Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2018

Βλαντιμίρ Λένιν, Ο Βαλκανικός Πόλεμος και ο σοβινισμός των αστών


Τούρκοι αιχμάλωτοι μετά την αποφασιστική ήττα που υπέστησαν από τους Σέρβους στη μάχη του Κουμάνοβο

Ο Βαλκανικός Πόλεμος και ο σοβινισμός των αστών

Γράφτηκε: 28 Μαρτίου, 1913
Πηγή : Collected Works, 4η αγγλική έκδοση, Αρίθμ. 19, Σελ. 38 - 40, Εκδότες Progress, Μόσχα, 1968 Αγγλική μετάφραση

Ο Bαλκανικός Πόλεμος έρχεται σε ένα τέλος. Η κατάληψη της Ανδριανούπολης είναι μια αδιαμφισβήτητη νίκη για τους Βουλγάρους, και το κέντρο βαρύτητας του προβλήματος μετατοπίστηκε από το θέατρο των επιχειρήσεων σε αυτό των λογομαχιών και των ραδιουργιών των αποκαλούμενων Μεγάλων Δυνάμεων.

Ο Βαλκανικός Πόλεμος είναι ένας κρίκος στην αλυσίδα των παγκόσμιων γεγονότων που σηματοδοτούν την κατάρρευση της μεσαιωνικής κατάστασης σχέσεων στην Ασία και την Ανατολική Ευρώπη. Να σχηματίσουν ενωμένα εθνικά κράτη στα Βαλκάνια, να απαλλάξουν από την καταπίεση των τοπικών φεουδαρχικών κανόνων και να απελευθερώσουν τελείως τους αγρότες των Βαλκανίων όλων των εθνικοτήτων από το ζυγό των γαιοκτημόνων -- τέτοιο ήταν το ιστορικό καθήκον που έφερε αντιμέτωπους τους Βαλκανικούς λαούς.

Οι Bαλκανικοί λαοί θα μπορούσαν να έχουν πραγματοποιήσει αυτό το καθήκον δέκα φορές ευκολότερα από οτι κάνουν τώρα και με εκατό φορές λιγότερες θυσίες σχηματίζοντας μια Ομοσπονδιακή Βαλκανική Δημοκρατία. Η εθνική καταπίεση, οι εθνικοί καυγάδες και η υποκίνηση με βάση θρησκευτικές διαφορές θα ήταν αδύνατα κάτω από πλήρη και σταθερή δημοκρατία. Οι Βαλκανικοί λαοί θα είχαν εξασφαλίσει μιά αληθινά γρήγορη, εκτεταμένη και ελεύθερη ανάπτυξη.

Ποιος ήταν ο πραγματικός ιστορικός λόγος για την λύση επειγόντων Βαλκανικών προβλημάτων δια μέσου ενός πολέμου, ενός πολέμου που καθοδηγήθηκε από αστικά και δυναστικά ενδιαφέροντα; Η κύρια αιτία ήταν η αδυναμία του προλεταριάτου στα Βαλκάνια, και επίσης η αντιδραστική επιρροή και πίεση της ισχυρής Ευρωπαϊκής αστικής τάξης. Φοβούνται την πραγματική ελευθερία και στις χώρες τους και στα Βαλκάνια' ο μόνος σκοπός τους είναι το όφελος εις βάρος άλλων ανθρώπων' ανακατεύουν τον σοβινισμό και την εθνική εχθρότητα για να διευκολύνουν την πολιτική τους να λεηλατούν και να εμποδίζουν την ελεύθερη ανάπτυξη των καταπιεσμένων τάξεων των Βαλκανίων.

Ο Ρωσικός σοβινισμός πάνω στα Βαλκανικά γεγονότα είναι όχι λιγότερο αηδιαστικός από αυτόν της Ευρώπης. Και ο κρυμμένος, ωραιοποιημένος σοβινισμός των Καντέτων, γαρνιρισμένος με φιλελεύθερες φράσεις, είναι πιο αηδιαστικός και πιο βλαβερός από τον ωμό σοβινισμό των εφημερίδων των Μαύρο-Εκατοντιστών. Εκείνες οι εφημερίδες επιτίθενται ανοιχτά στην Αυστρία - σε αυτές τις πιό καθυστερημένες των Ευρωπαϊκών χωρών, οι λαοί (πείτε εμείς σε παρένθεση) έχουν εξασφαλίσει πολύ μεγαλύτερη ελευθερία από την Ρωσία. Η Cadet Rech, ωστόσο, είπε επ' ευκαιρία της κατάληψης της Ανδριανούπολης: "Οι νέες περιστάσεις δίνουν στην Ρωσική διπλωματία κάθε ευκαιρία να δείξει μεγαλύτερη σταθερότητα...."

Έξοχοι "δημοκράτες", που προσποιούνται ότι δεν καταλαβαίνουν ότι η μόνη σταθερότητα για την οποία μπορεί να γίνει λόγος εδώ είναι η σταθερότητα στην αναζήτηση σοβινιστικών σκοπών! Καμία κατάπληξη που οι Milyukov και Yefremov, Guchkov, Bennigsen, Krupensky και Balashov τα πήγαν καλά μαζί σε ένα γεύμα που δόθηκε από τον Rodzyanko στις 14 Μαρτίου. Εθνικιστές, Oκτωβριστές, Καντέτοι - αυτές δεν είναι παρά διαφορετικές αποχρώσεις του αηδιαστικού εθνικισμού και σοβινισμού των αστών που είναι οριστικά εχθρικές προς την ελευθερία.


Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2017

Η εργατική Επανάσταση στη Ρωσία, 1917 (ένα project στο Facebook του ιστολογίου Λογοτεχνία και Σκέψη)





Η εργατική Επανάσταση στη Ρωσία, 1917, ένα project του ιστολογίου και της σελίδας Λογοτεχνία και Σκέψη

σελίδα με κείμενα, ειδήσεις, απόψεις και ενημερώσεις για τη Ρωσικη Σοσιαλιστική & Εργατική Επανάσταση του 1917 ένα project της σελίδας Λογοτεχνία και Σκέψη (https://www.facebook.com/LogotechniaKaiSkepse/)

Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2016

Συνέδριο για τον Εμφύλιο στο Πάντειο: Μεγάλο ενδιαφέρον, πλούσια συζήτηση



Με μεγάλη επιτυχία πραγματοποιήθηκε από τις 7 έως τις 12 Δεκέμβρη, το 3ο Συνέδριο Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας με τίτλο: «Διαστάσεις του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου 1946-1949», που διοργάνωσε το πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου με τη στήριξη του Ιδρύματος Σάκη Καράγιωργα.


Εκατοντάδες άνθρωποι παρακολούθησαν με ενδιαφέρον τις εκατό περίπου εισηγήσεις, οι οποίες κάλυψαν πολλές και διαφορετικές όψεις του εμφυλίου πολέμου, από την πολιτική του ΔΣΕ και του ΚΚΕ, το εργατικό κίνημα, το ρόλο των ξένων δυνάμεων (Αγγλία, ΗΠΑ) και τη θέση των γυναικών μέχρι την οικονομία, την τοπική ιστορία, το «παιδομάζωμα», την παρουσίαση του εμφυλίου στην τέχνη.


Όπως μας είπε ο Μπάμπης Κουρουνδής, που παρουσίασε στο συνέδριο ανακοίνωση με θέμα τη διαμόρφωση του Συντάγματος την περίοδο του εμφυλίου πολέμου και τις σχετικές προτάσεις του ΚΚΕ, «η συμμετοχή και το ενδιαφέρον του κόσμου ήταν πολύ μεγάλο, σε βαθμό που εντυπωσίασε και τους ίδιους τους διοργανωτές. Τη δεύτερη μέρα του συνεδρίου, έγιναν πολύ σημαντικές εισηγήσεις και συζητήσεις. Πρώτα απ’ όλα, παρουσιάστηκε ο τρόπος απεικόνισης του εμφυλίου στη λογοτεχνία, με ξεχωριστή αναφορά στην αναπαράσταση του γυναικείου εγκλεισμού στην πεζογραφία της εποχής. Στη συνεδρία για τα πολιτικά πρόσωπα, παρουσιάστηκε η δράση πολιτικών, όπως ο Κ. Μητσοτάκης και ο Κ. Καραμανλής, που έπαιξαν μεγάλο ρόλο τα επόμενα χρόνια. Η προσπάθεια ενός εκ των υστέρων εξωραϊσμού της δράσης τους με αναφορές σε αμφιλεγόμενες αντιστασιακές περγαμηνές την περίοδο της Κατοχής, δεν μπορεί να κρύψει την ολοκληρωτική στράτευσή τους στον “αντισυμμοριακό αγώνα” με τον Μητσοτάκη να αρθρογραφεί σε τοπικές εφημερίδες της Κρήτης βάζοντας το δίλημμα «Έθνος ή Μάρκος» (αναφερόμενος στον επικεφαλής του ΔΣΕ, Μάρκο Βαφειάδη).

ολόκληρο το άρθρο εδώ


Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2016

Συνέντευξη με τους Π.Παπαστρατή και Λ.Σαράφη: Συνέδριο για τον εμφύλιο στο Πάντειο


Το πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου οργανώνει με τη στήριξη του Ιδρύματος Σάκη Καράγιωργα, από τις 7 έως τις 12 Δεκέμβρη, το 3ο Συνέδριο Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας με τίτλο: «Διαστάσεις του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου 1946-1949». O ομότιμος καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Προκόπης Παπαστράτης και η Διδάκτωρ Ιστορίας στο University of Sussex, Λη Σαράφη, από την οργανωτική επιτροπή μίλησαν στον Κυριάκο Μπάνο.






Γιατί οργανώνετε το συνέδριο;



Π.Π. Η ιδέα εξ' αρχής, από το 1ο συνέδριο, ήταν πως θέλαμε να υποστηρίξουμε το δημόσιο πανεπιστήμιο. Όλα τα μεταπτυχιακά στο Πάντειο είναι ακόμα δωρεάν. Πιστεύουμε σε ένα δημόσιο πανεπιστήμιο που η γνώση που παρέχεται είναι δωρεάν. Αυτός είναι και ο λόγος που έχουμε κατέβει στους δρόμους από την εποχή της Γιαννάκου ακόμα.



Στο δικό μας μεταπτυχιακό πρόγραμμα, στα σεμινάρια του Μιχάλη Λυμπεράτου και τα δικά μου, εξετάζουμε αυτή την περίοδο. Θα μπορούσαμε να πούμε πως αυτό το μεταπτυχιακό είναι το μόνο που ασχολείται με τη σύγχρονη ιστορία στην Ελλάδα. Οι ερευνητές/τριες ενδιαφέρονται για εκείνη την περίοδο. Φτάσαμε φέτος γύρω στους 100. Eνώ όμως υπάρχει αυτό το ενδιαφέρον, στα Πανεπιστήμια αυτή η περίοδος θα αρχίσει σε λίγο να μην διδάσκεται. Πολλοί παίρνουν σύνταξη και δεν βλέπουμε καμιά πρόθεση να προκηρυχθούν θέσεις για να στελεχωθεί αυτό το γνωστικό αντικείμενο.



Πόσο παλιά είναι αυτή η συζήτηση;



Π.Π. Όλα αυτά είναι μια συζήτηση που ξεκίνησε μέσα στη χούντα από μια ομάδα νέων. Στη χούντα συζητάγαμε πώς φτάσαμε ως εδώ. Πώς επεμβαίνει ο ξένος παράγων ήδη από το Μεταξά, αλλά τότε αυτό δεν μπορούσε να συζητηθεί μέσα στην Ελλάδα. Τα πρώτα συνέδρια πάνω σε αυτό το ζήτημα γίνονται στο εξωτερικό.



Το 1978 στο Λονδίνο και μετά στην Ουάσινγκτον μιλάμε πρώτη φορά για την αντίσταση και τον πόλεμο. Στην Ελλάδα το πρώτο συνέδριο γίνεται το 1984 στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και το παίρνει υπό την αιγίδα του ο Νίκος Σβορώνος με μια ομάδα ιστορικών που δεν έχουμε ακόμα καμιά θέση μέσα στα πανεπιστήμια.



Για την αντίσταση συντάσσουμε από τα αρχεία του Foreign Office ένα χρονολόγιο με τα γεγονότα. Και τότε αποκαλύπτεται το μέγεθος του ΕΛΑΣ. Στη σούμα βγαίνει ότι ο ΕΛΑΣ είναι πανταχού παρών και ο ΕΔΕΣ πολύ μικρός. Και εκεί βγαίνει, από όλες αυτές τις δουλειές, πως την αντίσταση την έχει κάνει η αριστερά και όλοι οι άλλοι καθόντουσαν.



Με ΠΑΣΟΚ στην εξουσία έχει αναγνωριστεί η εθνική αντίσταση και παρόλα αυτά η συζήτηση είναι δύσκολη και περιορισμένη. Το πρώτο συνέδριο για τον εμφύλιο γίνεται στη Δανία το 1984. 

διαβάστε ολόκληρη τη συνέντευξη στην εφημερίδα Εργατική Αλληλεγγύη

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη

 

 

  «Πῶς δύναται τὶς νὰ γίνει ἀνὴρ χωρὶς ν᾿ ἀγαπήσῃ δεκάκις τουλάχιστον, καὶ δεκάκις ν᾿ ἀπατηθῇ; ...»
Ἀλ. Παπαδιαμάντη “Ὁλόγυρα στὴ λίμνη” 

 

 

 Η  μεγίστη ἐπιθυμία τοῦ γήρατος εἶναι τὸ νὰ δύναταί τις νὰ δώσῃ εἰς ἄλλους τὴν εὐτυχίαν, χωρὶς νὰ τὴν ἔχει αὐτός. Τί λέγω; Τοῦτο καθ᾿ αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν μεγίστην εὐτυχίαν. Μὴ φθόνει, ὦ θνητέ. Τοῦτο εἶναι θεῖον, διότι οἱ θεοὶ μόνοι δύνανται νὰ καθιστῶσιν εὐτυχεῖς. Καὶ ὁ Πλάτων ὁρίζει οὕτω τὸ θεῖον, παρέχων αὐτῷ γνωρίσματα τοιαῦτα: ῾ἀγαθός, φθόνου ἐκτὸς ὧν᾿. Ὅταν δύναταί τις νὰ εἶναι ἐκτὸς φθόνου, τότε ἀληθῶς εἶναι ὑπεράνθρωπος, τότε ἐξαίρεται, τότε θεοῦται...» 


Ἀλ. Παπαδιαμάντη “Ἡ γυφτοπούλα”

 

Η πεζογραφία του Παπαδιαμάντη

του Στέλιου Παπαθανασίου*



[..] Η πραγματογνωσία του Παπαδιαμάντη, ασυνήθιστης πληρότητας και ποιότητας, είναι αποτέλεσμα πρωτίστως εμπειρικής σχέσης και αντικειμενικής σπουδής. Οταν όμως ο Γέροντας της Σκιάθου αναπαύεται, «πολλά ρεμβάζων και ουδέν σκεπτόμενος» («Η Πεποικιλμένη») και «με την φαντασίαν του γρηγορούσαν» («Θέρος-έρος»), τότε στην αντικειμενική σπουδή του προστίθενται οι ιδιότητες της συμπαθούσης διαισθήσεως και της ευφάνταστης αντιλήψεως. Τότε «το αίσθημα είναι ανώτερον της θεωρίας» («Στην Αγι-Αναστασά»), οπότε ο απαράμιλλος διαχρονικός γλωσσικός οπλισμός του Παπαδιαμάντη και η αδιαμφισβήτητη σφραγίδα της δωρεάς φροντίζουν για τα υπόλοιπα αδιακρίτως και ακατακρίτως: «Ομματα έλαμπαν, παρειαί ανθούσαν, χαμόγελα ανέτελλαν, άσματα εν ψιθυρισμώ, και αισθήματα εν εμβρύω, και βαθείαι πνοαί και ελαφροί στεναγμοί, και αύραι της νεότητος ερρίπιζον, αέριζον, εδρόσιζον τα σώματα και τας καρδίας» («Ωχ! Βασανάκια» - Καμιά σχέση με παιδοφιλίες και τέτοια).

Το πρόβλημα με τον σκιαθίτη συγγραφέα είναι να αντιληφθούμε πως η μισή λογοτεχνία του γράφεται «επί πτίλων αύρας νυκτερινής» («Ο ξεπεσμένος δερβίσης») και σε ήχο πλάγιο του δευτέρου, που σώζει χαρακτήρα ηδονικό και ικετευτικό, ενώ η άλλη μισή ακροβατεί στην επικράτεια του τραγικού. Μόνο που στη μικρά πολίχνη της Σκιάθου (και στην ενδοχώρα, βεβαίως) δεν υπάρχουν μεγέθη βασιλικών οίκων αλλά μικροάγιοι του ανθρώπινου πόνου: υστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι.

Εν κατακλείδι: «Ο ακέραιος κυρ Αλέξανδρος» (τίτλος ποιήματος του Νίκου Καρούζου - και τιμής) είναι ο απόλυτος εκφραστής του χαροποιού πένθους, που χαρακτηρίζει τον παράξενο τρόπο των Ελλήνων. Ο σκιαθίτης Γέροντας, αρκετές δεκαετίες πριν ιστορήσουν ποιητικά ο Ελύτης την «Τρελή ροδιά» της υπαρξιακής ευδαιμονίας και ο Σαχτούρης τον «Τρελό λαγό» της καλπάζουσας δυστυχίας, είχε προχωρήσει στον δικό του λογοτεχνικό συμψηφισμό, «ποιήσας τα αμφότερα έν» (Εφ. 2, 14).

Κατάφερε να διαλύσει ποικιλοτρόπως «το μεσότοιχον του φραγμού» και, μακριά από εκκωφαντικούς θορύβους, υπενθύμισε στο «γνησιώτερον μέρος του απλού λαού» («Νεκρός ταξιδιώτης») ότι το θαύμα είναι εδώ, «κτήμα ες αεί των επιγιγνομένων», υπό μορφήν περίλαμπρης «ποιητικής πεζογραφίας» και περίτεχνων ποιητικών μεταφρασμάτων, διά των οποίων «ρήγνυται ο Ιορδάνης»΄ τουτέστιν, η ιστορία τέμνεται χωρίς, παραδόξως, να διαιρείται...

* διδάκτωρ Φιλολογίας και Θεολογίας






Ένας μποέμ κοσμοκαλόγερος 

του Γιάννη Ν. Μπασκόζου


Η διαμάχη για το έργο του
 

[..] Ο Παπαδιαμάντης, αν και οι παλαιότεροι κριτικοί (Παλαμάς, Ξενόπουλος κ.ά.) θα εξυμνήσουν το έργο του, δεν θα τύχει της ίδιας αποδοχής από τους νεότερους. Η σχολή των Κ.Θ. Δημαρά και Π. Μουλλά θα μειώσει την αξία του, καθώς θα θεωρήσει ότι πρόκειται για λαογραφικά ηθικά κείμενα χωρίς ιδιαίτερη λογοτεχνική αξία, ενώ του προσάπτει προχειρότητα και αναχρονιστικές τάσεις στη γλώσσα. Από την άλλη σκοπιά, οι αμύντορες της Ορθοδοξίας τον θεωρούν εκπρόσωπό τους, μη αναγνωρίζοντας καμία άλλη πτυχή στο έργο του. Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη δίχασε επίσης την κριτική. Ο Κ. Χατζόπουλος και ο Α. Τερζάκης τη βρήκαν σχολαστική και προβληματική, ενώ τη θαύμασαν ο Τ. Αγρας, ο Ελύτης, ο Ζ. Λορεντζάτος κ.ά. Νεότεροι μελετητές αλλά και συγγραφείς που τον αγαπούν έχουν αναδείξει πλείστες όσες όψεις του συγγραφέα. Ανέδειξαν τον κοινωνικό Παπαδιαμάντη, αυτόν που στηλιτεύει την αδικία, τους πολιτικάντηδες, την παραδοσιακή θέση της γυναίκας που την «πουλάνε» μέσω του γάμου, είναι υπέρ του πολιτικού γάμου κ.ά. Τον χιουμορίστα Παπαδιαμάντη, με την ειρωνεία και τον σαρκασμό για να υποβάλλει σε οξύτατη κριτική πολλές καταστάσεις της εποχής. Τον ερωτικό Παπαδιαμάντη, με τις ποιητικές, αισθησιακές εικόνες των αβάσταχτων ερώτων. Τον ποιητή Παπαδιαμάντη, με τη μαγεία των λέξεων και των φράσεων που χρησιμοποιεί. Ελπίζουμε ότι εφέτος γιορτάζοντας τα 100 χρόνια από τον θάνατό του θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη ολόπλευρα, να γοητευτούμε από τα κείμενά του, να τον τοποθετήσουμε ολόπλευρα στη λογοτεχνική εικόνα της χώρας μας. 



 Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Οι παπαδιαμαντικές σπουδές σήμερα


[..] Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ, τὴν ἀναγκαστικὰ συνοπτικὴ καὶ ἐλλιπὴ, ἐπισκόπηση θὰ ἐπισημάνω μερικὰ ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ θεωρῶ ὡς σημαντικὰ ζητούμενα τῶν παπαδιαμαντικῶν σπουδῶν.

Τὸ πρῶτο ζητούμενο εἶναι μιὰ κριτικὴ ἔκδοση πλήρως ἀναθεωρημένη. Ἡ ἀναθεώρηση προϋποθέτει ἐξυπαρχῆς ἀντιβολὴ τοῦ κειμένου τῆς ἔκδοσης «Δόμου» μὲ τὸ κείμενο τῶν πρώτων δημοσιεύσεων –καὶ τῶν αὐτογράφων, ἀσφαλῶς, ὅταν σώζονται–, καὶ συχνὴ προσφυγή, κυρίως γιὰ τὸν καταρτισμὸ τοῦ κριτικοῦ ὑπομνήματος, σὲ ἄλλες ἐκδόσεις Ἁπάντων. Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς φροντίδες γιὰ τὸ νέο κείμενο, πρέπει νὰ ἐκσυγχρονιστεῖ τὸ κριτικὸ ὑπόμνημα, νὰ συμπληρωθεῖ τὸ ὑπόμνημα πηγῶν, νὰ ἀνασυνταχθοῦν ριζικὰ τὰ βιβλιογραφικὰ ὑπομνήματα, νὰ ἀνανεωθεῖ ἡ γενικὴ βιβλιογραφία, νὰ διορθωθεῖ καὶ νὰ ἐμπλουτισθεῖ τὸ γλωσσάριο καὶ νὰ συνταχθοῦν προσεκτικότερα οἱ πίνακες κυρίων ὀνομάτων καὶ τοπωνυμιῶν. Ἕνα παράδειγμα : στὰ βιβλιογραφικὰ ὑπομνήματα τῆς «Γλυκοφιλούσης» καὶ τοῦ Βαρδιάνου στὰ σπόρκα πρέπει νὰ παρατεθοῦν ἀντιστοίχως δύο ἀρθρίδια ἀπὸ τὴ στήλη «Νέα καὶ περίεργα» τῆς Ἀκροπόλεως, μεταφρασμένα καὶ διασκευασμένα ἀπὸ τὸν Παπαδιαμάντη. Τὰ ἀρθρίδια ἔχουν δημοσιευτεῖ πολὺ νωρίτερα ἀπὸ τὰ δύο διηγήματα· καὶ ἐκεῖνο ποὺ ἀφορᾶ τὸν Βαρδιάνο δείχνει ἀπὸ τί λογῆς ἀφορμὲς γεννιέται ἡ παπαδιαμαντικὴ διηγηματογραφία, ἐνῶ τὸ σχετικὸ μὲ τὴ «Γλυκοφιλοῦσα» ἀναιρεῖ μιὰ φαντασιώδη ἑρμηνεία οὐσιώδους μέρους τοῦ διηγήματος.

Ἀπὸ τὸν φιλόλογο ποὺ θὰ ἐπωμιστεῖ τὴν ἐπίμοχθη ἀναθεωρημένη ἔκδοση προαπαιτοῦνται, μεταξὺ ἄλλων, καὶ τὰ ἑξῆς : νὰ μελετήσει ἐπισταμένως τὸ μεταφραστικὸ ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη, νὰ διεξέλθει προσεκτικὰ τὰ αὐτόγραφά του, νὰ καταφάγει τὸν Σκιάθου λαϊκὸ πολιτισμὸ τοῦ Ρήγα καὶ τὴν «Παπαδιαμαντικὴ σκιαθίτικη προσωπογραφία», τουλάχιστον, τοῦ Φραγκούλα, νὰ γνωρίζει τί ἔχει γραφτεῖ μετὰ τὸ 1988 σχετικὰ μὲ τὰ προβλήματα παράδοσης, κριτικῆς καὶ ἑρμηνείας τοῦ παπαδιαμαντικοῦ κειμένου καὶ νὰ διαθέτει ἐπαρκὴ γνώση τῆς ἐκκλησιαστικῆς γλώσσας.

Τὰ προαπαιτούμενα ἴσως φαίνονται ὑπερβολικά. Δὲν εἶναι καὶ θὰ τὸ πιστοποιήσουν μερικὰ παραδείγματα. Ἔτσι, στὸ χωρίο «καὶ νὰ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην ἁβροτέρας, τερπνοτέρας, ἀφοσιοτέρας ἀναγνώσεως» τοῦ διηγήματος «Στὸ Χριστό, στὸ Κάστρο» ἡ λέξη ἀφοσιοτέρας ἔχει τεθεῖ μεταξὺ σταυρῶν στὴν κριτικὴ ἔκδοση ὡς locus desperatus. Ὡστόσο ἀργότερα ἡ δυσίατη γραφὴ θεραπεύτηκε χάρη στὸ κείμενο «Ὁποῖον τὸ Σικάγον» τοῦ Ἀλεξάνδρου Κρέϊβ, δημοσιευμένο στὸ Νέον Πνεῦμα καὶ μεταφρασμένο ἀπὸ τὸν Παπαδιαμάντη. Ἐκεῖ διαβάζουμε : «καὶ τὰ παιδία εὑρίσκουσι τὴν κατ’ οἶκον μελέτην ἀκοπωτέραν, εὐκολωτέραν καὶ τερπνοτέραν». Ἡ ὀρθὴ γραφὴ εἶναι ἀκοπωτέραν καὶ αὐτὴ ὑπάρχει στὸ Ἀπάνθισμα καὶ τὴν χρηστικὴ ἔκδοση τοῦ Βήματος.

Ἀπὸ τὶς μεταφράσεις θὰ διδαχθεῖ ἐπίσης ὁ μελλοντικὸς ἐκδότης ὅτι ἡ γραφὴ ἀτέραμνος (ὁ οὐρανὸς) στὸ παπαδιαμαντικὸ ποίημα «Ἐράνισμα ψαλμῶν» πρέπει νὰ μὴν μετακινηθεῖ, ἔστω καὶ ἂν τὰ ἑλληνικὰ λεξικὰ δὲν παρέχουν τὴ σημασία ποὺ προσδίδει στὴ λέξη ὁ Παπαδιαμάντης. Ἡ λέξη χρησιμοποιεῖται καὶ ἀπὸ τὸν μεταφραστὴ Παπαδιαμάντη, πάντοτε μὲ τὴ σημασία «ἀπέραντος».





Πηγή: Ἐφημ. Τὰ Νέα, 31 Μαρτίου 2001


Θὰ νιώσουμε τὸν «πολιτικὸ» Παπαδιαμάντη ζητώντας δικές του ἀπαντήσεις σὲ δικές μας πολιτικὲς ἀπορίες. Ἕνα παράδειγμα εἶναι τὸ ἀξιακὸ τρίπτυχο «Πατρὶς - Θρησκεία - Οἰκογένεια» τοῦ ἑλληνοχριστιανικοῦ ἰδεολογήματος, ποὺ προωθήθηκε ἀπὸ τὸν νεοελληνικὸ εὐσεβισμὸ τῶν θρησκευτικῶν σωματείων («Ἡ Ἑλλάδα τοῦ Χριστοῦ») στὴν ἐμφυλιοπολεμικὴ περίοδο καὶ πραγματώθηκε ἀπὸ τὴν ἑπταετὴ δικτατορία («Ἑλλὰς Ἑλλήνων Χριστιανῶν»).

Ὁ Παπαδιαμάντης καταγγέλλει τὸν ἐθνικισμό, τὴν πατριδοκαπηλία καὶ τὴν ἐθνικοφροσύνη: «Μεταξὺ ὅλων των ἐπαγγελμάτων, εἰς ὅλον τὸ Γένος, περνᾶ ἐξόχως τὸ ἐπάγγελμα τῆς θρησκείας, καθὼς καὶ τὸ τοῦ πατριωτισμοῦ».

Περισσότερη εἰρωνεία δὲν χρειάζεται ἀπὸ ἕναν δεξιοτέχνη τῆς γραφίδας... Ὅσον ἀφορᾶ τὴ θρησκεία πάλι δὲν διστάζει νὰ ἀσκήσει κριτικὴ στὴν Ἱεραρχία, ὅταν «συγκαλύπτῃ πᾶσαν σχεδὸν ἐγκληματικὴν πράξιν τῶν κληρικῶν καταγγελλομένην, σκανδαλίζουσα οὕτω τὴν κοινὴν συνείδησιν καὶ συντελοῦσα εἰς ἀπονέκρωσιν τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος ὑπὲρ πάσας τὰς ἀθέους καὶ ὑλιστικὰς θεωρίας». Ἐπιμένει στὴ μόρφωση τοῦ κλήρου, ὑποστηρίζει τὴν οἰκονομικὴ αὐτοτέλεια τῆς Ἐκκλησίας, καταπολεμᾶ τὸν «δεσποτισμό», δηλαδὴ τὴν ἀπολυταρχία τῶν ἱεραρχῶν, στηλιτεύει τὴ χειροτονία ἀγραμμάτων κληρικῶν καὶ τὴν ἐγκαταβίωση ἀγάμων ἱερωμένων στὶς πόλεις.

Ταυτόχρονα ἐπιτίθεται στὶς θρησκευτικὲς ὀργανώσεις τῆς ἐποχῆς του μὲ τὸν Ἀπόστολο Μακράκη (1831-1905) ποὺ ἐνέπνευσε ὅλες τὶς μεταγενέστερες εὐσεβιστικὲς κινήσεις (ἱεραποστολικὲς «Ἀδελφότητες Θεολόγων») τοῦ τόπου μας, τὰ «νεοπλάσματα τῶν ποικιλωνύμων συλλόγων, κοντὰ εἰς τὰς διαφόρους Ἀναστάσεις, Ἀναμορφώσεις, Ἀναγεννήσεις, Ἀναζυμώσεις καὶ Ἀναπλάσεις, τὰς ἐπαγγελλομένας τὴν διόρθωσιν», μὲ σατιρικὸ ὕφος: «Διατί δὲν γίνεσθε παπᾶδες, ἐπὶ τέλους, ἂν εἶσθε ἄξιοι; Ὄχι νὰ κάμετε πορισμὸν τὴν εὐσέβειαν, ἄνθρωποι λαϊκοί, κοσμικοί, μὲ στριμμένους μύστακας, μὲ ὀρθὰ κολλάρα».

Δηλώνει τὴ θέση του: «Ἐγὼ εἶμαι τέκνον γνήσιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐκπροσωπουμένης ὑπὸ τῶν ἐπισκόπων της. Ἐὰν δὲ τυχὸν πολλοὶ τούτων εἶναι ἁμαρτωλοί, ἁρμοδία νὰ κρίνῃ εἶναι μόνον ἡ Ἐκκλησία, καὶ μόνον τὸ ἄπειρον ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἡμεῖς πρέπει νὰ ἐπικαλώμεθα». Ἀκούγεται ἐπίκαιρη ἡ ἐπισήμανσή του: «Τὸ βῆμα τῆς ἐκκλησίας δὲν εἶναι ὅπως τὸ βῆμα τὸ δικανικόν, τὸ βῆμα τὸ πολιτικόν, ὅπου ὑπάρχουν ρήτορες καὶ ἀντιρρήτορες... Δὲν ἐπιτρέπονται ἐκεῖ αἱ αὐτοσχέδιοι ἀνοησίαι»!

Ὁ Παπαδιαμάντης καταγγέλλει τὴν βαυαροκρατία («ὅπως ἱεροσύλως ἡ βαυαρικὴ ἀντιβασιλεία ἔπραξεν») γιὰ τὴν πολιτειοκρατία, δηλαδὴ τὴν ἀνάμειξη τοῦ Κράτους στὴν Ἐκκλησία («ἡ μεγαλυτέρα αἰτία τῆς παρακμῆς τῶν μοναστηρίων εἶναι ἡ σκανδαλώδης ἀνάμιξις τῆς Πολιτείας καὶ τῶν κοσμικῶν προσώπων εἰς τὰ καλογηρικὰ πράγματα») καὶ τὴν αὐτοκεφαλία τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας στὴν ὁποία ἀντιτίθεται ρητά. Συνιστᾶ τὴν κατάργηση τοῦ Αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν ὑπαγωγή της στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο: «Καὶ δὲν εἶναι καιρὸς ἄρα νὰ σκεφθῇ ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία ἂν δὲν συμφέρῃ ν᾿ ἀποσύρῃ ἀπὸ τῆς ἐν Ἑλλάδι ἀνηλίκου ἀδελφῆς της τὸ αὐτοκέφαλον, τὸ ὁποῖον κατὰ συγκατάβασιν μόνο καὶ ὑπὸ ὅρους παρεχώρησεν αὕτη;».

Ὁ «κοσμοκαλόγερος ἅγιος» τῆς λογοτεχνίας μας ἀναφέρεται στὸν πολιτικὸ γάμο: «Ἐλλείψει, ὅμως, ἄλλης προνοίας, χριστιανικῆς καὶ ἠθικῆς, διὰ νὰ εἶναι τουλάχιστον συνεπεῖς πρὸς ἑαυτοὺς καὶ λογικοί, ὀφείλουσι νὰ ψηφίσωσι τὸν πολιτικὸν γάμον».

Μὲ κριτήριο ὅτι «αἱ νεώτεραι ὅμως κοινωνίαι, αἱ χριστιανικαί, πρώτην βάσιν ἔχουσι τὸ ἀδέσμευτον τῆς θελήσεως, τὴν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου» συνιστᾶ νὰ «μὴν εἴμεθα βάρβαροι, μὴ θέλωμεν νὰ ἐπιβάλωμεν βίαν εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Τάχα ἀπαντᾶτε σήμερον πολλοὺς ἐγγάμους νὰ εἶναι εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὴν τύχην των, ἢ βλέπετε νὰ εἶναι εὔκολος ὁ γάμος, ὡς ἔπρεπε νὰ εἶναι, ὡς ἐπιούσιος κοινωνικὸς ἄρτος, ὡς θεμελιώδης θεσμός;».


    
Ελισάβετ Κοτζιά - Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και η κριτική


[..] Εἶναι γνωστό, διαπιστώνει ἡ μελετήτρια, ὅτι ὅσο ζοῦσε ὁ Παπαδιαμάντης δὲν εἶδε βιβλίο του τυπωμένο. Τὸ κοινὸ ἑπομένως τὸν γνώρισε μέσα ἀπὸ τὶς ἐφημερίδες καὶ τὰ λογοτεχνικὰ περιοδικά. Ὁ Ξενόπουλος ἄλλωστε ἰσχυρίζεται ὅτι τὰ παπαδιαμαντικὰ ἔργα ἱκανοποιοῦσαν τὶς προσδοκίες τῶν ἀναγνωστῶν. Μὲ τὶς παρενθέσεις ὅμως καὶ τὶς ὑποσημειώσεις του, ὁ Παπαδιαμάντης ἀποσκοποῦσε στὸ νὰ ἀνατρέψει τὸν διαμορφωμένο ἀναγνωστικὸ ὁρίζοντα, γεγονὸς ποὺ τὸν ἔκανε, ἐκτὸς ἀπὸ συγγραφέα τῶν πολλῶν, καὶ συγγραφέα τῶν ὀλίγων. Δὲν ἐδιάβαζαν συνεπῶς ὅλοι οἱ ἀναγνῶστες, καταλήγει ἡ Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη, τὸν ἴδιο Παπαδιαμάντη.

Κανεὶς ἀπὸ τοὺς πρώτους ἐπώνυμους κριτικοὺς - ὁ Παλαμᾶς, ὁ Νιρβάνας ἢ ὁ Ξενόπουλος - δὲν ἀντιλήφθηκε τὸ παπαδιαμαντικὸ κείμενο ὡς ἔργο ἠθογραφικὸ καὶ μόνον, τὸ ὁποῖο ἀπεικονίζει φωτογραφικὰ τὴν ἀγροτικὴ κοινότητα, ἀλλὰ ὅλοι τους στάθηκαν στὸν ποιητικὸ τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Σκιαθίτης διηγηματογράφος ἀπέδωσε τὴν πραγματικότητα. Δυὸ ὑπῆρξαν ἐξάλλου τὰ καίρια προβλήματα ποὺ ἀπασχόλησαν τὴν κριτική, ἡ παπαδιαμαντικὴ γλώσσα καὶ ὁ τρόπος ποὺ τὸ ἔργο ἀποτύπωσε τὴν ἐθνικὴ-λαϊκὴ ψυχή. Ἡ γλώσσα τοῦ Παπαδιαμάντη δίχασε τὴν κριτική: Ὁ K. Χατζόπουλος χαρακτήρισε τὴν καθαρεύουσά του σχολαστική, ὁ Ἄ. Τερζάκης προβληματική, ὁ Μ. Μ. Παπαϊωάννου ἀδρανῆ ἐπιβίωση τοῦ παρελθόντος καὶ ὁ Π. Μουλλᾶς ἀνυπόταχτη ντυμένη τὸ καθαρευουσιάνικο φόρεμά της. Ὁ Τ. Ἄγρας τὴ θεώρησε ἀντιθέτως γλῶσσα μὲ ἱστορία αἰώνων, ὁ Ὁ. Ἐλύτης θησαυρισμένη ἀπὸ ἀπανωτὰ στρώματα παιδείας καὶ οἱ Ζ. Λορεντζᾶτος καὶ Ν. Β. Τωμαδάκης γλώσσα ποὺ ἀρνεῖται νὰ ὑποκύψει στὴ μονοχρωμία τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης ἐκφορᾶς.

Ὁ Παπαδιαμάντης θεωρήθηκε ἀκόμα ἐκφραστὴς τῆς ἐθνικῆς - λαϊκῆς νεοελληνικῆς ψυχῆς. Ὁ Γρ. Ξενόπουλος τὸν χαρακτήρισε φορέα τῆς ρωμέικης λαϊκῆς ψυχῆς, ὁ Παλαμᾶς ἐκφραστῆ τῆς νέας ἑλληνικῆς ψυχῆς μὲ τὴν ἔννοια μιᾶς ὑπερβατικῆς σύνθεσης τῶν ἀντιθέσεων καὶ ὁ T. Ἄγρας ἐκφραστὴ τῆς μυστικῆς, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴν ἡρωική, νεοελληνικὴ ψυχή. H ἀπουσία αὐτοῦ ἀκριβῶς τοῦ ἀντιστασιακοῦ ἤθους εἴτε ταυτίστηκε θετικὰ μὲ τὴν ἔννοια τῆς ὀρθόδοξης Χριστιανοσύνης (Ζ. Λορεντζᾶτος, Κ. Μπαστιᾶς, Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Χρ. Γιανναρᾶς) εἴτε ταυτίστηκε ἀρνητικὰ μὲ τὴ μοιρολατρικὴ πίστη καὶ τὸν ῥαγιαδισμό. H ἀπουσία ἡρωικοῦ ἀντιστασιακοῦ στοιχείου χαρακτηρίστηκε ἔτσι ἀπὸ τοὺς ἀριστεροὺς Ν. Ζαχαριάδη καὶ Μ. Μ. Παπαϊωάννου ὡς στοιχεῖο καλλιτεχνικῆς ἀνεπάρκειας, ἐνῶ υἱοθετώντας πνεῦμα συμβιβαστικὸ ὁ Γ. Βαλέτας θεώρησε ὅτι ὁ λαὸς τοῦ Παπαδιαμάντη εἶναι τὸ ποίμνιο ἑνὸς Χριστοῦ ποὺ μεταφέρει τὴ λαϊκή του ἐπαγγελία στὴν ἀθηναϊκὴ ἐφημερίδα. Τμῆμα τῆς γενιᾶς τοῦ ῾30 υἱοθέτησε τέλος τὴ ῥομαντικὴ ἄποψη ὅτι ἡ παπαδιαμαντικὴ κοινότητα ἐκφράζει τὸν πρωτογονικὸ λαὸ ποὺ ὄχι μόνον ἀποτελεῖ μέρος τῆς φύσης, ἀλλὰ παίζει σὲ μικρογραφία τὰ παντοτινὰ πάθη τοῦ ἀνθρώπου. [...]


Παύλος Νιρβάνας - Το ήθος του Παπαδιαμάντη

Στὸ παρακάτω περιστατικὸ ποὺ ἀφηγεῖται ὁ Παῦλος Νιρβάνας ὅταν τράβηξε τὴν γνωστὴ φωτογραφία στὸν κὺρ Ἀλέξανδρο, μποροῦμε νὰ διαγνώσουμε τὴν σεμνότητα τοῦ μεγάλου λογοτέχνη. Σὲ μιὰ ἐποχὴ ὅπου πλῆθος ἀσήμαντων «καλλιτεχνῶν» καὶ διανοουμένων περιφέρονται ἀπὸ κανάλι σὲ κανάλι καὶ ἀγωνιοῦν γιὰ μία φωτογράφηση καὶ μία συνεντευξούλα σὲ κάποιο περιοδικό, τὸ ἦθος τοῦ Παπαδιαμάντη μοιάζει ἐξωπραγματικό.

Ὁ καημένος ὁ Ἀλέξανδρος! Καινούργιες ἀνησυχίες θὰ εἶχε πάλι ἡ ἀσκητική του ψυχὴ μὲ τὴ συρροὴ τόσων ξένων καὶ δικῶν μας μουσαφιρέων στὸ ταπεινό του σπιτάκι τοῦ ὡραίου νησιοῦ. Τὸν ἐτρόμαζε τόσο πολὺ «ἡ περιέργεια τοῦ Κοινοῦ».

Εἶχα διηγηθεῖ ἄλλοτε τὴν ἀνησυχία του αὐτή, ὅταν πῆγα, κλέφτικα, μὲ χίλιες προφάσεις, νὰ τὸν φωτογραφίσω ἀπάνω στὸ καφενεδάκι τῆς Δεξαμενῆς. Δὲν ὑπῆρχε ὡς τότε φωτογραφία τοῦ Παπαδιαμάντη. Καὶ συλλογιζόμουν ὅτι ἀπ᾿ τὴ μιὰ μέρα στὴν ἄλλη μποροῦσε νὰ πεθάνει ὁ μεγάλος Σκιαθίτης, καὶ μαζί του νὰ σβύσῃ γιὰ πάντα ἡ ὁσία μορφή του. Καὶ πότε αὐτό; Σὲ μία ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπάρχει ἀσημότητα ποὺ νὰ μὴν ἔχει λάβει τὶς τιμὲς τοῦ φωτογραφικοῦ φακοῦ. Καὶ πῶς θὰ μποροῦσε νὰ δικαιολογηθεῖ μία τέτοια παράλειψη τῆς γενεᾶς μας σ᾿ ἐκείνους ποὺ θὰ ῾ρθοῦν κατόπι μας νὰ συνεχίσουν τὸ θαυμασμό μας γιὰ τὸν ἀπαράμιλλο λυρικὸ ψυχογράφο τῶν καλῶν καὶ τῶν ταπεινῶν καὶ τὸν ἁγνότατο ποιητὴ τῶν νησιώτικων γιαλῶν; Ἀλλὰ ὁ ἁγνὸς αὐτὸς χριστιανός, μὲ τὴ ψυχὴ τοῦ ἀναχωρητῆ, δὲν ἐννοοῦσε, μὲ κανένα τρόπο, νὰ ἐπιτρέψη στὸν ἑαυτό του μιὰ τέτοια εἰδωλολατρικὴ ματαιότητα. «Οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα» ἦταν ἡ ἄρνησή του καὶ ἡ ἀπολογία του. Ἀποφάσισα ὅμως νὰ πάρω τὴν ἁμαρτία του στὸ λαιμό μου. Ὁ Θεὸς καὶ ἡ μακαρία ψυχή του ἂς μοῦ συχωρέσουν τὸ κρῖμα μου. Ἕνας ἀπὸ τοὺς ὡραιότερους τίτλους ποὺ ἀναγνωρίζω στὴ ζωή μου, εἶναι ὅτι παρέδωκα στοὺς μεταγενέστερους τὴ μορφὴ τοῦ Παπαδιαμάντη.

Μὲ τί δόλια καὶ ἁμαρτωλὰ μέσα ἐπραγματοποίησα τὸν ἆθλο μου αὐτό, τὸ διηγήθηκα, ὅπως εἶπα, ἀλλοῦ. Ἐκεῖνο ποὺ μοῦ θυμίζουν ζωηρότερα τώρα οἱ εὐλαβητικὲς γιορτὲς τῆς Σκιάθου, εἶναι ἡ ἀνησυχία του τὴ στιγμὴ ποὺ τὸν ἀποτράβηξα ὡς τὴν προσήλια γωνίτσα τοῦ μικροῦ καφενείου, γιὰ νὰ ποζάρῃ μπροστὰ στὸν φακό μου. Νὰ «ποζάρῃ» εἶναι ἕνας λεκτικὸς τρόπος. Εἶχε πάρει μόνος του τὴ φυσική του στάση ἀπάνω σὲ μιὰ πρόστυχη καρέκλα, μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα στὸ στῆθος, μὲ τὸ κεφάλι σκυφτό, μὲ τὰ μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινοῦ ἁγίου, σὰν ξεσηκωμένη ἀπὸ κάποιο καπνισμένο παλιὸ τέμπλο ἐρημοκλησιοῦ τοῦ νησιοῦ του. Αὐτὴ δὲν ἦταν στάση γιὰ μία πεζὴ φωτογραφία. Ἦταν μία καλλιτεχνικὴ σύνθεση, καὶ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἕνα ἔργο τοῦ Πανσελήνου ἢ τοῦ Θεοτοκοπούλου. Ἀμφιβάλλω ἂν φωτογραφικὸς φακὸς ἔλαβε ποτὲ μιὰ τέτοια εὐτυχία.

Ἀλλὰ ὁ Ἀλέξανδρος ἦταν βιαστικὸς νὰ τελειώνουμε. Γιατί; Μοῦ τὸ ψιθύρισε, ἀνήσυχα στὸ αὐτί, καὶ ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ τὸν εἶχα ἀκούσει - οὔτε φαντάζομαι πῶς θὰ τὸν ἄκουσε ποτὲ κανένας ἄλλος - νὰ μιλεῖ γαλλικά:

- Nous excitons la curiosité du public.

Ἀκούσατε; Ἐρεθίζαμε τὴν περιέργεια τοῦ ...Κοινοῦ! Ποιοῦ Κοινοῦ; Δὲν ἦταν ἐκεῖ κοντά μας παρὰ ἕνα κοιμισμένο γκαρσόνι τοῦ καφενείου, ἕνας γεροντάκος ποὺ λιαζότανε στὴν ἄλλη γωνία τοῦ μαγαζιοῦ, καὶ δυὸ λουστράκια ποὺ παίζανε παράμερα. Αὐτὸ ἦταν τὸ Κοινό, ποὺ ἀνησυχοῦσε τὸν Παπαδιαμάντη ἡ «περιέργειά» του. Κι᾿ αὐτὴ ἦταν ἡ διαπόμπευσή του, ποὺ βιαζότανε νὰ τῆς δώσῃ ἕνα τέλος, - Ἡ φιλία ἐνίκησε τὸ ζορμπαλίκι... μοῦ εἶπε - ἀντιγράφω τὰ ἴδια του τὰ λόγια - στὸ τέλος τοῦ μαρτυρίου του. [...]


Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2015

Ηλίας Πετρόπουλος, Για τα ρεμπέτικα

Ηλίας Πετρόπουλος, Για τα ρεμπέτικα

 

– α – 
Στην πατρίδα μου
χειροκροτούν τον Ποιητή
μόνον όταν αυτοκτονήσει.

Αχ, αυτοί [εμείς] οι μετριοπαθείς επαναστάτες.
Αχ, αυτοί [εμείς] που φοράνε κουστούμι τρουά-πιες.
Αχ, αυτοί [εμείς] που γαμάνε με τα λεφτά τους.

– β -
Λόγος ἐπικήδειος
διὰ τὰ παλαιὰ ἄγνωστα ρεμπέτικα τραγούδια,
ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ἐλεγεία
εἰς ἀνάμνησιν τῆς ὀμορφιᾶς μιᾶς γυναίκας
ἐξαιρετικῶς ἀγαπηθείσης.

Καλοῦνται ρεμπέτικα τραγούδια τὰ ἄσματα τῶν πληγωμένων, ἁπλῶν, ἁγνῶν καὶ αἰσθαντικῶν ψυχῶν τῆς Ἑλλάδος. Ἡ περιφρονημένη χωρὶς ἀνταπόκριση ἀγάπη καὶ τὸ τρισμέγιστον μαρτύριον τοῦ θαμένου ἑκουσίως ἔρωτος ἀπὸ τὰ ρεμπέτικα τραγούδια ἐξόχως ἀνιστορήθησαν. Τὰ ρεμπέτικα ὑπῆρξαν κάποτε ἡ παρηγοριά μας. Ἦταν οἱ λευκοὶ ἀσπασμοὶ τῶν παραγνωρισμένων. Ἀξιώθηκα νὰ κρατήσω στὰ χέρια μου τὸ βουβό, πλέον, μπουζούκι τοῦ στρατηγοῦ Μακρυγιάννη. Ρεμπέτικα δὲν τραγουδοῦσαν οἱ γυναῖκες (αὐτὲς συνήθως ἀργὰ κατανοοῦν τὸ πόσο ἀγαπήθηκαν), οὔτε τὰ τραγουδοῦσαν οἱ σκληρόκαρδοι.

Ὄχι μόνο γιὰ τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ὀμορφιὰ τῆς ἀλήθειας νοιάζομαι. Μὴ μοῦ στείλεις περιστέρια· μαντεύω τὰ λόγια ἀγάπης ποὺ θὰ μοῦ πεῖς. Ὁ ἔρως συμβαίνει σὰν δυστύχημα. Κρατοῦσα, τότε, σὰν βιολὶ τὸ σῶμα σου, μὰ τώρα ποὺ εἴμαστε μακριὰ σ᾿ ἔχω φωτιὰ παντοτινὴ μὲς στὴν καρδιά μου. Θὰ ψάχνεις λυπημένη νὰ μὲ βρεῖς στοὺς ἄδειους δρόμους καὶ θὰ ρωτᾶς παντοῦ γιὰ μένα, καὶ στὴν περιρρέουσα μελαγχολία τῶν ρεμπέτικων τραγουδιῶν θὰ ἀναζητᾶς ἐπὶ ματαίῳ παρηγοριά. Ἐφέτος ἀνήμερα τὸ Πάσχα ἔβρεχε καὶ ἡ δολιότης πίκραινε τὴν καρδιά μου. Τὸ ξέρω· ἡ θέση μου εἶναι στὸ νεκροταφεῖο. Εἴμασταν ἀκόμη παιδιὰ ὅταν μᾶς μάραναν καὶ ζήσαμε σὰν γέροι. Δὲν εἶμαι δικός μου. Σιωπῶ μὲν, ἀρνοῦμαι δὲ νὰ πεθάνω γιατὶ τὰ δακρυσμένα μάτια σου πάντα μὲ γνέφουν. Θλιβερὰ βλέμματα τέκνα τῆς σιωπῆς μου. Ὁ θάνατος ἀπόψε διώχνει τὸ κάθε τι ἀπ᾿ τὴν ψυχή μου. Χαίρομαι τὴν παραφροσύνη μου τώρα.

Τὸ ἀληθὲς ἀπόβαρον ἑνὸς ἀνθρώπου ἰσοῦται μὲ τὶς ἀγάπες, τὸν οἶκτο καὶ τὴν ἀηδία ποὺ ἔνιωσε στὴ ζωή. Δύο μεγάλες ἀδικίες ἐγνώρισα: τὴν φτώχια καὶ τὴν ἐρωτικὴ καταφρόνια. Τὰ ρεμπέτικα προήχθησαν εἰς μαυσωλεῖον αἰσθημάτων. Τὸ νὰ ὑποφέρεις ἀπ᾿ του κόσμου τὶς πίκρες εἶναι ἀναγκαῖον, καὶ ἴσως νόμιμο. Πάθος ἔδωσα καὶ πάθος δὲν ἔλαβα, κι ὅ,τι ἔπιασα ἔγινε στάχτη. Πολλὰ ἐδιδάχθην ἀπὸ τὰ ρεμπέτικα. Ὁ πατέρας μου μὲ γαλούχησε μὲ τὰ τραγούδια αὐτὰ. Ἔχτισα τὸ παρὸν βιβλίο, σὰ νὰ ἔχτιζα χελιδονοφωλιά, πρὸς χάριν του ἰσοβίου φίλου Τσιτσάνη. Τὴν ἐγκαρτέρηση ἐδιδάχθην ἀπὸ τὰ ρεμπέτικα.
Σήμερον κηδεύομαι. Σβήνω (ἄχ, σβήνω) ὅταν ἐσὺ χρησιμοποιεῖς τὰ αἰσθήματά μου σὰν κέρματα. Ἂν πρόκειται κανεὶς νὰ διατηρήσει τὴν εὐαισθησία του ἂς εἶναι ὁ ἡττημένος. Τὰ ρεμπέτικα τραγούδια βάλλουν ὡς ἀναμνήσεις. Ζήσαμε τὶς πιὸ ἐφιαλτικὲς νύχτες τοῦ αἰῶνος. Οἱ ἐνθυμήσεις ἐλλοχεύουν. Ἔνιωσα τὰ πάντα μόνον σὰν πάθη. Ἄφησέ με νἆμαι παράφορος, ἀφοῦ ἡ λογικὴ εἶναι ὁ προθάλαμος τῆς τρέλας. Ὑπήρξα ἕνας Ἰδανικὸς Φαῦνος. Θὰ σὲ γκρεμίσω μὲ δάκρυα, ζοφερὴ πολυαγαπημένη.

Τὰ ρεμπέτικα τραγούδια εἶναι τραγούδια τῆς καρδιᾶς. Καὶ μόνον ὅποιος τὰ πλησιάσει μὲ ἁγνὸ αἴσθημα τὰ νιώθει καὶ τὰ χαίρεται. Γιατὶ, ἡ καρδιὰ μὲ καρδιὰ μετριέται.

Ἔκλεισεν ὁ κύκλος τῶν ρεμπέτικων τραγουδιῶν. Ἀνήκουν πιὰ στὸ παρελθὸν τὰ τραγούδια αὐτὰ. Χοροστατῶ μοιραίως στὸ μνημόσυνό τους ἀφοῦ ὁ *** κυμαίνεται, τὴ νύχτα αὐτή, μεταξύ εὐφημίας καὶ ἐπιβιώσεως.

Αἴφνης σκοτείνιασε ἡ πλάση καὶ ἡ αὐτοκτονία ἀπέβη τὸ ὄνειρο ἑκάστου ἐχέφρονος ἀνθρώπου. Ὁ θεηφόρος ἔρως μόνη πειθὼ τῆς ζωῆς. Φυλακτὰ σὲ σχῆμα καρδίας ἀντίκρυσα στὸ βυζαντινὸ μουσεῖον Ἀθηνῶν. Στὰ λάσια μπράτσα τῶν ρεμπέτηδων συχνὰ βλέπω κεντημένη μιὰ καρδιὰ μὲ φυλλοκάρδια, ὅπου στὴ μέση της ἔχει τὸ ὄνομα τῆς πολυαγαπημένης.

Οἱ νεοελληνικοὶ αἰῶνες ἐγκυμονοῦσαν τὰ ρεμπέτικα τραγούδια. Στὸν ἔρωτα ὁ χρόνος ἐτάχθη ὑπὲρ τῶν ἀνδρῶν. Ἀφότου γεννηθήκαμε ὁ θάνατος ἀναμένει. Ἤπια τὰ χίλια πικρὰ ὄχι, πρὶν καταπιαστῶ μὲ τὰ ρεμπέτικα. Οἱ χαρὲς, ὅπως καὶ οἱ ἡδονές, ὁδηγοῦν στὴν γνήσια θλίψη. Σὰν χειρονομίες σφοδροῦ κοπετοῦ μοιάζουν τὰ φτερουγίσματα αὐτουνῶν ποὺ χορεύουν ζεϊμπέκικο. Ὁ Γιάννης Τσαρούχης ξέρει γιατὶ ἀποκαλεῖ τὸν ζεϊμπέκικο Χορὸ τῶν Χορῶν. Ἴσως, μόνον ἕνας ἐρωτευμένος μπορούσε νὰ συντάξει τὸν ἐπικήδειο τῶν ρεμπέτικων τραγουδιῶν, ποὺ ἐξακολουθοῦν νὰ φαντάζουν σὰν μαγικὸς λουλουδότοπος μακρινός, ὁριστικὰ χαμένος καὶ ἀπροσπέλαστος. Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου (ἰσχυρὸς ὡς ὁ ἔρως, πανίσχυρος ὡς ὁ θάνατος) ἐξακοντίζεται πρὸς τὸ παρελθόν. Ἡ θλίψη ἀποτελεῖ τὴν ἠχὼ τῶν ἐρωτικῶν λαϊκῶν ἀσμάτων. Εἴθε, σύντομα τὰ ἑλληνόπουλα νὰ διδάσκονται στὰ σχολεία τὴν ἀπαράμιλλη μελαγχολία τῶν ρεμπέτικων τραγουδιῶν.

Θὰ σταδιοδρομήσω τοῦ λοιποῦ ὡς προδότης. Κατάβαθα κι ἐγώ, κατάβαθα κι ἐσύ, πληγώσαμε τὶς καρδιές μας. Ὅλη νύχτα μὲ ξυπνοῦσαν οἱ ἀναστεναγμοί μου. Εἶμαι φίλος τῶν νεκρῶν. Τὸ ἑπόμενο πάθος μὲ σώζει ἀπὸ τὸ προηγούμενο, μὰ κάθε πάθος κατακάθεται στὴν παλίμψηστη ψυχή μου σὰν μαυρίλα, καὶ τότε ἡ αὐτοκτονία ὑποδύεται τὴν λύτρωση. Ἡ ἰδιοφυΐα εἶναι ἡ μόνη ἀποδεκτὴ μορφὴ παραφροσύνης, ὁ δὲ οἶκτος φόρτος ἀλλοτρίων δυστυχιῶν. Οἱ μεγάλοι ἔρωτες, ὅλοι τους, εἶναι σὰν ἐρωτικὸ παράπονο. Ὁ ἔρως στερεῖται νίκης. Ἀρχίζει καὶ τελειώνει μὲ ἧττα τοῦ ἀνδρός. Σὰν τὸν Ἀχιλλέα ἤσουνα ὑπερήφανη καὶ σκληρόκαρδη· ὅμως, ὥρα σου καλή, ὅπου κι ἂν βρίσκεσαι, γλυκιά μου ἀγαπημένη.
Καθὼς χαμένο σκυλί, σκυλὶ τοῦ δρόμου, σέρνομαι αὐτὲς τὶς μαῦρες μέρες μὲ ἄδεια καρδιὰ καὶ κάθε δειλινὸ πέφτω, πέφτω, σ᾿ ἕνα βάραθρο πέφτω. Βέβαια οἱ γυναίκες στεροῦνται φαντασίας καὶ πάθους, ἀλλὰ ἐγὼ ἀγάπησα καὶ ἀγαπήθηκα, κι ἐσένα δείχνω ὅταν ἐρωτηθῶ γιὰ τὸ νόημα τοῦ ἔρωτος. Λιποτάκτης στὴν μυριάνθρωπη ἔρημη Ἀθήνα ποὺ μὲ τρομοκρατεῖ κι ὅλο μὲ ἐξωθεῖ πρὸς τὴν αὐτοκτονία. Ἡ ἀπαισιοδοξία εἶναι ἀπόδειξη ἀνθρωπιᾶς. Ἐγὼ εἰμὶ ὁ ἐχθρὸς μου. Στὴν ἡλικία ὅπου τώρα πιὰ ἔφτασα τὸ νιώθω πεντακάθαρα πὼς εἶμαι ἕνας ἀποτυχημένος. Δὲν θὰ σκεφτόμουνα ποτὲ δίχως τὸ συνοικέσιον τῆς μελαγχολίας. Συχνὰ κλέβω ψυχὲς, μὰ ἐσὺ δὲν εἶσαι κοντὰ μου, οὔτε σὲ ξένα χέρια. Γέρασα μὲ ἐρωτευμένη καρδιὰ ἐφήβου. Εἶναι ὑπερβολὴ νὰ ζεῖς μὲ ἀγάπη κι εἶναι ἐπικίνδυνο νὰ κατέχεις, τόσο πολὺ, τὰ μυστικὰ τῆς ψυχῆς σου. Ἀδυνατῶ νὰ θάψω τὶς ἀναμνήσεις κι αὐτὸ θὰ προσδιορίσει τὸν θάνατό μου. Τὴν κοίτη τοῦ τάφου μου εἶδα. Πόσες μέρες, πόσα χρόνια, θὰ ἄντεχες ἐσὺ μιὰ ζωὴ δίχως ἐλπίδες;

Ἀργεῖς· ἡ ψυχή μου παγώνει. Κάθομαι τὰ βράδια, ὁλομόναχος, κατάμονος, στὸ καμαράκι ποὺ ξέρεις, καὶ κατηγορῶ τὸν ἑαυτό μου, κι ὅλο σκέφτομαι περὶ τῆς ἀδυσωπήτου φθορᾶς τῶν αἰσθημάτων. Ὁ νοῦς μου ἀρμενίζει πρὸς τὴν ἀπελπισία. Σκότωσαν, κάποτε, πολλοὺς φίλους γύρω μου κι ἀπὸ τότε ζῶ σὰν πουλὶ τρομαγμένο. Σὲ περιμένω μέρα καὶ νύχτα καὶ κάθε αὐγὴ νὰ ξαναγυρίσεις σὲ καρτερῶ. Μὲ παρασύρει ἡ καρδιά μου (ἐσὺ, γλυκιὰ μου, ἀκόμη τὴν κυβερνᾶς) σὲ ἀναπολήσεις τῆς ἐξαίσιας μορφῆς σου, ποὺ οὔτε μπορῶ οὔτε θέλω νὰ ξεχάσω, καὶ ποὺ ἀφότου ἐχάθη σὲ μαῦρα σκοτάδια μ᾿ ἔριξε. Ἐκείνην ποὺ κάθεται ἀντίκρυ μου τὴν ἔχω μὲς στὰ στήθια μου. Οἱ σκιὲς τῶν δολοφονηθέντων φίλων, καὶ ψὲς τὴ νύχτα, ὅπως κάθε νύχτα, ἦρθαν ἀργοσαλεύοντας στὸν ὕπνο μου, καὶ τάχα ἤσουνα μαζί τους, μισοκρυμένη, σιωπηλὴ, μαραμένη. Εὐλαβούμενος τῆς μνήμης των περιδιαβάζω στὴν Ὁδὸν Ἀναπαύσεως. Ὅταν φεύγει ἡ ἀγαπημένη εἶναι σὰν νἄχει πεθάνει. Στὰ μάτια σου τὰ σημάδια τῆς προδοσίας. Ἡ ὁμορφιὰ μιᾶς γυναίκας εἶναι ἕνα ἔνδυμα εὐχαριστήσεως. Κλεῖσε με στὴν καρδιά σου κι ἂς τὸ ξέρουμε μόνον ἐμεῖς οἱ δυό.

Ἤκμασαν τὰ ρεμπέτικα τραγούδια τὴν ἐποχὴ ποὺ μετρούσαμε τάφους. Ἡ δράση σχεδὸν ἀποβλακώνει τὸν ἄνδρα. Οἱ ἄνδρες τῶν ρεμπέτικων τραγουδιῶν ἀπεχθάνονται τοὺς μετριοπαθεῖς. Εἶναι σοφὸς ὅποιος ἀγαπᾶ κι ἐλπίζει, καὶ εἶναι σοφώτατος ὅποιος λυπᾶται. Ὁ ἐρωτευμένος καταντάει μισὸς ἄνθρωπος. Ὁ οἶκτος δέον νὰ θεωρεῖται τῆς ἀγάπης ἡ ἀνάληψις. Ἔρωτα μάθετε οἱ ἐνοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς. Πάντα οἱ ἀπογοητευθέντες σώζουν τὴν οἰκουμένη. Μιὰ εἰδικὴ λεβεντιὰ ἀπαιτεῖται γιὰ νἆναι κανεὶς ἀνήθικος. Ἡ λογική μου ἐδρεύει στὴν καρδιά μου. Ὁ ἔρως θρέφει (ἀλίμονο) τοὺς ἰδεώδεις. Τὰ τοῦ παρελθόντος ἀγλαΐζονται. Ὁ κυνισμὸς φαίνεται πὼς εἶναι ὁ θώραξ τῶν εὐαισθήτων, ποὺ τοὺς προφυλάσσει ἀπὸ τὸν δαίμονα τῆς ἐνδοσκοπήσεως. Ὁ οἶκτος ἔρχεται μὲ τὰ χρόνια. Ἡ σκέψη εἶναι δυστυχία. Ἐξ οἴκτου ἁμαρτάνω. Τρομάζω ὅταν σκέφτομαι. Ὑπῆρξες τόσον ὡραία ποὺ σὲ σεβόμουνα. Εἶναι ἀντιδραστικὸς κι ὁ ἀρνούμενος νὰ ἀποθάνει. Ἀντιφάσκω, ἄρα ζῶ. Ἡ αὐτοκτονία εἶναι ἔκφραση ἀνταποδοτικὴ τῆς κοινωνικῆς ποινῆς τοῦ ψυχικοῦ ἐξοστρακισμοῦ. Ἡ μόνη προσωπικὴ χειρονομία στὴν αὐτοκτονία εἶναι ἡ αὐτόχειρη ἐκτέλεση μιὰς κοινωνικῆς ἀποφάσεως. Στὸν ἔρωτα ἑνὸς ἀνδρός, πιθανώτατα, ἔχει μεγαλύτερη σημασία τὸ ζέον αἴσθημα παρὰ τὸ ὄνομα τῆς ἀγαπημένης. Ἡ κεφαλή μου, τώρα, σὲ προσκέφαλο φέρετρον, κι ὄχι στὰ γόνατά σου, τώρα, ἀναπαύεται. Ἕναν σταυρὸ σοῦ χάραξα στὸ μέτωπο καὶ σὲ σημάδεψα. Μοναξιὰ θωπεία θανάτου.

Τὰ μάτια της προοιώνιζαν τὴν καταδίκη. Τίποτε δὲν μοῦ στοίχισε ὁ χωρισμός· τίποτ᾿ ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐνθρόνιση τῆς μελαγχολίας. Μᾶλλον δὲν ὑπάρχουν γυναῖκες ἀνιδιοτελῶς ἐρωτευμένες. Ἡ γυνὴ φιλοδοξεῖ νὰ ἀποβεῖ νεκροθάφτης τοῦ ἀγαπημένου της. Θάνατοι καὶ θάνατοι θὰ διαβοῦν μὰ σὺ θὰ βαστᾶς μέσα μου. Ἐσύ, ποὺ ἀπουσιάζεις κι ὡστόσο νιώθω νὰ μὲ κοιτᾶς μὲ χίλια μάτια. Ἐσύ, ποὺ ἤσουνα ἐκείνη μὲ τὰ πικρὰ δάκρυα καὶ τὰ ὁλόγλυκα φιλιά. Ἡ δεινή, ἐσύ, ποὺ μ᾿ ἀνάγκασες ν᾿ ἀγαπήσω τὰ λουλούδια περισσότερο ἀπ᾿ τους ἀνθρώπους. Ἐσύ, ἡ λύκων βρῶσις κι ὁ ἄγγελος τῶν ἐπιγείων λιβαδιῶν.

Ἔπραξαν τὸ πᾶν γιὰ νὰ μαράνουν τὴν ζωντανὴ καρδιὰ τῶν ρεμπέτηδων. Οἱ μεγάλες ψυχὲς ἀντιφάσκουν. Ἰσχυρότερη μνήμη εἶναι ἡ μνήμη τῆς καρδιᾶς. Ὁ λυρισμὸς ἦταν ἡ μόνη ἐπιτρεπτὴ στοὺς ρεμπέτες πολυτέλεια. Τρυφερότης περιβάλλει, σὰν δροσερὸ φύλλωμα, τὰ παλαιὰ αἰσθήματα. Γιὰ μιὰν ἀκόμη φορά, στὴν ἄκρη τοῦ γκρεμοῦ, ἀλλάζω ψυχὴ κι ὁ νοῦς μου ἀνθοφορεῖ. Καλβῖνος του ἁγνοῦ ἔρωτος, ἐλπίζω πὼς καὶ ἡ πλέον ἄσπλαχνη ἀγαπημένη δὲν δύναται νὰ σκοτώσει τὴν ποίηση ποὺ κρύβει μέσα του ἕνας σιωπηλὸς ἄνδρας.

Βασικῶς τὰ ρεμπέτικα τραγούδια εἶναι λαϊκὰ ἅσματα τῆς ἀγάπης καὶ, εἰδικώτερα, τῆς ἐρωτικῆς ἐγκαταλείψεως. Τουλάχιστον τὰ μισὰ ρεμπέτικα ἔχουν τὸν ἔρωτα θέμα τους, καὶ τὰ πιὸ πολλὰ ἀπ᾿ αὐτὰ θρηνοῦν τὸν ἐρωτικὸ χωρισμό· τὴν πικρότατη ὀρφάνια. Ὁ ρεμπέτης γνωρίζει ὅτι ὁ ἔρως εἶναι μεταθετὸ αἴσθημα καὶ ὅτι ὁ οἶκτος τῶν ἐπικυριάρχων ἡ ἀγάπη εἶναι. Τόσο ἔδειραν τὰ πάθη τοὺς ἀνθρώπους τῶν ρεμπέτικων τραγουδιῶν ὥστε ἀπώλεσαν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκπροσωποῦν τὸν ἑαυτό τους. Στὰ δημώδη ἅσματα ὁ ἐραστὴς καταπλήσσει μὲ τὴν ἀνδρεία, ἐνῶ ὁ ἐραστὴς τῶν ρεμπέτικων τραγουδιὼν ἐκλιπαρεῖ, καθικετεύει, ἑλκύει διὰ τοῦ οἴκτου. Σὲ λιτανεία μετήλλαξε τὸν πανδαμάτορα ἔρωτα τὸ ρεμπέτικο τραγούδι, ὅπου οἱ περιπτύξεις εἶναι ψυχικὲς οἱ δὲ μνῆμες δεσπόζουν. Τυγχάνων ὀρθόδοξος ἐρωτικὸς πρωθιερεὺς ἀντιλαμβάνομαι σαφῶς πὼς ἂν δὲν χτίσεις μιὰ ζωὴ σφαλμάτων καὶ ἁμαρτιῶν δὲν θὰ ἐξαρθεῖς εἰς ὑπήκοον τοῦ θανάτου, πὼς ὁπωσδήποτε καλύτερα εἶναι νὰ σὲ σκοτώσουν παρὰ νὰ αὐτοκτονήσεις ἀφοῦ ἡ ἀνίκητη τρομερὴ πλειοψηφία τῶν μοχθηρῶν οὔτε αἰδημοσύνην οὔτε χλωρὸν φόβον ἔνιωσε ποτέ, καί, πὼς ἡ καρδία οἶκος τῆς ψυχῆς ἐστίν. Ἡ φιληδονία εἶναι ἀληθινὴ ἀρρώστια. Τὸ γυμνὸ κορμί σου (εὐφροσύνη τῆς ὁράσεώς μου) ὁδηγεῖ στὸ φθινόπωρο, στὸ φθινόπωρο. Οὐσιαστικῶς τὰ ρεμπέτικα τραγούδια εἶναι ἐρωτικὲς ἐπιστολὲς. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι δύο. Δὲν σὲ ἀναπολῶ παρὰ σὰν μιὰν ὅμορφη κοπέλα (ὦ, μεγαλεῖον τῶν ὑψηλῶν γυναικῶν) νὰ ἔρχεσαι μὲ τὴν ἀγκαλιὰ γεμάτη ἄνθη, καὶ τότε σὲ φιλοῦσα καὶ μὲ ἀντιφιλοῦσες, πίστη μου κι ἐλπίδα μου. Ἀγάπησα κάποιαν κυπαρισσένια τέως ἄγνωστη ποὺ δὲν ξεχνιέται. Ἑορτὴ τῶν Νεκρῶν ἡ μέρα τοῦ χωρισμοῦ. Εἶπες παντοῦ πὼς μὲ μισεῖς, σὰν ὅμως ξανανταμώσαμε, τὴν ὕστατη φορὰ, ἐδάκρυσες καὶ μὲ τρυφερότητα ἅπλωσες τὸ πολύτιμο φιλντισένιο χέρι σου στὸ ἱδρωμένο μέτωπό μου. Τώρα ἐδῶ κοντὰ φτερουγίζεις — μακριά μου ὅσο ποτὲ. Μὲ θυμᾶσαι ἆραγε ἀκόμη, φευγάτη μου ἀγάπη;
Οἱ ἐρωτευμένοι χρησιμοποιοῦν ὁλόχρυσα λόγια, λόγια ποὺ καῖνε, ἂν καὶ ἡ ἀγάπη νιώθεται καὶ δὲν τὴν ἀποδεικνύουν. Οἱ ἐρωτευμένοι ἐκφράζονται μὲ ὑπερβολὲς γιατὶ διαβιοῦν ἐν ὑπερβολαῖς. Ὅσο κι ἂν ὁ ἄνθρωπος ἔχει βουνὸ τὴν καρδιὰ ἀδυνατεῖ νὰ ἀγαπήσει πολλὲς φορὲς στὴ ζωή του. Ὁ ἔρως εἶναι ἕνας γλυκόπικρος ἐφιάλτης, σάβανο τῶν ζωντανῶν, φονεὺς, ψυχοβγάλτης, νεκροπομπὸς πουλιῶν, ἐλευθερωτής. Τέτοιους ἔρωτες ψάλλουν τ᾿ ἀδέρφια μου, οἱ ἔσχατοι ρεμπέτες.


Ἀθῆναι, Μάϊος 1967.

(ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ρεμπέτικα Τραγούδια»)

υ.γ. ασφαλώς παρεξηγημένη προσωπικότητα 
και κακώς μιας ορισμένης ταμπέλας – ιδεολογίας 
καθώς ο ίδιος ποτέ δεν δέχτηκε την διαίρεση 
ατόφιος Έλληνας

πηγή 

 

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2014

"Αγωνιστική Πορεία": 40 χρόνια από την πρώτη βδομαδιάτικη εφημερίδα της ΟΣΕ

"Αγωνιστική Πορεία": 40 χρόνια από την πρώτη βδομαδιάτικη εφημερίδα της ΟΣΕ
 αναδημοσίευση από την εφημερίδα Εργατική Αλληλεγγύη και από την ιστοσελίδα του ΣΕΚ (Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα)



 


• Στην μνήμη του συντρόφου Κώστα Χρονόπουλου, “υπεύθυνου συμφώνως τω νόμω” της Αγωνιστικής Πορείας



Την Τετάρτη 29 Οκτώβρη στην ιστοσελίδα sekonline ανέβηκαν σε μορφή pdf τα φύλλα της Αγωνιστικής Πορείας, βδομαδιάτικης εφημερίδας της ΟΣΕ (Οργάνωση Σοσιαλιστική Επανάσταση), με αφορμή την έκδοση του πρώτου φύλλου της στις 29 Οκτώβρη του 1974 πριν ακριβώς 40 χρόνια.
 
Τα 6 συνολικά φύλλα της Αγωνιστικής Πορείας (που καλύπτουν τις έξι βδομάδες ανάμεσα στις 29 Οκτώβρη και στις 6 Δεκέμβρη), παρά τον μικρό τους αριθμό έχουν μεγάλη ιστορική και πολιτική αξία καθώς καταφέρνουν να διασώσουν μέσα από άρθρα, ρεπορτάζ και συνεντεύξεις τις συντριπτικές αλλαγές που συντελούνταν μέσα στην ελληνική κοινωνία τους κρίσιμους μήνες που ακολούθησαν την κατάρρευση της χούντας τον Ιούλη του 1974, το ξέσπασμα της Μεταπολίτευσης.
 
Το αίσθημα της ελευθερίας και της αυτοπεποίθησης κυριολεκτικά αναβλύζει, όχι μόνο από τα πανεπιστήμια όπου οι φοιτητές κινητοποιούνται με αποχές και διαδηλώσεις απαιτώντας  την αποχουντοποίηση, αλλά και μέσα από τους εργατικούς χώρους, που μετά από 7 χρόνια σκληρής εκμετάλλευσης και καταπίεσης, μετατρέπονται σε κέντρα σκληρής διεκδίκησης.
 
Κόντρα στην φασιστοπροπαγάνδα ότι “στην χούντα είχαμε να φάμε”, για τους εργάτες και τις εργάτριες η επταετία σήμαινε άθλιες συνθήκες εργασίας και άθλια μεροκάματα και υπερκέρδη για τα αφεντικά - που μόλις το πρώτο κύμα της διεθνούς οικονομικής κρίσης έκανε την εμφάνισή του άρχισαν τις απολύσεις: “Νάσιοναλ Καν, ΕΛΣΑ, Χάνομαγκ, ΙΖΟΛΑ, Ολυμπιακή, δεν υπάρχει τέλος...Η Ολυμπιακή του Ωνάση για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που η κρίση του πετρελαίου δημιούργησε δήλωσε ότι από την 1η Νοεμβρίου όλοι οι εργαζόμενοι (6.500) θα πάρουν υποχρεωτική άδεια για ένα μήνα...” διαβάζουμε στο πρώτο φύλλο της Α.Π.
 
Οι εργάτριες στην Σίσερ Πάλκο οργανώνονται ενάντια στην πληρωμή “με το κομμάτι”, το ίδιο οι 200-400 εργάτες της εταιρίας “Θερμίς”. Στην Τριούμφ 600 εργάτριες δουλεύουν εξαντλητικά ωράρια, “εννιά ώρες και ένα διάλειμμα στις 1.30 για ένα τέταρτο”. Στα εργοστάσια ΕΛΒΥΚ και Ελληνικά Φινιστήρια οι εργάτες φτιάχνουν επιτροπή ενάντια στις απολύσεις. Κόντρα στην εργοδοτική τρομοκρατία ο “ρεπόρτερ” της Α.Π τους παίρνει συνέντευξη σκαρφαλωμένος στα κάγκελα του εργοστασίου: “Στα συνδικάτα αυτή τη στιγμή ποιοί βρίσκονται, εκείνοι που ήταν επί επταετίας”; Για να πάρει την απάντηση: “Εδώ δεν υπήρχανε συνδικάτα...”
 

Επιτροπές

 

Οι εργάτες όχι μόνο δεν αποδέχονται τις απολύσεις, αλλά οργανώνουν επιτροπές, όπου υπάρχουν σωματεία πετάνε έξω τους χουντικούς, όπου δεν υπάρχουν τα φτιάχνουν, διεκδικούν αυξήσεις και καλύτερες συνθήκες δουλειάς: Οι υπάλληλοι της Ιονικής Τράπεζας που ανήκε στον Ανδρεάδη ετοιμάζονται για απεργία διαρκείας με αίτημα να φτάσουν οι μισθοί τους αυτούς της Εθνικής.
Τα οικονομικά αιτήματα τέμνονται με το αίτημα της αποχουντοποίησης: “Ο σωστός δρόμος για να χτυπήσουμε την χούντα είναι να μην λυπηθούμε αυτούς που την στήριξαν, δηλαδή τους Ωνάσηδες, Νιάρχους και Ανδρεάδηδες”.
 
Στην ΔΕΗ οι εργαζόμενοι απειλούν με απεργία με αίτημα την απόλυση δύο χουντικών. Στη Ζίμενς μετά από 20 μέρες απεργίας “υποχρέωσαν τους εργοδότες να δεχτούν όλα τα αιτήματά τους”. Στις αμερικάνικες βάσεις 2000 εργαζόμενοι κατεβαίνουν σε απεργία “ενάντια στους ιμπεριαλιστές” για αυθαίρετες απολύσεις, απαιτώντας δικαίωμα στο συνδικαλισμό. Στην ΙΤΤ απεργούν οι πωλητές και οι πωλήτριες απαιτώντας συλλογικές συμβάσεις. Στις Γενικές Αποθήκες οι απεργοί πετυχαίνουν αύξηση 30%.
 
Στην ιστορική απεργία της Νάσιοναλ Καν οι εργάτες ξεσηκώνονται ακούγοντας το νέο της απόλυσης ενός συνδικαλιστή της βάσης: “Δεν δέχεται την απόλυση και τον πετάνε έξω. Αμέσως βγαίνει όλος ο κόσμος, παλιοί εργάτες αγανακτισμένοι φωνάζουν φτάνει πια, μας έχετε σαν τα σκυλιά. Την επόμενη μέρα η Χωροφυλακή βρίσκεται στο εργοστάσιο και εμείς απ' έξω. Ερχεται η ΓΣΕΕ, όταν βγήκαν μετά τη συζήτηση με την εργοδοσία είπαν πώς η απεργία ήταν άδικη, τον Δημουλέα τον έδιωξαν για απουσίες. Οι εργάτες τότε γιουχάισαν και έδιωξαν την ΓΣΕΕ. Την Πέμπτη είναι το κορύφωμα της απεργίας. Οι Πακιστανοί ετοιμάζουν τα δικά τους πανό, 'Ελληνες-Πακιστανοί, κοινός αγώνας'. Τα νέα παιδιά συνεχίζουν να παίζουν σημαντικό ρόλο στην απεργία. Ερχονται και οι φοιτητές που αρχίζουν να συνεργάζονται στενά με τους εργάτες...”.
 
Η έκρηξη αυτή διαπερνά ολόκληρη την κοινωνία, από τους καπνοπαραγωγούς που ζητάνε να πληρώνονται όλη την αξία του καπνού και τα Χανιά όπου οι μαθητές οργανώνουν αντιφασιστικές συγκεντρώσεις για το Πολυτεχνείο μέχρι τον Εβρο όπου οι φαντάροι στέλνουν επιστολή που ζητάνε να απολυθούν. Μετά το τέλος ομιλίας του Μακάριου στην πλ. Συντάγματος, όταν ένας φασίστας βγάζει μαχαίρι, “τρώει της χρονιάς του” και πλήθος κόσμου πολιορκεί τα γραφεία των φιλοβασιλικών στην Πανεπιστημίου: “Η αστυνομία προσπαθεί να απωθήσει τον κόσμο... κάποια ακακία ξεριζώθηκε, κάποιος σκουπιδοτενεκές ξηλώθηκε, η αστυνομία υποχώρησε άτακτα. Στα γραφεία των φίλων του γιου της Φρειδερίκης αφαιρέθηκαν από την πόρτα οι ελληνικές σημαίες και βασικό διακοσμητικό υλικό έγιναν τα αυγά και τα γιαούρτια..”
 

Nτοκουμέντα

 

Εχουν πολιτική αξία στο σήμερα από μόνα τους όλα αυτά τα ντοκουμέντα. Απέναντι σε όσους, π.χ, μέχρι πρόσφατα δεν ήθελαν συγκεντρώσεις ενάντια στους φασίστες της Χ.Α γιατί τάχα αυτά ωφελούν τους τελευταίους.  Ή σε όσους μέσα στην Αριστερά θεωρούν ότι οι αγώνες σήμερα δεν μπορούν να νικήσουν επειδή η εργατική τάξη είναι “αδύναμη”, δεν έχει συνδικάτα, δουλεύει κάτω από “κακές συνθήκες”, “φοβάται την απόλυση” κλπ.
 
Αν η μισή αξία αυτών των 6 φύλλων της Αγωνιστικής Πορείας, που διαδιδόταν χέρι με χέρι στις πύλες των εργοστασίων και τις διαδηλώσεις είναι αυτά τα ντοκουμέντα, ή άλλη μισή είναι στα ντοκουμέντα που αφορούν τις μεγάλες πολιτικές και ιδεολογικές μάχες που δίνονται μέσα σε αυτήν την περίοδο.
 
Η απόφαση του Κωνσταντίνου Καραμανλή να κάνει τις πρώτες εκλογές στην πρώτη επέτειο της 17 Νοέμβρη του 1974 είχε δύο στόχους: Από τη μια να σύρει την Αριστερά στην προοπτική ότι η συνέχεια της εξέγερσης του Πολυτεχνείου περνάει μέσα από τον συμβιβασμό με εκείνους που άνοιξαν το δρόμο και ανέχτηκαν την χούντα και από την άλλη να εκτονώσει το κίνημα. Αυτήν την μεθόδευση το ΚΚΕ και το ΚΚΕεσ την αποδέχτηκαν πλήρως με τον “ρεαλισμό” του ψεύτικου διλήμματος “Καραμανλής ή τανκς” χαρίζοντάς του και ένα 55% στις εκλογές.
 

Αντιπαράθεση

 

Μόνο οι οργανώσεις της νεαρής τότε επαναστατικής αριστεράς θα εναντιωθούν σε αυτόν τον συμβιβασμό. Το πρώτο φύλλο της Αγωνιστικής Πορείας έχει πρωτοσέλιδο τίτλο “Δεν θα περάσει το εκλογικό πραξικόπημα της Καραμανλοκρατίας” και το δεύτερο “Εμπρός για αγώνες λαϊκούς”. Τα έξι τεύχη της Αγωνιστικής Πρωτοπορίας περιέχουν μια σειρά από ντοκουμέντα, αφίσες, προκηρύξεις, αποφάσεις, που αφορούν αυτήν την συζήτηση και αντιπαράθεση μέσα στην Αριστερά, τους πρώτους μήνες της Μεταπολίτευσης, αλλά και τη ίδια την εξέγερση του Πολυτεχνείου ένα χρόνο πριν.
 
Η αντίθεση ανάμεσα στην αριστερά του ρεαλισμού που κήρυττε την “αυτοσυγκράτηση” και τον συμβιβασμό (ήδη από την εποχή της χούντας και τα παζάρια για κυβέρνηση εθνικής ενότητας) και την επαναστατική αριστερά, εκφράστηκε στην διαμάχη για τον πρώτο εορτασμό του Πολυτεχνείου με την δεύτερη να καλεί σε εορτασμό πριν τις εκλογές στις 15 Νοέμβρη και τα ΚΚΕ, ΚΚΕεσ, ΠΑΣΟΚ μετά, στις 24/11, προτάσσοντας τις εκλογές από τους αγώνες μέσα σε ένα όργιο προβοκατορολογίας.
 
Ισως πιο συμπυκνωμένα αυτήν την προοπτική εξέφρασε και κατάφερε εν τέλει να καρπωθεί το ΠΑΣΟΚ. “Μια νέα θεωρία περί σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της ελληνικής κοινωνίας κλείνει το σύνθημα 'Σοσιαλισμός στις 18'” διαβάζουμε στην Αγωνιστική Πορεία σε ένα σχόλιο που εξακολουθεί και σήμερα να φαντάζει επίκαιρο. “Σύμφωνα με αυτήν: Ο λαός ψηφίζει ΠΑΣΟΚ, το ΠΑΣΟΚ σχηματίζει κυβέρνηση, στις 18 Νοεμβρίου η χώρα μπαίνει στο σοσιαλισμό. Κρίμα που τόσοι εργάτες, τόσοι αγωνιστές που χύσανε το αίμα τους, σαπίσανε στα μπουντρούμια, πέσανε στα οδοφράγματα δεν είχαν υπόψη τους αυτήν την θεωρία. Αρκεί να ρίξεις ένα χαρτί σε ένα κουτί για να φτάσει η χώρα στο σοσιαλισμό...” (το “Σοσιαλισμός στις 18” ήταν το κεντρικό σύνθημα του ΠΑΣΟΚ και στις εκλογές του 1981).
 
Οι εκλογές της 17 Νοέμβρη 1974 δεν κατάφεραν να εκτονώσουν την κινηματική διάθεση. Εξι μόλις μέρες μετά τις εκλογές, στις 23 Νοέμβρη ξεκινάει η απεργία στην ΗΒΗ που κρατάει 4 μέρες. Οι απεργοί κερδίζουν 15% αύξηση στο μισθό. Στις 3 Δεκεμβρίου μια πορεία 6000 εργαζομένων της Ολυμπιακής με σύνθημα “Ή όλοι στην δουλειά μας ενωμένοι ή όλοι στο δρόμο τιμημένοι” δέχεται την σκληρή επίθεση της Αστυνομίας στην Λεωφόρο Συγγρού. Η σκληρή σύγκρουση με την κυβέρνηση Καραμανλή θα συνεχιστεί αμείωτα τα επόμενα χρόνια μέχρι την πτώση της Νέας Δημοκρατίας το 1981.
 
Ομως την δικαίωση της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, την δικαίωση των εργατικών αγώνων της Μεταπολίτευσης, πόσο μάλλον τον Σοσιαλισμό, τα αναζητούμε ακόμα - “στην προοπτική της συντριβής της εξουσίας των μονοπωλίων και του ιμπεριαλισμού, στην προοπτική της σοσιαλιστικής επανάστασης” όπως ανέφερε και το εκδοτικό σημείωμα του πρώτου φύλλου της Αγωνιστικής Πορείας.
 
 
 
Διαβάστε τα φύλλα της Αγωνιστικής Πορείας ηλεκτρονικά


Το 1ο φύλλο της Αγωνιστικής Πορείας
 

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014

Ιστορία: Τα μπλόκα της Αθήνας, του Ιάσονα Χανδρινού

Γερμανοτσολιάδες υπό την καθοδήγηση αξιωματικών των Ναζί


Στη βιβλιογραφία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Αθήνα συγκαταλέγεται, μαζί με τη Βαρσοβία και τη Ρώμη, στην κορυφή του καταλόγου των κατεχόμενων πόλεων με τις περισσότερες απώλειες αντιστασιακών και αμάχων πολιτών. Η ελληνική πρωτεύουσα δοκιμάστηκε σκληρά καθ’ όλη την περίοδο της κατοχής. Ο πρώτος κατοχικός χειμώνας (1941-42) σημαδεύτηκε από έναν πρωτοφανή λιμό που άφησε πίσω του σχεδόν 30-40.000 νεκρούς, ενώ η περίοδος Οκτώβριος 1943-Οκτώβριος 1944, δηλαδή χονδρικά η τελευταία χρονιά της ναζιστικής σκλαβιάς, γνώρισε σχεδόν καθημερινές μάχες, συμπλοκές, μαζικές εκτελέσεις και τα περίφημα «μπλόκα». 
Ισχυρές δυνάμεις των Γερμανών, των Ταγμάτων Ασφαλείας, της Ειδικής Ασφάλειας, του Μηχανοκίνητου της Αστυνομίας Πόλεων (τα «ΜΑΤ» της εποχής) και αντικομμουνιστικών ομάδων-συνεργατών της Ασφάλειας, πραγματοποιούσαν επιδρομές στις συνοικίες της πόλης με σκοπό τη σύλληψη και την εξόντωση αγωνιστών του ΕΑΜ, μαχητών του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ. 
Στο «τεχνικό» μέρος, τα μπλόκα διενεργούνταν βάσει πληροφοριών, που συνέλεγε κυρίως η Ειδική Ασφάλεια με την απαγωγή κατοίκων και την απόσπαση πληροφοριών μετά από βασανιστήρια ή την άντληση πληροφοριών από «ειδικούς συνεργάτες». Η επιχείρηση ξεκινούσε νωρίς το πρωί, ώστε να μην έχουν προλάβει να ξυπνήσουν οι κάτοικοι. Φορτηγά αυτοκίνητα με Γερμανούς στρατιώτες, αλλά κυρίως άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας, απέκλειαν την συνοικία σχηματίζοντας μια περίμετρο, ώστε κανείς να μην καταφέρει να διαφύγει από το «μπλόκο». Μόλις ξημέρωνε, ένας αξιωματικός καλούσε με τηλεβόα όλους τους άνδρες ηλικίας άνω των 14 ή 16 ετών να παρουσιαστούν στην κεντρική πλατεία ή άλλο κεντρικό χώρο της συνοικίας, με την απειλή ότι όσοι συλλαμβάνονταν να κρύβονται θα εκτελούνταν επιτόπου. 
 

Ριζοσπαστικοποίηση

 

 

Στα μπλόκα της κατεχόμενης Αθήνας συγκρούστηκαν δύο αντίρροπες δυνάμεις: αφενός η ραγδαία εξέλιξη και ριζοσπαστικοποίηση του αγώνα στην πόλη και η τρομοκρατική καταστολή από την πλευρά των κατακτητών και των δοσιλόγων αφετέρου. Ο πολιτικός ριζοσπαστισμός ήταν έκδηλος στην Αθήνα του 1943, εποχή κατά την οποία το ΕΑΜ απέκτησε χαρακτηριστικά κοινωνικού κινήματος, με πρωταγωνιστική παρουσία σε μαζικούς και συνδικαλιστικούς αγώνες. 
 
Οι διαδηλώσεις και τα συλλαλλητήρια που συγκλόνισαν τους δρόμους της πόλης την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1943 ήταν το αποκορύφωμα ενός μαζικού αγώνα ο οποίος, παρά την αιματηρή του καταστολή –από γερμανικές και ελληνικές αρχές–, καθιέρωσε τους μαζικούς αγώνες στις συνειδήσεις των κατοίκων αλλά και στον αστικό χώρο. Το φθινόπωρο του 1943 η ηγεσία του ΚΚΕ στην Αθήνα αποφάσισε να μεταφέρει το βάρος της πολιτικής δράσης από το κέντρο στις συνοικίες. Η ανασυγκρότηση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ανά συνοικίες αποτελούσε στρατηγικό και πολιτικό ελιγμό αγώνα στην Αθήνα. Για να αποφύγει την καταστολή που κυριαρχούσε στο κέντρο, ο μαζικός αγώνας «απλώθηκε» και «έσπασε» σε γεωγραφικές ενότητες. Κομματικές και εαμικές οργανώσεις απέκτησαν για πρώτη φορά σαφές εδαφικό έρεισμα, γύρω από την προάσπιση του οποίου θα οικοδομηθεί η τακτική και ρητορική του Κόμματος. Οι γειτονιές αναδείχθηκαν σε πεδίο μιας επαναστατικής πρακτικής: «Το ψωμί [...], το νερό, η καθαριότητα της γειτονιάς, ο γιατρός, τα φάρμακα, η κατοικία κλπ πρέπει να απασχολούν κάθε κομμουνιστή και πρέπει να βρίσκει τρόπους και μεθόδους που θα οργανώσει την πάλη του λαού για τη διεκδίκησή τους». 
 
Αυτές οι νέες κατευθύνσεις συνδέονταν, χρονικά και αιτιακά, με τις προϋποθέσεις περιφρούρησης, συγκεκριμένα την ανασυγκρότηση (ουσιαστικά συγκρότηση) του ΕΛΑΣ Αθήνας, ενός εντυπωσιακού φαινομένου της Αντίστασης που από το 1942 είχε ξεκινήσει ως μηχανισμός πληροφοριών και περιφρούρησης στους χώρους δουλειάς για να καταλήξει, στο αποκορύφωμα της ναζιστικής τρομοκρατίας του 1944 σε ομάδες κρούσης από αποφασισμένους μαχητές που υπεράσπιζαν με τη ζωή τους τυπογραφεία, γιάφκες, αποθήκες όπλων, συνεργεία αναγραφής συνθημάτων ή τηλεβόα, ολόκληρες συνοικίες και γυναικόπαιδα. 
 

Περιφρούρηση

 

 

Παρά την φιλολογία του αγώνα, τη στρατιωτική ορολογία και τους «φουσκωμένους» αριθμούς, η πραγματικότητα είναι πως ο ηρωικός ΕΛΑΣ Αθήνας αποτελούνταν από ολιγάριθμες ομάδες ψυχωμένων νεαρών. Ο μέσος όρος ηλικίας ήταν τα 18 χρόνια και η συντριπτική πλειοψηφία ήταν εργάτες και μαθητές οπλισμένοι με πιστόλια, αραβίδες και ελάχιστα αυτόματα που περιφρουρούσαν σε μόνιμη βάση τις γειτονιές τους, ενώ στην καλύτερη περίπτωση δεν αριθμούσαν πάνω από 40-50 άνδρες ανά συνοικία. 
Έτσι, το σύνθημα «να υπερασπίσουμε τις συνοικίες μας» εκφράζει στην αυγή του 1944 την επίσημη κομματική γραμμή. Αποτελώντας για μήνες το σκηνικό ενός ολοκληρωτικού πολέμου, οι συνοικίες και τα περίχωρα θα σχηματίσουν έναν «κόκκινο δακτύλιο» γύρω από το κέντρο της πόλης όπου φωλιάζει ο εχθρός και θα γράψουν το δικό τους κεφαλαίο στην ιστορία του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του ΕΑΜ: «Ποιος δεν έχει ακούσει για τα κατορθώματα της Καισαριανής, του Βύρωνα, του Άη-Γιάννη, του Περιστεριού, της Καλλιθέας, Τζιτζιφιών, των Σφαγείων, των Πετραλώνων;». 
 
Παράλληλα, οργανωνόταν και ο αντίπαλος. Η τρίτη κατοχική κυβέρνηση του Ιωάννη Ράλλη έθεσε απόλυτα το κράτος και τις αρχές ασφαλείας στην υπηρεσία των Γερμανών, μαζεύοντας δυνάμεις για τη μετωπική σύγκρουση με τους «κόκκινους». Τον Ιούνιο του 1943 συγκροτήθηκαν τα Τάγματα Ασφαλείας, ένας νεός ελληνικός στρατός που θα απασχολούνταν αποκλειστικά με συλλήψεις, εκτελέσεις και τρομοκρατία στην πρωτεύουσα, υπαγόμενος τακτικά (και «ιδεολογικά») στη διοίκηση του Αρχηγού των Ες-Ες και της Αστυνομίας. 
 
Η πρώτη επιχείρηση των «γερμανοτσολιάδων» και παράλληλα η πρώτη εμπειρία «μπλόκου» ήταν η επιδρομή στα στρατιωτικά νοσοκομεία των Αθηνών (30 Νοεμβρίου 1943), όπου συνελήφθησαν περισσότεροι από 1.000 ανάπηροι του αλβανικού μετώπου (οι ανάπηροι στελέχωναν μια από τις δυναμικότερες οργανώσεις του ΕΑΜ) και τους οδήγησαν στο κτίριο του Ορφανοτροφείου Χατζηκώστα, επί της οδού Πειραιώς, το οποίο είχε μετατραπεί σε φυλακή υπό τη διοίκηση της Χωροφυλακής. Οι κρατούμενοι αυτοί αποτέλεσαν την πρώτη δεξαμενή από την οποία οι δυνάμεις κατοχής αντλούσαν άτομα για τις εκτελέσεις που διενεργούσαν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής και άλλες τοποθεσίες σε αντίποινα για διάφορες αντιστασιακές ενέργειες.
 
Συλλήψεις, επιδρομές και εκτελέσεις άρχισαν να αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο και να απλώνουν την τρομοκρατία σε όλο το πολεοδομικό συγκρότημα, ακόμα και τα πιο απομακρυσμένα προάστεια. Την τελευταία χρονιά της κατοχής χτυπήθηκαν όλες οι γειτονιές, από την Ακαδημία Πλάτωνος και το Μεταξουργείο, μέχρι την Πετρούπολη και την Πεντέλη. Η τρομοκρατία απέκτησε σύντομα μαζικές διαστάσεις λαμβάνοντας τη μορφή ολόκληρων στρατιωτικών επιχειρήσεων με μεγάλες δυνάμεις και βαρύ οπλισμό οι οποίες στοχοποιούσαν τον πληθυσμό ολόκληρων συνοικιών εφαρμόζοντας την λογική της συλλογικής ευθύνης. Η παρουσία των ελληνικών σωμάτων ασφαλείας, με τη βοήθεια ανώνυμων ή επώνυμων πληροφοριοδοτών, ήταν πρωταγωνιστική, ενώ η γεωγραφία των μπλόκων αντανακλά τις κυριότερες βάσεις της εαμικής αντίστασης. Όλα τα μεγάλα μπλόκα πραγματοποιήθηκαν σε προσφυγικές και παράλληλα εργατικές συνοικίες.
 

Καταναγκαστική εργασία

 

 

Το καλοκαίρι του 1944, οι «κόκκινες» γειτονιές της Αθήνας μετατράπηκαν σε πεδία αγώνα, τρόμου και ηρωισμών: Νέα Ιωνία, Γούβα, Περιστέρι, Βύρωνας, Κατσιπόδι (Δάφνη), Δουργούτι (Νέος Κόσμος), Νέα Σμύρνη, Κοκκινιά και Καλλιθέα. Σε διάστημα μόλις δύο μηνών συνελήφθηκαν περίπου 10.500 άνδρες, από τους οποίους το 1/3 στάλθηκε στα γερμανικά στρατόπεδα για καταναγκαστική εργασία και εκτελέστηκαν επιτόπου περίπου 500 άτομα. 
 
Ο τεράστιος αριθμός των συλληφθέντων αντανακλά τις προτεραιότητες των Ναζί, τις οποίες έσπευσαν να ικανοποιήσουν οι δοσίλογοι υπηρέτες τους: Εκτός από την κάμψη της Αντίστασης, ώστε να εξασφαλίσουν την όσο το δυνατόν ανενόχλητη αποχώρησή τους από την Αθήνα, οι Γερμανοί επιδίωκαν την εξασφάλιση εργατικού δυναμικού προς καταναγκαστική εργασία στα γερμανικά εργοστάσια. Ο πρωταρχικός στόχος καταστολής και εκμετάλλευσης ήταν ο εργατόκοσμος. Σε ό,τι αφορά αυτούς που έκαναν τη δουλειά του κατακτητή, το μίσος του κράτους κατά των προσφύγων και ειδικά κατά των προσφύγων-εργατών ξέσπασε στην Αθήνα του 1944 στις πιο απόλυτες διαστάσεις του, αποδεικνύοντας τις βαθύτατες ταξικές διαστάσεις εκείνης της ταραγμένης εποχής. Οι εκτελεσμένοι των μπλόκων, οι δολοφονημένοι ΕΑΜίτες και ΕΠΟΝίτες, οι μαχητές του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ που έπεσαν υπερασπιζόμενοι αμάχους πολίτες είναι οι διαχρονικοί μάρτυρες μιας αντίστασης ηρωικής αλλά και ξεχασμένης.
 
 

Τρίτη 5 Αυγούστου 2014

Ιστορία: 100 χρόνια από το ξεκίνημα του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου: Το «πρώτο κύμα» παγκοσμιοποίησης και οι άγριοι ανταγωνισμοί


γράφει ο Λέανδρος Μπόλαρης

Στις αρχές του 20ου αιώνα ο κόσμος έμοιαζε να συρρικνώνεται. Ποτέ άλλοτε οι διάφορες περιοχές του πλανήτη δεν ήταν τόσο κοντά, από άποψη ταχύτητας των μεταφορών και μετάδοσης της πληροφορίας.
Το 1866 το πρώτο υποβρύχιο τηλεγραφικό καλώδιο ένωσε την Αμερική με την Ευρώπη. Σε δυο τρεις δεκαετίες αυτά τα καλώδια αγκάλιαζαν όλο τον πλανήτη. Αρκούσαν μερικά λεπτά για να μεταδοθεί μια πληροφορία από την Κίνα στην Αγγλία, εκεί που παλιά χρειάζονταν βδομάδες και μήνες. 
Τα ατμόπλοια «μίκραιναν» τις αποστάσεις των ωκεανών, ρίχνοντας στο μισό το κόστος της μεταφοράς εμπορευμάτων. Το 1881 ένα πλοίο-ψυγείο μετέφερε μεγάλες ποσότητες κρέατος από τη Νέα Ζηλανδία στην Αγγλία. Το 1900 αυτή η πρακτική είχε εξαπλωθεί. Το 1913 μόνο ο βρετανικός εμπορικός στόλος διέθετε 230 πλοία με παρόμοια τεχνολογία που μπορούσαν να μεταφέρουν 440.000 τόνους κατεψυγμένων προϊόντων σε κάθε γωνιά του πλανήτη. 
Ήταν η εποχή του λεγόμενου «πρώτου κύματος της παγκοσμιοποίησης». Η εποχή όπου το εμπόριο, τα χρηματιστήρια, και τα τεχνολογικά επιτεύγματα έμοιαζαν να ενώνουν τις κοινωνίες, όχι να τις χωρίζουν. Ο τελευταίος πόλεμος που είχε γίνει στην Ευρώπη ήταν ο γαλλοπρωσικός, του 1870. 
Υπήρχαν διαφορές ανάμεσα στις Μεγάλες Δυνάμεις και στους καπιταλιστές τους, αλλά και αυτές έμοιαζε ότι μπορούσαν να λυθούν ειρηνικά. Τι πιο λογικό από μια συμφωνία που άφηνε όλους με ένα καλό κέρδος; Στις αρχές του αιώνα, για παράδειγμα, η Βρετανική Αυτοκρατορία έκφραζε με κάθε τρόπο τη δυσαρέσκειά της για τη χρηματοδότηση της κατασκευής του σιδηροδρόμου Κωνσταντινούπολης-Βαγδάτης από γερμανικές εταιρείες. Ο σιδηρόδρομος ουσιαστικά θα ένωνε το Βερολίνο με το Ιράκ, και θα απειλούσε τα βρετανικά συμφέροντα σε όλη την περιοχή. 
Κι όμως, τον Ιούνη του 1914, δυο μήνες πριν το ξέσπασμα του πολέμου, οι αγγλικές και γερμανικές εταιρείες ήρθαν σε συνεννόηση με τις ευλογίες των κυβερνήσεών τους. Οι αγγλικές θα αποκτούσαν ένα μεγάλο μερίδιο στην επέκταση του σιδηροδρόμου στη Βασόρα (στις αγγλικές πετρελαιοπηγές). Άλλωστε η Γερμανία ήταν ένας από τους κυριότερους εμπορικούς εταίρους της Βρετανίας. 

Κούρσα

Τέτοια περιστατικά ωθούσαν πολλούς σχολιαστές, να αποδίδουν την κούρσα των εξοπλισμών, το μιλιταρισμό και τις πολεμοκάπηλες εκστρατείες των εφημερίδων στην επιρροή κάποιων συγκεκριμένων ομάδων. Οι έμποροι και βιομήχανοι όπλων ήταν μια προφανής επιλογή. Οι παραδόσεις της ευρωπαϊκής αριστοκρατίας ήταν μια άλλη, σχεδόν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες είχαν βασιλιάδες και αυτοκράτορες και από δίπλα ένα συρφετό κόμηδων, βαρόνων, και πριγκίπων που συνήθως έκαναν «καριέρα» στο στρατό. 
Η λύση φαινόταν απλή: η «κοινή γνώμη» θα πίεζε και θα έπειθε τις κυβερνήσεις να αφοπλιστούν. Ένα σωρό «ενώσεις για την ειρήνη» για τον «γενικό αφοπλισμό» εμφανίζονταν. Καλούσαν όλους τους «λογικούς ανθρώπους» καπιταλιστές και εργάτες να τις στηρίξουν. Ποιος λογικός καπιταλιστής ήθελε να δει τις επενδύσεις του να γίνονται ερείπια; Ακόμα και στην Αριστερά της εποχής, τη σοσιαλδημοκρατία της Δεύτερης Διεθνούς, τέτοιες απόψεις κέρδιζαν έδαφος. 
Όμως, η «λογική» δεν επικρατούσε. Από τις αρχές του αιώνα, η μια πολεμική εστία έδινε τη θέση της στην επόμενη. Το 1900 ξέσπασε ο πόλεμος των Μπόερ στη Νότια Αφρική, με τη Βρετανία να διεξάγει ένα αιματηρό πόλεμο στους λευκούς εποίκους που είχαν την έμμεση στήριξη της Γερμανίας. Στις δυο προηγούμενες δεκαετίες η Αφρική είχε μοιραστεί σε αποικίες ανάμεσα στις Μεγάλες Δυνάμεις. Η Βρετανία και η Γαλλία ήταν οι δυο μεγαλύτεροι κερδισμένοι, και έφτασαν στα πρόθυρα του πολέμου το 1897 για τον έλεγχο του νότιου Σουδάν. 
Οι ΗΠΑ, ανερχόμενη δύναμη στην παγκόσμια οικονομία, δεν είχε αποικιακή αυτοκρατορία – δεν τη χρειαζόταν άλλωστε, οι καπιταλιστές της είχαν σχεδόν τη μισή αμερικάνικη ήπειρο να επεκταθούν. Αλλά παρόλα αυτά, το 1898 έκαναν πόλεμο με την Ισπανία, και άρπαξαν την Κούβα, το Πουέρτο Ρίκο και τις μακρινές Φιλιππίνες. Κι όταν οι «ιθαγενείς» τόλμησαν να ανακηρύξουν τη Δημοκρατία τους ανέλαβαν οι Πεζοναύτες να «ειρηνεύσουν» τη χώρα. Αυτή η ειρήνευση κόστισε 200.000 άμαχους νεκρούς. 
Το 1904-5 έγινε ο πρώτος πόλεμος που μια Μεγάλη Δύναμη ηττήθηκε από μια ανερχόμενη «μη-λευκή». Ο Ρωσο-Ιαπωνικός Πόλεμος τέλειωσε με την ήττα της Ρωσίας στην Μαντζουρία και την Κορέα από τον ιαπωνικό στρατό και στόλο. Η Ιαπωνία ήταν σύμμαχος της Βρετανίας εκείνη την περίοδο. Όμως, αργότερα θα γινόταν σύμμαχος και της Ρωσίας.
Το 1906 και πάλι το 1911 η Γαλλία έφτασε στα πρόθυρα του πολέμου με την Γερμανία για τις σφαίρες επιρροής τους στο Μαρόκο. Κι όταν η Ιταλία είδε ότι η Γαλλία επεκτείνει την επιρροή της στη βόρειο Αφρική, αποφάσισε να αποζημιωθεί: κήρυξε τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1911. Και με τη σειρά του αυτός ο νικηφόρος πόλεμος, έδωσε το θάρρος στα βαλκανικά κράτη να οργανώσουν την επίθεσή τους στην Αυτοκρατορία του Σουλτάνου. 
Κάθε τέτοιο επεισόδιο τέλειωνε με συμβιβασμούς και συνθήκες που υπόσχονταν ειρηνικό μέλλον. Αλλά όσο περνούσαν τα χρόνια, τόσο οι ανταγωνισμοί έπαιρναν μια ζωή δικιά τους και ξέφευγαν από τον έλεγχο των πιο έμπειρων διπλωματών. Καμιά κυβέρνηση και καμιά άρχουσα τάξη δεν μπορούσε να προβλέψει τις αλυσίδες των γεγονότων που προκαλούσαν οι ενέργειές τους στα τέσσερα σημεία του πλανήτη. 
Οι εκκλήσεις για «αφοπλισμό» και «λογική» αποδεικνύονταν «ειρηνικές ουτοπίες»: αυτός ήταν ο τίτλος που έδωσε σε ένα κείμενό της το 1912 η Ρόζα Λούξεμπουργκ. Γι’ αυτήν, όπως και για όλους τους επαναστάτες μαρξιστές της εποχής, ο πόλεμος, ο μιλιταρισμός, ήταν αξεδιάλυτα δεμένα με τον ίδιο τον καπιταλισμό, με τον αγώνα των καπιταλιστών να συσσωρεύουν κεφάλαιο πιο γρήγορα και σε μεγαλύτερη κλίμακα από τους ανταγωνιστές τους. 
Ο πόλεμος ήταν πάντοτε όπλο των αρχουσών τάξεων για να αυγαταίνουν τα πλούτη τους από τις πρώτες ταξικές κοινωνίες. Αλλά για πρώτη φορά, ο πόλεμος και οι προετοιμασίες γι’ αυτόν συνδεόταν τόσο στενά με τα οικονομικά συμφέροντα των καπιταλιστών. Δυο Ρώσοι μαρξιστές, ο Μπουχάριν και ο Λένιν, θα ανέλυαν στα βιβλία τους που κυκλοφόρησαν το 1915 και το 1916 τις αλλαγές στον καπιταλισμό, αυτό που ονόμασαν την «νεότερη φάση του», τον ιμπεριαλισμό. 
Αγορές
Οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις είχαν γίνει πολύ μεγάλες για την εσωτερική αγορά των χωρών που είχαν τη βάση τους. Για την ακρίβεια, είχαν «οργανώσει» (μοιράσει μεταξύ τους) αυτές τις αγορές με τη συμβολή του κράτους τους. Αποκτούσαν παγκόσμια εμβέλεια και συμφέροντα. 
Ακριβώς επειδή οι αποστάσεις εκμηδενίζονταν, η αγορά γινόταν πραγματικά παγκόσμια, οι καπιταλιστές χρειάζονταν κράτη και στρατούς που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν τα συμφέροντά τους με την ισχύ των όπλων. 
Το μοίρασμα του κόσμου σε αποικίες και «σφαίρες επιρροής» για την εκμετάλλευση των πρώτων υλών και των οδών του εμπορίου ήταν το πιο χτυπητό χαρακτηριστικό του ιμπεριαλισμού. Αλλά δεν ήταν η ουσία του. Η ουσία ήταν η πάλη για παγκόσμια ηγεμονία και το κλειδί για αυτήν βρισκόταν στην Ευρώπη, όχι σε κάποια μακρινή αποικία. Η Βρετανία και η Γαλλία ήταν παγκόσμιες δυνάμεις. Η Γερμανία τις έφτανε οικονομικά, αλλά παρέμενε μια περικυκλωμένη ευρωπαϊκή δύναμη. Η άρχουσα τάξη της ήθελε μια «θέση στον ήλιο». Ο πόλεμος θα έκρινε ποιος θα αποφάσιζε πόσο «ήλιο» θα απολάμβανε κάθε άρχουσα τάξη. 
Γι’ αυτό οι διεθνιστές που αντιτάχθηκαν στο Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αρνήθηκαν να μπουν στο παιχνίδι του ποιος «έφταιγε περισσότερο», ποιος «έριξε τη πρώτη τουφεκιά» ποιος ήταν αμυνόμενος ή επιτιθέμενος. Δεν αντιμετώπισαν τον πόλεμο σαν αποτυχία της διπλωματίας –παρόλο που η διπλωματία όντως απέτυχε. Τον αντιμετώπισαν σαν ιμπεριαλιστικό από όλες τις πλευρές, σαν γέννημα του καπιταλισμού.