Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Σκαρίμπας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Σκαρίμπας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Σεπτεμβρίου 2017

Τα μουρλά νερά του Σκαρίμπα (του Θανάση Θ. Νιάρχου)


ΤΑ ΜΟΥΡΛΑ ΝΕΡΑ ΤΟΥ ΣΚΑΡΙΜΠΑ

Ή είμαστε πια πάρα πολλοί που έχουμε μεγαλώσει ανεπανόρθωτα Ή η ιστορία της λογοτεχνίας σχετικά πρόσφατων χρόνων είναι τόσο ζωντανή ώστε γεγονότα που σημειώθηκαν πριν από πενήντα χρόνια να μοιάζουν σχεδόν χθεσινά. Αλλιώς δεν εξηγείται η γλύκα που αισθάνεται κανείς διαβάζοντας το κείμενο του συγγραφέα και δημοσιογράφου Δημήτρη Παπαχρήστου αφού αφορά πρόσωπα και περιστατικά που δεν χρειάζεται παρά μια αμυδρή μνεία τους για να επανακάμψουν ορμητικά όπως ακριβώς τα έζησε κανείς

γράφει ο Θανάσης Θ. Νιάρχος 


Μια φωτογραφία, λένε οι Κινέζοι, είναι χίλιες λέξεις, αλλά και μια λέξη, θα μπορούσες να πεις, κι αν είναι γραμμένη ή ειπωμένη από τον Σκαρίμπα, είναι χίλιες φωτογραφίες. Ο Ηλίας Πετρόπουλος στο σπίτι του Γιάννη Σκαρίμπα, το 1969, απαθανατισμένοι σε μια φωτογραφία από τον Ηλία Παπαδημητρακόπουλο, σημαντικότατο διηγηματογράφο και φίλο του Σκαρίμπα, είναι η παραδοξολογία της εικόνας στη σκιά του λόγου. Εσμιξαν, πώς λέμε βρήκε ο τέντζερης το καπάκι, η παραδοξολογία, ο ανορθόδοξος λόγος, η υπέρβαση των ορίων, χωρίς την παραβίασή τους πέρα από την ηθογραφία, τη στράτευση μέσα σε έναν σκαριμπικό σουρεαλισμό, ο Ηλίας Πετρόπουλος με τα καλιαρντά του και τις έρευνές του για ό,τι τον ερέθιζε να μιλήσει ή να γράψει και με την παραγγελία του «τη στάχτη μου να τη ρίξετε στον υπόνομο του Παρισιού», καθότι αυτοεξόριστος, πράγμα που έγινε, είναι ένα κομμάτι της μυθιστορίας.
Ο Σκαρίμπας έπαιζε με τους παρατονισμούς, με τις μετοχές και η ποίησή του έβρισκε τον ρυθμό της και τη μουσικότητά της. Χρησιμοποίησε ως εργαλείο όλα τα είδη του λόγου και ήταν γνώστης βαθύς της ουσίας της ζωής, που τη ζούσε σε μια πραγματικότητα της επαρχίας, γι' αυτό και την περιέγραψε με κάθε τρόπο, μην αφήνοντας τίποτα όρθιο με τα σκανδαλίσματα της γλώσσας του και με τα σατανικά καμώματά του, δηλαδή τα «καραγκιοζιλίκια» του, προκάροντας τη σεμνοτυφία, τον καθωσπρεπισμό και την καθεστηκυία τάξη του λόγου και της κοινωνίας.

Ο ξενομερίτης της Χαλκίδας έκανε τη Χαλκίδα δικιά του και στο έργο του και στη ζωή του, με το ανυπότακτο πνεύμα του και τη μεγάλη αγάπη του, που ήξερε από πού εκπορεύονταν. Οταν είδα και άκουσα τον «Ηχο του κώδωνος» στο Πειραματικό Θέατρο της Μαριέτας Ριάλδη, ένιωσα τις παρακρούσεις και αισθάνθηκα την παρόρμηση να πάω στη Χαλκίδα, στον Καράμπαμπα, να τον συναντήσω, αν και δεν ήμουν ακόμα είκοσι χρόνων και δεν ήξερα ότι ο Μάνος Κατράκης είχε παίξει στη Χαλκίδα το 1942. Περήφανος και ξαφνιασμένος, γιατί δεν ήξερα την ύπαρξή του. Δεν με εντυπωσίασε τόσο το παρουσιαστικό του, αλλά με κέρδισε εκείνο το διαβολικό χαμόγελό του, με όλες τις σημασίες που μπορεί να προσδώσει κανείς.
«Βγαίνω από τα τρελά νερά του Ευρίπου», του είπα, «από τα μουρλά», με διόρθωσε. Και ήρθα για πρώτη φορά το 1958 στη Χαλκίδα με τον «Κύκνο» τον λευκό, τον ολόλευκο, με σπασμένο χέρι από τους Ωρεούς. Το πουλί το πλεούμενο των θαλασσών και αργότερα των ουρανών και τώρα έγινε καζίνο έξω από τη Βηρυτό. Είχα διαβάσει το «Ουλαλούμ», το «Θείο τραγί» και τον «Μαριάμπα» του.

Και είχα γράψει το όνειρό μου με θαλασσιά γράμματα για τον «κύκνο» που τον έβλεπα να περνάει τον ερωτικό δίαυλο, βγαίνοντας από τον Παγασητικό για τις Σποράδες.
Νιώθω σιγά σιγά ν' αποδεσμεύεται
ο φόβος απ' το κορμί μου.
Να βουλιάζω στην ερημιά
μιας θάλασσας ακύμαντης
κι ο λευκός κύκνος να μη φαίνεται από πουθενά.

Ο Σκαρίμπας γελάει ακόμα και σκαρφίζεται στίχους και ποιήματα. Είναι ο τρελός του χωριού, δηλαδή της Χαλκίδας, και ξεφωνίζει πρώτα κι ύστερα πέφτει σε πλήρη σιωπή, με σοφία και γνώση. Κι έρχεται η ψυχή του ορμώμενη από την Αγία Ευθυμία Παρνασσίδος και από τους τόπους των αναγκαστικών της ζωής περιπλανήσεων. Μικρό παιδί στην Ιτέα Σαλώνων, σχολαρχείο στο Αίγιο, γυμνάσιο στην Πάτρα και από το μακεδονικό μέτωπο, έρχεται.
Ηθελε να γίνει φαροφύλακας και κατέληξε τελωνοφύλακας στο τελωνείο Χαλκίδας και κολυμβητής της νύχτας που κάποιες φορές του έπαιρναν τα ρούχα οι συνάδελφοί του που τα άφηνε απέξω για να τον ακούσουν να τους βλαστημάει. Ο Σκαρίμπας δεν σκάμπαζε από καθωσπρεπισμούς, ήταν ο δαίμων της Χαλκίδας και της ζωής. Οσο ζούσε, οι συντοπίτες του δεν τον καταλάβαιναν, ήταν παράξενος άνθρωπος, γι' αυτό και τους έκανε μηνύσεις… Μα πάντα έστεκε και στέκει πάνω στη γέφυρα δείχνοντας με τα χέρια του και τα ποιήματά του τον Νότο.

Τώρα στέκεται μαρμάρινος μπροστά από το ξενοδοχείο Παλίρροια, με σπασμένο κατάρτι. Το σπασμένο καράβι τραγουδάει πέρα βαθιά με δίχως πανιά έτσι να 'μαι, και είναι να πονάει και να λυπάται ο κάθε Χαλκιδαίος που είδε να γκρεμίζεται το Παλίρροια, το κόσμημα της Χαλκίδας για ένα ανασήκωμα παραπάνω.
Και είναι ακόμα μεγαλύτερος ο πόνος στο έμπα του όποιου ενοίκου να θαυμάζει τοιχοκολλημένη την ομορφιά του. Κι είχα μαθητής προλάβει να κοιμηθώ στην αγκαλιά του. Πολλές οι μεταλλάξεις και πολλά τα μεταλλαγμένα προϊόντα, που θα έλεγε κι ο Σκαρίμπας.

Ο Δημήτρης Αρβανίτης, βέρος Χαλκιδαίος, βίωσε τις εικόνες πηγαίνοντας στον πατέρα του το μεσημεριανό, τυλιγμένο σε μια πετσέτα. Καραβοποιός, στο δικό του καρνάγιο, δίπλα στη γέφυρα, κοντά στη Σχολή Πεζικού, κάτω από την εβραϊκή συνοικία, και ο Σκαρίμπας περνούσε απέξω κι έριχνε τα μάτια του στον τεχνίτη καλλιτέχνη. Εγραψε έξι διηγήματα, όσες και οι ώρες που πάνε κάτω τα νερά, και με παρακίνησε να γράψω και εγώ ακόμα έξι, όσες οι ώρες που πάνε πάνω. Και η γέφυρα στη μέση στολίδι αληθινό. Και ψηλά να στέκει το κάστρο και όλα να κολυμπάνε «στη ροή των νερών και των καιρών», αυτό τον τίτλο έδωσε στο βιβλίο, και ως να είναι φυσιολογικότατον ο Σκαρίμπας να μας παρακολουθεί από την προκυμαία και να είναι καρφωμένο το μάτι του στη στιγμή που αλλάζουν τα νερά.
Γκρεμίστηκε το σπίτι του κι αυτό δεν τιμά τον Δήμο Χαλκίδας κι ας τον τίμησε με τον χρυσό σταυρό της πόλης. Και όταν συνέβη αυτό στο ξενοδοχείο Λούσι έφυγε να πάει προς νερού του. Μια μέρα με τον Σκαρίμπα θα μπορούσε να είναι μια ζωή και ένα ολόκληρο βιβλίο, πράγμα που το διέπραξε ο Τόλης Καζαντζής από τη Θεσσαλονίκη που τον επισκέφθηκε μια μέρα. Είναι και τα παιδιά από τη Χαλκίδα, οι φίλοι του Γιάννη Σκαρίμπα, που τον τιμάνε προβάλλοντας το έργο του.
Αθυρόστομος αλλά όχι βλάσφημος, καραγκιοζοπαίχτης και θεομπαίχτης. Ο Σκαρίμπας δείχνει με το δάχτυλό του τη θεότητα του Σύμπαντος και το κάτι εκείνο που μπορεί να βάλει φωτιά στο τίποτα και να το δημιουργήσει από την αρχή με τον λόγο του. Γιόρταζε την Ανάσταση τη Μεγάλη Παρασκευή για να προκαλέσει και έπαιζε τον Καραγκιόζη του με τις φιγούρες που έφτιαχνε ο ίδιος. Ακούστηκε πως μια γκαστρωμένη γυναίκα απόρριξε από ξεκάρδισμα, κυκλοφόρησε σαν γεγονός στην πόλη και δεν γινόταν να μη γίνει πιστευτό.
Ο Σκαρίμπας «έπαιξε» με όλα τα είδη της τέχνης και με την αλήθεια και το Εικοσιένα του, έβγαλε γλώσσα και στους ιστορικούς γιατί ήταν απόγονος του Σουλιώτη Δήμου Μαζγάκη που υπηρέτησε στην αυλή του Αλή Πασά, δίνοντας την προσωπική του ιστορική διάσταση. Ανυπότακτος και ανοικονόμητος, δεν χωρούσε πουθενά. Επαρχιώτης με περηφάνια που ήθελε να αλώσει με τη βοήθεια του περιθωρίου το κέντρο των Αθηνών και την εξουσία με δούρειο ίππο την τέχνη του και με πολιορκητικό κριό την πανουργία του.
Στην εφημερίδα που έβγαζε, τα «Νεοελληνικά Σημειώματα», αρθρογραφούσε εναντίον του κατεστημένου των λογοτεχνών. Τα έβαζε με το σινάφι του, τον Στρατή Μυριβήλη, τον Πέτρο Χάρη, τον Καραγάτση και άλλους, με βοηθό τον Νίκο Παππά από τα Τρίκαλα. Χαλκιδαίος έτσι πολιτογραφήθηκε, σαν τον Καβάφη της Αλεξάνδρειας, σαν τον Καρυωτάκη της Πρέβεζας και σαν τον Παπαδιαμάντη της Σκιάθου που είχε περάσει ως μαθητής από τη Χαλκίδα.
Ο Σκαρίμπας επιδίωξε να γίνει η Χαλκίδα λογοτεχνικό κέντρο, αρθρογραφούσε σε πολλά έντυπα, γινόταν το επίκεντρο σε «εχθρούς» και φίλους. Πολλοί πέρασαν από τη Χαλκίδα, και η Μαρίκα Κοτοπούλη και ο Αγγελος Σικελιανός, κι ήταν ο Σκαρίμπας που το ευχαριστιότανε.

Σκαρίμπας και Πεντζίκης

 
 
ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ ΚΑΙ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ

«Η Χαλκίδα... Σε τόσους κατοίκους δε γνωρίζαμε ούτε καν το διαλεχτό πεζόγράφο και ποιητή Σκαρίμπα, που το πάθος της συναισθηματικής του ψυχής κατακαίει κάθε εφήμερο, που συντηρεί τον άνθρωπο στην καθημερινότητα...»
-- Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Το μυθιστόρημα της κυρίας Ερσης

Η ΜΝΕΙΑ περί Σκαρίμπα από τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη γίνεται αρκετά νωρίς, ήδη από το 1952. Η επακολουθήσασα πρώτη συνάντηση των ιερών αυτών τεράτων της λογοτεχνίας μας, υπήρξε αντάξια και των δύο: ο Σκαρίμπας οδήγησε τον Πεντζίκη σε μια ψαροταβέρνα, προκειμένου ο τελευταίος να απολαύσει φρέσκα ψάρια («τις ενάλιες λαχτάρες» του, όπως συχνά τα αναφέρει), τα οποία και ουδέποτε κατέφθασαν, επειδή ο Σκαρίμπας ουδέποτε τα παρήγγειλε πραγματικά, καίτοι πηγαινοερχόταν άπειρες φορές στην κουζίνα του καταστήματος - μια αναμονή πολλών ωρών που είχε καταντήσει ράκος τον, αρκετά λιχούδη Πεντζίκη, ενώ κατά την άδοξη επιστροφή τους προς τη Χαλκίδα, ο Σκαρίμπας άρχισε καθ’ οδόν τα καραγκιοζιλίκια του, πέφτοντας ανάσκελα στο δρόμο και υποδυόμενος τον πάσχοντα από κολικούς εντέρου...

ΥΠΟΓΕΙΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Ο Πεντζίκης, ο οποίος διηγόταν με απόλαυση όλο αυτό το κάζο, έτρεφε βαθύτατη εκτίμηση για τον Σκαρίμπα. Παρά το χάος που χωρίζει τη συγγραφική αντίληψη, αλλά και τη γραφή του Πεντζίκη από εκείνη του Σκαρίμπα, υπόγειες διαδρομές μας οδηγούν από τον έναν στον άλλον. Και είναι φυσικό, αφού και οι δύο υπήρξαν ανατροπείς του κατεστημένου λόγου και της καθεστηκυΐας περί την πεζογραφία αντιλήψεως, εξαρθρωτές του μύθου, με χιούμορ και καμώματα σατανικά, στο έπακρον αληθινοί: γυμνοί. Σε μια εποχή, όπου η πόζα και η υστεροβουλία αποτελούσαν τον θεμέλιο λίθο της φήμης και της υστεροφημίας, εκείνοι εξέθεταν εαυτούς χωρίς έλεος. Και οι δύο ενέσκηψαν πρώιμα και πρόωρα στον ελληνικό χώρο, περίπου απρόσκλητοι, και (αγνοηθέντες επιδεικτικά) παρέμειναν ουσιαστικά αποσυνάγωγοι. Δεν τους προσεφέρθη ούτε η εντάφια, χρυσή προσωπίδα: ούτε ο ένας ούτε ο άλλος μνημονεύονται έστω (όχι ως λήμμα, αλλά ως λέξεις-άπαξ!) ακόμη και στην τελευταία έκδοση (1985) της ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας.

Ενα ακόμη πεδίο, όπου συναντώνται ο Πεντζίκης με τον Σκαρίμπα, είναι οι μεταμορφώσεις των ηρώων. Στο βιβλίο π.χ. του Πεντζίκη «Το μυθιστόρημα της κυρίας Ερσης», το οποίο εξεδόθη μεν το 1966, πρόκειται όμως για έργο γραμμένο ήδη από το 1952, ο κύριος Ρουίτ Χόρας (ο οποίος τυγχάνει και εξαδάκτυλος!) εμφανίζεται στην κυρία Ερση υπό διπλή μεταμόρφωση: ως αρχαιολόγος Καλλιάδης και ως μαέστρος Δημήτρης Μητρόπουλος - ενώ γεωπόνος ο κ. Θόδωρος διέρχεται κι’ αυτός από τις σελίδες του βιβλίου...
Στον Σκαρίμπα το σταθερό στοιχείο του αντικονφορμισμού του είναι η αλληλοδιολίσθηση των ηρώων. Στο «Μαριάμπα» (1935) ο (γεωπόνος) ήρωας αλληλοϋποκαθίσταται με κάποιον Γιάννη Πιττακό - ενώ ο πανταχού παρών ιατρός εξαδάκτυλος θα διενεργήσει και τη νεκροψία του ενός των συμβαλλομένων...
 
 

ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΟ ΕΡΓΟ

Ακρως ιδιάζουσα και ακραία (και, δυστυχώς, όχι και μοναδική), η περίπτωση Σκαρίμπα επαναφέρει επί τάπητος το σκοτεινό πρόβλημα της, ηθελημένης και μη, συγχύσεως των αξιών, που καταταλαιπωρεί μονίμως τα γράμματά μας και που, επί των ημερών μας, λαμβάνει πλέον διαστάσεις πολλαπλής συναλλαγής. Ποιητής, διηγηματογράφος, μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας, καραγκιοζοπαίχτης και χαρτονομουτροκατασκευαστής (ενδεχομένως δε, και ιστοριογράφος), ο Γιάννης Σκαρίμπας με το παράξενο, αλλόκοτο και ανατρεπτικό του έργο -έργο που το στηρίζει, το υπηρετεί και το προωθεί μια γλώσσα πλουσιότατη, άκρως καταλυτική και εν ταυτώ υπόδειγμα (για το πώς, δηλαδή, μπορεί κανείς να υπερβαίνει τα όρια, χωρίς να τα παραβαίνει), μια γλώσσα που επέχει θέσιν χρυσής γέφυρας μεταξύ του δημοτικού τραγουδιού και της καθαρεύουσας- αυτός ακριβώς ο Σκαρίμπας θα αρχίσει να γίνεται γνωστός και να διαβάζεται όταν έχει πια γεράσει και τα ποικίλα μέσα μαζικής παραπληροφόρησης τον έχουν σύρει στα χωράφια εκείνα ακριβώς, όπου βολεύονται φυλλάδες και αστοιχείωτα ξόανα - δηλαδή, όταν έχουν καταφέρει να θεωρείται κι ο Σκαρίμπας γραφικός. Αλλωστε ας μην το ξεχνάμε, η γραφικότητα και η ηθογραφία αποτέλεσαν, επί μακράν σειράν ετών, το επίσημο άλλοθι της νεοελληνικής, φιλολογικής ή όχι, κριτικής.

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗ ΓΛΩΣΣΑ

Η γλώσσα συνιστά μια από τις ουσιαστικότερες διαφορές μεταξύ Σκαρίμπα και Πεντζίκη. Αδέσμευτη, ελεύθερη, ενιαία - αλλά και ατημέλητη, κάπως σε δεύτερη (στον Πεντζίκη) μοίρα, καθίσταται στον Σκαρίμπα το φοβερό του εργαλείο. Διαβάζοντας μόνο τα ποιήματά του, αντιλαμβανόμαστε πόσο βαθύς γνώστης της ελληνικής υπήρξε: τι παράδοση και τι φορτίο κουβαλούσε, πόσο τον συνείχαν η μουσικότητα και ο ρυθμός. Του ήταν εύκολο, επομένως, να πειραματίζεται με τη σύνταξη, με τις μετοχές, με την έκθλιψη, τους παρατονισμούς, κ.λπ. Ο Σκαρίμπας, αξίζει να το υπογραμμίσουμε, ανέλαβε υπό τη γραφίδα του ένα κούφιο και αμελητέο σημείο στίξε-ως, την παύλα, και το ανέδειξε σε μείζον σημείο του γραπτού μας λόγου!

Ούτε ο Πεντζίκης ούτε ο Σκαρίμπας μπορούσαν να δημιουργήσουν σχολή ή να αφήσουν μαθητές: υπήρξαν και οι δύο τόσο τελεσίδικα μοναδικοί! Αναλογιζόμενος, όμως, αυτά ακριβώς τα απροσδόκητα και καταλυτικά παιχνίδια με τη γλώσσα του Σκαρίμπα, αρέσκομαι να θεωρώ (ίσως και προς προσωπική παραμυθία) τον πεζογράφο Νόσο Θεοφίλου ως τον μοναδικόν επίγονο του τελευταίου.
Η πατρότητα φράσεων του Θεοφίλου, όπως: «Εγώ την περίμενα κρυμμένος μισόγυμνος ανάμεσα σε φύλλα συκής...», «Και γυρνώντας ευρύχωρα, μιλήστε μου αμοιβαίως, της είπε...», «Να ξεχειλίζουν τα στήθη τους -ομογάλακτα-...», «Απούσιαζα ήδη εκτός εαυτού...» κ.ο.κ., δεν ανήκει ουσιαστικά στον Σκαρίμπα - και ας μην γράφτηκαν ποτέ από αυτόν;

Σημείωση «Επτά Ημερών»: Το κείμενο τον Ηλία X. Παπαδημητρακόπουλου πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ναυτική Πνευματική Καλλιέργεια», τεύχος 45ο, Μάιος - Ιούνιος 1994.

https://anemourion.blogspot.gr/2017/08/blog-post_94.html

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2016

Το Ποίημα της Εβδομάδας: Φαντασία, Γιάννης Σκαρίμπας (1894 - 1983)






ΦΑΝΤΑΣΙΑ
(από τή συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ)
Νάναι σά νά μάς σπρώχνει ένας αέρας μαζί
πρός έναν δρόμο φιδωτό πού σβεί στά χάη,
καί σένα τού καπέλου σου πλατειά καί φανταιζί
κάποια κορδέλα του, τρελά νά χαιρετάει.
Και νάν' σάν κάτι νά μού λές, κάτι ωραίο κοντά
γι' άστρα, τή ζώνη πού πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι αύτός ο άνεμος τρελά-τρελά νά μάς σκουντά
όλο πρός τή γραμμή των οριζόντων.
Κι όλο νά λές, νά λές, στά βάθη τής νυκτός
γιά ένα – μέ γυάλινα πανιά – πλοίο πού πάει
Όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο πού πέφτει εκτός:
έξω απ' τόν κύκλο των νερών – στά χάη.

Κι όλο νά πνέει, νά μάς ωθεί αύτός ο άνεμος μαζί
πέρ' από τόπους καί καιρούς, έως ότου – φως μου –
(καθώς τρελά θά χαιρετάει κείν' η κορδέλα η φανταιζί)
βγούμε απ' τήν τρικυμία αύτού τού κόσμου . . .

~

επιμέλεια: Κατερίνα Κωστίου
εκδόσεις Νεφέλη & Ελένη Σκαρίμπα, 1992

σκίτσο Γ. Σκαρίμπα: Ειρηναίος Μαράκης