Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γνώμη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γνώμη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Μαΐου 2018

Ηθική, διαφήμιση και λογοτεχνία (σχόλιο)



Ηθική, διαφήμιση και λογοτεχνία*

Από πότε η λογοτεχνία αποκτά αξία με βάση την καταγωγή ή την ηλικία ενός πεζογράφου ή ποιητή; Αυτά σκέφτομαι όταν διαβάζω σχετικά για τον "νεαρότερο Κρητικό λόγοτέχνη της εποχής μας" και τραβάω τα αξύριστα, 70 ημερών παρακαλώ, γένια μου. Σκέφτομαι επίσης το πόσο έχει διαβρώσει η έπαρση, η διαφήμιση, η εκμετάλλευση του οτιδήποτε εκτός της λογοτεχνίας σε βάρος της καλλιτεχνικής έκφρασης και της αλήθειας που φέρει ο κάθε δημιουργός, νέος ή παλιός, ακόμα και στα μικρά (και ιδιαίτερα αξιόλογα) εκδοτικά εγχειρήματα. Αλήθεια, γνωρίζετε πόσοι αξιόλογοι λογοτέχνες έχουν χαθεί μέσα στη σκόνη του χρόνου ή έστω, παλεύουν για να μη χαθούν, επειδή δεν τους πλάσαραν σωστά στην λογοτεχνική αγορά;


Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2017

39 χρόνια από την πρώτη απεργία στο ποδόσφαιρο


γράφει ο Νάσος Μπράτσος

Συμπληρώθηκαν 40 χρόνια από τον Οκτώβριο του 1976 που εγκρίθηκε το καταστατικό του Πανελλήνιου Συνδέσμου Αμειβομένων Ποδοσφαιριστών – ΠΣΑΠ, αλλά και 39 από την πρώτη απεργία στο ποδόσφαιρο, ένα χρόνο μετά, το Δεκέμβρη του 1977.

Στο πολιτικό επίπεδο, η δικτατορία που είχε προηγηθεί είχε κάνει ωμές παρεμβάσεις στο ποδόσφαιρο, προσπαθώντας να το χρησιμοποιήσει για την προβολή της. Διορισμοί στρατιωτικών στις διοικήσεις ομάδων, πιέσεις για αποτελέσματα που θα «διευκόλυναν» ομάδες που προωθούσε το καθεστώς, υποχρεωτικές διαλύσεις σωματείων και συγχωνεύσεις με το ζόρι ήταν στην ημερήσια διάταξη, ώστε να διευκολυνθούν συγκεκριμένα σωματεία και περιοχές, έναντι άλλων, ειδικά όσων είχαν αντιδικτατορικά στοιχεία στις διοικήσεις τους. Για παράδειγμα ο Εργοτέλης που στις 6 Αυγούστου 1966 είχε κάνει συναυλία με το Μίκη Θεοδωράκη, χαρακτηρίστηκε από τη χούντα του 1967 – 1974, «ως σωματείο που δρα αντεθνικώς» και κυνηγήθηκε άγρια.

Επίσης, αν και στην πραγματικότητα υπήρχαν επαγγελματικές απαιτήσεις από τους ποδοσφαιριστές, μόνο οι κορυφαίοι εξασφάλιζαν σαν δώρο κάποιο διορισμό στο δημόσιο, κατά κανόνα στην αστυνομία, ώστε να τρέχει ο μισθός, συν τις όποιες απολαβές από την ομάδα.

Στο έδαφος της εργασιακής ανασφάλειας και της οικονομικής πενίας για τους πολλούς, άνθισε και επεκτάθηκε η μάστιγα της δωροδοκίας, από την αντίληψη των διοικήσεων για νίκη με κάθε τρόπο και κάθε μέσο.

Χιλιάδες σελίδες αθλητικού Τύπου της εποχής αναφέρονταν σε «ανθοδέσμες», κουτιά με γλυκά, σημαδιακές κινήσεις εντός του αγωνιστικού χώρου, που έδειχναν ότι είχε γίνει η συνεννόηση.

Ο ΠΣΑΠ θέλησε να προωθήσει διαδικασίες εκδημοκρατισμού στο ποδόσφαιρο στο διοικητικό – θεσμικό του σκέλος και να αντιμετωπίσει τα εργασιακά προβλήματα των ποδοσφαιριστών και βεβαίως να σταματήσει τις δωροδοκίες.

Σημαντικό ρόλο έπαιξαν ποδοσφαιριστές που είχαν ήδη διανύσει το μεγαλύτερο μέρος της επαγγελματικής τους διαδρομής, ήταν γνωστοί στο ευρύ κοινό, πέρναγαν πιο εύκολα το μήνυμα και δεν τους φόβιζε μία αντίδραση των παραγόντων των διοικήσεων των ομάδων.

Έτσι παίκτες όπως ο Δομάζος, ο Αντωνιάδης, ο Παπαϊωάννου, ο Καμάρας, ο Λεβέντης, ο Μάλλιαρης, ο Μπαλάφας και αρκετοί άλλοι βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή της μάχης για την ίδρυση και το ρίζωμα του ΠΣΑΠ.

Επόμενο ήταν να βρεθούν στο στόχαστρο των διοικούντων τις ομάδες, αλλά και του αθλητικού Τύπου, που ήταν συνδεδεμένος με τα συμφέροντα αυτά. Στον αντίποδα οι φίλαθλοι στήριξαν τον ΠΣΑΠ.

Δύο μεγάλες απεργίες έγιναν τους Δεκέμβρηδες του 1977 (11 Δεκεμβρίου) και του 1979 και ορισμένες ομάδες επιχείρησαν να τις σπάσουν πιέζοντας αρκετούς ποδοσφαιριστές ώστε να αγωνιστούν, ενώ χρησιμοποιήθηκαν και ερασιτέχνες από τις τότε υποδομές των σωματείων. Το αποτέλεσμα ήταν μερικές απεργοσπαστικές παρωδίες αγώνων.

Διώξεις

Ακολούθησαν διώξεις σε βάρος των πρωτεργατών με «πάγωμα» των συμμετοχών τους, «δυσμενείς μεταθέσεις» στις εξέδρες και τους πάγκους, λύσεις συμβολαίων – αποδεσμεύσεις, δυσκολίες να βρουν ομάδα για μεταγραφή, κλπ. Η κλασσική εκδικητική συμπεριφορά της εργοδοσίας έναντι των απεργών.

Με τα χρόνια ο ΠΣΑΠ μαζικοποιήθηκε, ρίζωσε, έγινε αποδεκτή η δράση του, περιόρισε τα φαινόμενα των δωροδοκιών, πέρασε αντιλήψεις συναδελφικής συμπεριφοράς στο μεγαλύτερο μέρος των μελών του, αντί της προηγούμενης κατάστασης που θύμιζε μονομάχους σε ρωμαϊκή αρένα και έκανε σημαντικά βήματα κατοχύρωσης εργασιακών δικαιωμάτων για τους πολλούς που δεν είχαν κερδίσει το «λαχείο» κάποιας σημαντικής μεταγραφής, ώστε να καρπωθούν τα οφέλη της.

Στις μέρες μας με την οικονομική κρίση να χτυπάει όλους τους τομείς, συνεπώς και τον αθλητισμό (επαγγελματικό και ερασιτεχνικό) ο ΠΣΑΠ έχει συνεχώς να αντιμετωπίσει φαινόμενα στάσης πληρωμών, δολίων πτωχεύσεων, παραγραφής χρεών από δεδουλευμένα, μη καταβολής δεδουλευμένων και γενικά όλες τις μεθόδους που συναντά κανείς στο πεδίο της εργασιακής εκμετάλλευσης, εντός και εκτός του χώρου του αθλητισμού. Παράλληλα παρεμβαίνει ενάντια σε φαινόμενα ντοπαρίσματος και ρατσιστικών συμπεριφορών σε αγωνιστικούς χώρους και κερκίδες.

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2016

Προβλήματα της σύγχρονης λογοτεχνίας, του Θεοχάρη Παπαδόπουλου (αναδημοσίευση)

Από τις 28 – 09 – 2011 ως και την 01 – 10 – 2011 έγινε το Όγδοο Διεθνές Λογοτεχνικό Φόρουμ στο Πλέβεν Βουλγαρίας. Από την Ελλάδα προσκλήθηκε πήρε μέρος και ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος με την παρακάτω εργασία, περίληψη της οποίας διαβάστηκε στα πλαίσια των εκδηλώσεων του φόρουμ.  



 
      Στις μέρες μας, παρατηρούμε ότι οι διάφορες ηθικές αξίες φθίνουν ολοένα και περισσότερο και παράλληλα με τις αξίες φθίνει και ο πολιτισμός με την ολική παρακμή και των εφτά τεχνών. Έτσι, βλέπουμε, τον κόσμο να στρέφεται προς διάφορα θεάματα τύπου Big Brother, που επιζητούν ένα κοινό χειροκροτητών χωρίς δικιά τους άποψη και γνώμη.
      Μια από τις τέχνες που βρίσκεται σε παρακμή είναι και η λογοτεχνία. Τα περισσότερα βιβλία, σήμερα, μένουν απούλητα στις προθήκες των βιβλιοπωλείων ή – στην καλύτερη περίπτωση – σκονίζονται στα ράφια των βιβλιοθηκών, όπου παραμένουν άθιχτα για πολλά χρόνια. Έχουν παρατηρηθεί βιβλιοθήκες σε νοικοκυριά με περισσότερα μπιμπελό παρά βιβλία! Ειδικότερα, οι νέοι προτιμούν να ασχοληθούν με ιστότοπους κοινωνικής δικτύωσης ( Facebook, Twitter κ.λ.π. ), παρά να διαβάσουν ένα βιβλίο. Η εικόνα ενός ογκώδους τόμου φαντάζει απωθητική και βαρετή...


      Παράλληλα, αρκετοί ριζοσπάστες πανεπιστημιακοί απαξιώνουν τη λογοτεχνία ως πολιτιστικό εργαλείο μιας διεφθαρμένης και καταπιεστικής κοινωνικής τάξης. Ξεχνάνε, όμως, ότι υπήρξαν και υπάρχουν αρκετοί ριζοσπάστες λογοτέχνες παγκόσμια αναγνωρισμένοι για την αξία τους, όπως ο Ζολά και ο Μαγιακόβσκι. Η λογοτεχνία αν και διαφημίζεται και προωθείται από το ίδιο το σύστημα μπορεί να είναι ακόμα και επαναστατική! Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Alvin Kernan «Μονάχα οι τέχνες, και ειδικότερα η λογοτεχνία, εξακολουθούν σε κάθε ευκαιρία να δαγκώνουν το χέρι που τις ταΐζει»*.
      Ας δούμε τώρα τους λόγους, που η λογοτεχνία παρακμάζει:
      Ο πρώτος λόγος, που θεωρείται και ο κυριότερος είναι η εισβολή της εικόνας και ιδιαίτερα της τηλεόρασης στο προσκήνιο. Μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις, άρα το φιλότεχνο κοινό στρέφεται προς την εικόνα, που με την αμεσότητά της λέει πολύ περισσότερα από ότι ένα βιβλίο. Θα χρειαζόντουσαν σελίδες επί σελίδων για να περιγράψουν τέλεια ένα τοπίο. Αντίθετα, αυτό το καταφέρνει άμεσα η εικόνα. Ειδικότερα με την τηλεόραση, το απλό πάτημα ενός κουμπιού και η γρήγορη εναλλαγή των εικόνων, δίνουν έναν όγκο πληροφοριών, που θα χρειαζόταν χιλιάδες ή και εκατομμύρια σελίδων για να γραφτεί. Η εισβολή της τηλεόρασης εξόρισε εντελώς το βιβλίο καθώς σχεδόν σε κάθε νοικοκυριό υπάρχουν δύο με τρεις τηλεοράσεις. Ενώ το βιβλίο χαλαρώνει και ξεκουράζει, προτιμήθηκε η τηλεόραση ως μέσο χαλάρωσης και το βιβλίο θεωρήθηκε κουραστικό. Στην πραγματικότητα, όμως, αν μια εικόνα μας δίνει χίλιες λέξεις τότε ο όγκος των πληροφοριών, που δίνει η τηλεόραση είναι πολύ μεγαλύτερος, άρα πιο κουραστικός και πολύ πιο εύκολα μπορεί να προκαλεί με τον όγκο του αυτόν σύγχυση στο σκεπτόμενο άνθρωπο.
      Ένας δεύτερος λόγος είναι οι πειραματισμοί και οι υποτιθέμενες ή  με κάθε θυσία επιδιωκόμενες καινοτομίες στο χώρο της λογοτεχνίας, που συχνά είναι κατά γενική ομολογία αποτυχημένοι, απομακρύνοντας τους καλοπροαίρετους αναγνώστες. Έχουμε δει λογοτέχνημα, που να ξεκινάει ποίημα και να καταλήγει πεζό, να ξεκινάει πεζό και να καταλήγει σε ποίημα, να ξεκινάει διήγημα και να καταλήγει σε δοκίμιο, να ξεκινάει δοκίμιο και να καταλήγει σε διήγημα! Έχουμε, επίσης, παρατηρήσει την προσπάθεια να γραφτεί ένα λογοτέχνημα από τρεις και τέσσερις συγγραφείς μαζί! Ο ένας γράφει την αρχή, ο δεύτερος τη μέση, ο τρίτος το τέλος με αποτέλεσμα να μη βγαίνει κανένα νόημα ή να χάνεται η γνησιότητα της έμπνευσης και ο αναγκαίος αυθορμητισμός. Ο κάθε συγγραφέας έχει τη δική του ξεχωριστή προσωπικότητα, το δικό του στυλ. Ακόμα και αν μιμείται παλιότερους ή σύγχρονούς του συγγραφείς δεν παύει να εκφράζει μια διαφορετικότητα, άρα η συμμετοχή πολλών συγγραφέων σε ένα λογοτέχνημα προσπαθεί να ισομοιράσει ανόμοια στυλ. Φανταστείτε ένα λογοτέχνημα που θα το άρχιζε ο Τσέχωφ, θα το συνέχιζε ο Ουγκώ και θα το τελείωνε ο Καζαντζάκης! Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι παραπάνω πειραματισμοί απέτυχαν και οι συγγραφείς, που τους δοκίμασαν ή τα συγκεκριμένα  πονήματα έμειναν παντελώς άγνωστα παρά τη διαφήμιση, που γνώρισαν ως καινοφανείς προσπάθειες.
      Οι δύο λόγοι, που αναφέραμε παραπάνω θεωρούνται και οι κυριότεροι για την παρακμή και τη φθίνουσα πορεία της λογοτεχνίας, όμως, αυτοί οι λόγοι εξηγούν την επιφάνεια του προβλήματος χωρίς να μπαίνουν στην ουσία του.
      Ο βασικότερος και αληθινός λόγος, που  η λογοτεχνία παρακμάζει είναι οι κοινωνικές συνθήκες, που επικρατούν σήμερα, οι συνθήκες ζωής του μέσου ανθρώπου. Κάθε κοινωνία διαμορφώνεται από τις συνθήκες ζωής, που κυριαρχούν. Ζούμε σε μια κοινωνία, όπου ο πολιτισμός, γενικότερα παρακμάζει και η λογοτεχνία είναι κομμάτι του πολιτισμού. Αυτή η παρακμή οφείλεται στις σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες, που εξυψώνουν και εξιδανικεύουν το κυνηγητό του χρήματος, την εντατική εργασία και τη ρουτίνα που αποφέρει το δρομολόγιο: Σπίτι – δουλειά και δουλειά – σπίτι. Η οικονομική κρίση ανάγκασε τον μέσο εργαζόμενο να δουλεύει περισσότερο και να αμείβεται λιγότερο. Πολλοί εργαζόμενοι αναγκάζονται σήμερα να  εργάζονται σε δυο δουλειές για να τα βγάλουν πέρα. Από το δουλεύουμε για να ζούμε, φτάσαμε στο ζούμε για να δουλεύουμε!  Στην ουσία ο ελεύθερος χρόνος έχει εκμηδενιστεί και αν υπάρχει ακόμα έστω και ελάχιστος δεν φτάνει για την ανάγνωση ενός βιβλίου. Που να βρεθεί χρόνος για την ανάγνωση ενός μυθιστορήματος; Πως είναι δυνατόν να θυμάται κάποιος τι διάβασε στο ίδιο μυθιστόρημα πριν από δέκα μέρες, όταν είχε πάλι λίγο ελεύθερο χρόνο; Όπως υποστηρίζει και ο Alvin Kernan: «υπάρχει και υπήρχε ανέκαθεν μια στενή λειτουργική σχέση ανάμεσα στη λογοτεχνία και στην κοινωνία που τη γεννά».** Ζούμε σε μια παρακμασμένη κοινωνία που όσο πάει σήπεται όλο και περισσότερο. Άρα ως προϊόν αυτής της κοινωνίας έχουμε την παρακμασμένη λογοτεχνία.
      Αλλά, και από τη σκοπιά των συγγραφέων οι κοινωνικές συνθήκες καθιστούν την συγγραφή και την έκδοση ενός βιβλίου δύσκολη και δαπανηρή.
      Οι περισσότεροι συγγραφείς δεν ζουν από τις πωλήσεις των έργων τους και αναγκάζονται να ακολουθήσουν ένα επάγγελμα και να γράφουν μόνο στον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο τους. Για την συγγραφή ενός βιβλίου απαιτείται χρόνος και κόπος. Αν κάποιος συγγραφέας σήμερα δουλεύει πρωί και απόγευμα και προσπαθεί να γράψει ένα μυθιστόρημα στον ελεύθερο χρόνο του, πόσα χρόνια θα χρειαστούν;
      Μια άλλη δυσκολία, που συναντούν σήμερα οι συγγραφείς είναι το κόστος έκδοσης των βιβλίων τους. Οι εκδοτικοί οίκοι απαιτούν τεράστια ποσά, με αποτέλεσμα οι συγγραφείς να μετράνε τις πενιχρές οικονομίες τους και να μην τους φτάνουν για την έκδοση ενός βιβλίου. Αν ο εκδοτικός οίκος έχει όνομα τότε ο συγγραφέας πληρώνει και ένα ποσό για τη φίρμα. Ένα μικρό βιβλίο εκατό σελίδων μπορεί να κοστίσει ακόμα και δύο χιλιάδες ευρώ. Φανταστείτε πόσο θα μπορεί να κοστίσει ένα ογκώδες μυθιστόρημα ή ένα βιβλίο με έγχρωμη εικονογράφηση.        
      Στην παρακμή της λογοτεχνίας βοηθάει και ο εκδοτικός τομέας, που απαξιώνει οποιοδήποτε αξιόλογο λογοτέχνημα με τη δικαιολογία ότι «δεν πουλάει» και προωθεί περιπετειούλες με λίγο πορνό για αλατοπίπερο! Τα συγκεκριμένα λογοτεχνήματα προβάλλονται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και διαφημίζονται ως best seller, μοσχοπουλιούνται και ξεχνιούνται μετά από ένα εξάμηνο!     
      Τι θα γίνει λοιπόν, η λογοτεχνία θα σβήσει, όπως ισχυρίζεται ο Alvin Kernan; Θα πάψει να υπάρχει αναγνωστικό κοινό, με αποτέλεσμα να σταματήσουν να γράφονται λογοτεχνικά βιβλία; Οι νέες γενιές θα γνωρίσουν τη λογοτεχνία σαν μουσειακό είδος;
      Ακόμα και αν τα διάφορα είδη λογοτεχνίας συνεχίσουν να παρακμάζουν μέχρι που να σβήσουν εντελώς, υπάρχει ένα είδος που μπορεί να εξακολουθεί να αντιστέκεται στο πείσμα των καιρών και δεν θα εξαφανιστεί ποτέ. Πρόκειται για την ποίηση. Γιατί η ποίηση; Τι παραπάνω έχει από τα άλλα είδη λογοτεχνίας;
      Η ποίηση είναι το μόνο λογοτεχνικό είδος, που μπορεί να αντισταθεί στην έλλειψη ελεύθερου χρόνου, λόγω του ότι περιέχει άμεσα νοήματα. Σε ελάχιστους στίχους μπορεί να εμπεριέχονται σπουδαίοι συλλογισμοί. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι σήμερα δεν γράφονται τεράστια ποιήματα. Ο καιρός που γράφονταν έπη έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Το ποίημα μικραίνει όλο και περισσότερο, γίνεται μια κραυγή και αυτή η κραυγή είναι ικανή να ταρακουνήσει, να προτρέψει αλλά και να τέρψει ευχάριστα τον αναγνώστη. Αν μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις, ένα μικρό και περιεκτικό ποίημα μπορεί να αξίζει όσο χίλιες εικόνες! Η ποίηση μπορεί να διαβαστεί σε διάφορα μικροδιαλείμματα από τη ρουτίνα της μέρας, που ο χρόνος δεν επαρκεί για τίποτα περισσότερο. Δεν είναι τυχαίο ότι όλο και περισσότεροι ποιητές γράφουν ολιγόστιχα ποιήματα. Πολλοί από αυτούς, μάλιστα, στρέφονται στο μικρό, άμεσο και κομψό χαϊκού.
      Υπάρχει, όμως, και ένας άλλος λόγος, που η ποίηση είναι το μόνο είδος της λογοτεχνίας, που θα διατηρηθεί ζωντανό. Είναι γνωστό ότι ποιητές υπάρχουν πολλοί. Είναι επίσης, γνωστό ότι υπάρχουν πολλοί εν δυνάμει ποιητές, που καταχωνιάζουν τα ποιήματά τους σε ένα συρτάρι για να τα θυμηθούν μετά από χρόνια, αν υπάρξει η κατάλληλη προτροπή. Υπάρχει, όμως και ένα φανατικό κοινό αναγνωστών. Σε πείσμα του σύγχρονου ρητού: «Η ποίηση δεν πουλάει», θα βρούμε φανατικούς αναγνώστες όχι μόνο της παλιότερης αλλά και της σύγχρονης ποίησης.
      Πιο πάνω αναφερθήκαμε στην έλλειψη ελεύθερου χρόνου από τη σκοπιά των συγγραφέων. Η ποίηση, σίγουρα χρειάζεται καιρό και κόπο για να γραφτεί, αλλά απαιτεί πολύ λιγότερο χρόνο από ότι ένα μυθιστόρημα, μια νουβέλα, ένα διήγημα.      
      Όσον αφορά το κόστος έκδοσης μιας ποιητικής συλλογής είναι πολύ μικρότερο από το κόστος έκδοσης μιας συλλογής διηγημάτων ή ενός μυθιστορήματος. Ένα βιβλίο σαράντα οκτώ σελίδων με τριάντα πέντε ποιήματα κοστίζει σήμερα από χίλια ως χίλια πεντακόσια ευρώ – ανάλογα με τον εκδοτικό οίκο. Ένας μέσος εργαζόμενος, σήμερα, μπορεί να εκδίδει μια ποιητική συλλογή κάθε δυο χρόνια και να αντέχει το κόστος έκδοσής της.
      Συμπερασματικά, η λογοτεχνία σήμερα αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα, κινδυνεύει να σβήσει και ψυχομαχεί, όμως η ποίηση είναι το αθάνατο και αγέραστο κύτταρο, που θα τη διατηρήσει για πάντα ζωντανή.
Βιβλιογραφία:
*Alvin Kernan: «Ο θάνατος                         της Λογοτεχνίας», εκδ. «Νεφέλη», σελ.62.
**Alvin Kernan: «Ο θάνατος της Λογοτεχνίας», εκδ. «Νεφέλη», σελ.63.
ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ (*)
--------------------------
(*) Δημοσιεύτηκε στο περ. «Δευκαλίων ο Θεσσαλός», τευχ. 37, Ιούνης-Αύγουστος 2012, σελ. 78-79. Η αναδημοσίευση είναι από την εξαιρετική λογοτεχνική σελίδα "Ποίηση και Λογοτεχνία" που αξίζει την σ΄τήριξη και την προσοχή μας.

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2016

άποψη: Για τη βράβευση Ντίλαν με το Νόμπελ Λογοτεχνίας





 
Γράφει για το Νόμπελ Λογοτεχνίας ο ένας και υμνεί τον Ντίλαν ως πρότυπο καλλιτέχνη-αγωνιστή ενώ o καλλιτέχνης ήδη από τη δεκαετία του '60 έχει αρνηθεί τη συμμετοχή του σε οποιοδήποτε κίνημα αμφισβήτησης κι αυτό αν μη τι άλλο δείχνει κάτι για τον καλλιτέχνη, έρχεται κι ο άλλος και γκρινιάζει γιατί ένας στιχουργός βραβεύτηκε μ' ένα λογοτεχνικό βραβείο ενώ η ποίηση και η στιχουργία αποτελούν την αρχαιότερη λογοτεχνική έκφραση!  Ώσπου έρχεται κι ένας τρίτος, που δεν αρνείται ότι ο Ντίλαν συμπεριφέρεται σαν ντίβα τόσο απέναντι στους φίλους του, όσο και στην σουηδική Ακαδημία αλλά αναγνωρίζει παράλληλα πως η βράβευση του γνωστού τραγουδοποιού εκνεύρισε την παγκόσμια συντήρηση εξαιτίας του γεγονότος πως η μουσική του και οι στίχοι του αποτέλεσαν και αποτελούν ασταμάτητη πηγή έμπνευσης και αντίστασης όχι μόνο για τη γενιά του αλλά για όλες τις γενιές που ακολούθησαν, για εκατομμύρια ανθρώπους όχι μόνο στις ΗΠΑ, αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο. Έχοντας βέβαια δίκιο αν και δεν είναι και ότι καλύτερο να διατηρεί το έργο ενός δημιουργού την όποια ανατρεπτική του δύναμη και ο ίδιος να έχει αλλάξει άρδην την πολιτιστική παρουσία του, σημεία των καιρών ασφαλώς που δεν θα πρέπει να μας ξενίζουν. Κι εκεί που λες, πως έχουν όλα ειπωθεί έρχεται κι ένας τέταρτος, ο χειρότερος απ’ όλους, να γκρινιάξει γιατί δεν βραβεύτηκε ο δικός του, αγαπημένος συγγραφέας, ξέρετε απ' αυτούς με τα ακαταλαβίστικα, δήθεν λογοτεχνικά κι ανεξάρτητα βιβλία που δεν διαβάζει ούτε και η μάνα τους. Μέχρι βέβαια να έρθει ένας πέμπτος, επίσης ενοχλητικός ίσως και περισσότερο από τους προηγούμενους, εγώ δηλαδή, για να σχολιάσω πως άδικα γίνεται τόση συζήτηση για το Νόμπελ Λογοτεχνίας και για τα σχετικά βραβεία γενικότερα αφού, όπως όλοι γνωρίζουμε (ελπίζω) αλλά παραβλέπουμε, τα βραβεία αυτά και η χρηματική αμοιβή που τα συνοδεύει μόνο αθώα δεν είναι αφού από πίσω κρύβονται η δημιουργία μιας νέας πολεμικής βιομηχανίας και ενός νέου όπλου που μόνο ειρήνη δεν πρόσφερε στον κόσμο μας: η παρασκευή της δυναμίτιδας με πυριτική γη, εφεύρεση που διαδόθηκε σύντομα σε όλη την Ευρώπη και την Αμερική.

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2016

Λαμπεντούζα, του Άντερς Λουστγκάρτεν: όταν το θέατρο παίρνει θέση στα ζητήματα της εποχής μας








Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης

  Η Λαμπεντούζα είναι ιταλικό νησί που βρίσκεται μεταξύ της Σικελίας και των ακτών της Τυνησίας. Στην αρχαιότητα όπως και στον Μεσαίωνα υπήρξε ναυτικός κόμβος, σημαντικός ψαρότοπος, στρατιωτική βάση και οχυρό αλλά και τόπος εξορίας πολιτικών εξόριστων και κατάδικων κατά τη διάρκεια του φασιστικού καθεστώτος του Μουσολίνι. Στα νεότερα χρόνια υπήρξε βάση της αμερικάνικης ακτοφυλακής (1960), νατοϊκή βάση καθώς και αναπτυσσόμενο τουριστικό θέρετρο της Ιταλίας. Τα τελευταία χρόνια το νησί έγινε γνωστό ως τόπος που καταφθάνουν καραβιές προσφύγων από τη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή, ιδιαίτερα μετά από την βίαιη καταστολή των αραβικών επαναστάσεων και τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους αλλά κι ως τόπος μαρτυρίου εφόσον πολλοί πρόσφυγες και μετανάστες φθάνουν στις ακτές της Λαμπεντούζα ήδη πνιγμένοι αλλά και γιατί όσοι επιβιώσουν της κακοκαιρίας και των επιθέσεων του ιταλικού λιμενικού, φυλακίζονται κάτω από απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης στα διάφορα στρατόπεδα συγκέντρωσης της περιοχής. Λαμπεντούζα, λέγεται επίσης, και το θεατρικό έργο του Βρετανού θεατρικού συγγραφέα Άντερς Λουστγκάρτεν, που με αφορμή τα γεγονότα στο νησί και το σύγχρονο δράμα των προσφύγων επιχειρεί μία προσέγγιση του ζητήματος και όχι μόνο, τόσο με ένα ξεκάθαρο πολιτικό σχολιασμό, διεκδικώντας να μπει ένα οριστικό τέλος σε αυτό το έγκλημα, όσο και με μια ανθρώπινη ματιά που ξεσηκώνει οργή, μίσος και άλλα συναισθήματα.

   Το έργο, που παρουσιάζει τον τελευταίο μήνα στην πόλη μας η Εταιρεία Θεάτρου Μνήμη και το Θέατρο Κυδωνία, σε σκηνοθεσία του Μιχάλη Βιρβιδάκη και σε μετάφραση του Δημήτρη Κιούση, ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Στους ρόλους του έργου έχουμε τον Μιχάλη Βιρβιδάκη και την Κατερίνα Μαντίλ όπου ερμηνεύουν τους χαρακτήρες του Ιταλού ψαρά Στέφανο και της μιγάδας Ντενίζ. Ο Στέφανο προέρχεται από μια οικογένεια πάππου προς πάππου Ιταλών ψαράδων. Όμως τον εικοστό πρώτο αιώνα τα δίχτυα του πιάνουν κάτι εντελώς διαφορετικό : η δουλειά του τώρα είναι να ανασύρει τα σαπισμένα πτώματα των μεταναστών που πνίγονται στη Μεσόγειο. Παράλληλα, σε κάποια άθλια γωνιά της Μεγάλης Βρετανίας η Ντενίζ, μιγάς που εργάζεται ως εισπράχτορας σε κάποια τοκογλυφική επιχείρηση, καθώς γυρνά από πόρτα σε πόρτα για να μαζεύει τις καθυστερημένες δόσεις δανείων ακούγοντας κάθε είδους σχόλιο για τους μετανάστες, γίνεται αυτόπτης μάρτυρας της πιο απρόσμενης οικονομικής παρακμής στην «ευημερούσα» Ευρώπη του 2015. Ναι, το έργο δε περιορίζεται μόνο στο προσφυγικό ζήτημα. Ανατέμνει με αφάνταστη επιδεξιότητα και παρουσιάζει γυμνές στα μάτια (και την κρίση) του θεατή τις αιτίες που οδηγούν τους πρόσφυγες να αναζητήσουν σωτηρία στη φυγή, μακριά από τις χώρες τους που ο πόλεμος και η αντίδραση, η βίαιη εξαφάνιση κάθε στοιχείου ανθρωπιάς, αποτελούν πια ή ίσως να αποτελούν, τίποτα δεν είναι ποτέ οριστικό, μονόδρομο. Αλλά και η υποκρισία της πολιτισμένης Δύσης, ο κίβδηλος ανθρωπισμός των χορτάτων, η έξαρση του ρατσισμού και της ισλαμοφοβίας, η καπιταλιστική κρίση έχουν τη θέση τους στο έργο. Την πρώτη πλευρά περιγράφει ο Στέφανο, την δεύτερη η Ντενίζ. Μαζί αποτελούν μια τέλεια, κοινωνική και ψυχολογική παρουσίαση του σάπιου κόσμου στον οποίο έτυχε να γεννηθούμε αλλά που έχουμε απαράβατο καθήκον, να αλλάξουμε.

   Ο Άντερς Λουστγκάρτεν δεν μασάει τα λόγια του. Παίρνει θέση, θέση σταθερή στο πλευρό των αδικημένων, ξεβρακώνοντας κυριολεκτικά κάθε υποκρισία. Παραθέτω δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα από την παράσταση. Μιλάει η Ντενίζ «Με φτύσανε σήμερα το πρωί στο λεωφορείο. Φλωράκια, από το ιδιωτικό μου φάνηκαν. Μέχρι προσφάτως δεν είχαν ακούσει τ’ αυτιά μου το «κινέζικο μουνί» και το «μαλακισμένη μετανάστρια» με τέτοια εκλεπτυσμένη προφορά. Τελευταία όμως τα ακούω όλο και πιο συχνά. Μικροαστοί που ταυτίζουν το ρατσισμό με την ελευθερία λόγου. Ξέρεις, όλοι αυτοί οι μαλακισμένοι με τα «Je suis Charlie» μπλουζάκια». Κι αλλού, πάλι η Ντενίζ, σχολιάζει ότι: «Οι μετανάστες δεν ξοδεύουν τις λιγοστές οικονομίες τους για να λαδώσουν τον ένα ή τον άλλο διακινητή, δεν αφήνουν πίσω τους όσους αγαπάνε, δεν παλεύουν με νύχια και με δόντια για μια θέση κάτω από τις ρόδες των τραίνων [...] κι όλα αυτά για να ξαφρίσουν το Βρετανικό δημόσιο από εξήντα εφτά ψωρολίρες και σαράντα έξι πέννες επίδομα τη βδομάδα». Τα συμπεράσματα δικά σας...

   Είναι βέβαια πολλά ακόμα αυτά που έχει να γράψει κανείς για την Λαμπεντούζα του Λουστγκάρτεν και που δεν χωράνε μέσα σε λίγες λέξεις – θα περιοριστώ σε ένα μόνο. Το έργο δεν έχει χάππυ εντ, δεν τελειώνει με μια χαζοχαρούμενη σκηνή όπου όλα αντιμετωπίζονται από κάποια ανώτερη δύναμη, όπως έχουμε δει αρκετές φορές σε διάφορες θεάματα της σειράς, και μετά όλα είναι μέλι-γάλα. Και πως αλλιώς, όταν τα προβλήματα παραμένουν. Αλλά το έργο είναι γεμάτο ελπίδα. Αυτή η ελπίδα έρχεται από τους απλούς ανθρώπους, τους Ιταλούς ψαράδες, τους Αφρικανούς πρόσφυγες, τους Πορτογάλους μετανάστες και τους Βρετανούς μιγάδες, που μέσα από τη μιζέρια καταφέρνουν να σπάσουν τα ψεύτικα δεσμά που διαχωρίζουν τους ανθρώπους από το κοινό συμφέρον τους και υψώσουν φωνή διαμαρτυρίας και αγάπης – ναι, αγάπης – στους συνανθρώπους τους. Είναι αυτοί ακριβώς οι άνθρωποι που θα δώσουν τη λύση στα προβλήματα τους. Σ' ένα ανάλογο σημείο καταλήγει ο Άντερς Λούστγκάρτεν. Ότι χρειάζεται να έρθουμε αντιμέτωποι με αυτό που πραγματικά συμβαίνει στον κόσμο, κι αυτό ακριβώς συμβαίνει και με τα δύο πρόσωπα του έργου. Ο Στέφανο χωρίς την Ντενίζ θα ήταν γυμνός, και το ανάποδο. Το ίδιο και το έργο. Ελπίζει ο συγγραφέας πως τα συλλογικά φράγματα όλων μας, σύντομα θα καταρρεύσουν. Όπως σημειώνει στον πρόλογο του έργου του: «Το βασικό ερώτημα που πρέπει να θέσουμε στους εαυτούς μας, και που εμποτίζει και τις δύο ιστορίες του έργου, είναι τι μορφή θέλουμε να έχει η κοινωνία στην οποία ζούμε. Τίποτα από αυτά όμως, συνεχίζει, δεν συζητιέται. Αντίθετα, απλώς αφήνουμε τους ανθρώπους να πνίγονται». Αλλά για να ξεκινήσει η συζήτηση, και έχει ξεκινήσει μην ακούτε τι λένε τα καπιταλιστικά ΜΜΕ, χρειάζονται έργα όπως η «Λαμπεντούζα» αλλά και μαζική αντιρατσιστική, αντιφασιστική και ναι, γιατί όχι, αντικαπιταλιστική δράση - όμως αυτή είναι μία χρήσιμη συζήτηση που δεν έχει θέση σε αυτό το σημείωμα.

  Όσο για τους συντελεστές του έργου, ότι και να πει κανείς θα είναι λίγο. Οι ερμηνείες είναι συγκλονιστικές, τόσο από τον δωρικό, βαθειά συναισθηματικό Μιχάλη Βιρβιδακή (Στέφανο), όσο κι από την οργισμένη και ειρωνική Κατερίνα Μαντίλ (Ντενίζ). Αναδεικνύουν ότι το θέατρο, η τέχνη γενικότερα, είναι ένα πολύ σημαντικό παιδαγωγικό εργαλείο αλλά και ένα μέσο κοινωνικής αφύπνισης. Είναι επίσης ο θεματοφύλακας της ιστορίας, της κοινωνικής και πολιτιστικής μνήμης της ανθρώπινης ύπαρξης. Παίρνει θέση στα σημαντικά ζητήματα του καιρού μας κι εκφράζει αυτό που πολλοί θέλουν να εκφράσουν αλλά που η καθημερινή αλλοτρίωση δεν τους επιτρέπει. Όμως έχει κι άλλες δυνατότητες το θέατρο, που ούτε η ποίηση, ούτε η μουσική αρκετές φορές, δεν έχουν. Κι ο ηθοποιός είναι αυτός που ζωντανεύει μπροστά στο κοινό, το δράμα πολλών και ετερόκλητων ομάδων ανθρώπων, με τέτοιο τρόπο που ούτε τα ελεγχόμενα ΜΜΕ μπορούν (και ούτε θέλουν) να δείξουν αλλά πολλές φορές ούτε η ίδια η αντίληψή μας δεν επιτρέπει να καταλάβουμε. Γι’ αυτό και η εξουσία φοβάται το θέατρο και την ελεύθερη έκφραση, ψάχνοντας χίλιους τρόπους για να λογοκρίνει έργα και δημιουργούς.

   Ναι, η «Λαμπεντούζα» του Άντερς Λουστγκάρτεν στην διδασκαλία των συντελεστών του Θεάτρου Κυδωνία και της Εταιρείας Θεάτρου Μνήμη αποτελεί μια τεράστια εμπειρία ζωής, ένα φάρο φωτεινό, που φωτίζει τον δρόμο της απελευθέρωσης κι όχι τον δρόμο του μαρτυρίου και της καταστολής.
   Όσοι/ες δεν το είδατε, σας το λέω, κάνατε ένα πολύ μεγάλο λάθος.

   Χανιά, 23/01/2016









Info:

ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ:

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου, ώρα έναρξης 9.30 μμ.
Σάββατο 30 Ιανουαρίου, ώρα έναρξης 9.30 μμ.
Κυριακή 31 Ιανουαρίου, (απογευματινή) ώρα έναρξης 7.30 μμ.
Τηλέφωνο - κρατήσεις θέσεων: 28210 92395 και 6973005570
Μετάφραση: Δημήτρης Κιούσης
Σκηνοθεσία: Μιχάλης Βιρβιδάκης
Σκηνικά και κοστούμια: Ξανθή Κόντου
Συνθέσεις ήχων: Δημήτρης Ιατρόπουλος
Φωτισμοί: Μαρία Μπαλαντίνου

παίζουν οι ηθοποιοί


Κατερίνα Μαντίλ
Μιχάλης Βιρβιδάκης

~

Η παράσταση συνοδεύεται από πρόγραμμα - βιβλίο με τη μετάφραση του έργου, εισαγωγικά στο έργο κείμενα, την εργοβιογραφία του συγγραφέα, και φωτογραφίες από την παράσταση. Πωλείται στο φουαγέ του θεάτρου Κυδωνία και σε επιλεγμένα βιβλιοπωλεία της Αθήνας.

Μετάφραση κειμένων προγράμματος: Δημήτρης Κιούσης
Υπεύθυνη προγράμματος, επιμέλεια κειμένων: Λίλα Τρουλινού
Καλλιτεχνική επιμέλεια προγράμματος: Αιμίλιος Καλογερής
Εκτύπωση: Μιχάλης Γεωρβασάκης

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2016

Οι συνθήκες εργασίας στο Amazon... (στα αγγλικά, από το περιοδικό Socialist Worker)

Οι συνθήκες εργασίας στο Amazon...

 Workers in an Amazon depot in Wales this month (Pic: PA)

Working conditions at Amazon are notorious. It deliberately builds “fulfilment centres” in areas with high unemployment.
Before workers can go home at the end of their eight-hour shift, or go to the canteen for their 30-minute break, they must walk through a set of security scanners.
Next to the scanners is a life-sized cardboard image of a cheery worker. “This is the best job I have ever had!” pronounces a speech bubble
Workers are divided into four main groups. There are the people on the “receive lines” and the “pack lines”.
Some unpack, check and scan every product arriving. And some pack up customers’ orders at the other end of the process.
Another group stows away suppliers’ products somewhere in the warehouse. They put things wherever there’s a free space.
Workers use handheld computers to scan both the item they are stowing away and a barcode on the spot on the shelf where they put it.
So only Amazon’s computers know where everything is.
The “pickers” push trolleys around and pick out customers’ orders from the aisles. Amazon’s software calculates the most efficient walking route to collect all the items to fill a trolley.
“You’re sort of like a robot, but in human form,” according to one Amazon manager. “It’s human automation, if you like.”
Pickers holding computerised handsets are perpetually timed and measured as they fast-walk up to 15 miles per shift.
They are expected to collect orders in as little as 33 seconds.
The white collar workers aren’t much better off. Amazon encourages its “Amabots” to harshly criticise themselves and each other for their shortcomings.
Team members are ranked, and those at the bottom get eliminated every year. It is deliberate policy to keep turnover high.
In 2011 multiple ambulances famously parked outside a US Amazon warehouse during a heat wave.
They were there to collect and ferry overcome workers to emergency rooms. Afterwards Amazon installed air conditioners. Less well known is that the air conditioners’ arrival coincided with the expansion of the warehouse into holding groceries.
Every warehouse has its own “continuous improvement manager” with techniques borrowed from the car industry. As Marc Onetto, the senior vice president of worldwide operations, put it, “They are not consultants, they are insultants, they are really not nice.”
Some people also patrol the warehouses pushing tall little desks on wheels with laptops on them—they are “mobile problem solvers” looking for any hitches that could be slowing down the operation.
Managers can text the hand held screens to tell a worker to hurry up or to issue a warning.
There is a strict “three strikes and release” discipline system—“release” being a euphemism for getting sacked.
An employment agency called Randstad handles the recruitment.
Randstad calls this sort of system “Inhouse Services” and describes it as a “flexible work solution designed exclusively for each client to optimise the workforce and drive cost effectiveness”.
Employees wear blue ID badges. Agency workers wear green ones. “They dangle those blue badges in front of you,” one ex-Amazon worker told the GMB union. “On Christmas Eve an agency rep with a clipboard stood by the exit and said, ‘You’re back after Christmas. And you’re back. And you’re not. You’re not.’ It was just brutal.
“It reminded me of stories about the great depression, where men would stand at the factory gate in the hope of being selected for a few days’ labour.
“You just feel you have no personal value at all.”



Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2013

«Με τους σοφούς του κράτους τα ’χουνε πλακάκια» του Ηρακλή Κακαβάνη (αναδημοσίευση από το Ποιείν.gr)



Ήτανε Τρίτη 3 Δεκέμβρη 2013. Η Ακαδημία ανακήρυξε επίτιμο μέλος της τον Μίκη Θεοδωράκη. «H Ακαδημία Αθηνών δέχεται με χαρά και τιμή στους κόλπους της τον Μίκη Θεοδωράκη. Μητρική του γλώσσα είναι η μουσική, πατρική του, η γλώσσα των κοινωνικών αγώνων. Ο Μίκης Θεοδωράκης είναι ένα ζωντανό σύμβολο και οι μελωδίες του θα μας αγκαλιάζουν σε κάθε δύσκολη ώρα μέχρι το τέλος, που θα σημάνουν οι καμπάνες» δήλωσε ο πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών,  Σπύρος Ευαγγελάτος, υποδεχόμενος στην κατάμεστη αίθουσα της Ακαδημίας, τον Μίκη Θεοδωράκη ως νέο επίτιμο μέλος.
Η Ελλάδα αναγνωρίζει στο έργο του Μίκη το πρόσωπό της. Γαλούχησε τη γενιά μας και θα είναι σημείο αναφοράς για τις επόμενες. Όλοι οι λαοί της Γης αναγνωρίζουν στο πρόσωπο του τον εκφραστή οραμάτων, ελπίδας, ειρήνης, ελευθερίας και κοινωνικής δικαιοσύνης. Αυτά τον κάνουν Αθάνατο και όχι η ένταξή του στην Ακαδημία.

ολόκληρο το κείμενο εδώ