Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Georges Simenon. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Georges Simenon. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 28 Μαρτίου 2018

Ο Λέων Τρότσκι μιλάει στον Ζώρζ Σιμενόν: Βλέπω να έρχεται ο πόλεμος



 
Ο Τρότσκι σηκώνεται να με χαιρετήσει, μετά ξανακάθεται στο γραφείο του, ζυγίζοντάς με μαλακά με το βλέμμα. Τον έχουν περιγράψει άλλοι χιλιάδες φορές, δε θα ήθελα να το ξανακάνω κι εγώ. Θα ήθελα όμως να δώσω αυτή την αίσθηση ηρεμίας και γαλήνης που δοκίμασα στον κήπο, στο σπίτι, στο περιβάλλον. Ο Τρότσκι, απλός και εγκάρδιος, μου τείνει τις δακτυλογραφημένες απαντήσεις στις ερωτήσεις μου.
ΤΡΟΤΣΚΙ: Τις υπαγόρευσα στα ρώσικα και ο γραμματέας μου τις μετέφρασε το πρωί. Θα σας παρακαλούσα μόνο να μου υπογράψετε το αντίγραφο που θα κρατήσω εγώ.
(Στο γραφείο υπάρχουν σκόρπιες εφημερίδες απ’ όλο τον κόσμο, και η «Παρί Σουάρ» είναι πάνω πάνω. Ο Τρότσκι θα τους είχε ρίξει μια ματιά πριν φτάσω. Από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα φαίνεται, χαμηλά στον κήπο, ένας μικρός όρμος με δύο πλεούμενα: ένα μικρό καΐκι και ένα κανό με εξωλέμβιο κινητήρα).
ΤΡΟΤΣΚΙ: Βλέπετε. Έξι η ώρα το πρωί, βρίσκομαι κιόλας στο ψάρεμα.
(Δεν μου λέει ότι είναι αναγκασμένος να συνοδεύεται από έναν από τους αστυνομικούς του, αλλά το ξέρω).
 
 
 
Το φυλετικό
 
ΣΙΜΕΝΟΝ: Πιστεύετε ότι το φυλετικό πρόβλημα θα κυριαρχήσει στις εξελίξεις που θα ακολουθήσουν τις σημερινές ζυμώσεις; Ή μήπως θα κυριαρχούν τα κοινωνικά προβλήματα; Ή τα οικονομικά; Τα στρατιωτικά…
ΤΡΟΤΣΚΙ: Όχι. Δεν είμαι καθόλου της γνώμης ότι το φυλετικό πρόβλημα θα είναι αποφασιστικής σημασίας στις μέλλουσες εξελίξεις. Η φυλή στην οποία ανήκει ο καθένας είναι στοιχείο ανθρωπολογικό, είτε είναι αμιγής είτε είναι μεικτή, ένα στοιχείο από το οποίο μάλιστα η ιστορία δημιούργησε αυτά τα περίπου κατασκευάσματα που ονομάζονται έθνη…Τη μορφή της καινούργιας εποχής θα την αποφασίσουν οι τάξεις και οι κοινωνικές ομάδες, τα διάφορα κοινωνικά ρεύματα που γεννώνται από τα έθνη.
Δεν αρνούμαι τα διακριτικά στοιχεία που υπάρχουν σε κάθε φυλή. Αλλά αυτά, μέσα στην εξέλιξη, την ανάπτυξη της τεχνικής της εργασίας και της τεχνικής της σκέψης, περνούν σε δεύτερη μοίρα. Η φυλή είναι στοιχείο στατικό, παθητικό. Η δυναμική βρίσκεται στην ιστορία. Πώς να διαμορφώσει την κίνηση, την ανάπτυξη, ένα στοιχείο σχετικά ακίνητο; Όλα τα φυλετικά γνωρίσματα σβήνουν μπροστά σε ένα κινητήρα εσωτερικής καύσης! Για να μη μιλήσω για ένα πολυβόλο…
Όταν ο Χίτλερ ετοιμαζόταν να στήσει ένα «εθνικό» καθεστώς αντάξιο της λεγόμενης καθαρής βόρειο- γερμανικής φυλής, το μόνο που κατάφερε ήταν να πλαστογραφήσει ουσιαστικά τη λατινική φυλή του νότου. Αλλά και ο Μουσολίνι, στην εποχή του, στον αγώνα του για την εξουσία, χρησιμοποίησε – έστω ανατρέποντας το – το κοινωνικό δόγμα ενός Γερμανού, ή μάλλον Γερμανοεβραίου, του Μαρξ, που ένα – δύο χρόνια πριν, μάλιστα, τον αποκαλούσε «αθάνατο δάσκαλο όλων μας».
Αν σήμερα, στον εικοστό αιώνα, οι ναζί προτείνουν να γυρίσουμε τη ράχη στην ιστορία, στην κοινωνική δυναμική, στον πολιτισμό, για να επιστρέψουμε στη «φυλή», τότε γιατί να μη γυρίσουμε λίγο πιο πίσω   ακόμη; Η ανθρωπολογία δεν είναι παρά ένα μέρος της ζωολογίας, έτσι δεν είναι; Ποιος ξέρει τι θα μας πουν αύριο οι ρατσιστές! Μπορεί να αντλήσουν τις υψηλότερες εμπνεύσεις τους από το βασίλειο των πιθήκων! Μπορεί εκεί να βρουν τη δημιουργικότητα που ποθούν.
 
Συμμαχίες
 
ΣΙΜΕΝΟΝ: Οι συμμαχίες των δικτατοριών είναι μήπως μια πρώτη φάση συνένωσης των λαών, ή είναι απλώς ένα περαστικό ατύχημα; 
ΤΡΟΤΣΚΙ: Δεν πιστεύω ότι οι ενώσεις κρατών θα πραγματοποιηθούν με τις δικτατορίες από τη μια όλες μαζί και τις δημοκρατίες από την άλλη. Με εξαίρεση μια μικρή τάξη επαγγελματιών πολιτικών, τα έθνη, οι λαοί, οι κοινωνικές τάξεις δεν ζουν για την πολιτική. Οι μορφές που παίρνει ένα κράτος δεν είναι παρά οι τρόποι με τους οποίους εκφράζει συγκεκριμένες καταστάσεις, κυρίως οικονομικές. Βέβαια, οι ομοιότητες στη δομή ορισμένων κρατών συμβάλει στο να δημιουργηθούν συμμαχίες μεταξύ τους. Σε τελευταία ανάλυση όμως, οι προσεγγίσεις είναι κυρίως αποτέλεσμα οικονομικών συμφερόντων και στρατιωτικών υπολογισμών.
Με ρωτάτε αν θεωρώ περιστασιακές και παροδικές τις ομάδες φασιστικών δικτατοριών, όπως η Ιταλία και η Γερμανία, ή των περίπου βοναπαρτιστικών δικτατοριών, όπως η Πολωνία, η Γιουγκοσλαβία, ή Αυστρία… Αλίμονο! Δεν μπορώ να κάνω αισιόδοξες προβλέψεις. Ο φασισμός δεν προκαλείται από ψύχωση ή από υστερία (μ’ αυτά παρηγορούνται οι θεωρητικοί του σαλονιού, όπως ο κόμης Σφόρτσα), αλλά από βαθιά οικονομική και κοινωνική κρίση – η οποία δυστυχώς ροκανίζει τον ευρωπαϊκό κορμό. Η σημερινή περιοδική κρίση θα κάνει ακόμη οξύτερες τις πιο σκοτεινές διεργασίες.
 
Η έκρηξη
 
ΣΙΜΕΝΟΝ: Πιστεύετε ότι η κρίση μπορεί να εκτονωθεί ήρεμα, ή μήπως θεωρείτε απαραίτητη την έκρηξη; Πόσον καιρό πιστεύετε ότι μπορεί να κρατήσει η σημερινή «μετέωρη» κατάσταση;
ΤΡΟΤΣΚΙ: Ο φασισμός, και ιδιαίτερα ο γερμανικός εθνικοσοσιαλισμός, περικλείει για την Ευρώπη αναπόφευκτους κινδύνους πολέμου. Ίσως να κάνω και λάθος, επειδή βρίσκομαι έξω απ’ όλα αυτά. Κ ι όμως, έχω την εντύπωση ότι δεν έχει κατανοηθεί η έκταση του κινδύνου. Αν δούμε τα πράγματα με μια προοπτική όχι μηνών αλλά ετών – πάντως όχι δεκαετιών – θεωρώ απολύτως αναπόφευκτη μια πολεμική έκρηξη από μέρους της φασιστικής Γερμανίας. Νομίζω ότι το γεγονός αυτό θα έχει αποφασιστική σημασία για τη μοίρα της Ευρώπης…
Οι εκτιμήσεις μου όμως, τελικά, δεν θα πρέπει να φαίνονται απαισιόδοξες, παρά μόνο σε εκείνους που μετρούν τα βήματα της Ιστορίας στην Ευρώπη με πολύ κοντή μεζούρα. Όλες οι μεγάλες εποχές, όταν τις κοιτάζεις από πολύ κοντά, φαίνονται πράγματι μελαγχολικές. Η μηχανική της προόδου, οφείλουμε να παραδεχτούμε, είναι ατελής.
Εντούτοις, δεν έχουμε κανένα λόγο να πιστέψουμε ότι εν τέλει ο Χίτλερ, ή οσοιδήποτε Χίτλερ, είναι σε θέση να γυρίσουν πίσω τον τροχό της Ιστορίας για πάντα, ή ίσως και για δέκα χρόνια ακόμη. Θα σπάσουν τα δόντια τους στα γρανάζια του, και θα παλέψουν σκληρά με τους μοχλούς της για να πάνε πίσω την Ευρώπη για μερικά χρόνια.
Αλλά δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι στο τέλος η ανθρωπότητα θα βρει τον δρόμο της. Το ίδιο το παρελθόν της αποτελεί την εγγύηση.
 
* Λίγο πριν, στις παραμονές του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, του πήρε ο συγγραφέας Ζώρζ Σιμενόν, ως έκτατος απεσταλμένος της εφημερίδας «Παρί Σουάρ», αυτή τη συνέντευξη. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» στις 23 /3 /1991. Πηγή της δικής μας αναδημοσίευσης θα βρείτε στη σελίδα «Επανάσταση.»
 
 

Τρίτη 31 Μαρτίου 2015

Ένα Σιμενόν πρόσωπο

Ένα Σιμενόν πρόσωπο

Ηταν γόνος μικροαστικής οικογένειας ο Ζορζ Σιμενόν. Η ζωή δεν του χαρίστηκε, εγκατέλειψε νωρίς το σχολείο, εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε συντηρητική εφημερίδα, ώσπου να γίνει ο διάσημος συγγραφέας, αυτός με τα σπίτια σε δύο ηπείρους, με το υγρό στοιχείο να τον κατατρύχει (ποταμόπλοια στη Γαλλία, γιοτ στη Βόρεια θάλασσα), με τους νόμιμους γάμους, τα πολλά παιδιά και με τις χίλιες ερωμένες. Ο Σιμενόν, που έγινε μύθος πολύ πριν αποδημήσει το 1989... 




Αλήθεια, ποιος άλλος στον εικοστό αιώνα ευτύχησε να δει τα απομνημονεύματά του να εκδίδονται σε 72 τόμους πριν καν ολοκληρώσει τη συγγραφική του καριέρα (πλήθος βιβλίων ακολούθησαν) και ποιος είδε να γεννιούνται ταινίες επί ταινιών χάρη σ' αυτά;
Ο επιθεωρητής Μεγκρέ; Δεν ήταν παρά μια λεπτομέρεια στο σύνολο του έργου του! Πριν τον αποκαλύψει στο κοινό, είχε γράψει περί τα 200 μυθιστορήματα, πολλά με ψευδώνυμο και ήταν ήδη πάμπλουτος αλλά και αμφιλεγόμενος. Μπορεί στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο να κράτησε, αν μη τι άλλο, ουδέτερη στάση, όμως κατηγορήθηκε πως οι ταινίες του Μεγκρέ, που γυρίστηκαν κατά το 1941-1944, έγιναν με τη συμμετοχή γερμανών παραγωγών, ενώ τα βιβλία του έφεραν τη σφραγίδα της Γερμανικής Επιτροπής Λογοκρισίας. 





Το 1942 ήταν που γυρίστηκε επίσης το «Οι άγνωστοι μέσα στο σπίτι», και να πάλι το οξύμωρο: υπάρχουν άραγε άλλα βιβλία στη βραχύχρονη (σχετικά) έβδομη τέχνη που γέννησαν τα σενάρια για τρεις διαφορετικές ταινίες; Οντως οι «Αγνωστοι» το 1942 παίχτηκαν με πρωταγωνιστή τον Raimu, το 1967 ως αμερικάνικη παραγωγή με τον Τζέιμς Μέισον (και την Τζέραλντιν Τσάπλιν) και το 1992 (δεύτερη γαλλική παραγωγή) με τον Ζαν Πολ Μπελμοντό.
Αν διερωτάστε τι τράβηξε τρεις διάσημους ηθοποιούς να πρωταγωνιστήσουν σε ώριμη ηλικία στο ίδιο έργο, η απάντηση είναι απλή: ο ρόλος του Εκτόρ Λουρσά ντε Σεν Μαρκ. Εν ολίγοις το να ερμηνεύουν τουλάχιστον στη μισή διάρκεια της ταινίας έναν μεσήλικα ευγενικής καταγωγής που παραπαίει ελαφρά μεθυσμένος, έναν αδιάφορο για τη ζωή που όμως αίφνης βρίσκει ξανά το κέφι του γι' αυτήν.
Τώρα που το βιβλίο κυκλοφορεί από την «Αγρα» (σε μετάφραση Αργυρώς Μακάρωφ), ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα να ταξιδέψει πίσω σ' έναν βροχερό χρόνο και τόπο, στη Μουλέν, έναν Οκτώβρη όπου η παγωνιά δεν αστειεύεται.
Ο Λουρσά είναι γόνος αριστοκρατικής οικογένειας της επαρχίας. Μπορεί να ήρθε η Δημοκρατία, αλλά τα τζάκια έχουν πάντα πέραση, ο παππούς του ήταν σχεδόν ισόβιος δήμαρχος (διαθέτει και άγαλμα), ενώ οι συγγενείς του λύνουν και δένουν κρατώντας όλα τα νευραλγικά πόστα στην πόλη. Ομως ο Λουρσά έχει ένα πρόβλημα: από τότε που τον άφησε η γυναίκα του, 18 χρόνια πριν (με μία κόρη δύο χρονών), εγκατέλειψε τη δικηγορία, κλείστηκε στο μέγαρό του, ειδικότερα στο γραφείο του, από το οποίο βγαίνει μόνο για να πάει μέχρι την τραπεζαρία.
Κάθε πρωί κατεβαίνει στο κελάρι, παίρνει τρία μπουκάλια κόκκινο κρασί που καταναλώνει στη διάρκεια της ημέρας, καπνίζοντας αδιάκοπα και διαβάζοντας σκόρπιες σελίδες από τους χιλιάδες τόμους που στοιβάζονται στη βιβλιοθήκη του. Ωσπου ένα βράδυ ακούγεται ένας πυροβολισμός, και, ενώ ο ήρωάς μας δεν σκοτίζεται ιδιαίτερα, κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία, βγαίνει σε διαδρόμους του σπιτιού, από τους οποίους είχε χρόνια να περάσει για ν' ανακαλύψει αρχικά και στη διάρκεια των επόμενων εικοσιτετραώρων: το πτώμα ενός αγύρτη (μέσα στο σπίτι), ότι η κόρη του Νικόλ έχει εραστή, ότι κάθε βράδυ στο δωμάτιο της γίνονταν πάρτι και ότι συμμετείχε σ' ένα είδος συμμορίας που το γλένταγε κλέβοντας.
Ο Σιμενόν πετυχαίνει μ' ένα σμπάρο πολλά τρυγόνια. Γελοιοποιεί κατ' αρχήν την άρχουσα τάξη με τις πόζες, την υποκρισία, τα κλειστά της κλαμπ, τις φανταστικές αρρώστιες των κυριών- απάντηση στα στολισμένα με κέρατα κεφάλια τους, χωρίς αυτό να σημαίνει όμως πως δεν ασχολείται και με τα κόμπλεξ του φτωχού λαού απέναντί της. Στο τέλος τέλος όλοι θέλουν να είναι ή να γίνουν κάποιοι, από μικροαστοί ή έμποροι να μπουν σ' ένα σαλόνι.
Ο Σιμενόν εναποθέτει την ελπίδα του στη νεολαία, στην κόρη του Λουρσά και στον εραστή της, ένα είδος «παιδιού του λαού», έναν Ξανθόπουλο, που παρασύρεται αλλά που στο τέλος βρίσκει τον ίσιο δρόμο και παίρνει το κορίτσι.
Από την τοιχογραφία δεν λείπουν τα πρόσωπα που τυλίγουν το αριστοκρατικό της κέντρο. Οι πόρνες, οι ιδιοκτήτες μπαρ, οι ταξιτζήδες, ο βιβλιοπώλης, οι ανώνυμοι τέλος πάντων, που για μια στιγμή φωτίζονται προσθέτοντας στην αληθοφάνεια. Και βέβαια παντού η πόλη, σκοτεινή μες τη βροχή ή το χιονόνερο, υπογραμμίζει την κατάσταση, δημιουργώντας την απαραίτητη στο νουάρ ατμόσφαιρα.
Εκείνος όμως που στοιχειώνει τον αναγνώστη, είτε με το πρόσωπο του Raimu, είτε με του Μέισον, είτε με το πιο οικείο του γερασμένου Μπελμποντό, είναι ο Λουρσά. Αδιάφορος, πότης, μονομανής και στερημένος από τη θέρμη του θήλεος, ανακαλύπτει τη ζωή ξανά, της βγάζει ξαφνικά τη γλώσσα, συμμαχεί μαζί της για να παρασυρθεί εντέλει ξαναζώντας. 






Georges Simenon, Why Maigret Drinks Beer

    Georges Simenon, Why Maigret Drinks Beer




One of the questions that is most often put to me, and to which, in the beginning, I hardly found a satisfactory answer, is, "Why does Maigret drink beer?" Since Maigret was born in a place in the countryside of France which produces a pleasant little white wine, and lived customarily in Paris, where aperitifs are favored.

Most often I answered, "Would you rather see him drink crème de menthe or anisette?"

It's a mistake to believe that an author deliberately decides that his character will be built in such-and-such a way, will have such-and-such taste. The creation of a character is a rather mysterious thing, that happens for the most part subconsciously.

To be quite straightforward, I could have said, "He drinks beer because he can't do otherwise than to drink beer. Why do you have a long nose? And why do you eat French fries with most meals?

However, recently I went to Liège, for too brief a stay, unfortunately. But this briefness was only apparent. Indeed, during the weeks, months that followed, a thousand details buried in the deepest part of my memory came up again to the surface.

For example, I saw once more the Rue de l'Official, where the good old Gazette de Liège had had its offices at the time when I was a young reporter. I saw the Violet, where I had gone nearly daily, and the central police station.

Because of that, since then, back here, I've come to retrace paths that the young man in the beige raincoat made long ago.

Yes! Around noon, I'd stop at that place... And at five in the afternoon, nearly each day, I'd meet a friend at another. Three places in all, that I'd nearly forgotten, but that I see again today with a photographic precision, and of which I can even recover the odor. Three places where, as if by chance, I'd gone to drink beer...

One was a café at the bottom of the Haute-Sauvenière, a clean and quiet café only frequented by habitués, (I was going to say insiders), and, for the most, they each had, in a glazed cupboard, their personal glass, marked with their number, beautiful footed glasses that held one liter, in which they tasted with respect their clear beer.

My five o'clock appointment was in another café, not far from there, just on the other side of the Royal Theater, the Café de la Bourse, where customers, still the same, at the same marble tables, played cards or backgammon [le jacquet], and where the patron, in the morning, in shirt-sleeves, spent more than an hour lovingly cleaning the tubing of his beer pump. It was he who one day explained to me the importance of this operation, which he wouldn't entrust to any of his waiters.

The third... Why, it was in the shadow of the city hall, a dark, downstairs room, that a passer-by would have had little luck to notice and where there were never more than two or three customers at a time. Beer was served there by a strong blonde woman out of a picture by Rubens, who sat down at your table and drank with you while laughing with good indulgent laughter at your jokes. It didn't go any further. And she was the ideal companion to help you to savor a draft demi.

Why does Maigret drink beer?

I believe that these three pictures provide the answer to that question, and I would probably never have thought of it without my recent journey, and without the unforgettable supper that I had there, with my colleagues, in a sort of beer sanctuary, the Brasserie Piedbœuf, in Jupille, where I found once more, not only my old friends of yesteryear, but young people who came then, at the same time as that good odor of fresh beer that remains for me the very fragrance of Belgium

Georges Simenon

Lakeville, Connecticut

January 3, 1953

translated by Stephen Trussel