Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αστυνομικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αστυνομικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2017

Το Λογοτεχνία και Σκέψη διαβάζει: Το Παιδί από το Κολοράντο (Colorado Kid), Stephen King, εκδόσεις Bell


#books #reviews #StephenKing #ColoradoKid
 
Το Παιδί από το Κολοράντο
(Colorado Kid) Stephen King
Μετάφραση: Γωγώ Αρβανίτη
Εκδόσεις BELL


Αυτό το βιβλίο του Στίβεν Κινγκ ίσως να συμπεριλαμβάνεται στη σειρά με τα πιο αμφιλεγόμενα βιβλία του Μαιτρ της φαντασίας και του τρόμου. Πολύ περιληπτικά μπορούμε να πούμε πως μέσα στους θαυμαστές του υπάρχουν δύο πολύ διακριτές τάσεις αναγνωστών σχετικά με το βιβλίο: αυτοί οι ιδιαίτερα πιστοί αναγνώστες που το διαβάζουν με ενθουσιασμό ως κάτι το αρκετά διαφορετικό σε σχέση με άλλα έργα του Κινγκ - που όμως δεν παύει να είναι ένας καθαρόαιμος Κινγκ, εστιάζοντας για παράδειγμα στην άνεση της γραφής του και αυτοί, επίσης πιστοί αναγνώστες που θεωρούν, όχι άδικα ως ένα βαθμό, ότι το βιβλίο παρόλες τις αφηγηματικές αρετές του, υστερεί τόσο στην ανάπτυξη της ιστορίας όσο και στο ότι δεν δίνει μια ξεκάθαρη απάντηση στο μυστήριο που αναπτύσσει στις προηγούμενες, μόλις 190 σελίδες. Υποστηρίζουν μάλιστα ότι η υπόθεση του βιβλίου θα αναπτύσσονταν πολύ καλύτερα εάν είχε μεγαλύτερη έκταση. Προφανώς αυτό ισχύει στο ακέραιο. Αλλά η βασική ένσταση, κι αντίθετα από την ξεκάθαρη ερμηνεία του ίδιου του συγγραφέα στο τέλος του Παιδιού, είναι ότι στερεί από τον αναγνώστη την λύση της υπόθεσης και φυσικά, την έκπληξη που θα μπορούσε αυτή να περιέχει. Προσφέρει όμως μια άλλη έκπληξη, καθ' όλα επιτυχημένη και απρόβλεπτη.

Σε αυτό το σημείο, μπορούμε να πούμε πως Το Παιδί από το Κολοράντο είναι μία άσκηση γραφής, ένα λογοτεχνικό μάθημα σε αναγνώστες και επίδοξους συγγραφείς για το πως γράφεται μια ιστορία, με απλά υλικά, με κάποιο κέφι ίσως, χωρίς να είναι ανάγκη να υπάρχουν πολύπλοκες αναλύσεις, χαρακτήρες και μυστήρια αλλά κι ένα παιγνίδι που ανεξάρτητα από την λύση του σχετικού μυστηρίου, αν υπάρχει βέβαια λύση - ο συγγραφέας έχει διάφορες εκδοχές στο μυαλό του, διασκεδάζει και ψυχαγωγεί τον αναγνώστη.

Αλλά μάλλον πως οι δικές μας αναλύσεις είναι περιττές μπροστά σε όσα γράφει ο ίδιος ο Στίβεν Κινγκ στον επίλογο του:

"Στη συγκεκριμένη υπόθεση, εμένα δεν με ενδιέφερε η λύση, αλλά το μυστήριο. Γιατί το μυστήριο ήταν εκείνο που με έκανε να επιστρέφω στην ιστορία μέρα με τη μέρα. Σκεφτείτε ότι ζούμε μέσα σε έναν ιστό μυστηρίου και ότι απλώς το έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ που διαγράψαμε τη λέξη και την αντικαταστήσαμε με μία που μας αρέσει καλύτερα, τη λέξη πραγματικότητα. Από πού ερχόμαστε; Πού πάμε; Δεν ξέρω. Πολλά δόγματα μας διαβεβαιώνουν ότι έχουν τις απαντήσεις, αλλά οι περισσότεροι από μας έχουμε την υποψία πως όλα αυτά ίσως δεν παρά μία μικρή κομπίνα για να γεμίζει ο δίσκος. Στο μεταξύ είναι σαν να παίζουμε ψυχαναγκαστικά μπάλα όσο διαρκεί η ελεύθερη πτώση μας από το Κάπου στο Δεν Έχω Ιδέα Πού. Είναι τρέλα να μπορείς να ζεις με αυτό χωρίς να τρελαίνεσαι, αλλά είναι και ωραίο. Γράφω για να ανακαλύψω τι πιστεύω κι αυτό που ανακάλυψα με το Παιδί από το Κολοράντο είναι πως ενδέχεται να είναι η ομορφιά του μυστηρίου αυτό που μας επιτρέπει να διατηρούμε τα λογικά μας για όσο πιλοτάρουμε το εύθραυστο σαρκίο μας μέσα σε αυτόν τον κόσμο που είναι ένας αγώνας καταστροφής. Πάντα θα θέλουμε να μάθουμε τι έγινε με το Παιδί από το Κολοράντο, αλλά ίσως είναι προτιμότερο το θέλω απ' το ξέρω."

Δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε με αυτή την ερμηνεία, με αυτά τα συμπεράσματα. Θα συμπληρώσουμε μάλιστα ότι ο ταλαντούχος, αναγνωρισμένος, πλούσιος μα και με ευρύτατη θεματολογία συγγραφέας Στίβεν Κινγκ είναι ένας μάστορας της μικρής λογοτεχνικής φόρμας τόσο όσο και στα μεγαλύτερα έργα του, ο οποίος αποδομεί με ένα τρόπο, συνειδητά ή ασυνείδητα δεν έχει σημασία, και την κουλτούρα του χάππυ εντ που κυριαρχεί στην σύγχρονη αμερικανική και δυτική παράδοση του θεάματος. Είναι μάλιστα ένα από τα βιβλία που προτείνουμε για ανάγνωση, χωρίς όμως να ξεχνάμε ότι ο (νέος και όχι μόνο) αναγνώστης του Στίβεν Κινγκ δεν πρέπει να περιοριστεί σε αυτό.

Βαθμολογία: 7.5-8/10 

Ειρηναίος Μαράκης / BookS • ComicS • CinemA Reviews


Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2014

[πρόταση του Λογοτεχνία και Σκέψη] Stephen King, Ο κύριος Μερσέντες, εκδ. Bell / Χαρλένικ (2014)



Ο κύριος Μερσέντες

Stephen King
μετάφραση: Έφη Τσιρώνη

Bell / Χαρλένικ Ελλάς, 2014
510 σελ.
ISBN 978-960-507-074-8, [Κυκλοφορεί]
Τιμή € 8,40 


Είναι ένα κρύο, μουντό ξημέρωμα σε μια χτυπημένη από την οικονομική κρίση πόλη της Αμερικής. Εκατοντάδες άνεργοι σχηματίζουν ουρές περιμένοντας να ανοίξουν οι πύλες μιας Ημερίδας Εύρεσης Εργασίας. Ξάφνου, μέσα από την ομίχλη προβάλλει ένα αυτοκίνητο. Ένας μοναχικός οδηγός θερίζει το πλήθος των ανέργων με μια κλεμμένη Μερσέντες, κι αφού σπείρει τον θάνατο εξαφανίζεται.

Μήνες αργότερα, ο Μπιλ Χότζες, πρώην αστυνομικός, λαμβάνει μια επιστολή που τον συγκλονίζει και τον βγάζει από τη μίζερη απραξία του συνταξιούχου. Ο αποστολέας αναλαμβάνει την ευθύνη για το μακελειό με τη Μερσέντες. Και προκαλεί τον Χότζες να τον βρει πριν κάνει το επόμενο βήμα του...

Ο κύριος Μερσέντες ετοιμάζεται να νιώσει ξανά την ανυπέρβλητη έξαψη που του χαρίζει ο θάνατος των άλλων. Αλλά αυτή τη φορά έχει στο μυαλό του κάτι πολύ μεγάλο. Κάτι που θα στοιχίσει τη ζωή σε χιλιάδες ανθρώπους. Εκτός κι αν ο Χότζες καταφέρει να τον σταματήσει...

Ο μεγάλος Στίβεν Κίνγκ σε ένα διαφορετικό βιβλίο, όπου ο τρόμος είναι απτός και το πιο σκοτεινό κακό φωλιάζει μέσα στην ίδια την ανθρώπινη ψυχή...


βιβλίοnet 

[βιβλία] Μάλκολμ Μακέι, Ο αναγκαίος θάνατος του Λιούις Γουίντερ, εκδ. Πόλις( 2014)




MALCOLM MACKAY
Ο αναγκαίος θάνατος του Λιούις Γουίντερ
Μετάφραση Αλκηστις Τριμπέρη.
Εκδόσεις Πόλις, 2014,
σελ. 298, τιμή 14 ευρώ

Οι Βρετανοί (Αγγλοι, Σκωτσέζοι, Ουαλοί) δεν μας έχουν συνηθίσει στα νουάρ μυθιστορήματα, λογοτεχνικό είδος στο οποίο διαπρέπουν κυρίως οι Γάλλοι. Κι όμως ο Μάλκολμ Μακέι, γεννημένος το 1982 στη Σκωτία, επιχειρεί να αφηγηθεί μια αστυνομική ιστορία με έναν αλλιώτικο τρόπο, συνδυάζοντας το σκληρό στυλ των κλασικών αμερικανών συγγραφέων, του Χάμετ, με εκείνο του Μανσέτ. Στο μυθιστόρημα Ο αναγκαίος θάνατος του Λιούις Γουίντερ, πρώτο μέρος της «Τριλογίας της Γλασκώβης», που έχει ως θέμα τον υπόκοσμο της συγκεκριμένης πόλης, πρωταγωνιστούν επαγγελματίες δολοφόνοι, αστυνομικοί, έμποροι ναρκωτικών και η απαραίτητη μοιραία γυναίκα. Μιλώντας για νουάρ οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε πως εννοούμε το αφήγημα όπου οι ήρωες βιώνουν ακραίες ψυχικές καταστάσεις: μοναξιά, ενοχή, φόβο, ζήλια, απόρριψη, ερωτικό πόθο, σεξουαλική στέρηση. Στη νουάρ ιστορία το ζητούμενο δεν είναι το ποιος έκανε το έγκλημα και το αν θα συλληφθεί. Ο συγγραφέας της ενδιαφέρεται βασικά για τις ψυχολογικές μεταπτώσεις των ηρώων του.

Εδώ παρακολουθούμε τον νεαρό Κάλουμ Μακ Λιν, έναν ιδιόρρυθμο επαγγελματία δολοφόνο που αναλαμβάνει να σκοτώσει τον Λιούις Γουίντερ, ασήμαντο μικρέμπορο ναρκωτικών, ο οποίος έκανε το λάθος να σχεδιάσει δουλειές που ξεπερνούν τις δυνατότητές του. Μια δολοφονία δεν είναι απλή υπόθεση. Το υποψήφιο θύμα, ο Γουίντερ, είναι ένας τσακισμένος από τη ζωή ηλικιωμένος άντρας που επιβιώνει πουλώντας ναρκωτικά τα οποία πλασάρουν κακόμοιρα «βαποράκια». Νιώθοντας αποτυχημένος, θέλει να κάνει μια γερή μπάζα ώστε να βοηθήσει τη Ζάρα, τη νεότερή του γυναίκα με την οποία συζεί. Αυτή έχει ένα παιδί με άλλον άντρα, που ανήκει επίσης στον υπόκοσμο. Οταν ο Κάλουμ πραγματοποιήσει τη δουλειά που του ανατέθηκε, η Ζάρα, όμορφη, ωραιοπαθής, ερωτιάρα και αδίστακτη, βρίσκεται με το «εμπόρευμα» και ένα κάρο λεφτά στην κατοχή της. Τι θα κάνει; Σίγουρα θα βρει κάποιον αφελή για να την ξελασπώσει. Και μετά; Οι δυο τους είναι σε θέση να υπολογίσουν τη δύναμη των μελών της εγκληματικής οργάνωσης που κινεί τα νήματα και την αποφασιστικότητα της αστυνομίας;

Ο Μάλκολμ Μακέι σε τούτο το ψυχολογικό μυθιστόρημα ξεδιπλώνει τις αφηγηματικές ικανότητές του και ανατέμνει με δεξιοτεχνία τους χαρακτήρες των ηρώων του, οι οποίοι βρίσκονται στην κόψη του ξυραφιού. Σαν ευσπλαχνικός δημιουργός, πλάθει τον διακινητή παράνομων ουσιών Γουίντερ τόσο συμπαθητικό που ο αναγνώστης λυπάται για την οικτρά τύχη του. Πρόκειται για έναν λούζερ, ο οποίος θέλει να το παίξει καλός πατριός και καλός σύντροφος, που επιθυμεί να αγαπήσει αληθινά και να τον αγαπήσουν, να νιώσει πως ζει σε μια ευτυχισμένη οικογένεια. Η γυναίκα όμως που έχει δίπλα του δεν συμμερίζεται τις επιθυμίες του, δεν νοιάζεται αν θα φάει το κεφάλι του για χάρη της. Από την άλλη μεριά, ο Κάλουμ έχει ενοχές για το επάγγελμα που διάλεξε, δεν του πηγαίνει, δεν τον εκφράζει, πιστεύει πως ζει σε έναν φρικτό κόσμο. Ξέρει όμως πως πρέπει να συνεχίσει διότι η οργάνωση του παρέχει προστασία, μόνο σε αυτήν αισθάνεται ασφαλής, αυτή είναι η οικογένειά του. Η ιστορία, παρά τη βιαιότητά της, τελειώνει με αίσιο τρόπο και οι αναγνώστες παίρνουν το μάθημά τους: ο δολοφόνος και ο δολοφονημένος, ο θύτης και το θύμα, αποτελούν τις δύο όψεις της ίδιας σκληρής πραγματικότητας.
 

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

Το Λογοτεχνία και Σκέψη διαβάζει: Ο χορός του γλάρου, Αντρέα Καμιλλέρι


 Ενώ οδηγούσε προς τη Βιγκάτα, παρατήρησε ότι έτρεχε με εκατό, δε συνήθιζε να οδηγεί τόσο γρήγο­ρα. Κατάλαβε ότι πατούσε με δύναμη το γκάζι εξαι­τίας της πείνας που ένιωσε μόλις βγήκε από την ια­τροδικαστική υπηρεσία και έκοψε ταχύτητα. Μπήκε στην ταβέρνα τόσο βιαστικά, ώστε ο Έντσο, μόλις τον είδε να φτάνει τρέχοντας, ρώτησε: «Έχετε κάτι;». «Τίποτα, τίποτα». Κάθισε στο συνηθισμένο τραπέζι. «Τι να σας φέρω;» «Τα πάντα».

Έπεσε με τα μούτρα στο φαγητό, έτρωγε με τέ­τοια λαιμαργία, ώστε ένιωθε ντροπή. Ευτυχώς που δεν υπήρχαν ακόμη πελάτες, εκτός από έναν που ού­τε σήκωσε τα μάτια του από την εφημερίδα που είχε μπροστά του, στηριγμένη σ' ένα μπουκάλι. Στο τέλος, ο Έντσο είπε με θαυμασμό: «Σε φόρμα σάς βρίσκω, αστυνόμε!». «Ευχαριστώ». «Θέλετε ένα χωνευτικό;» «Όχι».

Το στομάχι του δε χωρούσε ούτε σταγόνα νερό. Μπορεί αν έπινε το χωνευτικό, να έσκαγε όπως ο χο­ντρός άνθρωπος στην ταινία των Μόντυ Πάιθον «Το νόημα της ζωής».

Όταν μπήκε στο αυτοκίνητο, ο χώρος τού φάνηκε πιο στενός. Περπάτησε μέχρι το φάρο με μικρά βήματα, μάλλον επειδή δεν μπορούσε να περπατήσει πιο γρήγορα ή επειδή ήθελε να διαρκέσει περισσό­τερο ο περίπατος. Όταν έφτασε στον επίπεδο βράχο, κάθισε. Παρότι είχε κοιμηθεί αρκετά, ξαφνικά ένιωσε νύστα. Φαίνεται ότι είχε ανάγκη από ύπνο. Γύρισε πίσω, μπήκε στο αυτοκίνητο και πήρε το δρόμο για τη Μαρινέλλα, ώστε να κοιμηθεί κάνα δίωρο..........................

 Γύρισε στη Μαρινέλλα όταν ο ήλιος είχε δύσει και μόνο μια κόκκινη γραμμή στο βάθος του ορίζοντα, εκεί όπου ο ουρανός γινόταν ένα με τη θάλασσα, μαρτυρούσε την ύπαρξη του. Το κύμα έσκαγε ήρεμα στην ακτή. Τα πουλιά είχαν κουρνιάσει. Μετά το τη­λεφώνημα με το διοικητή ένιωσε ότι πεινούσε. Μπο­ρεί να επρόκειτο για ένα είδος επιβράβευσης. Κάποτε είχε διαβάσει πως παλιά, μετά τις επιδημίες πανού­κλας, οι άνθρωποι έτρωγαν και ζευγάρωναν συνεχώς. Μπορούσε να συγκρίνει τον Μπονέττι-Αλντερίγκι με επιδημία πανούκλας; Με πανούκλα όχι, αλλά με χο­λέρα ναι. Όταν άνοιξε το ψυγείο, είχε την εντύπωση ότι βρέθηκε μπροστά στον κρυμμένο θησαυρό που έλεγαν πως τον είχαν κρύψει τα πολύ παλιά χρόνια οι ληστές. Η Αντελίνα τού είχε ετοιμάσει ένα σωρό φαγητά: μελιτζάνες με παρμεζάνα, πάστα με λουκά­νικο, καπονάτα, καλαμαράκια με μελιτζάνες, τυρί από τη Ραγκούζα και μαύρες ελιές. Φαίνεται δε βρή­κε φρέσκο ψάρι στην αγορά. Έστρωσε το τραπεζάκι έξω στη βεράντα κι ενώ στο φούρνο ζεσταίνονταν οι μελιτζάνες με την παρμεζάνα και η πάστα, ήπιε στην υγεία του Φάτσιο δύο ποτήρια παγωμένο λευκό κρα­σί. Όταν σηκώθηκε από το τραπέζι για να τηλεφωνή­σει στη Αίβια, είχαν περάσει τρεις ολόκληρες ώρες. Δεν κοιμήθηκε καλά....................................

«Και πού θα πάτε να φάτε;»

«Κοίταξε, Έντσο, προτιμάω να μείνω νηστικός παρά να δω το διοικητή».

«Αστυνόμε, θα σας βάλω στη μικρή σάλα και δε θ' αφήσω να μπει κανένας!»

«Πώς θα φύγω όμως όταν τελειώσω το φαγητό;»

«Μην ανησυχείτε, θα τα αναλάβω όλα εγώ. Υπάρχει η πίσω πόρτα».

Μόλις είχε τελειώσει τη μακαρονάδα με τα μύδια, όταν στο άνοιγμα της πόρτας της μικρής σάλας εμ­φανίστηκε το κεφάλι του Έντσο.

«Έφτασα» είπε.

Και εξαφανίστηκε για να εμφανιστεί ύστερα από λίγο με τα μπαρμπούνια. 0 αστυνόμος τα απόλαυσε περισσότερο από κάθε άλλη φορά, επειδή τα έτρωγε δύο βήματα πιο πέρα από τον κύριο και διοικητή που πίστευε ότι βρισκόταν στο σπίτι του αγκαλιά με τη λεκάνη της τουαλέτας.

Στις δύο και μισή ακριβώς έφυγε με τον Γκάλλο για τη Φιάκκα. Με το δικό του αυτοκίνητο όμως, επειδή το πρωί είχε υπάρξει κι ένα δεύτερο τηλεφώ­νημα του διοικητή που διέταζε τους πάντες να κάνουν οικονομία στη βενζίνη....................

Γλυκιά και γαλήνια ήταν η νύχτα, χωρίς καθόλου αέρα. Και το φεγγάρι αντί να ταξιδεύει πάνω από τους αγρούς, έπλεε πάνω από τη θάλασσα. 0 χειμώνας ένιωθε ότι οι μέρες του ήταν μετρημένες και είχε αφεθεί στην τύχη του με μια αίσθηση μελαγχολικής γλύκας, γιατί χωρίς την παραμικρή αντίσταση αφη­νόταν να την κυριέψουν μέρες και νύχτες που μύρι­ζαν άνοιξη. Ο Μονταλμπάνο έφαγε, καθισμένος στη βεράντα, ένα γεμάτο πιάτο με πάστα φούρνου που είχε ετοιμάσει η Αντελίνα. Στην πραγματικότητα, εκείνο το πιάτο θα ήταν καλό για μεσημεριανό φα­γητό, αλλά ευτυχώς η Αντελίνα ποτέ δεν ξεχώριζε τα φαγητά σε μεσημεριανά και βραδινά. Και ο αστυνό­μος πολλές φορές πλήρωνε τις συνέπειες. Όπως σί­γουρα θα συνέβαινε εκείνο το βράδυ, επειδή για να χωνέψει την πάστα φούρνου μπορεί να έμενε όλη νύ­χτα ξάγρυπνος.

Μετά σηκώθηκε μ' έναν αναστεναγμό, μπήκε στο σπίτι, κάθισε δίπλα στο τραπεζάκι πάνω στο οποίο είχε αφήσει το γράμμα που είχαν στείλει στον Φίλιπ­πο Μανζέλλα και το διάβασε για τρίτη φορά. ...........

 Στην ταβέρνα του Έντσο έφαγε ελαφρά. Απέφυγε τα ζυμαρικά και έφαγε μόνο λίγα ορεκτικά και τηγανητά μπαρμπούνια. Επέστρεψε στο Τμήμα λίγο μετά τις δύο.

«Καταρέ, πάω στη Φιάκκα. Θα έχω μαζί μου το κινητό επειδή δε θα επιστρέψω το απόγευμα. Αν έχετε κάποιο πρόβλημα, τηλεφωνήστε μου. Θα τα πούμε αύριο το πρωί».

Κατευθύνθηκε προς το χώρο στάθμευσης και συ­νάντησε τον Γκάλλο.

«Είμαι έτοιμος, αστυνόμε».

«Θα πάω μόνος μου στη Φιάκκα, ευχαριστώ».

«Μα γιατί; Θα δείτε ότι δε νυστάζω πια, σήμερα το βράδυ κοιμήθηκα καλά!»..................

  «Πού με πας;»

«Σ' ένα εστιατόριο στην ακροθαλασσιά όπου σερβίρουν μεγάλη ποικιλία από ορεκτικά, όλα θαλασσινά, γι' αυτό σε συμβουλεύω να μην παραγγείλεις πρώτο πιάτο».

«Υπέροχα! Σε πόση ώρα θα φτάσουμε;»

«Σε μισή ώρα θα είμαστε εκεί».

«Είναι κοντά στο σπίτι σου;»

«Δέκα λεπτά».

«Έχεις ωραίο σπίτι;»

«Είναι σε όμορφο μέρος. Η βεράντα του είναι πάνω στην παραλία, όπου περπατάω με τις ώρες».

«Μετά το φαγητό θα με πας να τη δω;»

«Αν θέλεις».

«Θα μου προσφέρεις ένα ουίσκι στη βεράντα»...........................

Καθισμένος στη βεράντα με συντροφιά τη μελαγχολία προσπάθησε να παρηγορηθεί μ’ένα τεράστιο πιάτο καπονάτα.

πηγή αποσπάσματος


 περιγραφή:

Πριν καλά καλά χαράξει η μέρα, μια άσπρη φλόγα ανάβει στην ακρογιαλιά. Αρχίζει ξαφνικά το απελπισμένο φτεροκόπημα, το τρεμάμενο χτύπημα των φτερών ενός γλάρου που κράζει απεγνωσμένα και κάνει πονεμένες συστροφές, σαν να βιδώνεται, από κάτω προς τα επάνω, γύρω από το στραμμένο προς τον ουρανό ράμφος του.

H μυστηριώδης εξαφάνιση του επιθεωρητή Φάτσιο από το αστυνομικό τμήμα της Βιγκάτα· πτώματα που ανακαλύπτονται και ανασύρονται μέσα από πηγάδια που βρίσκονται σε περιοχές έρημες και άγονες· κρυμμένες και αμφιλεγόμενες υπάρξεις, θλιβερά πάθη, χυδαία ξελογιάσματα και κουτσομπολιά^ κιάλια και τηλεσκόπια, επικίνδυνη ηδονοβλεψία και ελεεινή κλεπτομανία· εμπόριο χημικών όπλων στο οποίο εμπλέκονται ανήθικοι πολιτικοί· και σ’ ένα δωμάτιο, μια άδεια καρέκλα, ανάμεσα σε απρεπή και αισχρά αντικείμενα βασανισμού, κηλίδες ξεραμένου αίματος, μυρωδιά θανάτου, σκοτεινά πράγματα, διάσπαρτα σημάδια ανήθικου και φρικτά απάνθρωπου εξαναγκασμού. Και ενώ ο Μονταλμπάνο συναρμολογεί τα κομμάτια μιας κατακερματισμένης εγκληματικής ιστορίας, δεν μπορεί να ξεφύγει από την αναστάτωση που του προκάλεσε ο θόρυβος που έκαναν οι φτερούγες του γλάρου καθώς πέθαινε…

εκδόσεις Πατάκη 

Αντρέα Καμιλλέρι 

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013

Το Λογοτεχνία και Σκέψη διαβάζει: Stephen King και Agatha Cristie

                      Το Λογοτεχνία και Σκέψη διαβάζει: Stephen King και Agatha Cristie*

γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης




   Γι' αυτή την εβδομάδα, ίσως και για την επόμενη, διαβάζουμε, Stephen King, Το Κοράκι (http://www.skroutz.gr/books/217817.%CE%A4%CE%BF-%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B9.htmll). Είναι ένα αρκετά ενδιαφέρον δυστοπικό μυθιστόρημα αγωνίας, αλλά όχι τρόμου όπως Το Αυτό για παράδειγμα, και με πολλές δόσεις κοινωνικού σχολιασμού. Με δράση που κλιμακώνεται σταθερά και ευχάριστα χωρίς να κουράζει τον αναγνώστη. Είναι ένα οικουμενικό βιβλίο αφού ασχολείται με ζητήματα που λίγο πολύ μας έχουν προβληματίσει όταν ενημερωνόμαστε, τρόπος του λέγειν, από τα ΜΜΕ για διάφορες υπαρκτές καταστροφές ή ασθένειες (π.χ. γρίπη των πουλερικών) αλλά είναι παράλληλα και ένα αμερικάνικο βιβλίο.
   Κεντρικό στοιχείο του έργου, η Κοινότητα, αλλά με βάση τις συντηρητικές αμερικάνικες παραδόσεις της Θρησκείας και της Δημοκρατίας (όπως αυτή έχει διαμορφωθεί στις ΗΠΑ τουλάχιστον με εκείνες τις μεγάλες διαφορές από άκρη σε άκρη της χώρας: εκεί πολιτείες αλλοτριωμένες, που μπροστά τους τα Σόδομα με τα Γόμορα μιοάζουν με μοναστήρι, και με θεός τους το Χρήμα, τον Τζόγο και το Σεξ και εκεί πολιτείες που μοιάζουν ξεχασμένες από Θεό και Διάβολο, πίσω στον 18ο αιώνα, με τις θρησκευτικές αιρέσεις τους, τις κλειστές πολυγαμικές κοινωνίες κτλ...) Με υπαινικτικές αναφορές στον αποικισμό της από τους Αγγλοσάξωνες πιονέρους αλλά και στον τρόπο οργάνωσης της σύγχρονης αμερικάνικης κοινωνίας με τον μεταφυσικό φόβο και τους μεγάλους κοινωνικούς, πολιτικούς, ταξικούς αν θέλετε διαχωρισμούς... Και θυμίζει έντονα εκείνες τις παλιές βρετανικές κι αμερικάνικες cult ταινίες (Hammer Films και πάει λέγοντας) με τις εισβολές ΑΤΙΑ ή μικροβίων που απειλούν να καταστρέψουν τον δυτικό, δηλαδή τον αμερικάνικο τρόπο ζωής. Ο Κινγκ βέβαια, αξιοποιεί αυτή την παράδοση αλλά δεν την υπερασπίζεται, όχι, αλλά αναδεικνύει τις πραγματικές ευθύνες όσων παρουσιάζονται ως αμυνόμενοι αλλά κατά βάθος αυτοί αποτελούν την αιτία για όλα τα προβλήματα... 
   Άλλο βασικό στοιχείο του βιβλίου ο Θάνατος, που παραμονεύει σε κάθε γωνιά. Και έχει όνομα: Καπετάν Ταξιδιάρης. Το όνομα ενός ιού, ενός στρατιωτικού πειράματος δηλαδή για την κατασκευή βιολογικών όπλων που "ξεφεύγει"της προσοχής των υπεύθυνων και σπέρνει την καταστροφή. Αλλά για αυτό, περισσότερα στο βιβλίο. Και φυσικά, να μην ξεχνάμε και τον Μεταφυσικό Φόβο που βρίσκεται πίσω από όλα και στην ουσία καθορίζει την εξέλιξη της ιστορίας...


Παρόλα αυτά το βιβλίο ρέει καλά παρά τις 957 σελίδες του, στην ελληνική μετάφραση και στην φτηνή αλλά εύχρηστη έκδοση του Α.ΑΛιβάνη. Αρκετά καλή και στρωτή η μετάφραση του Λύο Καλοβυρνάς.




   Παράλληλα, (ξανα)διαβάζουμε τον Μπαλαντέρ του Θανάτου, Cards on the Tabe στα αγγλικά (http://www.biblionet.gr/book/178818/Christie,_Agatha,_1890-1976/Ο_μπαλαντέρ_του_θανάτου), μια αστυνομική ιστορία της αγαπημένης μας Agatha Christie, όπου ο τετραπέρατος Ηρακλής Πουαρό καλείται να διευρευνήσει ποιος σκότωσε έναν φανφαρόνο και ηλίθιο τύπο, ένα εστέτ που δεν έκανε τίποτα άλλο από το να "συλλέγει ανθρώπους" όπως ο ίδιος έλεγε, και να τους αντιμετωπίζει σαν εκθέματα και ως αντικείμενα για "επιστημονική" μελέτη, ακόμα και τους δολοφόνους, διαπράττοντας στην ουσία ένα είδος ύβρεως απέναντι στην ανθρώπινη αξιοπρέπια και βρίσκοντας στην ουσία την τιμωρία. από τις κλασικές κίτρινες εκδόσεις του Λυχναριού. Είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβάσουμε όλοι, για πολλούς λόγους. Ένας από αυτούς γιατί αποδεικνύει ότι η Κρίστι δεν ήταν μια απλή συγγραφέας αστυνομικού μυστηρίου αλλά μια ολοκληρωμένη συγγραφέας και καταγραφέας του πολυσήμαντου ψυχολογικού και κοινωνικού κόσμου μας, κι αυτό είναι που συναρπάζει περισσότερο και από το δαιμόνιο του Ηρακλή Πουαρό. Μεταφράζει ο Λουκάς Λοράνδος.
* νέα στήλη, σε μια προσπάθεια να αναδιοργανώσουμε το ιστολόγιο μας, κάθε σχόλιο καλοδεχούμενο