Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μίλτος Σαχτούρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μίλτος Σαχτούρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

Το Ποίημα της Εβδομάδας: Χριστούγεννα 1948, Μίλτος Σαχτούρης




Χριστούγεννα 1948


Σημαία
ακόμη
τα δίκανα στημένα στους δρόμους
τα μαγικά σύρματα
τα σταυρωτά
και τα σπίρτα καμένα
και πέφτει η οβίδα στη φάτνη
του μικρού Χριστού
το αίμα το αίμα το αίμα
εφιαλτικές γυναίκες
με τρυφερά κέρινα
χέρια
απεγνωσμένα
βόσκουν
στην παγωνιά
καταραμένα πρόβατα
με το σταυρό
στα χέρια
και το τουφέκι της πρωτοχρονιάς
το τόπι
ο σιδηρόδρομος της λησμονιάς
το τόπι του θανάτου.

- Με το πρόσωπο στον τοίχο (1952)

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

Το Ποίημα της Εβδομάδας: από τη συλλογή Έκτοτε, 1996 // Μίλτος Σαχτούρης (1919-2005)



ἀπὸ τὴ συλλογή
ΕΚΤΟΤΕ (1996)

 

 

Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ

μνήμη Ἄρη Κωνσταντινίδη
Βάδιζα κατὰ μῆκος τῆς ἀκτῆς
μιὰ βαριὰ συννεφιὰ σκέπαζε τὸν οὐρανὸ
τὰ κύματα γκρίζα κι ἀνατριχιαστικὰ
κύματα γκρίζα σκάζαν στὴν παραλία
μιὰ δύναμη μ᾿ ἔσπρωχνε νὰ κάνω στροφὴ
ν᾿ ἀρχίσω νὰ περπατάω πάνω στὰ κύματα
μαῦρες γάτες περπατοῦσαν πάνω στὰ γκρίζα
κύματα
καὶ ἡ ψυχή μου ἦταν νεκρή.
Ὅμως ξαφνικὰ ἕνας ἥλιος ἔσκισε τὰ
σύννεφα.
ἡ θάλασσα ἔγινε πάλι γαλάζια
ζωντάνεψε πάλι ἡ ψυχή μου
κι ἐξακολούθησα τὸν περίπατό μου.


ΙΟΥΛΙΟΣ 1999

– Ἔ, Μάρκο Πόλο
μοῦ φώναξε τότε «ὁ Χριστός»
ἄδεια ἡ Φωκίωνος Νέγρη
μονάχα ἐμεῖς οἱ δυὸ
εἴχαμε μείνει
καὶ τὰ σκυλιά.


Η ΜΗΤΕΡΑ

Ἔψαχνα νὰ βρῶ τὸ σπίτι μου. Οἱ δρόμοι ἦταν
γεμάτοι ἐρείπια· μοναχὰ τοίχους πεσμένους καὶ
πέτρες ἔβλεπες· κι οὔτε ἕνας ἄνθρωπος δὲν φαινόταν.
Καὶ τότε φάνηκε ἡ ἄρρωστη μητέρα.
Ποτὲ δὲν ἦταν τόσο καλά, γεμάτη ἐνέργεια καὶ δύναμη,
μὲ πῆρε ἀπ᾿ τὸ χέρι καὶ βρεθήκαμε σ᾿ ἕνα
συμπαθητικὸ δωμάτιο, τὸ σπίτι μας.
Ἐγὼ ἔκλαιγα, ἔκλαιγα γοερά...
Κι αὐτή: Μὴ κλαῖς, ὁ καθένας μας μὲ τὴ σειρά του.


ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΚΑΡΟΥΖΟ

Καημένε Νίκο
τί ζωὴ ἦταν κι αὐτὴ
κατατρεγμένος ἀπὸ τοὺς Κατσιμπαλῆδες
οἱ πλούσιοι φτύναν πάνω στὴ φτώχεια σου
ὅμως ἐσὺ καλὰ ἔκανες
ἔπινες τὰ οὐζάκια σου
κι ὅλους αὐτοὺς τοὺς μούντζωνες
καὶ πρὶν νὰ φύγεις
πρόφτασες κι ἁρπάχτηκες
ἀπὸ ἕνα κάτασπρο σύννεφο
ἀπὸ ψηλὰ τώρα ἀπὸ τὸ σύννεφο αὐτὸ
κοιτάζεις
τὴν ἀθανασία σου.


ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΜΕ ΤΙΣ ΛΙΡΕΣ

Στὸ καφενεῖο
ἔρχεται ὁ χοντρὸς νονός μου
μὲ τὶς λίρες
Οὔτε μία δὲν εἶναι γιὰ σένα, λέει
γιατὶ δὲν ἔγινες ὁ βαφτιστικός μου
ποὺ περίμενα.
Τότε λέω κι ἐγὼ στὸ γκαρσόνι, πλάι μου
- Φέρε μου ἕνα φλιτζάνι μὲ μελάνι.





πηγή αναδημοσίευσης 

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013

Το Ποίημα της Εβδομάδας: Ο Μεγάλος Καθρέφτης, Μίλτος Σαχτούρης (29/7/1919 - 29/3/2005)






Ο Μεγάλος Καθρέφτης


Ἕνας κρύος ἀγέρας φύσηξε μέσ᾿ ἀπ᾿ τὰ πρόσωπα τοῦ Μεγά-
λου Καθρέφτη μου. Τὰ πῆρε ὕστερα ὁ ἥλιος κι ἡσύχασαν
Εἶναι μέσα στὸν καθρέφτη, ζωντανοὶ μαζὶ καὶ νεκροί: Ἐγὼ
ὁ Κάφκα, μιὰ μεταβυζαντινὴ ἁγία κι ὁ Ντύλαν Τόμας.
Ὁ Ντύλαν Τόμας φούσκωσε, ἔβγαλε μία κραυγὴ κι ἔσκασε
μὲ κρότο. Οἱ στίχοι του ὅμως μείναν ἀνέπαφοι, ὡραῖοι, μα-
ζὶ μὲ τοὺς δικούς μου ἀγκαλιάζονται. Ὁ Κάφκα ἔβγαλε μέσ᾿
ἀπ᾿ τὰ μάτια του δυὸ ψάρια καὶ δυὸ ἀναμμένα κάρβουνα.
Τὰ πέταξε κατ᾿ ἐπάνου μας γιὰ νὰ μᾶς κάψει.
Ἡ ἁγία ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶναι δεμένη πάνω στὸν τροχὸ ποὺ
γυρίζει. Τρέχουν τὰ αἵματά της.
Στὸ τέλος τοὺς παίρνει ὅλους ὁ διάβολος
καὶ ἡσυχάζουν.


ἀπὸ τὴ συλλογή ΚΑΤΑΒΥΘΙΣΗ (1990)

 πηγή


Ο Μίλτος Σαχτούρης γεννήθηκε στην Αθήνα και ήταν δισέγγονος του Υδραίου ναυάρχου Γεωργίου Σαχτούρη. Φοίτησε στη Νομική Σχολή της Αθήνας, αλλά δεν πήρε πτυχίο. Από τα πανεπιστημιακά χρόνια η ποίηση του απορροφούσε το ενδιαφέρον του. Ύστερα από μια σύντομη σύγκρουση με το οικογενειακό του περιβάλλον αφοσιώθηκε τελικά ολοκληρωτικά στην ποίηση. Δεν άσκησε κανένα επάγγελμα και έμεινε μακριά από τα φιλολογικά στέκια, ζώντας μοναχικά και διακριτικά. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής συνδέθηκε με έναν κύκλο διανοουμένων της εποχής, όπως ο Ελύτης, ο Εγγονόπουλος, ο Σινόπουλος, ο Χατζιδάκις κ.ά.

Το 1945 εμφανίστηκε στα ελληνικά Γράμματα με την ποιητική συλλογή Η λησμονημένη της οποίας το εξώφυλλο φιλοτέχνησε ο Εγγονόπουλος. Από την πρώτη αυτή εμφάνιση ξεχώρισε ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της ποίησής του. Πρόκειται για μια ποίηση που αντλεί το υλικό της από πράγματα τα οποία προέρχονται από τον οικείο χώρο του δημοτικού τραγουδιού, όμως τα γνωρίσματά της είναι εφιαλτικά και ο κόσμος που δημιουργεί, τρομακτικός και παράλογος. Αυτό σημαίνει ότι παράλογος και εφιαλτικός είναι ο σύγχρονος κόσμος, ο κόσμος που έζησε ο ποιητής, μέσα στον οποίο αισθανόταν ασφυκτικά χωρίς να βρίσκει διέξοδο. Έτσι στην ποίησή του καταφεύγει στην αλληγορία και εκφράζει την επιθυμία να απογειωθεί: «Πάντα θα ’χουμε ανάγκη από ουρανό», γράφει χαρακτηριστικά.

Ακόμα ο Σαχτούρης υποστήριζε: «Τα ποιήματά μου δεν είναι απαισιόδοξα. Απεναντίας είναι σαν τα ξόρκια. Ξορκίζουν το κακό». Επηρεασμένα τα περισσότερα από τον υπερρεαλισμό που συνδέεται άμεσα με το υποσυνείδητο αλλά και με τα όνειρα, κινούνται στον ίδιο χώρο από συλλογή σε συλλογή. Παράλληλα, όμως, ο ίδιος δεν πίστεψε ποτέ ότι ο ποιητής μπορεί να διαδραματίσει λυτρωτικό ρόλο, εμμένοντας στην περιγραφή των φρικαλεοτήτων του πολέμου που τον σημάδεψε στη νεανική του ηλικία. Έτσι με τα σύμβολα του υπερρεαλισμού απέδωσε το αδιέξοδο του σύγχρονου ανθρώπου με τρόπο λακωνικό.

Στη συλλογή Με το πρόσωπο στον τοίχο (1952) η ποίησή του γίνεται πιο προσωπική και συνδέει τον υπερρεαλισμό με το «παράλογο», όπως το εξέφρασε ο Καμύ, ο Ιονέσκο κ.ά. Ακολούθησαν οι συλλογές Όταν σας μιλώ (1956), Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο (1958).

Το 1963 ο Μίλτος Σαχτούρης τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποιήσεως και το 1972 με το Α΄. Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες και αρκετά μελοποιήθηκαν από Έλληνες συνθέτες.