Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Καρούζος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Καρούζος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2018

Το Ποίημα της Εβδομάδας: Μαγιακόφσκι, του Νίκου Καρούζου (1926-1990)



Μαγιακόφσκι

Ὡραῖος ἀπ᾿ τὴ θύελλα τῆς βιομηχανίας
ἀεροπόρος τῶν ἡλιόλουστων ἡμερῶν
μεγάλο δάκρυ
ποὺ κατεβαίνει ὡς τὰ χείλη
γιὰ νὰ καίει τὶς ἀθάνατες Μαρίες
ὁ Βλαντιμίρ.
Ἴσως ἔπρεπε πρὶν ἀπ᾿ τὴν ἔνδοξη ταφὴ
νὰ φωτίζεται μὲ προβολεῖς ὁ νεκρός του.
Ἴσως ἀξίζει νὰ τὸν βλέπουμε σὰν καταρράκτη
ἀνάμεσα στὴν ὁρμὴ τ᾿ οὐρανοῦ καὶ στὰ δάση.
Ἴσως ἔπρεπε νὰ διευθύνει κοσμοδρόμια.
Πάντως
μ᾿ ἀρέσει ποὺ ἐπίασε τὴν παλιὰ Ρωσία ἀπ᾿ τὰ μαλλιὰ
καὶ τὴν ἔστειλε στὸ διάβολο
θρυμματίζοντας μία κιθάρα στὸ κεφάλι της.
Μ᾿ ἀρέσει ποὺ δὲν θὰ πεθάνει ποτὲ
γιατί δὲν ξεχώρισε τὴ συμφορὰ καὶ τὴν ποίηση.
Μ᾿ ἀρέσει γιατὶ στάθηκε στὸ ὕψος του
ὁ Βλαντιμίρ.
Αὐτὸς εἶναι ποὺ ἔδινε στὸν Κουτούζωφ
τὴ μυστηριώδη δύναμη.
Αὐτὸς εἶναι ποὺ σκύλιαζε πραγματικὰ
γιὰ τὸ μέλλον. Αὐτὸς
ἔλαμπε στὴν κατάλευκη ὁρμὴ τοῦ Οὐλιάνωφ.
Ἀπ᾿ τὴν ἄγνωστη χαραυγή μας, ἀπ᾿ τὰ σπήλαια,
ἔτσι δείχνουν τὰ πράγματα.
Ἡ ζωὴ θὰ πρέπει νὰ προσχωρήσει μαζί του
ὁλάκερη καθὼς τὴ χάρισε στὴν καρδιὰ τῶν δικαίων.
Ἡ ζωὴ θὰ χρειαστεῖ καὶ πάλι τοὺς χαρταετούς.
Ἀπ᾿ τὸ βαρύ του φέρετρο πετάγονταν
πυροτεχνήματα ψηλὰ στὴ νύχτα
κι ἀπ᾿ τὴ βαθειὰ εἰρήνη τῆς σιωπῆς του
ἔβγαινε ὁ καπνὸς τῆς μέσα μάχης. Ἂς εἶναι λοιπόν…
Ἂς εἶναι κι ὁ Βλαντιμὶρ ἕνα σύμβολο
ἀνοιχτὸ στὴν εὐτυχία.
Δὲν ξέρω, βέβαια, τί εἶναι εὐτυχία.
Γνωρίζω ὅμως τὸν ἀγώνα γιὰ δαύτη.
Δὲν ξέρω τί κρύβει ὁ ἔρωτας.
Γνωρίζω μονάχα
πὼς εἶναι οἱ ἑξήντα τέσσερες ἄνεμοι.
Γνωρίζω πὼς εἶναι ὅλες οἱ ἀνατολὲς τοῦ ἥλιου –
τέτοια τύχη
τέτοια τύχη!

(Δημοσιεύτηκε στὴν «Ἐπιθεώρηση Τέχνης», τ. 146, Φεβρ. 1967, σελ. 133)





____________
Νίκος Καροῦζος (1926-1990): ποιητὴς ἀπὸ τὸ Ναύπλιο.
Σπούδασε νομικὰ καὶ πολιτικὲς ἐπιστῆμες στὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν.
Ἔζησε ἐπὶ σαράντα χρόνια στὴν Ἀθήνα, ἀλλάζοντας δεκάδες σπίτια καὶ συνοικίες.



Παρασκευή 29 Σεπτεμβρίου 2017

Το Ποίημα της Εβδομάδας: Ἔρημος σὰν τὴ βροχή, Νίκος Καροῦζος (1926-1990)



Ἔρημος σὰν τὴ βροχή

Διαβαίνω ἀγιάτρευτος μέσ᾿ στ᾿ ὄνειρό μου
σὲ δίχτυ μόνος της πρώτης σιωπῆς
ἔδειξα τὰ πτηνὰ διχάζεται ὁ δρόμος
ἡ ἀλήθεια φαρδαίνει πάντα τὴν ὁρμή.
Κ᾿ ἡ μοῖρα τῶν ἄστρων
θὰ εἶναι τέφρα θὰ εἶναι μία μεγάλη πυρικὴ
τώρα μαθαίνω τὸ αἷμα μου
δίχως τοὺς δροσεροὺς ὑάκινθους
τώρα σὲ βλέπω δρόμε τοῦ καλoῦ σὰν εἰδοποίηση
μὲ κρίνους
ἔχοντας τὸ σακούλι τ᾿ ἀναστεναγμοῦ
κι ὅλο πηγαίνω
πηγαίνω
στὶς
πηγές.


________________________________________
Νίκος Καροῦζος (1926-1990)
http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/nikos_karoyzos_poems.htm 


Παρασκευή 17 Ιουλίου 2015

Νίκος Καρούζος, Ἡ εὐγένεια τῆς κωμωδίας μας (+ 2 ποιήματα)

 

 Ἡ εὐγένεια τῆς κωμωδίας μας

Ὅταν ξεραθεῖ τὸ χαμομήλι στὸν καλύτερο ἥλιο τῆς χρονιᾶς
ἔρχονται βράδια νὰ γυρέψει ἀπὸ δαῦτο κι ὁ φτωχὸς κι ὁ πλούσιος
κι ὅπως κυλάει ζεστὸ μέσα μας καὶ βάλσαμο
κ᾿ εὐωδιάζουν τὰ σπλάγχνα κι ἁρμονίζονται
φέρνοντας κάποιο αἴσθημα φαγωμένης πεταλούδας μὲ τὰ χνούδια της
ἕνα τίποτα ἕνα χορτάρι φέρνοντας ὅλη τὴν εἰρήνη
ἔτσι κι ὁ Ἰησοῦς ἕνα τίποτα, μονάχα φτυσμένος
μονάχα ἡ μέσα φλόγα ποὺ λιώνει τὴν ἁφὴ
κι ὁ Θεὸς γυμνοπόδης ἕν᾿ ἀρνὶ στὸν ἀέρα
ψηλὰ στὸ δέντρο τῆς βυσσινιᾶς τὸ καιόμενο πέρα στὴ δύση.
Ἂ τί φριχτὸ ποὺ εἶναι τὸ νερὸ ἕνα τίποτα κι ὁ ἀόρατος
μᾶς ἔτυχε καθὼς τὸ μαχαίρι στὸ λαιμὸ τοῦ κόκορα.


Ὁ μειλίχιος τρόπος τοῦ Βαρβαρόσσα

Un Poete sauvage avec un plomb dans Ι᾿ aile -
TRISTAN CORBIERE
Γέροντας πιὰ καὶ πρώην καπνιστής
μοναχὸς μὲ τὰ γένια του στὸ ἄκαρπο τὸ ὕψος περπατώντας
ἀπὸ νέφη σὲ νέφη, τὸ ἀνθρώπινο, τί δρόμος,
μὲ μικρούτσικα βήματα κωμικὰ καὶ ξεβίδωτα
στὴν ἀλύπητη μουσική τους ἀκούγοντας
τὰ φτηνά του τὰ ξύλινα συρτοπάπουτσα
ὁ Βαρβαρόσσας τὸ συνήθιζε νὰ λέει: Μὲ συγχωρεῖτε,
τί νὰ κάνω, οἱ αἰσθήσεις μὲ πᾶνε στὶς αἰσθήσεις.
Ἔτσι μιλοῦσε, τίποτ᾿ ἄλλο δὲν ἔλεγε,
γλείφοντας μὲ λεπτὴ συγκίνηση τὰ χείλη.
Μαύρη μεγάλη τρύπα τὸν τυραννοῦσε
στὸ στῆθος πού ῾χε τώρα παλιώσει
ξεχειλώνοντας οἰκτρὰ τὸ κρέας!
Ὅλοι τὸν κλαίγαν ἀμίλητοι σὰν ἥμερο κι ἀξιοδάκρυτο
δράκο παρωχημένο
σὰν ἀπὸ αἰῶνες, ἀλήθεια, ξαφνιασμένο
καὶ μ᾿ εὐλάβεια κούφια τοῦ χάριζαν οἱ ψεῦτες
ἕνα κάποιο συμβατικὸ προσκύνημα.
Ἐκεῖνος ὅμως εἶχε μία φριχτὴ σοβαρότητα
δὲν ἔδινε σημασία στὸν εὐχάριστο σεβασμό τους -
ἄλλωστε ποτὲ δὲν ἐξαρτήθηκε-
μὰ ὑποφέροντας βαθιὰ τὸν ἑαυτό του
τὰ ὁράματα ποὺ χτυπιοῦνται σὰν κάποτε
τὰ φτερὰ τοῦ κόκορα πού ῾χε σφάξει τὰ κρασᾶτα
τίναζε ξάφνου κάποια στιγμὴ τὸ κεφάλι του πρὸς τ᾿ ἀπάνω
καὶ γινότανε κεῖνος ὁ παλιὸς κι ἀνελέητος τρόμος
ἀνοίγοντας τὸ στόμα του στὴν κατερήμωση
σὰν ἀποτρόπαιο τέρας τῆς χειμωνιάτικης Προϊστορίας
κι ἀποσποῦσε μ᾿ ἕνα κρὰκ τὴ μασέλα του
τὴν ἔριχνε μέσα σ᾿ ἕνα ποτήρι νερὸ δίχως εὐγένεια
δίχως κανένα σύμπλεγμα ποὺ τὸν ἔβλεπαν ὁλόγυρα
χτυποῦσε τὰ παλαμάκια κ᾿ ἔμπαινε σιγηλὴ κι ἀθέατη
μιὰ χανούμισσα δίκοπη στὸ βαθὺ μετάξι θροΐζοντας-
τί θλιβερὸ τὸ θέαμα ἡ γρήγορη ὑπόκλιση...-
καὶ ἔσπρωχνε κοντά του τὴν ἄσπρη καρέκλα.
Ἐκεῖνος τότε καθότανε (μὲ προσπάθεια ὁλοφάνερη)
κάνοντας ἀλλόκοτα κινήματα
καὶ στήλωνε τὰ μάτια του στὴ μασέλα.
Οἱ παριστάμενοι φεύγαν ἕνας-ἕνας με θεατρίνικους τεμενάδες
οἱ ὦρες περνοῦσαν ὁλοένα, κατὰ τὴν ἄσχημη
καὶ θλιβερὴ συνήθεια: τὴν πραγματικότητα.
Ἐκεῖνος ὅμως ἔμενε νὰ κοιτάζει βοερά τη μασέλα
Βουλιαγμένος

Ἡ νύχτα μὲ συμφέρει

Πράγματι ἡ νύχτα μὲ συμφέρει.
Πρῶτα-πρῶτα ἐλαττώνει τὶς φιλοδοξίες· ὕστερα
διορθώνει τὶς σκέψεις· ἔπειτα
συμμαζώνει τὴ θλίψη καὶ τὴν κάνει ὑποφερτότερη
τὴ σιωπὴ μὲ σέβας ἀνατέμνει·
ἐξαίρει τὴν ὄσφρηση μὰ προπάντων ἡ νύχτα περιζώνει.



Νίκος Καροῦζος - Ποιήματα

Νίκος Καροῦζος (1926-1990): ποιητὴς ἀπὸ τὸ Ναύπλιο. Σπούδασε νομικὰ καὶ πολιτικὲς ἐπιστῆμες στὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν. Ἔζησε ἐπὶ σαράντα χρόνια στὴν Ἀθήνα, ἀλλάζοντας δεκάδες σπίτια καὶ συνοικίες.

πηγή: users.uoa.gr

Πέμπτη 31 Ιουλίου 2014

Νίκος Καρούζος, Του Ιωάννη Σεβαστιανού Μπαχ ανωφέρεια

πηγή


(για σένα μικρέ φτερωτέ τενόρο


Άνοιξη φθινόπωρο καλοκαίρι χειμώνας
ο Μπαχ ανεβαίνει πάντα στους αιθέρες
γελαστός άγγελος του δρυμού
μεγάλος ιδιοκτήτης
ο Μπαχ ανεβαίνει την ουράνια σκάλα
ιερέας των ήχων απ’ τη βροχή νεότερος
αγιόκλημα φυτρωμένο στ΄ όργανο της εκκλησίας
η θαλπωρή μες στην ανάγκη του θεού μεγάλη.
Παντρεύει τις φωνές με την καθαρότητα
περ΄ από κάθε εποχή πετά νομίσματα χρυσά στους λυπημένους
δείχνοντας την ειρήνη ψηλά στα γαλανά τ’ αμπέλια
ψηλά στον ηδυόνειρο χρόνο της λησμονιάς.
Άγγελος της πηγής μοιράζει το νερό σε τόσους διψασμένους
κόβει με γαλανή ρομφαία τον καιρό
κι ανοίγει τ’ άσπιλα φτερά ως την έλπιση.
Βλέπω τους ήλιους είναι σταλαγμένοι σ’ ένα βόρειο κορμί
τη θλίψη κομίζοντας των άστρων.
Ποτάμι θαλερό πολύφυλλο της νύχτας το ασήμι
διαβάτες που θέρισαν ένα-ένα
τα χαμηλά έργα τ’ ανθρώπινα στην καθημερινή ζωωδία
και στάθηκαν
ακούγοντας τους ουράνιους ήχους-
ποτάμι θαλερό πολύφυλλο της νύχτας το ασήμι.
Ένα ψηλό χαρούμενο στάχυ βλέπω μες στην ουράνια Αττική
μετρώντας ήσυχα το θάνατο
μικρές ζωές τους κυματισμούς ανθρώπινους
ένα ψηλό χαρούμενο σταφύλι
μεθώντας την καρδιά μου σ’ άγνωστην αλήθεια
στις ερημιές της αγάπης όταν περπατώ μ’ ένα κλωνάρι τόσον
ανθισμένο
πέρα που ο άνεμος έχει σταματήσει
εκεί που το όνειρο δε βρίσκει τους λειμώνες του ύπνου
κι η κορασιά κοιμάται μόνη.
Ένα ψηλό χαρούμενο δέντρο δίχως όνομα
ρίχνει τις μεγάλες σκιές ένα δέντρο
πώς καθρεφτίζεται στη στεριά της γαλήνης!
Κι ο ήλιος με φύλλα και αθώα έντομα
τον ηχηρό Παράδεισο στ’ αμίλητα νερά μοιράζει.
Κρασί των αιθέρων
χύθηκε μες στους μίσχους ενθέων ψυχών
έρωτας ο γλυκύτερος του πόνου κάτοικος
ειρήνη και ο θάνατος όμαιμος ως τα πλάτη.
Χαίρε ο χλοερός ήλιος του χειμώνα
χαίρε ο ακατάλυτος κι όταν φύγω απ’ το σώμα
συ θα τραγουδάς υιός εύοσμος
Ιωάννης.
Ήχοι την αρμονία χύνετε στους κύλικες της ακοής
και πορφυρίζονται τα όνειρα με το αίμα.
σύγκορμος ο θνητός ανέφελα τα στήθη
κι η ορμή του σώματος περ’ απ’ το σώμα.
Στο φαράγγι του τρόμου στη χαρά των λουλουδιών
ας ονομάσουμε την αγάπη αντήχηση του Πατέρα
μόνος ο θάνατος αλλάζει τη φωνή μας.
Ένας βαθύς άγνωστος εορτάζει στα νεύρα
ηχώ της βροχής
όταν ο αέρας μυρίζει καρπούς και χώμα.