Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Βάρναλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Βάρναλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2016

Το περιοδικό «Ατέχνως» και η Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης, «Ποιείν» σας προσκαλούν σε μια βραδιά για τον Κώστα Βάρναλη

Το περιοδικό «Ατέχνως» (www.atexnos.gr) και η Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης, «Ποιείν» (www.poiein.gr)

Σας προσκαλούν σε  μια βραδιά για τον Κώστα Βάρναλη, στις  14 Φεβρουαρίου (ανήμερα της γέννησης του Ποιητή) στο Polis Art Cafe, Aίθριο Αρσακείου, στις 19.00



Μιλούν οι:

  • Βασίλης Αλεξίου, επίκουρος καθηγητής του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του ΑΠΘ: «Το έργο του Βάρναλη και η επικαιρότητά του».
  • Βασίλης Κολοβός, ηθοποιός – συγγραφέας:  «Ο θεατρικός Βάρναλης».
  • Ηρακλής Κακαβάνης, συγγραφέας- δημοσιογράφος, συνεκδότης του περιοδικού «Ατέχνως»: «Ο άνθρωπος Βάρναλης».
  • Σπύρος Αραβανής, φιλόλογος- δημοσιογράφος, εκδότης του περιοδικού «Ποιείν»: «Ο μελοποιημένος Βάρναλης».

 Την εκδήλωση θα πλαισιώσουν μουσικά ο μουσικοσυνθέτης Στέφανος Γεωργιάδης με την τραγουδίστρια Κατερίνα Τσαντήλα.

Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2015

Το Ποίημα της Εβδομάδας: Αὐτονεκρολογία, Κώστας Βάρναλης (1884-1974)



ημέρα μνήμης
σαν σήμερα έφυγε από τη ζωή ο Κώστας Βάρναλης


~

Αὐτονεκρολογία

Μισὸν αἰῶνα πάλευα κι ἀπάνου
γιὰ λευτεριὰ δικιά μου καὶ τῶν ἄλλων,
κι ὅλο πιότερο μ᾿ ἔπνιγεν ὁ βρόχος,
κι οἱ γενναῖοι, ποὺ μὲ πνίγανε, πιὸ δοῦλοι.


Μὲ μπουκῶναν μωρὸ «Μεγάλη Ἰδέα»
κρύβοντάς μου τὸν πιὸ αἱμοβόρο ὀχτρό μου:
νά ῾μαι τοῦ ξένου ὁ πάτος, νὰ μισῶ
καὶ νὰ καταφρονῶ τ᾿ ἀνόσιο πλῆθος.


Τὰ σκολειά μου τὰ κλείνανε τὰ μάτια.
Μοῦ τ᾿ ἄνοιγαν ἡ ζούγκλα τῶν Ὀλίγων
καὶ τὰ «καταραμένα» τὰ βιβλία.
Κι ὁλάνοιχτ᾿ ἀπομεῖναν ὡς τὸ τέλος.


Ὅσο τὰ χρόνια ἀσπρίζαν στὴν κορφή μου,
τόσο βαθιὰ μοῦ μάτωνεν ἡ ἐλπίδα.
Μάθαινα πὼς ἡ ἀγάπη εἶναι δειλία
κι ἡ καλοσύνη ἀγιάτρευτο κακό.


Ἥρωας δὲν ἤμουν, μ᾿ ἔκαμνεν ὁ φόβος
(ἢ θὰ σκοτώσεις ἢ θὰ σκοτωθεῖς)
νὰ μεγαλώνω τὴ γλυκιὰ πατρίδα
καὶ νὰ μικραίνω τὸ φτωχὸ λαό.


Νὰ γελιέμαι πὼς ζῶ, ξεπόρτιζα ἔξω.
Κάθε πατημασιά μου καὶ πληγή.
Πιανόμουν ἀπὸ κάγκελα καὶ πόρτες
μὴν πέσω – τὸ κουφάρι μου κι ὄχι ἐγώ!


Μ᾿ ἄφησαν ὅλοι στὰ κακὰ ὑστερνά μου:
γυναῖκες, συγγενάδια, ἄσπονδοι φίλοι.
Κανεὶς νὰ μὲ βαστάει, νὰν τοῦ μιλάω.
Μιλοῦσα μοναχὸς δίχως ν᾿ ἀκούω.


Μὲ βρήκανε στὸ τέλος ξυλιασμένον
τρεῖς μέρες στὸ ντιβάνι μου ἀπομόναχο,
μὲ τὰ μάτια ἀνοιχτὰ καὶ στηλωμένα
κατὰ σένα, ὅπως πάντα, Ἀνατολή.


Οἱ πεθαμενατζῆδες μεθυσμένοι
βλαστημοῦσαν, ὅπως μὲ κατεβάζαν
τυλιγμένον σὲ μία παλιοκουβέρτα,
ὄροφοι πέντε καὶ σκαλιὰ ἐνενῆντα!


Κι ἢ ραχοκοκαλιὰ νὰ μὴ λυγάει
γιὰ νὰ τοὺς εὐκολύνει στὴ δουλειά τους.
Δὲν τό ῾μάθε κανένας. Τ᾿ ὄνομά μου
μήτ᾿ ἐγὼ δὲν τὸ λέω καὶ δὲν τὸ γράφω.


Τὰ μπουκωμένα στόματ᾿ ἀλυχτῆσαν:
–καλότυχοι, ἕνας Βούργαρος λιγότερο!
–κακότυχοι, ποὺ δὲν τόνε προλάβαμε!
–κόβουμ᾿ ἕναν, φυτρώνουνε σαράντα!


Εὐχαριστῶ σας, γερατειὰ καὶ πόνοι,
ποὺ ἐσεῖς μὲ ξαποστείλατε, ὄχι ὁ Νόμος
(δυὸ φορὲς «ἐπ᾿ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ»!).


Κι οὔτε μὲ πολτοποίησε στὴ λάσπη
ἕνα τρίκυκλο ἀθῷο («τροχαῖον ἀτύχημα»!).
Ρίχτε με τώρα στὰ βαθιὰ τῆς θάλασσας.
Τ᾿ ἀδούλωτα κορμιὰ δὲ βρίσκουν οὔτε
μιᾶς πιθαμῆς Ἑλλάδα νὰ ἡσυχάσουν!


Νοέμβρης 1968

~

Κώστας Βάρναλης (Πύργος Βουλγαρίας 1884 - Αθήνα 1974)

«Ἢ ποίηση τοῦ Βάρναλη, γράφει ὁ Μενέλαος Λουντέμης, δὲ μύριζε ποτὲ γάλα. Μύριζε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μπαροῦτι· κατέβηκε δηλαδὴ στὸ στίβο χωρὶς πάρα πολλὰ γυμνάσματα καὶ δοκιμὲς καὶ περιπλανήσεις στοὺς λειμῶνες τῶν ἀσφόδελων. Μ᾿ ἄλλα λόγια, χωρὶς αὐτὲς τὶς πεισιθάνατες κραυγὲς ποὺ ἔβγαζαν ὅλοι οἱ λυρικοί του καιροῦ του. Ὄχι. Ἡ Ποίηση τοῦ Βάρναλη ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἀρσενική, λάσια, μιὰ βολίδα ποὔπεσε μὲς στὰ στεκούμενα νερὰ τοῦ μελίπηχτου λυρισμοῦ».

«Ἡ πεῖρα τῆς κοινωνικῆς θεωρίας, γράφει ὁ Μιχαὴλ Περάνθης, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ ἀγωγή, μαζὶ μὲ μία ἐκτάκτως λεπτὴ ἕλξη πρὸς τὸ αἰσθητικὸ καὶ τὸ ὡραῖο, τὸ καλλιτεχνικὸ ὡραῖο, ποὺ ρέει στὸ αἷμα του, διαμόρφωσαν ἕνα προσωπικὸ καὶ φιλοσοφημένο λογοτεχνικὸ χαρακτῆρα, -ποὺ συγκέντρωσε τὶς ἐλπίδες γιὰ τὴν καλλιέργεια καὶ στὸν τόπο μας τῆς ἀριστερῆς τέχνης».

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2015

Το Ποίημα της Εβδομάδας: Πρωτοχρονιάτικο, Κώστας Βάρναλης (1884-1974)

Κομμάτι  του  χειρογράφου του ποιήματος με τίτλο «Πρωτοχρονιάτικο» (μεταγενέστερη παραλλαγή) και με την υπότιτλη σημείωση «1931, όταν η "Ιερά Σύνοδος" αφόρισε τους "μαλλιαροκομμουνιστές"»
 
 
 
ΜΠΟΝΑΜΑΣ*
 
 
Σαράντα σβέρκοι βοδινοί με λαδωμένες μπούκλες
σκεμπέδες σταβροθόλωτοι και βρώμιες ποδαρούκλες
ξετσίπωτοι ακαμάτηδες, τσιμπούρια και κορέοι
ντυμένοι στα μαλάματα κι επίσημοι κι ωραίοι.
 
 
Εξήντα λύκοι με προβιά (γι’ αυτούς βαράν καμπάνες)
φάγανε γουρουνόπουλα, στραγγίσαν νταμιτζάνες!
Κι απέ ρεβάμενοι βαθιά ξαπλώσανε στα τζάκια,
κι αβάσταγες ενιώσανε φαγούρες στα μπατζάκια.
 
 
Την προσευκή τους κάνανε τα πράματα ν’ αλλάξουν
να ξεπροβάλουν οι κυράδες του Δεκαημέρου
χωρίς καπίστρι και λουρί, πολλές μαζί… (φυλάξου
τα πισινά του μουλαριού τα μπρος του καλογέρου!)
 
 
Κι ο Σατανάς τούς άκουσε που πιο καλά τους ξέρει
κι έστειλε τον καθηγητή της ηθικής ξεφτέρι…
 
 
Όξω οι φτωχοί φωνάζανε: «Πεινάμε τέτοιες μέρες”
γερόντοι και γερόντισσες, παιδάκια και μητέρες.
Κι οι των επίγειων αγαθών σφιχτοί νοικοκυρέοι
ανοίξαν το παράθυρο κι είπανε: «Φταιν οι αθέοι».
 
 
 
ΓΕΡΒΑΣΙΟΣ Ο… ΘΕΟΕΜΒΑΙΚΤΗΣ
(Διά το γνήσιον Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ)






*αναδημοσίευση του ποιήματος και της φωτογραφίας από το εξαιρετικό ιστολόγιο για τον Κώστα Βάρναλη "Ο άγνωστος Βάρναλης και τα αδημοσίευτα ποιήματά του"   / για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το ποίημα και για το έργο του Βάρναλη γενικότερα / το ιστολόγιο αποσκοπεί "να γνωρίσουμε καλύτερα τον εκπαιδευτικό, τον ποιητή, τον χρονογράφο, τον κριτικό, το δοκιμιογράφο, το μεταφραστή, το θεατρικό συγγραφέα, μα πάνω απ' όλα τον ανατρεπτικό, τολμηρό και επίκαιρο διανοητή Κώστα Βάρναλη."

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2014

[μόλις κυκλοφόρησε] Αϊ-Στράτης: Θυμήματα εξορίας, Κώστας Βάρναλης, εκδ. Καστανιώτης

φωτογραφία: Ειρηναίος Μαράκης


[μόλις κυκλοφόρησε] Αϊ-Στράτης: Θυμήματα εξορίας, Κώστας Βάρναλης, εκδ. Καστανιώτης
γράφει ο  Ειρηναίος Μαράκης

   Πόσοι γνωρίζουν ότι ο Κώστας Βάρναλης εκτός από ποιητής ήταν ένας πολυγραφότατος και άκρως καυστικός πεζογράφος, κριτικός και μεταφραστής; Πόσοι έχουν κάποιο βιβλίο του στο σπίτι τους; Πόσοι γνωρίζουν ότι ήταν ένας ριζοσπάστης του λόγου και της πένας, ένας άνθρωπος της δράσης και υπερασπιστής των κοινωνικών δικαιωμάτων; Πόσοι έχουν μείνει στο ότι ήταν κομμουνιστής χωρίς όμως να τους έχουν πει κάτι περισσότερο και ουσιαστικότερο από αυτό; Ότι δηλαδή εξορίστηκε και κινδύνεψε η ζωή του, γιατί από άκρως ταξική θέση και για τα συμφέροντα των εργαζομένων αυτού του τόπου εναντιώθηκε στους ιδεολογικούς και πολιτικούς προγόνους αυτών που σήμερα δυναστεύουν την καθημερινότητά μας; Πόσοι, στο κάτω-κάτω της γραφής, έχουν αναζητήσει πληροφορίες για το έργο και τη ζωή του στο διαδίκτυο; "Περίεργα" ερώτηματα αλλά όχι δύσκολο να απαντηθούν. Ευτυχώς, η επικοινωνία μεταξύ του λαού και οι συνθήκες της ζωής, η ιστορική και η κοινωνική (ταξική, επιμένω σε αυτό τον προσδιορισμό) μνήμη αποδεικνύονται πιο δυνατά από την κατεστημένη ιδεολογία των Ράμφων και των Ζουράρηδων και έτσι ο Βάρναλης δεν έχει χαθεί μέσα στη σκόνη του χρόνου. Δεν είναι ένας άγνωστος!

   Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η προσπάθεια να έρθει στο φως το έργο του Βάρναλη και κατ' επέκταση και η ιστορία αυτού του τόπου δεν πρέπει να συνεχιστεί. Ένα μέρος αυτού του κενού έρχεται να καλύψει το νέο βιβλίο των εκδόσεων Καστανιώτη με ενθυμήματα του Βάρναλη από την δίμηνη εκτόπισή του στο νησί του Αϊ-Στράτη (20 Οκτώβρη 1935 έως 25 Δεκέμβρη 1935) όπου κατέγραψε, αμέσως μετά την απόλυσή του, σε δημοσιεύματα στην εφημερίδα Ανεξάρτητος και λίγο αργότερα στον Ριζοσπάστη. Τα κείμενά του, όπως και η αλληλογραφία με τη σύζυγό του, Δώρα Μοάτσου, περιγράφουν τις συνθήκες διαβίωσης στο νησί, σκιαγραφούν την προσωπικότητά του αλλά και το πώς επέδρασε στον ποιητή το γεγονός της εξορίας. Σύμφωνα με το δελτίο τύπου από την σελίδα του εκδοτικού οίκου: "τα ντοκουμέντα αυτά, οι σχετικές μαρτυρίες συνεξορίστων του και οι επιστολές παρουσιάζονται στα δύο πρώτα κεφάλαια του βιβλίου. Στο τρίτο κεφάλαιο διερευνάται το πότε γράφτηκε το ποίημα «Εξορία», ενώ με τη βοήθεια άλλων μαρτυριών εξετάζονται οι συνθήκες υπό τις οποίες γράφτηκε στον Αϊ-Στράτη το αθησαύριστο ποίημά του «Η ώρα φτάνει». Η έκδοση συμπληρώνεται με εκτενέστατη εργοβιογραφία του Κώστα Βάρναλη, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το φωτογραφικό και εικαστικό υλικό που συνοδεύει και τεκμηριώνει τα κείμενα."

   Από την δική του πλευρά ο Βασίλης Κρίτσας στο περιοδικό Fractal παρατηρεί ότι: "Ο Βάρναλης περιγράφει όσα έζησε μαζί με τους συνεξόριστους συντρόφους του, καθοδόν προς τον Αϊ – Στράτη και κατά την παραμονή τους στο «νησί των ονείρων μας», όπως λέει μεταξύ σοβαρού και αστείου σε ένα σημείο, γιατί μετά από τόσες ώρες ταξιδιού και ταλαιπωρίας, θα ‘ταν απόλυτοι κύριοι, όχι της ψυχής τους, αλλά των ποδιών τους, για να πάνε όπου ήθελαν. Στο «νησί του ενωμοτάρχη» (όπως η Ελλάδα αντίστοιχα ήταν «βιλαέτι του Κοντύλη») και το μονάκριβο χωριό του, που «θέλουμε δε θέλουμε πρέπει να το αγαπήσουμε, γιατί θα παραδοθούμε σε αυτό και από την καλοσύνη του εξαρτάται να περάσουμε όσο μπορούμε λιγότερο θλιβερά τους μήνες της σκλαβιάς μας». Ο Βάρναλης καταφέρνει να αγαπήσει ειλικρινά κάθε πτυχή της περιπέτειάς του. Το νησί και τους κατοίκους του, με τη φτώχια, τα προβλήματά τους και την αρχική τους καχυποψία, που σταδιακά έσπαγε. Τους συντρόφους του και τις (εργασιακές και μορφωτικές) δραστηριότητες της κολεκτίβας ,που ήταν σα μικρογραφία σοσιαλιστικού κράτους: όλα μοιράζονταν, τα λιγοστά τσιγάρα πολλαπλασιάζονταν ακολουθώντας το «θάμα των πέντε άρτων», ενώ «όλοι δουλεύανε για όλους και για τον εαυτό τους –όχι για τους… έξυπνους μονάχα και τους παράσιτους, όπως γίνεται έξω στην κοινωνία την αστική». Το μικρό βαπόρι που τους φέρνει όσα χρειάζονται (χρήματα, αλληλογραφία, εφημερίδες, φρέσκιες ειδήσεις από τους καινούριους εξόριστους) και από το οποίο «κρεμότανε η ψυχή μας και η τύχη μας». Τον χοντρό, κίτρινο σκύλο των πολιτικών εξόριστων, το Βενιζέλο, που είναι ήμερος, αλλά γίνεται άγριο θηρίο, άμα δει χωροφύλακα."


   Απαραίτητη υπενθύμιση ότι στο βιβλίο η επιμέλεια, η έρευνα και τα σχόλια έγιναν από τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Ηρακλή Κακαβάνη, ο οποίος είναι συγγραφέας του βιβλίου “Ο δαίμων του τυπογραφείου’, εκδόσεις “Προσκήνιο’, 2008 ενώ είχε τη φιλολογική επιμέλεια και έγραψε το εισαγωγικό σημείωµα στο Λεύκωμα “Ομήρου Ιλιάδα, 21 Λιθογραφίες το Henri Motte“, εκδόσεις “Τυποεκδοτική’, 2008. Το 2012 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Εντός το βιβλίο-μελέτη του «Ο Άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του». Η επιμονή του και η υπευθυνότητα που τον διακρίνει στην φιλολογική, γλωσσική και ιστορική έρευνα καθώς και η συστηματική ενασχόλησή του με το έργο του Βάρναλη αποτελούν, τολμώ να πω, εγγύηση για την ιστορική κατανόηση της περιόδου που γράφονται οι συγκεκριμένες αναφορές και τα ποιήματα αλλά και για την πληρέστερη γνωριμία μας με τον τόσο δικό μας αλλά και τόσο άγνωστο ποιητή και αγωνιστή Κώστα Βάρναλη.


   Όμως καθώς η παρουσίαση ενός βιβλίου και της σπουδαιότητας της συγκεκριμένης έκδοσης δεν μπορεί να εξαντληθεί σε λίγες γραμμές, υπόσχομαι να προχωρήσω σε εκτενέστερη βιβλιοκριτική, με τις δικές μου παρατηρήσεις και γιατί όχι, ενστάσεις και ύστερα από την ολοκλήρωση της ανάγνωσης, της μελέτης, αν θέλετε, του βιβλίου.

Χανιά, 5/11/2014

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

Τρία αντιφασιστικά (και όχι μόνο) ποιήματα

 



Άκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε

Άκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε.
Απ' αυτό βγάζω το συμπέρασμα πως είσαστε εκατομμυριούχοι.
Το μέλλον σας είναι σιγουρεμένο - το βλέπετε
μπροστά σας σ' άπλετο φως. Φρόντισαν
οι γονείς σας για να μη σκοντάψουνε τα πόδια σας
σε πέτρα. Γι' αυτό τίποτα δε χρειάζεται
να μάθεις. Έτσι όπως είσαι
εσύ μπορείς να μείνεις.
Κι έτσι κι υπάρχουνε ακόμα δυσκολίες, μιας κι οι καιροί
όπως έχω ακούσει είναι ανασφαλείς,
τους ηγέτες σου έχεις, που σου λένε ακριβώς
τι έχεις να κάνεις για να πας καλά.
Έχουνε μαθητέψει πλάι σε κείνους
που ξέρουν τις αλήθειες που ισχύουνε
για όλους τους καιρούς
μα και τις συνταγές που πάντα βοηθάνε.

Μιας και για σένα γίνονται τόσο πολλά
δε χρειάζεται ούτε δαχτυλάκι να κουνήσεις.
Βέβαια, αν τα πράματα ήταν διαφορετικά
                   Η μάθηση θα 'τανε υποχρέωσή σου.
 
                   ΜΠΕΡΤΟΛΝΤ ΜΠΡΕΧΤ
 
                   πηγή
 
 

 
 
 
Ο καιόμενος

Κοιτάχτε μπήκε στη φωτιά! είπε ένας από το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.

Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.

Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.

Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.

Γινόταν ήλιος.

Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.

Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.
 
ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ

 
 
 
 
 
«Αλαμπάμα»
 
Εμμερυ Χιλλ (sic) - Γκυ Φόστερ
 
Αμα ο Θεός αμόλησεν τους άξιους πρωτόπλαστους
απ' το στενόν παράδεισο, κι όλης της γης την άπλα
τους χάρισε βασίλειό τους, Αμέρικα - Ιγγλιτέρα,
την πύρινη ρομφαία του τους έδωσε κι: - «Αμέτι»!
Με της ρομφαίας μου τη φωτιά με της ρομφαίας την κόψη
στη Γης να διαφεντεύετε το Δίκιο, την Ειρήνη!
***
Λαός δεν έμεινε λευκός ή κίτρινος ή μαύρος
που να μη χάρηκε βαθιά στα κόκκαλα το Δίκιο
κα να μην τρώγει και αίματα και μ' ίδρο την μπουκιά του
και που να μην πεθαίνει αυτός να ζει τ' αφεντικό του.


ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ
«Ευαγγελισμός» 15/9/58

το ποίημα, μαζί με το εισαγωγικό σημείωμα του συγγραφέα και δημοσιογράφου Ηρακλή Κακαβάνη, μπορείτε να το διαβάσετε και στο ιστολόγιο Ο άγνωστος ΒΑΡΝΑΛΗΣ και αδημοσίευτα ποιήματά του, όπου και εμείς το αναδημοσιεύουμε. Η «Αλαμπάμα» αποτελεί ένα άγνωστο αντιφασιστικό ποίημα του Κώστα Βάρναλη που δημοσιεύτηκε επίσης στην εφημερίδα Ριζοσπάστης (18/12/2001)

Κώστας Βάρναλης, από το Μονόλογο του Μώμου «Το φως που καίει»



(Από το Μονόλογο του Μώμου «Το φως που καίει»)

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Τους έσωσα κι εγώ μια φορά και πρόκοψα! Καλά τους είχα φκιάσει ολάκερους από λάσπη! Τί μου κατέβηκε να τους δώσω και πνέμα; Πώς ήτανε, αλήθεια, στην αρχή! Τριχωτοί απ’ την κορφή ώς τη φτέρνα με τα μάτια κολλητά το ένα με τ’ άλλο στη ρίζα της μύτης. Δείχνανε τα σουβλερά τους δόντια συναμεταξύ τους και γρούζανε στριγκλιάρικα… Τα χέρια τους μακρύτερ’ απ’ τα πόδια σερνόντανε χάμου στη γης, σαν περπατούσανε, γέρνοντας μπροστά και τρεκλίζοντας ζερβά δεξιά. Σωστές μαϊμούδες. Έκλεψα τη φωτιά από τον Όλυμπο και τους την έφερα. Τους έδωσα το λογικό και τη γλώσσα. Τους ανέβασα ψηλά, ίσαμε τους θεούς. Κι αυτοί με προδώσανε. Με το λογικό ανακαλύψανε την μπαμπεσιά και την αχαριστία· και με τη γλώσσα το ψέμα και πάλι το ψέμα! Και τί τους γύρεψα γι’ αντάλλαγμα; Να με βοηθήσουνε κι αυτοί ενάντια στο Δία για να του πάρω την εξουσία του Κόσμου. Και να με τιμάνε πιότερο από το Δία — γιατί, θαρρώ, το αξίζω! Ε λοιπόν! Σαν τους ρώτηξε ο Δίας αστράφτοντας απάνου ώς κάτου από το θυμό! «Ποιός σας έδωσε την ουράνια φωτιά μου;» — «Ο Προμηθέας! Ο Προμηθέας!» φωνάξαν ούλοι μαζί και χιλιάδες δάχτυλα βουτηγμένα στο φαρμάκι με δείχνανε στον Τύραννο. Αυτοί με χέρια και με δόντια βοηθήσανε το Κράτος και τη Βία να με πιάσουνε και να μ’ αλυσοδέσουν. Κι όντας ετούτ’ οι ανελέητοι μπράβοι του Δία με καρφώναν εδώ ψηλά, τα ζαγάρια ξελαρυγγιζόντανε αποκάτου: «Έτσι και χειρότερα… Άνομε!..» Δε θά ’ρτω μια μέρα στα πράματα;

ΜΩΜΟΣ
 
(ήσυχα)
Δε φταίνε αυτοί.
 
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Ποιός φταίει δηλαδή; Ο Δίας;
 
ΜΩΜΟΣ

Εσύ!

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

(οργισμένα)
Εγώ;
 
ΜΩΜΟΣ

Ναι! Εσύ! Που νικήθηκες. Αν νικούσες το Δία, τότες όλοι θα ’τανε μαζί σου. Και θεοί κι ανθρώποι. Όλοι τότες θα βοηθούσανε την αφεντιά σου να πιάσεις τον οχτρό σου και να τον αλυσοδέσεις. Και το Κράτος κι η Βία θα σε παραστεκόντανε μπράβοι δικοί σου. Και θα τον καρφώνανε κατά δική σου προσταγή στο ίδιο μέρος με τα ίδια καρφιά. Κι ο Μορφονιός ο Ερμής θα ’τανε κοπέλι δικό σου, να πηγαινοέρχεται για τη δοκιμή των καρφιών και των χαλκάδων του. Τότες ο Δίας θα ’ταν ο αποστάτης κι ο άνομος. Κι ώς τώρα θα τον είχαν ούλοι ξεχάσει, όπως ξεχάσανε και σένα. Δεν το ξέρεις; Πάντα οι νικημένοι έχουνε τ’ άδικο. Και τ’ άβουλο πλήθος πάει ταχτικά με τους νικητές. Ώς τώρα η ιστορία του Κόσμου είναι ιστορία των Νικητών.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Κι όμως εγώ θέλησα ναν τους λευτερώσω από τον Τύραννο.

ΜΩΜΟΣ

Αυτά να μην τα λες σε μένα!.. Για ναν τους υποτάξεις στην τυραννία τη δικιά σου. Τους γέλασες, πως θα πολεμούσανε για το δικό τους το συφέρο: για λευτεριά, δικιοσύνη και παντοτινή ευτυχία. Ενώ πολεμήσανε μονάχα για ν’ αλλάξουν αφέντη — για το δικό σου το συφέρο. Τα ίδια κάνουνε κι οι αφέντες, οι τυράννοι της Γης… Ωστόσο δεν είναι δα πιο αχάριστοι και προδότες οι λαοί απ’ όσο του λόγου σας άδικοι και ψεύτες.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Γιε του Ήλιου και της Νύχτας. Παραείσαι, μου φαίνεται, σοφιστής. Πιότερο βαστάς από τη μάνα σου παρά από τον μπαμπά σου. Πάντα μου χαλνάς το κανονικό περπάτημα της σκέψης μου: τον αιώνιο Ρυθμό του Κόσμου. Δεν ήτανε δύσκολο να ’χες και συ μια ψίχα λογικό — αφού έχουν ακόμα κι οι ανθρώποι!

(σε λίγο)

Κι από τί θα σώσει τους ανθρώπους;

ΜΩΜΟΣ

Από την αμαρτία.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Κι αυτό το λέει σωτηρία; Μα η αμαρτία είναι όλ’ η ευτυχία κι η λευτεριά των Θεών.


το απόσπασμα αναδημοσιεύεται από την αντίστοιχη ανάτηση στη σελίδα για τον Κώστα Βάρναλη στο facebook ενώ η φωτογραφία από το in.gr