡ λέμβος ἤρχισε νὰ βυθίζηται. Ταχὺς ὡς ἡ ἀστραπή, ὁ μπαρμπα-Διόμας, ἀπέβαλε τὸ βαρύτερον φόρεμα, τὸν ἀμπά του, τὸν ὁποῖον εἶχε φορέσει μόνον ἐνόσῳ ἐκάθητο εἰς τὸ πηδάλιον, ἔγειρε πρὸς τὸ μέρος τῆς σκότας* τοῦ πανίου ἀριστερά, ἐκρεμάσθη ἐπὶ τῆς πλευρᾶς τοῦ σκάφους καὶ κατώρθωσε νὰ μπατάρῃ τὴν λέμβον. Μέγας ἔγινεν ὁ θρῆνος ὑπὸ τὴν ἀνατραπεῖσαν τρόπιδα. Ὄρνιθες, ἰνδιάνοι, κόφινοι καὶ ὁ αἴτιος τῆς συμφορᾶς, ὁ πῶλος, ὅλα κατῆλθον εἰς τὸν πυθμένα. Ὁ μπαρμπα-Διόμας, ὅστις ἐκολύμβα ὡς ἔγχελυς, εἶχε καὶ στήριγμα τὴν ἀνατραπεῖσαν «Ὑπηρέτραν», τὴν ὁποίαν ἠμπόδισε τοῦ νὰ βυθισθῇ.

* * * 

Περὶ τὰς δύο ὥρας ἔμεινεν οὕτως ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐπίστομα ἐπὶ τῶν πλευρῶν τοῦ σκάφους, κρατούμενος διὰ τῶν χειρῶν ἀπὸ τῆς τρόπιδος, μὴ τολμῶν νὰ στηριχθῇ ὅλος ἐπὶ τῶν σανίδων, διότι ἡ λέμβος θὰ ἐβυθίζετο. Τέλος, περὶ τὴν ἀμφιλύκην, ἐνόσῳ ὑπῆρχεν ἀκόμη ἀρκετὸν φῶς, ὅσον ἔρριπτεν ἡ ἀνταύγεια τῶν χιονοσκεπῶν πέριξ ὀρέων, ἐφάνη μακρόθεν ἓν ἱστίον. Ὁ μπαρμπα-Διόμας ἤρχισε νὰ φωνάζῃ μὲ ὅσην δύναμιν τῷ ἔμεινεν ἀκόμη. Ὁ ἄνεμος ἦτο βοηθητικὸς διὰ τὸ ἐρχόμενον πλοῖον, ὅπερ ἔπλεεν ἐξ ἀνατολῶν πρὸς δυσμάς. Ἦτο μέγα τρεχαντήριον φορτωμένον. Αἱ φωναὶ τοῦ μπαρμπα-Διόμα δὲν ἠκούοντο, ὁ ἄνεμος τὰς ὤθει μακρὰν πρὸς τὸν λίβα. Ἀλλὰ τὸ τρεχαντήριον ἐπλησίαζε καὶ ὁ μικρὸς μαῦρος ὄγκος τῆς ἀνατραπείσης λέμβου διεκρίνετο ὡς φωλεὰ ἀλκυόνος ἐπὶ τῶν κυμάτων. Καθ᾽ ὅσον ὅμως ἐπλησίαζεν, ἠδύναντο ν᾽ ἀκουσθῶσι καὶ αἱ φωναί. Διότι τὸ ἀνατραπὲν σκαφίδιον, ὠθούμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων, εἶχε μετατοπισθῆ πολλὰς δεκάδας ὀργυιῶν πρὸς τὰ νοτιοδυτικά, καὶ ὁ γέρων ναυαγὸς συνέβαλε καὶ αὐτὸς εἰς τοῦτο διὰ τῶν χειρῶν καὶ τῶν ποδῶν. Τέλος τὸ τρεχαντήριον προσήγγισε καὶ ἀπέλυσε τὴν λέμβον. Ὁ μπαρμπα-Διόμας ἤκουσε κώπας πλαταγούσας πλησίον του, ἀλλὰ τόσον μόνον ἤκουσεν. Εὐθὺς κατόπιν ἐλιποθύμησεν. Οἱ δύο κωπηλάται ἀνέσυραν τὸν μπαρμπα-Διόμαν παγωμένον καὶ ἡμιθανῆ, καὶ τὸν ἀνεβίβασαν εἰς τὸ τρεχαντήριον. Ἀφοῦ τοῦ ἤλλαξαν τὰ ἐνδύματα, δι᾽ ἐμπνοῶν καὶ προστρίψεων προσεπάθησαν νὰ τὸν ἀνακαλέσωσιν εἰς τὴν ζωήν. Ὁ κυβερνήτης διέταξε νὰ στρέψωσι πρῷραν πρὸς τὸν λιμένα, ὅπως τὸν ἀποδώσωσι νεκρὸν ἢ ζῶντα εἰς τοὺς οἰκείους του. Τέλος ὁ πτωχὸς ναυαγὸς ἤνοιξε τοὺς ὀφθαλμούς. Οἱ καλοὶ ναῦται ἠθέλησαν νὰ τῷ προσφέρωσι ποὺντς καὶ ἄλλα θερμὰ ποτά. Ἀλλ᾽ ἅμα ἀνοίξας τοὺς ὀφθαλμοὺς ὁ μπαρμπα-Διόμας, διὰ τοῦ πρώτου βλέμματος εἶδε βαρέλια. Τὸ πλοῖον ἦτο φορτωμένον οἴνους. ―Ὄχι πούντς, ὄχι, εἶπε διὰ πεπνιγμένης φωνῆς· κρασὶ δῶστέ μου ! Οἱ ναῦται τῷ προσήνεγκον φιάλην πλήρη ἡδυγεύστου μαύρου οἴνου, καὶ ὁ μπαρμπα-Διόμας τὴν ἐρρόφησεν ἀπνευστί. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

 Ὑπέφωσκεν ἤδη ἡ ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων, καὶ ἡ θεία εἰς μάτην προσεπάθει νὰ παρηγορήσῃ τὴν σφαδάζουσαν ὑπὸ ἄλγους Οὐρανιώ. Ἀλλ᾽ ἡ σύζυγος τοῦ Νταραδήμου ἐλθοῦσα τότε ἀνήγγειλεν ὅτι ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐναυάγησε μέν, ἀλλ᾽ ἐσώθη, καὶ ὅτι ἔφθασεν ὑγιής. Ὁ Ἀργυράκης καὶ ἄλλοι τινὲς ἀγρόται εἶχον ἴδει, φαίνεται, μακρόθεν τὴν ἀνατροπὴν τῆς λέμβου, καὶ ἐντεῦθεν διεδόθη ὅτι ὁ γέρων ἐπνίγη. Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ ἐνύκτωσε, δὲν εἶδον καὶ τὸ σωστικὸν καὶ οἰνοφόρον τρεχαντήριον. Ὁ μπαρμπα-Διόμας, ἐλθὼν μετ᾽ ὀλίγον καὶ ὁ ἴδιος, ἐνηγκαλίσθη τὴν κόρην του. Ὤ, πενιχρὰ ἀλλ᾽ ὑπερτάτη εὐτυχία τοῦ πτωχοῦ! Τὸ Οὐρανιὼ ἔχυνεν ἀκόμη δάκρυα, ἀλλὰ δάκρυα χαρᾶς. Ὁ πατήρ της δὲν τῆς εἶχε φέρει οὔτε αὐγὰ οὔτε μυζῆθρες οὔτε ὄρνιθες, ἀλλὰ τῆς ἔφερε τὸ σκληραγωγημένον καὶ θαλασσόδαρτον ἄτομόν του καὶ τὰς δύο στιβαρὰς καὶ χελωνοδέρμους χεῖράς του, δι᾽ ὧν ἠδύνατο ἀκόμη ἐπί τινα ἔτη νὰ ἐργάζηται δι᾽ ἑαυτὸν καὶ δι᾽ αὐτήν. (1888)

~ ~

από τη σειρά βιβλίων "Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, διηγήματα - 3ος τόμος: Στο Χριστό, στο Κάστρο / Της Κοκκώνας το Σπίτι / Η Γλυκοφιλούσα / Υπηρέτρα / Τα Πτερόεντα δώρα / Άνθος του Γιαλού Πρώτη Έκδοση: Δεκέμβριος 2008, Εκδόσεις "Το Ποντίκι" Υπεύθυνος Σειράς: Ξενοφών Αλ. Μπρουντζάκης ~ ~ Το κείμενο βασίζεται στην πεντάτομη κριτική έκδοση των Απάντων του Αλ. Παπαδιαμάντη που έγινε από τον Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλο και εκδόθηκε από τις Εκδόσεις Δόμος (1981-1988).

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη

 

 

  «Πῶς δύναται τὶς νὰ γίνει ἀνὴρ χωρὶς ν᾿ ἀγαπήσῃ δεκάκις τουλάχιστον, καὶ δεκάκις ν᾿ ἀπατηθῇ; ...»
Ἀλ. Παπαδιαμάντη “Ὁλόγυρα στὴ λίμνη” 

 

 

 Η  μεγίστη ἐπιθυμία τοῦ γήρατος εἶναι τὸ νὰ δύναταί τις νὰ δώσῃ εἰς ἄλλους τὴν εὐτυχίαν, χωρὶς νὰ τὴν ἔχει αὐτός. Τί λέγω; Τοῦτο καθ᾿ αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν μεγίστην εὐτυχίαν. Μὴ φθόνει, ὦ θνητέ. Τοῦτο εἶναι θεῖον, διότι οἱ θεοὶ μόνοι δύνανται νὰ καθιστῶσιν εὐτυχεῖς. Καὶ ὁ Πλάτων ὁρίζει οὕτω τὸ θεῖον, παρέχων αὐτῷ γνωρίσματα τοιαῦτα: ῾ἀγαθός, φθόνου ἐκτὸς ὧν᾿. Ὅταν δύναταί τις νὰ εἶναι ἐκτὸς φθόνου, τότε ἀληθῶς εἶναι ὑπεράνθρωπος, τότε ἐξαίρεται, τότε θεοῦται...» 


Ἀλ. Παπαδιαμάντη “Ἡ γυφτοπούλα”

 

Η πεζογραφία του Παπαδιαμάντη

του Στέλιου Παπαθανασίου*



[..] Η πραγματογνωσία του Παπαδιαμάντη, ασυνήθιστης πληρότητας και ποιότητας, είναι αποτέλεσμα πρωτίστως εμπειρικής σχέσης και αντικειμενικής σπουδής. Οταν όμως ο Γέροντας της Σκιάθου αναπαύεται, «πολλά ρεμβάζων και ουδέν σκεπτόμενος» («Η Πεποικιλμένη») και «με την φαντασίαν του γρηγορούσαν» («Θέρος-έρος»), τότε στην αντικειμενική σπουδή του προστίθενται οι ιδιότητες της συμπαθούσης διαισθήσεως και της ευφάνταστης αντιλήψεως. Τότε «το αίσθημα είναι ανώτερον της θεωρίας» («Στην Αγι-Αναστασά»), οπότε ο απαράμιλλος διαχρονικός γλωσσικός οπλισμός του Παπαδιαμάντη και η αδιαμφισβήτητη σφραγίδα της δωρεάς φροντίζουν για τα υπόλοιπα αδιακρίτως και ακατακρίτως: «Ομματα έλαμπαν, παρειαί ανθούσαν, χαμόγελα ανέτελλαν, άσματα εν ψιθυρισμώ, και αισθήματα εν εμβρύω, και βαθείαι πνοαί και ελαφροί στεναγμοί, και αύραι της νεότητος ερρίπιζον, αέριζον, εδρόσιζον τα σώματα και τας καρδίας» («Ωχ! Βασανάκια» - Καμιά σχέση με παιδοφιλίες και τέτοια).

Το πρόβλημα με τον σκιαθίτη συγγραφέα είναι να αντιληφθούμε πως η μισή λογοτεχνία του γράφεται «επί πτίλων αύρας νυκτερινής» («Ο ξεπεσμένος δερβίσης») και σε ήχο πλάγιο του δευτέρου, που σώζει χαρακτήρα ηδονικό και ικετευτικό, ενώ η άλλη μισή ακροβατεί στην επικράτεια του τραγικού. Μόνο που στη μικρά πολίχνη της Σκιάθου (και στην ενδοχώρα, βεβαίως) δεν υπάρχουν μεγέθη βασιλικών οίκων αλλά μικροάγιοι του ανθρώπινου πόνου: υστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι.

Εν κατακλείδι: «Ο ακέραιος κυρ Αλέξανδρος» (τίτλος ποιήματος του Νίκου Καρούζου - και τιμής) είναι ο απόλυτος εκφραστής του χαροποιού πένθους, που χαρακτηρίζει τον παράξενο τρόπο των Ελλήνων. Ο σκιαθίτης Γέροντας, αρκετές δεκαετίες πριν ιστορήσουν ποιητικά ο Ελύτης την «Τρελή ροδιά» της υπαρξιακής ευδαιμονίας και ο Σαχτούρης τον «Τρελό λαγό» της καλπάζουσας δυστυχίας, είχε προχωρήσει στον δικό του λογοτεχνικό συμψηφισμό, «ποιήσας τα αμφότερα έν» (Εφ. 2, 14).

Κατάφερε να διαλύσει ποικιλοτρόπως «το μεσότοιχον του φραγμού» και, μακριά από εκκωφαντικούς θορύβους, υπενθύμισε στο «γνησιώτερον μέρος του απλού λαού» («Νεκρός ταξιδιώτης») ότι το θαύμα είναι εδώ, «κτήμα ες αεί των επιγιγνομένων», υπό μορφήν περίλαμπρης «ποιητικής πεζογραφίας» και περίτεχνων ποιητικών μεταφρασμάτων, διά των οποίων «ρήγνυται ο Ιορδάνης»΄ τουτέστιν, η ιστορία τέμνεται χωρίς, παραδόξως, να διαιρείται...

* διδάκτωρ Φιλολογίας και Θεολογίας






Ένας μποέμ κοσμοκαλόγερος 

του Γιάννη Ν. Μπασκόζου


Η διαμάχη για το έργο του
 

[..] Ο Παπαδιαμάντης, αν και οι παλαιότεροι κριτικοί (Παλαμάς, Ξενόπουλος κ.ά.) θα εξυμνήσουν το έργο του, δεν θα τύχει της ίδιας αποδοχής από τους νεότερους. Η σχολή των Κ.Θ. Δημαρά και Π. Μουλλά θα μειώσει την αξία του, καθώς θα θεωρήσει ότι πρόκειται για λαογραφικά ηθικά κείμενα χωρίς ιδιαίτερη λογοτεχνική αξία, ενώ του προσάπτει προχειρότητα και αναχρονιστικές τάσεις στη γλώσσα. Από την άλλη σκοπιά, οι αμύντορες της Ορθοδοξίας τον θεωρούν εκπρόσωπό τους, μη αναγνωρίζοντας καμία άλλη πτυχή στο έργο του. Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη δίχασε επίσης την κριτική. Ο Κ. Χατζόπουλος και ο Α. Τερζάκης τη βρήκαν σχολαστική και προβληματική, ενώ τη θαύμασαν ο Τ. Αγρας, ο Ελύτης, ο Ζ. Λορεντζάτος κ.ά. Νεότεροι μελετητές αλλά και συγγραφείς που τον αγαπούν έχουν αναδείξει πλείστες όσες όψεις του συγγραφέα. Ανέδειξαν τον κοινωνικό Παπαδιαμάντη, αυτόν που στηλιτεύει την αδικία, τους πολιτικάντηδες, την παραδοσιακή θέση της γυναίκας που την «πουλάνε» μέσω του γάμου, είναι υπέρ του πολιτικού γάμου κ.ά. Τον χιουμορίστα Παπαδιαμάντη, με την ειρωνεία και τον σαρκασμό για να υποβάλλει σε οξύτατη κριτική πολλές καταστάσεις της εποχής. Τον ερωτικό Παπαδιαμάντη, με τις ποιητικές, αισθησιακές εικόνες των αβάσταχτων ερώτων. Τον ποιητή Παπαδιαμάντη, με τη μαγεία των λέξεων και των φράσεων που χρησιμοποιεί. Ελπίζουμε ότι εφέτος γιορτάζοντας τα 100 χρόνια από τον θάνατό του θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη ολόπλευρα, να γοητευτούμε από τα κείμενά του, να τον τοποθετήσουμε ολόπλευρα στη λογοτεχνική εικόνα της χώρας μας. 



 Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Οι παπαδιαμαντικές σπουδές σήμερα


[..] Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ, τὴν ἀναγκαστικὰ συνοπτικὴ καὶ ἐλλιπὴ, ἐπισκόπηση θὰ ἐπισημάνω μερικὰ ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ θεωρῶ ὡς σημαντικὰ ζητούμενα τῶν παπαδιαμαντικῶν σπουδῶν.

Τὸ πρῶτο ζητούμενο εἶναι μιὰ κριτικὴ ἔκδοση πλήρως ἀναθεωρημένη. Ἡ ἀναθεώρηση προϋποθέτει ἐξυπαρχῆς ἀντιβολὴ τοῦ κειμένου τῆς ἔκδοσης «Δόμου» μὲ τὸ κείμενο τῶν πρώτων δημοσιεύσεων –καὶ τῶν αὐτογράφων, ἀσφαλῶς, ὅταν σώζονται–, καὶ συχνὴ προσφυγή, κυρίως γιὰ τὸν καταρτισμὸ τοῦ κριτικοῦ ὑπομνήματος, σὲ ἄλλες ἐκδόσεις Ἁπάντων. Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς φροντίδες γιὰ τὸ νέο κείμενο, πρέπει νὰ ἐκσυγχρονιστεῖ τὸ κριτικὸ ὑπόμνημα, νὰ συμπληρωθεῖ τὸ ὑπόμνημα πηγῶν, νὰ ἀνασυνταχθοῦν ριζικὰ τὰ βιβλιογραφικὰ ὑπομνήματα, νὰ ἀνανεωθεῖ ἡ γενικὴ βιβλιογραφία, νὰ διορθωθεῖ καὶ νὰ ἐμπλουτισθεῖ τὸ γλωσσάριο καὶ νὰ συνταχθοῦν προσεκτικότερα οἱ πίνακες κυρίων ὀνομάτων καὶ τοπωνυμιῶν. Ἕνα παράδειγμα : στὰ βιβλιογραφικὰ ὑπομνήματα τῆς «Γλυκοφιλούσης» καὶ τοῦ Βαρδιάνου στὰ σπόρκα πρέπει νὰ παρατεθοῦν ἀντιστοίχως δύο ἀρθρίδια ἀπὸ τὴ στήλη «Νέα καὶ περίεργα» τῆς Ἀκροπόλεως, μεταφρασμένα καὶ διασκευασμένα ἀπὸ τὸν Παπαδιαμάντη. Τὰ ἀρθρίδια ἔχουν δημοσιευτεῖ πολὺ νωρίτερα ἀπὸ τὰ δύο διηγήματα· καὶ ἐκεῖνο ποὺ ἀφορᾶ τὸν Βαρδιάνο δείχνει ἀπὸ τί λογῆς ἀφορμὲς γεννιέται ἡ παπαδιαμαντικὴ διηγηματογραφία, ἐνῶ τὸ σχετικὸ μὲ τὴ «Γλυκοφιλοῦσα» ἀναιρεῖ μιὰ φαντασιώδη ἑρμηνεία οὐσιώδους μέρους τοῦ διηγήματος.

Ἀπὸ τὸν φιλόλογο ποὺ θὰ ἐπωμιστεῖ τὴν ἐπίμοχθη ἀναθεωρημένη ἔκδοση προαπαιτοῦνται, μεταξὺ ἄλλων, καὶ τὰ ἑξῆς : νὰ μελετήσει ἐπισταμένως τὸ μεταφραστικὸ ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη, νὰ διεξέλθει προσεκτικὰ τὰ αὐτόγραφά του, νὰ καταφάγει τὸν Σκιάθου λαϊκὸ πολιτισμὸ τοῦ Ρήγα καὶ τὴν «Παπαδιαμαντικὴ σκιαθίτικη προσωπογραφία», τουλάχιστον, τοῦ Φραγκούλα, νὰ γνωρίζει τί ἔχει γραφτεῖ μετὰ τὸ 1988 σχετικὰ μὲ τὰ προβλήματα παράδοσης, κριτικῆς καὶ ἑρμηνείας τοῦ παπαδιαμαντικοῦ κειμένου καὶ νὰ διαθέτει ἐπαρκὴ γνώση τῆς ἐκκλησιαστικῆς γλώσσας.

Τὰ προαπαιτούμενα ἴσως φαίνονται ὑπερβολικά. Δὲν εἶναι καὶ θὰ τὸ πιστοποιήσουν μερικὰ παραδείγματα. Ἔτσι, στὸ χωρίο «καὶ νὰ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην ἁβροτέρας, τερπνοτέρας, ἀφοσιοτέρας ἀναγνώσεως» τοῦ διηγήματος «Στὸ Χριστό, στὸ Κάστρο» ἡ λέξη ἀφοσιοτέρας ἔχει τεθεῖ μεταξὺ σταυρῶν στὴν κριτικὴ ἔκδοση ὡς locus desperatus. Ὡστόσο ἀργότερα ἡ δυσίατη γραφὴ θεραπεύτηκε χάρη στὸ κείμενο «Ὁποῖον τὸ Σικάγον» τοῦ Ἀλεξάνδρου Κρέϊβ, δημοσιευμένο στὸ Νέον Πνεῦμα καὶ μεταφρασμένο ἀπὸ τὸν Παπαδιαμάντη. Ἐκεῖ διαβάζουμε : «καὶ τὰ παιδία εὑρίσκουσι τὴν κατ’ οἶκον μελέτην ἀκοπωτέραν, εὐκολωτέραν καὶ τερπνοτέραν». Ἡ ὀρθὴ γραφὴ εἶναι ἀκοπωτέραν καὶ αὐτὴ ὑπάρχει στὸ Ἀπάνθισμα καὶ τὴν χρηστικὴ ἔκδοση τοῦ Βήματος.

Ἀπὸ τὶς μεταφράσεις θὰ διδαχθεῖ ἐπίσης ὁ μελλοντικὸς ἐκδότης ὅτι ἡ γραφὴ ἀτέραμνος (ὁ οὐρανὸς) στὸ παπαδιαμαντικὸ ποίημα «Ἐράνισμα ψαλμῶν» πρέπει νὰ μὴν μετακινηθεῖ, ἔστω καὶ ἂν τὰ ἑλληνικὰ λεξικὰ δὲν παρέχουν τὴ σημασία ποὺ προσδίδει στὴ λέξη ὁ Παπαδιαμάντης. Ἡ λέξη χρησιμοποιεῖται καὶ ἀπὸ τὸν μεταφραστὴ Παπαδιαμάντη, πάντοτε μὲ τὴ σημασία «ἀπέραντος».





Πηγή: Ἐφημ. Τὰ Νέα, 31 Μαρτίου 2001


Θὰ νιώσουμε τὸν «πολιτικὸ» Παπαδιαμάντη ζητώντας δικές του ἀπαντήσεις σὲ δικές μας πολιτικὲς ἀπορίες. Ἕνα παράδειγμα εἶναι τὸ ἀξιακὸ τρίπτυχο «Πατρὶς - Θρησκεία - Οἰκογένεια» τοῦ ἑλληνοχριστιανικοῦ ἰδεολογήματος, ποὺ προωθήθηκε ἀπὸ τὸν νεοελληνικὸ εὐσεβισμὸ τῶν θρησκευτικῶν σωματείων («Ἡ Ἑλλάδα τοῦ Χριστοῦ») στὴν ἐμφυλιοπολεμικὴ περίοδο καὶ πραγματώθηκε ἀπὸ τὴν ἑπταετὴ δικτατορία («Ἑλλὰς Ἑλλήνων Χριστιανῶν»).

Ὁ Παπαδιαμάντης καταγγέλλει τὸν ἐθνικισμό, τὴν πατριδοκαπηλία καὶ τὴν ἐθνικοφροσύνη: «Μεταξὺ ὅλων των ἐπαγγελμάτων, εἰς ὅλον τὸ Γένος, περνᾶ ἐξόχως τὸ ἐπάγγελμα τῆς θρησκείας, καθὼς καὶ τὸ τοῦ πατριωτισμοῦ».

Περισσότερη εἰρωνεία δὲν χρειάζεται ἀπὸ ἕναν δεξιοτέχνη τῆς γραφίδας... Ὅσον ἀφορᾶ τὴ θρησκεία πάλι δὲν διστάζει νὰ ἀσκήσει κριτικὴ στὴν Ἱεραρχία, ὅταν «συγκαλύπτῃ πᾶσαν σχεδὸν ἐγκληματικὴν πράξιν τῶν κληρικῶν καταγγελλομένην, σκανδαλίζουσα οὕτω τὴν κοινὴν συνείδησιν καὶ συντελοῦσα εἰς ἀπονέκρωσιν τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος ὑπὲρ πάσας τὰς ἀθέους καὶ ὑλιστικὰς θεωρίας». Ἐπιμένει στὴ μόρφωση τοῦ κλήρου, ὑποστηρίζει τὴν οἰκονομικὴ αὐτοτέλεια τῆς Ἐκκλησίας, καταπολεμᾶ τὸν «δεσποτισμό», δηλαδὴ τὴν ἀπολυταρχία τῶν ἱεραρχῶν, στηλιτεύει τὴ χειροτονία ἀγραμμάτων κληρικῶν καὶ τὴν ἐγκαταβίωση ἀγάμων ἱερωμένων στὶς πόλεις.

Ταυτόχρονα ἐπιτίθεται στὶς θρησκευτικὲς ὀργανώσεις τῆς ἐποχῆς του μὲ τὸν Ἀπόστολο Μακράκη (1831-1905) ποὺ ἐνέπνευσε ὅλες τὶς μεταγενέστερες εὐσεβιστικὲς κινήσεις (ἱεραποστολικὲς «Ἀδελφότητες Θεολόγων») τοῦ τόπου μας, τὰ «νεοπλάσματα τῶν ποικιλωνύμων συλλόγων, κοντὰ εἰς τὰς διαφόρους Ἀναστάσεις, Ἀναμορφώσεις, Ἀναγεννήσεις, Ἀναζυμώσεις καὶ Ἀναπλάσεις, τὰς ἐπαγγελλομένας τὴν διόρθωσιν», μὲ σατιρικὸ ὕφος: «Διατί δὲν γίνεσθε παπᾶδες, ἐπὶ τέλους, ἂν εἶσθε ἄξιοι; Ὄχι νὰ κάμετε πορισμὸν τὴν εὐσέβειαν, ἄνθρωποι λαϊκοί, κοσμικοί, μὲ στριμμένους μύστακας, μὲ ὀρθὰ κολλάρα».

Δηλώνει τὴ θέση του: «Ἐγὼ εἶμαι τέκνον γνήσιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐκπροσωπουμένης ὑπὸ τῶν ἐπισκόπων της. Ἐὰν δὲ τυχὸν πολλοὶ τούτων εἶναι ἁμαρτωλοί, ἁρμοδία νὰ κρίνῃ εἶναι μόνον ἡ Ἐκκλησία, καὶ μόνον τὸ ἄπειρον ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἡμεῖς πρέπει νὰ ἐπικαλώμεθα». Ἀκούγεται ἐπίκαιρη ἡ ἐπισήμανσή του: «Τὸ βῆμα τῆς ἐκκλησίας δὲν εἶναι ὅπως τὸ βῆμα τὸ δικανικόν, τὸ βῆμα τὸ πολιτικόν, ὅπου ὑπάρχουν ρήτορες καὶ ἀντιρρήτορες... Δὲν ἐπιτρέπονται ἐκεῖ αἱ αὐτοσχέδιοι ἀνοησίαι»!

Ὁ Παπαδιαμάντης καταγγέλλει τὴν βαυαροκρατία («ὅπως ἱεροσύλως ἡ βαυαρικὴ ἀντιβασιλεία ἔπραξεν») γιὰ τὴν πολιτειοκρατία, δηλαδὴ τὴν ἀνάμειξη τοῦ Κράτους στὴν Ἐκκλησία («ἡ μεγαλυτέρα αἰτία τῆς παρακμῆς τῶν μοναστηρίων εἶναι ἡ σκανδαλώδης ἀνάμιξις τῆς Πολιτείας καὶ τῶν κοσμικῶν προσώπων εἰς τὰ καλογηρικὰ πράγματα») καὶ τὴν αὐτοκεφαλία τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας στὴν ὁποία ἀντιτίθεται ρητά. Συνιστᾶ τὴν κατάργηση τοῦ Αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν ὑπαγωγή της στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο: «Καὶ δὲν εἶναι καιρὸς ἄρα νὰ σκεφθῇ ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία ἂν δὲν συμφέρῃ ν᾿ ἀποσύρῃ ἀπὸ τῆς ἐν Ἑλλάδι ἀνηλίκου ἀδελφῆς της τὸ αὐτοκέφαλον, τὸ ὁποῖον κατὰ συγκατάβασιν μόνο καὶ ὑπὸ ὅρους παρεχώρησεν αὕτη;».

Ὁ «κοσμοκαλόγερος ἅγιος» τῆς λογοτεχνίας μας ἀναφέρεται στὸν πολιτικὸ γάμο: «Ἐλλείψει, ὅμως, ἄλλης προνοίας, χριστιανικῆς καὶ ἠθικῆς, διὰ νὰ εἶναι τουλάχιστον συνεπεῖς πρὸς ἑαυτοὺς καὶ λογικοί, ὀφείλουσι νὰ ψηφίσωσι τὸν πολιτικὸν γάμον».

Μὲ κριτήριο ὅτι «αἱ νεώτεραι ὅμως κοινωνίαι, αἱ χριστιανικαί, πρώτην βάσιν ἔχουσι τὸ ἀδέσμευτον τῆς θελήσεως, τὴν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου» συνιστᾶ νὰ «μὴν εἴμεθα βάρβαροι, μὴ θέλωμεν νὰ ἐπιβάλωμεν βίαν εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Τάχα ἀπαντᾶτε σήμερον πολλοὺς ἐγγάμους νὰ εἶναι εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὴν τύχην των, ἢ βλέπετε νὰ εἶναι εὔκολος ὁ γάμος, ὡς ἔπρεπε νὰ εἶναι, ὡς ἐπιούσιος κοινωνικὸς ἄρτος, ὡς θεμελιώδης θεσμός;».


    
Ελισάβετ Κοτζιά - Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και η κριτική


[..] Εἶναι γνωστό, διαπιστώνει ἡ μελετήτρια, ὅτι ὅσο ζοῦσε ὁ Παπαδιαμάντης δὲν εἶδε βιβλίο του τυπωμένο. Τὸ κοινὸ ἑπομένως τὸν γνώρισε μέσα ἀπὸ τὶς ἐφημερίδες καὶ τὰ λογοτεχνικὰ περιοδικά. Ὁ Ξενόπουλος ἄλλωστε ἰσχυρίζεται ὅτι τὰ παπαδιαμαντικὰ ἔργα ἱκανοποιοῦσαν τὶς προσδοκίες τῶν ἀναγνωστῶν. Μὲ τὶς παρενθέσεις ὅμως καὶ τὶς ὑποσημειώσεις του, ὁ Παπαδιαμάντης ἀποσκοποῦσε στὸ νὰ ἀνατρέψει τὸν διαμορφωμένο ἀναγνωστικὸ ὁρίζοντα, γεγονὸς ποὺ τὸν ἔκανε, ἐκτὸς ἀπὸ συγγραφέα τῶν πολλῶν, καὶ συγγραφέα τῶν ὀλίγων. Δὲν ἐδιάβαζαν συνεπῶς ὅλοι οἱ ἀναγνῶστες, καταλήγει ἡ Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη, τὸν ἴδιο Παπαδιαμάντη.

Κανεὶς ἀπὸ τοὺς πρώτους ἐπώνυμους κριτικοὺς - ὁ Παλαμᾶς, ὁ Νιρβάνας ἢ ὁ Ξενόπουλος - δὲν ἀντιλήφθηκε τὸ παπαδιαμαντικὸ κείμενο ὡς ἔργο ἠθογραφικὸ καὶ μόνον, τὸ ὁποῖο ἀπεικονίζει φωτογραφικὰ τὴν ἀγροτικὴ κοινότητα, ἀλλὰ ὅλοι τους στάθηκαν στὸν ποιητικὸ τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Σκιαθίτης διηγηματογράφος ἀπέδωσε τὴν πραγματικότητα. Δυὸ ὑπῆρξαν ἐξάλλου τὰ καίρια προβλήματα ποὺ ἀπασχόλησαν τὴν κριτική, ἡ παπαδιαμαντικὴ γλώσσα καὶ ὁ τρόπος ποὺ τὸ ἔργο ἀποτύπωσε τὴν ἐθνικὴ-λαϊκὴ ψυχή. Ἡ γλώσσα τοῦ Παπαδιαμάντη δίχασε τὴν κριτική: Ὁ K. Χατζόπουλος χαρακτήρισε τὴν καθαρεύουσά του σχολαστική, ὁ Ἄ. Τερζάκης προβληματική, ὁ Μ. Μ. Παπαϊωάννου ἀδρανῆ ἐπιβίωση τοῦ παρελθόντος καὶ ὁ Π. Μουλλᾶς ἀνυπόταχτη ντυμένη τὸ καθαρευουσιάνικο φόρεμά της. Ὁ Τ. Ἄγρας τὴ θεώρησε ἀντιθέτως γλῶσσα μὲ ἱστορία αἰώνων, ὁ Ὁ. Ἐλύτης θησαυρισμένη ἀπὸ ἀπανωτὰ στρώματα παιδείας καὶ οἱ Ζ. Λορεντζᾶτος καὶ Ν. Β. Τωμαδάκης γλώσσα ποὺ ἀρνεῖται νὰ ὑποκύψει στὴ μονοχρωμία τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης ἐκφορᾶς.

Ὁ Παπαδιαμάντης θεωρήθηκε ἀκόμα ἐκφραστὴς τῆς ἐθνικῆς - λαϊκῆς νεοελληνικῆς ψυχῆς. Ὁ Γρ. Ξενόπουλος τὸν χαρακτήρισε φορέα τῆς ρωμέικης λαϊκῆς ψυχῆς, ὁ Παλαμᾶς ἐκφραστῆ τῆς νέας ἑλληνικῆς ψυχῆς μὲ τὴν ἔννοια μιᾶς ὑπερβατικῆς σύνθεσης τῶν ἀντιθέσεων καὶ ὁ T. Ἄγρας ἐκφραστὴ τῆς μυστικῆς, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴν ἡρωική, νεοελληνικὴ ψυχή. H ἀπουσία αὐτοῦ ἀκριβῶς τοῦ ἀντιστασιακοῦ ἤθους εἴτε ταυτίστηκε θετικὰ μὲ τὴν ἔννοια τῆς ὀρθόδοξης Χριστιανοσύνης (Ζ. Λορεντζᾶτος, Κ. Μπαστιᾶς, Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Χρ. Γιανναρᾶς) εἴτε ταυτίστηκε ἀρνητικὰ μὲ τὴ μοιρολατρικὴ πίστη καὶ τὸν ῥαγιαδισμό. H ἀπουσία ἡρωικοῦ ἀντιστασιακοῦ στοιχείου χαρακτηρίστηκε ἔτσι ἀπὸ τοὺς ἀριστεροὺς Ν. Ζαχαριάδη καὶ Μ. Μ. Παπαϊωάννου ὡς στοιχεῖο καλλιτεχνικῆς ἀνεπάρκειας, ἐνῶ υἱοθετώντας πνεῦμα συμβιβαστικὸ ὁ Γ. Βαλέτας θεώρησε ὅτι ὁ λαὸς τοῦ Παπαδιαμάντη εἶναι τὸ ποίμνιο ἑνὸς Χριστοῦ ποὺ μεταφέρει τὴ λαϊκή του ἐπαγγελία στὴν ἀθηναϊκὴ ἐφημερίδα. Τμῆμα τῆς γενιᾶς τοῦ ῾30 υἱοθέτησε τέλος τὴ ῥομαντικὴ ἄποψη ὅτι ἡ παπαδιαμαντικὴ κοινότητα ἐκφράζει τὸν πρωτογονικὸ λαὸ ποὺ ὄχι μόνον ἀποτελεῖ μέρος τῆς φύσης, ἀλλὰ παίζει σὲ μικρογραφία τὰ παντοτινὰ πάθη τοῦ ἀνθρώπου. [...]


Παύλος Νιρβάνας - Το ήθος του Παπαδιαμάντη

Στὸ παρακάτω περιστατικὸ ποὺ ἀφηγεῖται ὁ Παῦλος Νιρβάνας ὅταν τράβηξε τὴν γνωστὴ φωτογραφία στὸν κὺρ Ἀλέξανδρο, μποροῦμε νὰ διαγνώσουμε τὴν σεμνότητα τοῦ μεγάλου λογοτέχνη. Σὲ μιὰ ἐποχὴ ὅπου πλῆθος ἀσήμαντων «καλλιτεχνῶν» καὶ διανοουμένων περιφέρονται ἀπὸ κανάλι σὲ κανάλι καὶ ἀγωνιοῦν γιὰ μία φωτογράφηση καὶ μία συνεντευξούλα σὲ κάποιο περιοδικό, τὸ ἦθος τοῦ Παπαδιαμάντη μοιάζει ἐξωπραγματικό.

Ὁ καημένος ὁ Ἀλέξανδρος! Καινούργιες ἀνησυχίες θὰ εἶχε πάλι ἡ ἀσκητική του ψυχὴ μὲ τὴ συρροὴ τόσων ξένων καὶ δικῶν μας μουσαφιρέων στὸ ταπεινό του σπιτάκι τοῦ ὡραίου νησιοῦ. Τὸν ἐτρόμαζε τόσο πολὺ «ἡ περιέργεια τοῦ Κοινοῦ».

Εἶχα διηγηθεῖ ἄλλοτε τὴν ἀνησυχία του αὐτή, ὅταν πῆγα, κλέφτικα, μὲ χίλιες προφάσεις, νὰ τὸν φωτογραφίσω ἀπάνω στὸ καφενεδάκι τῆς Δεξαμενῆς. Δὲν ὑπῆρχε ὡς τότε φωτογραφία τοῦ Παπαδιαμάντη. Καὶ συλλογιζόμουν ὅτι ἀπ᾿ τὴ μιὰ μέρα στὴν ἄλλη μποροῦσε νὰ πεθάνει ὁ μεγάλος Σκιαθίτης, καὶ μαζί του νὰ σβύσῃ γιὰ πάντα ἡ ὁσία μορφή του. Καὶ πότε αὐτό; Σὲ μία ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπάρχει ἀσημότητα ποὺ νὰ μὴν ἔχει λάβει τὶς τιμὲς τοῦ φωτογραφικοῦ φακοῦ. Καὶ πῶς θὰ μποροῦσε νὰ δικαιολογηθεῖ μία τέτοια παράλειψη τῆς γενεᾶς μας σ᾿ ἐκείνους ποὺ θὰ ῾ρθοῦν κατόπι μας νὰ συνεχίσουν τὸ θαυμασμό μας γιὰ τὸν ἀπαράμιλλο λυρικὸ ψυχογράφο τῶν καλῶν καὶ τῶν ταπεινῶν καὶ τὸν ἁγνότατο ποιητὴ τῶν νησιώτικων γιαλῶν; Ἀλλὰ ὁ ἁγνὸς αὐτὸς χριστιανός, μὲ τὴ ψυχὴ τοῦ ἀναχωρητῆ, δὲν ἐννοοῦσε, μὲ κανένα τρόπο, νὰ ἐπιτρέψη στὸν ἑαυτό του μιὰ τέτοια εἰδωλολατρικὴ ματαιότητα. «Οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα» ἦταν ἡ ἄρνησή του καὶ ἡ ἀπολογία του. Ἀποφάσισα ὅμως νὰ πάρω τὴν ἁμαρτία του στὸ λαιμό μου. Ὁ Θεὸς καὶ ἡ μακαρία ψυχή του ἂς μοῦ συχωρέσουν τὸ κρῖμα μου. Ἕνας ἀπὸ τοὺς ὡραιότερους τίτλους ποὺ ἀναγνωρίζω στὴ ζωή μου, εἶναι ὅτι παρέδωκα στοὺς μεταγενέστερους τὴ μορφὴ τοῦ Παπαδιαμάντη.

Μὲ τί δόλια καὶ ἁμαρτωλὰ μέσα ἐπραγματοποίησα τὸν ἆθλο μου αὐτό, τὸ διηγήθηκα, ὅπως εἶπα, ἀλλοῦ. Ἐκεῖνο ποὺ μοῦ θυμίζουν ζωηρότερα τώρα οἱ εὐλαβητικὲς γιορτὲς τῆς Σκιάθου, εἶναι ἡ ἀνησυχία του τὴ στιγμὴ ποὺ τὸν ἀποτράβηξα ὡς τὴν προσήλια γωνίτσα τοῦ μικροῦ καφενείου, γιὰ νὰ ποζάρῃ μπροστὰ στὸν φακό μου. Νὰ «ποζάρῃ» εἶναι ἕνας λεκτικὸς τρόπος. Εἶχε πάρει μόνος του τὴ φυσική του στάση ἀπάνω σὲ μιὰ πρόστυχη καρέκλα, μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα στὸ στῆθος, μὲ τὸ κεφάλι σκυφτό, μὲ τὰ μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινοῦ ἁγίου, σὰν ξεσηκωμένη ἀπὸ κάποιο καπνισμένο παλιὸ τέμπλο ἐρημοκλησιοῦ τοῦ νησιοῦ του. Αὐτὴ δὲν ἦταν στάση γιὰ μία πεζὴ φωτογραφία. Ἦταν μία καλλιτεχνικὴ σύνθεση, καὶ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἕνα ἔργο τοῦ Πανσελήνου ἢ τοῦ Θεοτοκοπούλου. Ἀμφιβάλλω ἂν φωτογραφικὸς φακὸς ἔλαβε ποτὲ μιὰ τέτοια εὐτυχία.

Ἀλλὰ ὁ Ἀλέξανδρος ἦταν βιαστικὸς νὰ τελειώνουμε. Γιατί; Μοῦ τὸ ψιθύρισε, ἀνήσυχα στὸ αὐτί, καὶ ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ τὸν εἶχα ἀκούσει - οὔτε φαντάζομαι πῶς θὰ τὸν ἄκουσε ποτὲ κανένας ἄλλος - νὰ μιλεῖ γαλλικά:

- Nous excitons la curiosité du public.

Ἀκούσατε; Ἐρεθίζαμε τὴν περιέργεια τοῦ ...Κοινοῦ! Ποιοῦ Κοινοῦ; Δὲν ἦταν ἐκεῖ κοντά μας παρὰ ἕνα κοιμισμένο γκαρσόνι τοῦ καφενείου, ἕνας γεροντάκος ποὺ λιαζότανε στὴν ἄλλη γωνία τοῦ μαγαζιοῦ, καὶ δυὸ λουστράκια ποὺ παίζανε παράμερα. Αὐτὸ ἦταν τὸ Κοινό, ποὺ ἀνησυχοῦσε τὸν Παπαδιαμάντη ἡ «περιέργειά» του. Κι᾿ αὐτὴ ἦταν ἡ διαπόμπευσή του, ποὺ βιαζότανε νὰ τῆς δώσῃ ἕνα τέλος, - Ἡ φιλία ἐνίκησε τὸ ζορμπαλίκι... μοῦ εἶπε - ἀντιγράφω τὰ ἴδια του τὰ λόγια - στὸ τέλος τοῦ μαρτυρίου του. [...]