Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2018

Ιούλιος Βερν και υιός: Δυστοπία και Ουτοπία στο έργο τους


    ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ο Ιούλιος Βερν υπήρξε μία από τις επιδραστικότερες φιγούρες της Γαλλικής κουλτούρας του 19ου αι.. Θεωρείται πατέρας της επιστημονικής φαντασίας. Σήμερα ο μύθος του είναι πιο δυνατός από ποτέ . Όπως όλοι οι μύθοι, έχει και αυτός τα αμφιλεγόμενα σημεία του. Επίσης όπως γίνεται με όλους τους μύθους, άτομα με διαφορετικά (και ανταγωνιζόμενα μεταξύ τους πολλές φορές) ιδεολογικά κίνητρα αγωνίζονται να εντάξουν το Βερνιανό μύθο στο δικό τους ιδεολογικό-αξιακό σύστημα.
Γεγονός είναι ότι στο έργο του Ιουλίου Βερν διακρίνονται η αγάπη του για τα ταξίδια, τη γεωγραφία, καθώς και για την τεχνολογία, την ανακάλυψη και την επιστήμη . Το 1863 με το “Πέντε εβδομάδες με αερόστατο”, ο Βερν ξεκινά την ενασχόληση με την τεχνολογία και το αύριο (ενασχόληση που θα συνεχιστεί με το “Ταξίδι στο κέντρο της Γης”, το “Από τη Γη στη Σελήνη”, το “20.000 λεύγες κάτω από τηθάλασσα” κλπ).
Ο Βερν όμως για πολλά χρόνια θεωρούνταν παιδικός συγγραφέας. Υπάρχουν πολλοί που «βλέπουν» μια αφέλεια παιδική στο έργο του. Αν και αυτό δεν είναι εντελώς λανθασμένο, τα τελευταία χρόνια το έργο του επανεκτιμήθηκε. Βοήθησε σε αυτό και ο μεταμοντερνισμός που από τη μία αμφισβήτησε όλες τις κυρίαρχες ιδεολογίες και από την άλλη έψαξε να βρει κρυφά μηνύματα και ιδεολογίες σε όλους τους απολίτικους (ή τέλος πάντων μη έντονα πολιτικοποιημένος) κλασσικούς συγγραφείς, στην προσπάθειά του να αποδομήσει το μοντέρνο κόσμο και να επαναπροσδιορίσει τα πάντα.
Θύμα του μεταμοντερνισμού υπήρξε και ο Λάβκραφτ που άλλοι τον παρουσιάζουν σαν φασίστα και άλλοι σαν αναρχικό… Το θέμα είναι ότι οι πολιτικές ιδεολογίες δεν έπαιξαν μεγάλο ρόλο στο έργο του Βερν, Λάβκραφτ, Χάουαρντ κλπ. Ήταν συνειδητή επιλογή των ιδίων να επικεντρωθούν σε άλλα θέματα. Η παγίδα όμως που η μεταμοντέρνα σκέψη έχει στήσει είναι μεγάλη. Κάποιοι φτάσανε στο σημείο να παρουσιάζουν το Μαρκήσιο ντε Σαντ σαν υπερασπιστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων…
Έτσι τα τελευταία χρόνια ο Βερν παρουσιάστηκε σαν κρυφοαριστερός, προφήτης του σύγχρονου κόσμου και δυστοπικός συγραφέας. Κυρίαρχο επιχείρημα υπέρ της πιθανολογούμενης (κρυπτογραφημένης) πολιτικής του σκέψης υπήρξε ότι ο Βερν φοβόταν τον εκδότη του και έτσι περνούσε τα όποια μηνύματά του υπόγεια. Είναι αυτή η αλήθεια όμως; Σίγουρα στο έργο του υπάρχουν και δυστοπικά αλλά και πολιτικοποιημένα στοιχεία, όχι όμως τόσα ώστε να μετατραπεί ο Βερν σε γκουρού της πολιτικής σκέψης.
Ας τα πάρουμε ένα ένα : Αρχικά δεν ισχύει ότι ο Βερν υπήρξε προφήτης του τεχνολογικού κόσμου, καθώς πολλές από τις εφευρέσεις που παρουσιάζει στα βιβλία του υπήρχαν ήδη εκείνη την εποχή (πχ. το υποβρύχιο). Επίσης προφήτεψε και πολλά που δε γίνανε, όπως το ταξίδι στο κέντρο της γης. Άλλωστε και η πίστη του στα τεχνικά επιτεύγματα με το πέρασμα του χρόνου εξασθένησε.
Από πολιτικής άποψης ο Βερν με τα χρόνια έγινε πιο συντηρητικός (αν υπήρξε και ποτέ αριστερός) κάτι που μαρτυράται άλλωστε από τις πολιτικές του δηλώσεις και επιλογές.
Τέλος η φήμη του Βερν σαν συγγραφέα ουτοπίας- δυστοπίας οφείλεται και σε μερικά του έργα που κυκλοφόρησαν όσο ζούσε, αλλά κυρίως σε έργα που εκδόθηκαν μετά θάνατον (πχ. “Οι Ναυαγοί του Ιωνάθαν” που τελικά δεν ήταν δικά του) κυρίως από το γιο του. Πράγματι το 1863, ο Ιούλιος Βερν έγραψε ένα μυθιστόρημα με τίτλο“Το Παρίσι στον 20ό αιώνα” όπου ένας νεαρός άνδρας ζει σ’ έναν κόσμο με γυάλινους ουρανοξύστες, τρένα υψηλής ταχύτητας, αυτοκίνητα που κινούνται με φυσικό αέριο κλπ. Δημοσιεύθηκε μετά θάνατον το 1994.
Επίσης στο “Τα 500 εκατομμύρια του Μπεγκούμ” (1879) έχει συνδυαστεί με πρωτότυπο τρόπο η ουτοπία και η δυστοπία.
Έτσι στο έργο παρουσιάζονται δύο πόλεις. Η μία, δυστοπική και προάγγελος των ολοκληρωτισμών του αύριο, είναι μια στρατικοποιημένη πόλη, η Στάλσταντ. Η άλλη είναι η Φρανσβίλ, το αντίθετο της στρατικοποίησης, μία πόλη φτιαγμένη στα πρότυπα των Ουτοπικών σοσιαλιστών. Όμως το έργο αυτό δεν ανήκει στο Βερν . Αντίθετα ανήκει στον
κομμουνάρο Πασκάλ Γκρουσέ που εκτοπίστηκε μετά την ήττα της Κουμούνας και έζησε σαν πρόσφυγας για κάποια χρόνια.
Πληρώθηκε γι’ αυτό το έργο και δέχθηκε να το διασκευάσει ο Βερν χωρίς να φαίνεται πουθενά το όνομα του!
Στο θρυλικό “Μαύρες Ινδίες” μία ολόκληρη κοινότητα επιλέγει να ζήσει σε μία υπόγεια σπηλιά όπου εργάζεται και βγάζει τα προς το ζην από την εξόρυξη γαιάνθρακα. Ζει λοιπόν αυτή η κοινότητα πιο ικανοποιητικά από όταν ζούσε στην επιφάνεια. Τέλος ο Βερν δημιούργησε δύο θρυλικές προσωπικότητες: τον Κάπτεν Νέμο και το Ροβήρο. Ο ένας ζει ελεύθερος στη θάλασσα και εκδικείται τον πολιτισμό, ενώ ο άλλος ζει στον ουρανό με σκοπό να τον κατακτήσει. Ο Νέμο σίγουρα ήταν μια πολιτική δημιουργία του Βερν επηρεασμένος από τον αναρχοατομικιστή επαναστάτη της εποχής του, αλλά και από τους αντιαποικιακούς αγώνες.
Σε γενικές γραμμές, στο έργο του Βερν πολλοί ήρωές του καταφεύγουν από ανάγκη ή από επιλογή να ζήσουν σε ερημικά νησιά, σε ηφαίστεια, κάτω από τη γη ή μέσα στη θάλασσα. Ο Βερν προτείνει τη φυγή και το ταξίδι αλλά χωρίς το κομμουνιστικό ή αναρχικό πρόταγμα που έχουν άλλοι συγγραφείς της εποχής του.
Έτσι, ενώ στο έργο του υπάρχουν περιπτώσεις επαναστατικής φυγής μικρών ομάδων από την κοινωνία, δεν παρουσιάζονται αυτές οι περιπτώσεις εντός της κομουνιστικής ή ουτοπικοσοσιαλιστής παράδοσης. Αντίθετα η ιδιοκτησία ποτέ δεν καταργείται, ενώ δεν υπάρχει αληθινή ισότητα (ο Κάπτεν Νέμο πχ. είναι το αφεντικό των φυγάδων του Ναυτίλου).
Στο έργο του Βερν κυριαρχεί η φυγή, το ταξίδι και ο μύθος. Όποια επαναστατικά και δυστοπικά-ουτοπικά μηνύματα υπάρχουν είναι σχετικά περιορισμένα σε έναν αχανή κόσμο από χαρακτήρες και τοποθεσίες που αποτελούν το σύνολο του Βερνιανού κόσμου. Ο Βερν ήθελε να αρέσει σε όλους (αν και κυρίως στα παιδιά). Με αυτήν την έννοια δεν υπήρξε ποτέ επαναστάτης. Εξίσου άδικος είναι βέβαια και ο χαρακτηρισμός του σαν παιδικός συγγραφέας. Απλά ο Ιούλιος Βερν είναι ο Ιούλιος Βερν.
ΕΡΓΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΜΙΣΕΛ ΒΕΡΝ
Μετά το θάνατό του, ο γιος του Ιουλίου Βερν αναλαμβάνει να κυκλοφορήσει κάποια ακυκλοφόρητα έργα του πατέρα του. Θεωρητικά ο Μισέλ Βερν έχει την υποχρέωση να διορθώσει τυχόν λάθη στα αρχικά χειρόγραφα του πατέρα του, τα οποία ο θάνατός του, εμπόδισε στο να τα επιμεληθεί ο ίδιος. Ο Μισέλ όμως σε κάποια έργα άλλαξε κυριολεκτικά τα φώτα. Και εννοείται ότι βάζει την υπογραφή του πατέρα του… Έτσι κάποια τον θεωρούν πλαστογράφο γιατί αλλοίωσε τα αρχικά κείμενα του Ιούλιου Βερν. Ο ίδιος, μία αμφιλεγόμενη προσωπικότητα δεν κυκλοφόρησε ποτέ κάτι με το επώνυμό του . Έτσι καταδικάστηκε από τους κριτικούς να ζει στη σκιά του πατέρα του σαν μία αντιφατική και ιδιάζουσα περίπτωση. Είναι όμως έτσι;
Πρώτα και κύρια ο Μισέλ κατάργησε όσο μπορούσε το happy ending του πατέρα του. Πολλές φορές άλλαξε έτσι ολόκληρο το μήνυμα. Η αλήθεια είναι ότι αν κάποιος από τους δύο είναι πρόδρομος της δυστοπίας αυτός είναι ο γιος και όχι ο πατέρας. Στους “Οι Ναυαγοί του Ιωνάθαν” ο Μισέλ ανατρέπει το χαρωπό κοινωνικό μήνυμα του πατέρα του και παρουσιάζει μια φιλοσοφική μελέτη -κριτική όλων των πολιτικών συστημάτων. Σε αυτό το έργο ο Μισέλ Βέρν δείχνει μια συμπάθεια προς τον “αναρχοατομικισμό”.
Επίσης στο “Εκπληκτική περιπέτεια της αποστολής Μπαρσάκ” (1919) ο Μισέλ Βερν τα καταφέρνει καλά. Περιγράφει τον τεχνολογικό φασισμό του μέλλοντος μέσα από την πόλη Μπλάκλαντ (όπου κυριαρχούν οι ιπτάμενες μηχανές και τα αυτόματα εργαλεία). Ενώ όμως η τεχνολογία θριαμβεύει, η κοινωνία νοσεί. Η πόλη είναι διαχωρισμένη μεταξύ τομέων με τοίχους, ενώ και οι κάτοικοι είναι χωρισμένοι μεταξύ τους σε λευκούς και μαύρους. Όμως ο Μισέλ είναι πανέξυπνος. Οι λευκοί δεν εξουσιάζουν μόνο τους μαύρους αλλά και πολλούς λευκούς σκλάβους. Μάλιστα η προσωπική φρουρά του δικτάτορα είναι μαύροι. Με τον τρόπο αυτό ο Μισέλ κατάφερε να συλλάβει τη δύναμη του καπιταλιστικού ολοκληρωτισμού, που μέσω της περιπλοκότητας και παραχωρώντας προνόμια σε κάποιο κομμάτι της μειονότητας (διαίρει και βασίλευε) μπορεί να επιβιώνει.
Άλλο ενδιαφέρον και πρωτότυπο στοιχείο στη σκέψη του Μισέλ είναι ότι στην πόλη αυτή κανείς δεν είναι εξαθλιωμένος. Αντίθετα η τεχνολογία βρίσκεται στην υπηρεσία όλων, ακόμα και των δούλων. Στο έργο αυτό προαναγγέλλεται κατά κάποιον τρόπο το Βrave new world του Χάξλευ, αλλά γιατί όχι και ο σύγχρονος υπερκαταναλωτικός κόσμος (τουλάχιστον πριν την παγκόσμια κρίση του 2007).
Τέλος στο “Ο Αιώνιος Αδάμ” (1910), έργο που μάλλον ανήκει εξολοκλήρου στο γιο, εκείνος παρουσιάζει το τέλος της ανθρωπότητας, μένοντας πιστός στο δυστοπικό
πνεύμα του 20ου αι., τόσο ξένο στον πατέρα του και στο χαρούμενο τεχνολογικό πολιτισμό του 19ου αιώνα. Μια μικρή ομάδα έχει επιβιώσει από την ξηρασία που κατέστρεψε τον πλανήτη. Υπάρχει το στοίχημα του αν ο πολιτισμός θα επιβιώσει και ο κόσμος, όπως τον ξέραμε, θα ξαναδημιουργηθεί. Η ομάδα όμως δεν τα καταφέρνει και οι επιζώντες επιστρέφουν στο πρωτόγονο επίπεδο. Ο πολιτισμός πέθανε και ο Μισέλ υπήρξε με αυτό του το έργο πρωτεργάτης της καταστροφολογικής λογοτεχνίας.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Αν και με την υπογραφή του Ιουλίου, τα πιο πολιτικοποιημένα και μηδενιστικά έργα των Βερν πρέπει να αποδοθούν στο γιο. Ακόμα και έτσι ο Ιούλιος Βερν δεν υπήρξε ένας παιδικός συγγραφέας, αν και η προσπάθεια καπελώματός του από κάθε πολιτική ιδεολογία θα μείνει μάλλον ανεπιτυχής. Είναι αυτό που είναι και γι’ αυτό το λόγο αγαπήθηκε τόσο.

             

Παρασκευή 27 Ιουλίου 2018

Βιβλίο: Matthew Lewis, Ο ΚΑΛΟΓΕΡΟΣ, εκδόσεις Gutenberg (2005)



Matthew Lewis, Ο ΚΑΛΟΓΕΡΟΣ
εισαγωγή-μετάφραση-σημειώσεις: Αλέξανδρος Κοσματόπουλος
μετάφραση ποιημάτων: Κυριάκος Αθανασιάδης
εκδόσεις Gutenberg (2005)

Τυφλωμένος από σαρκικό πάθος ένας χαρισματικός καλόγερος μεταμορφώνεται σε "διάβολο" και αρχίζει να κυνηγά με μανία μια αθώα κοπέλα αγνοώντας πως τον ενώνει μαζί της ένα τρομερό μυστικό. Σκοτεινοί πύργοι, φόνοι, μάγισσες, βιασμοί: Το γοτθικό μυθιστόρημα σε όλο του το μεγαλείο.

-από διαφημιστικό κατάλογο των εκδόσεων

"Η φρίκη στη λογοτεχνία φθάνει σε νέο επίπεδο με το έργο του Μάθιου Γκρέγκορι Λιούις (1773-1818), του οποίου το μυθιστόρημα Ο Μοναχός (Ο Καλόγερος, 1796) γνώρισε μεγάλη δημοτικότητα και του χάρισε το παρωνύμιο "Μοναχός" Λιούις. [...] στράφηκε σε μορφές τρόμου πιο βίαιες [...] παράγοντας έτσι έναν αριστουργηματικό, ενεργό εφιάλτη που η γενική γοτθική ατμόσφαιρα ενισχύεται από πρόσθετα μακάβρια στοιχεία".

Χ.Φ. Λαβκραφτ, ΥΠΕΡΦΥΣΙΚΟΣ ΤΡΟΜΟΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, μετάφραση: Γιώργος Μπαρουξής-πρόλογος: Μάκης Πανώριος, εκδ. Αίολος (2008)


Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2017

Ο Τρότσκι για τον συγγραφέα Αντρέι Μπιελύ



Ο Τρότσκι για τον συγγραφέα Αντρέι Μπιελύ
επιμέλεια: Ειρηναίος Μαράκης //


Πολλές εκδόσεις, νεότερες ή και παλιότερες, είδαν το φως της δημοσιότητας την χρονιά που φεύγει σε λίγες μέρες και σχετικά με την συμπλήρωση των εκατό χρόνων από την εποποιία της Οχτωβριανής Επανάστασης. Είτε ιστορικές, είτε λογοτεχνικές αυτές οι εκδόσεις προσπάθησαν να μας δώσουν, όχι πάντα με επιτυχία, ούτε πάντα με θετική άποψη απέναντι στην Επανάσταση, ένα γενικό πανόραμα της συγκεκριμένης διαδικασίας αλλά και μια εικόνα της ρώσικης κοινωνίας πριν και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Η διπλή έκδοση στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κίχλη και Αντίποδες αντίστοιχα του μυθιστορήματος "Πετρούπολη" του Ρώσου συγγραφέα Αντρέι Μπιελύ εντάσσεται σε αυτόν ακριβώς τον κανόνα, ιδιαίτερα εάν συνυπολογίσουμε ότι στο έργο η Πετρούπολη "περιγράφεται ως μια πόλη σε αργό θάνατο, που εξαιτίας της επανάστασης του Οκτωβρίου έχει τεθεί σε κατάσταση συναγερμού".

Στο σημείωμα που ακολουθεί παραθέτουμε την άποψη του Ρώσου επαναστάτη Λέον Τρότσκι για τον συγγραφέα από την συγκεντρωτική έκδοση του βιβλίου του "Λογοτεχνία και Επανάσταση" (στο πρώτο κεφάλαιο σχετικά με την προεπαναστατική τέχνη στη Ρωσία) χωρίς ενδιάμεσο δικό μας σχολιασμό. Νεότερο σχόλιο θα ακολουθήσει με την ολοκλήρωση της ανάγνωσης του βιβλίου του Αντρέι Μπιελύ που όπως αναφέρεται στο σχετικό δελτίο τύπου από τις εκδόσεις Κίχλη:

"Η "Πετρούπολη" αποτελεί ξεχωριστό δείγμα του ρωσικού μοντερνισμού. Στον πολυφωνικό ιστό της συνυφαίνονται πολλά και διαφορετικά στοιχεία. Οι επαναλήψεις μοτίβων και φράσεων, οι υποβλητικές, έντονα εικαστικές περιγραφές της πόλης, καθώς και η ιδιάζουσα μουσική οργάνωση του κειμένου συνιστούν τυπικά χαρακτηριστικά της ποιητικής του συμβολισμού. Τη ρευστή, φασματική ατμόσφαιρα επιτείνουν τα διανοητικά παιχνίδια των ηρώων, καθώς οι εφιάλτες τους ζωντανεύουν και στοιχειώνουν την πόλη, που, τυλιγμένη στην καταχνιά, μοιάζει να παγιδεύει ήρωες και αφηγητή".

Συγχρόνως, η οξεία ειρωνική ματιά του συγγραφέα απέναντι στις ιδεολογικές τάσεις και τα σημαντικά πολιτικά γεγονότα του καιρού του, μη εξαιρουμένης της επανάστασης του 1905, η παρωδία θεμάτων και τεχνικών του παραδοσιακού μυθιστορήματος, καθώς και ο μετεωρισμός ανάμεσα στο δραματικό και το κωμικό στοιχείο μπολιάζουν το μυθιστόρημα με ένα ανατρεπτικό πνεύμα, χαρακτηριστικό που η Πετρούπολη μοιράζεται με άλλα έργα του ευρωπαϊκού μοντερνισμού των αρχών του 20ού αιώνα.




Η μεσοεπαναστατική λογοτεχνία (1905-1917), παρακμιακή στη διάθεσή της και στη σημασία της, υπερεκλεπτυσμένη στην τεχνική της, λογοτεχνία ατομικισμού, συμβολισμού και μυστικισμού, βρήκε στο Μπιελύ την πιο υψηλή της έκφραση και υπήρξε διαμέσου αυτού η πιο ανοιχτά κατεστραμένη απ’ τον Οκτώβρη. Ο Μπιελύ πιστεύει στη μαγεία των λέξεων. Μπορεί κατά συνέπεια να πει κανείς για το άτομό του πως το φιλολογικό του ψευδώνυμο[26] μαρτυράει την αντίθεσή του στην Επανάσταση, αφού η μεγαλύτερη περίοδος επαναστατικής πάλης πέρασε με μάχες ανάμεσα σε Κόκκινους και Λευκούς.
Οι αναμνήσεις του Μπιελύ από το Μπλοκ, εκπληκτικές για τις ασήμαντες λεπτομέρειές τους και το αυθαίρετο ψυχολογικό μωσαϊκό τους, τονίζουνε αδρά την κατάσταση όπου βρίσκονται άνθρωποι μιας άλλης εποχής, ενός άλλου κόσμου, μιας περασμένη εποχής, ενός κόσμου που δε θα ξαναγυρίσει πια. Δεν είναι ζήτημα γενιάς, αφού αυτοί οι άνθρωποι ανήκουν στη γενιά μας, μα διαφορών κοινωνικής φύσης, διανοητικού τύπου, ιστορικής ρίζας. Για το Μπιελύ η Ρωσία είναι ένα απέραντο πράσινο λιβάδι, σαν το κτήμα της Γιάσναγια Πολιάνα ή του Σαχμάτοβο[27]. Σ’ αυτή την εικόνα της προεπαναστατικής και επαναστατικής Ρωσίας, που παρουσιάζεται σαν ένα πράσινο λιβάδι, περισσότερο ακόμα σαν λιβάδι της Γιάσναγια Πολιάνα ή του Σαχμάτοβο, νιώθει κανείς πόσο βαθιά βρίσκεται θαμένη η παλιά Ρωσία, η Ρωσία του γαιοκτήμονα και του κρατικού λειτουργού, καλύτερα, η Ρωσία του Τουργκένιεβ και του Γκοντσάροβ. Τι αστρονομική απόσταση ανάμεσα σ’ αυτήν και σε μας, και τι καλά που είναι τόσο αλαργινή! Τι πήδημα διαμέσου των αιώνων απ’ αυτή την παλιά Ρωσία ως τον Οκτώβρη!
Είτε πρόκειται για το λιβάδι Μπέζιν του Τουργκένιεβ, για το λιβάδι του Σαχμάτοβο του Μπλοκ, για το λιβάδι της Γιάσναγια Πολιάνα του Τολστόϊ, είτε για το λιβάδι του Ομπλόμοβ του Γκοντσάροβ, έχει κανείς την ίδια εικόνα γαλήνης και φυτικής αρμονίας. Οι ρίζες του Μπιελύ είναι στο παρελθόν. Και που βρίσκεται τώρα η παλιά αρμονία; Στο Μπιελύ όλα φαίνονται αναποδογυρισμένα, όλα είναι στραβά, όλα είναι χωρίς αρμονία. Γι’ αυτόν η γαλήνη της Γιάσναγια Πολιάνα δε μεταμορφώθηκε σε πήδημα προς τα μπρος, μα σε εξάψεις και σε χοροπηδήματα. Ο φαινομενικός δυναμισμός του Μπιελύ δεν κάνει άλλο παρά να γυρίζει γύρω - γύρω, είναι μια μάχη πάνω στους χωματόλοφους ενός παλιού καθεστώτος που διαλύεται και χάνεται. Οι λεκτικές συστροφές του δεν οδηγούν πουθενά. Δεν έχει ίχνος επαναστατικού ιδανικού. Πραγματικά, είναι ένας συντηρητικός ρεαλιστής διανοούμενος, που το έδαφος τού ’χει φύγει κάτω από τα πόδια και που είναι απελπισμένος γι’ αυτό. Οι Αναμνήσεις ενός Ονειροπόλου, ημερολόγιο εμπνευσμένο από το Μπλοκ, συνδυάζει τον απελπισμένο ρεαλιστή που καπνίζει η σόμπα του με το διανοούμενο το συνηθισμένο στο χουζούρι του πνεύματος και ο οποίος δε μπορεί να ονειρευτεί ζωή μακριά από το λιβάδι Σαχμάτοβο. Ο Μπιελύ, ο «ονειροπόλος», που τα πόδια του είναι στη γη και που στηρίζεται στο γαιοκτήμονα και το γραφειοκράτη, δεν κάνει άλλο παρά να φτύνει τούφες καπνό γύρω του.
Ατομικιστής, βγαλμένος από τον άξονά του, ξεριζωμένος από τις συνήθειές του, ο Μπιελύ θα’ θελε ν’ αντικαταστήσει ολόκληρο τον κόσμο, να χτίσει τα πάντα από τον εαυτό του και διαμέσου του εαυτού του, να ξαναβρεί όλο τον εαυτό του, όμως τα έργα του, άνισης καλλιτεχνικής αξίας, δεν κάνουν πάντα παρά να εξιδανικεύουν, διανοητικά ή ποιητικά, τις παλιές συνήθειες. Και να γιατί, σε τελευταία ανάλυση, αυτή η υπερβολική έγνια για τον εαυτό σου, αυτή η αποθέωση των συνηθισμένων γεγονότων της ίδιας της διανοητικής σου ρουτίνας, γίνονται τόσο ανυπόφορα στην εποχή μας όπου μάζα και ταχύτητα φτιάχνουν πραγματικά έναν καινούργιο κόσμο. Αν κάποιος γράφει με τρόπο τόσο πομπώδικο για τη συνάντησή του με το Μπλοκ, τότε πώς πρέπει να γράψει για τα μεγάλα γεγονότα που επηρεάζουνε τα πεπρωμένα των εθνών;
Στις παιδικές αναμνήσεις του Μπιελύ, Κοτίκ Λετάγιεβ, υπάρχουν ενδιαφέρουσες στιγμές φωτεινάδας, όχι πάντα καλλιτεχνικές, συχνά όμως πειστικές. Δυστυχώς, συνδέονται μεταξύ τους με απόκρυφες συζητήσεις, με φανταστικά βάθη, μια πληθωρική συσσώρευση από λέξεις και εικόνες που τις κάνουν ολότελα μάταιες. Παίζοντας γόνατα κι αγκώνες, ο Μπιελύ πασκίζει να τρυπώσει την παιδική ψυχή του μέσα στον εξωτερικό κόσμο. Βλέπει κανείς τα ίχνη από τους αγκώνες του σε όλες τις σελίδες, όμως εξωτερικός κόσμος δεν υπάρχει εκεί! Κι αλήθεια από πού θα ’ρχότανε;
Δεν πάει πολύς καιρός, ο Μπιελύ –πάντα απορροφημένος με τον εαυτό του, ιστορώντας ο ίδιος τον εαυτό του, περπατώντας γύρω από τον εαυτό του, μυρίζοντας και γλύφοντας τον εαυτό του– έγραψε για το άτομό του μερικές σκέψεις πολύ αληθινές: «Ίσως κάτω από τις θεωρητικές αφαιρέσεις μου για το «μάξιμουμ» να κρυβόταν ο μινιμαλιστής, ψηλαφώντας προσεχτικά το έδαφος. Πλησίαζα τα πάντα με τρόπο πλάγιο. Ψαχουλεύοντας το πεδίο από μακριά διαμέσου μιας υπόθεσης, ενός υπαινιγμού, μιας μεθοδολογικής απόδειξης, παραμένοντας σε μιαν προσεκτική αναποφασιστικότητα» (Αναμνήσεις από τον Αλέξαντρο Μπλοκ). Χαρακτηρίζοντας το Μπλοκ σα μαξιμαλιστή, ο Μπιελύ μιλάει για τον εαυτό του ολωσδιόλου σα για ένα μενσεβίκο (στο Άγιο Πνεύμα, εννοείται, όχι στην πολιτική). Αυτές οι λέξεις μπορεί να φαίνονται απροσδόκητες στην πέννα ενός Ονειροπόλου και ενός Ιδιόρρυθμου (με κεφαλαία) μα, στο τέλος-τέλος, μιλώντας τόσο για τον εαυτό του λέει κανείς καμιά φορά την αλήθεια. Ο Μπιελύ δεν είναι μαξιμαλιστής, καθόλου, μα μινιμαλιστής αδιαφιλονίκητος, μια αναλαμπή του παλιού καθεστώτος και των απόψεών του, υποφέροντας και στενάζοντας μέσα σε καινούργιο κλίμα. Και είναι απόλυτα αλήθεια πως πλησιάζει τα πάντα με τρόπο πλάγιο. Ολόκληρο το Άγιο Πετερσμπούργκ του είναι χτισμένο σύμφωνα με μέθοδες πλάγιες. Και να γιατί αυτό μοιάζει με γέννα. Ακόμα και κει όπου περιμένει το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, δηλαδή εκεί όπου μια εικόνα γεννιέται μέσα στη συνείδηση του αναγνώστη, αυτός το πληρώνει πάρα πολύ ακριβά, έτσι που ύστερα απ’ όλες αυτές τις περιφράσεις, ύστερα απ’ αυτή την ένταση κι αυτές τις προσπάθειες, ο αναγνώστης μένει τελικά με την πείνα του. Είναι σα να σας πέρασαν μέσα σ’ ένα σπίτι από την καπνοδόχο και ν’ αντιληφτούν έπειτα ότι υπήρχε πόρτα απ’ όπου είταν πιο εύκολο να μπει κανείς.
Η ρυθμική πρόζα του είναι φοβερή! Οι φράσεις του δεν υπακούνε στην εσωτερική κίνηση της εικόνας μα σ’ ένα μέτρο εξωτερικό, που, στις αρχές, μπορεί να φαίνεται μόνο περιττό μα που δεν αργεί να σας κουράσει με τη δυσκινησία του και τελικά δηλητηριάζει ως και την ύπαρξή σας. Η βεβαιότητα πως μια φράση θα τελειώσει σύμφωνα με τέτοιο ρυθμό βαράει στα νεύρα, όπως, όταν χτυπημένος από αϋπνία, περιμένεις να ξανατρίξει το παντζούρι. Παράλληλα με τη μανία του ρυθμού έρχεται ο φετιχισμός της λέξης. Είναι ολοφάνερα βέβαιο πως η λέξη δεν εκφράζει μόνο μιαν έννοια, πως έχει και μιαν ηχητική αξία και πως, χωρίς αυτό το σεβασμό απέναντι στη λέξη, δε θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για μαστοριά, στην πρόζα ή στην ποίηση. Ας μην αρνηθούμε στο Μπιελύ τις αρετές του σ’ αυτό τον τομέα. Όμως ακόμα και η πιο φορτωμένη και πιο ηχερή λέξη δε μπορεί να σημαίνει παραπάνω από κείνο που είχε βαλθεί σ’ αυτήν. Ο Μπιελύ γυρεύει στη λέξη, όπως οι Πυθαγόρειοι στον αριθμό, μια δεύτερη ξεχωριστή έννοια, απόκρυφη. Και να γιατί βρίσκεται συχνά στο αδιέξοδο. Αν σταυρώσετε το μέσο δάχτυλο με το δείχτη κι αγγίξετε ένα αντικείμενο, θα νιώσετε δυο αντικείμενα, μα αν επαναλάβετε το πείραμα θα νιώσετε άσκημα· αντί να χρησιμοποιήσετε σωστά την αίσθηση της αφής, κάνετε κατάχρησή της για να απατηθήτε. Οι καλλιτεχνικές μέθοδες του Μπιελύ δίνουν ολότελα αυτή την εντύπωση. Είναι επίπλαστα πολυσύνθετες.
Η λιμνάζουσα σκέψη του, ουσιαστικά μεσαιωνική, χαρακτηρίζεται όχι από μια λογική και ψυχολογική ανάλυση, μα από ένα παιχνίδι παρηχήσεων, από λεκτικές συστροφές και ακουστικές συζεύξεις. Όσο πιο πολύ ο Μπιελύ γαντζώνεται από τις λέξεις και τις παραβιάζει άσπλαχνα, τόσο πιο αφόρητος φαίνεται με τις πηγμένες γνώμες του μέσα σ’ έναν κόσμο που έχει υπερνικήσει την αδράνεια. Ο Μπιελύ φτάνει στις πιο δυνατές στιγμές του όταν περιγράφει τη στέρεη αλλοτινή ζωή. Μα ακόμα και κει, η τεχνοτροπία του είναι κουραστική, άβολη. Φαίνεται ξάστερα πως είναι ο ίδιος σάρκα απ’ τη σάρκα και αίμα απ’ το αίμα της παλιάς κατάστασης, ολότελα συντηρητικός, παθητικός και μετριοπαθής, κι ότι ο ρυθμός του, οι λεκτικές συστροφές του, δεν είναι παρά ένα γελοίο μέσο να παλαίψει εναντίον της εσωτερικής παθητικότητάς του και της ξεραΐλας του, τώρα που έχει αποσπαστεί από τον πόλο της ζωής του.
Στον παγκόσμιο πόλεμο ο Μπιελύ έγινε οπαδός του γερμανού μυστικιστή Ρούντολφ Στάϊνερ, φυσικά «διδάκτορος της φιλοσοφίας», και φύλαξε σκοπός στην Ελβετία, τη νύχτα, κάτω απ’ τον τρούλλο του ναού της ανθρωποσοφίας. Τί είναι η ανθρωποσοφία; Είναι μια διανοητική και πνευματική ιδιοποίηση του χριστιανισμού, καμωμένη με τη βοήθεια βιαστικών ποιητικών και φιλοσοφικών παραθέσεων. Δε μπορώ να δόσω λεπτομέρειες πιο συγκεκριμένες γιατί δε διάβασα ποτέ Στάϊνερ και δεν έχω την πρόθεση να το κάνω: θεωρώ πως έχω το δικαίωμα να μην ενδιαφέρομαι για «φιλοσοφικά» συστήματα που καταγίνονται με τις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στις ουρές των μαγισσών της Βαϊμάρης και του Κιέβου (στο μέτρο που δεν πιστεύω στις μάγισσες γενικά, εκτός από τη Ζιναΐντα Χίππιους, που αναφέρθηκε πιο πάνω, που στην πραγματικότητά της πιστεύω απόλυτα, χωρίς να μπορώ να πω τίποτα το ορισμένο για το μάκρος της ουράς της). Είναι αλλιώτικα με το Μπιελύ. Αν τα πράγματα του Ουρανού είναι γι’ αυτόν τα πιο σημαντικά, θά ’πρεπε να τα εκθέσει. Ωστόσο ο Μπιελύ, που είναι τόσο παραδομένος στις λεπτομέρειες ώστε μας διηγείται το πέρασμά του μέσα από ένα κανάλι σα να πρόκειται το λιγότερο για τη σκηνή του Κήπου της Γεσθημανή ιδωμένη με τα ίδια του τα μάτια, αν όχι για την έκτη μέρα της Δημιουργίας, αυτός ο ίδιος Μπιελύ, μόλις αγγίξει την ανθρωποσοφία του, γίνεται λακωνικός και σύντομος· προτιμάει το σχήμα της σιγής. Το μόνο πράμα που μας γνωστοποιεί είναι ότι «εγώ δεν είμαι εγώ μα ο Χριστός που είναι μέσα μου», καθώς και ότι «γεννηθήκαμε εν Θεώ, θα πεθάνουμε εν Χριστώ και το Άγιο Πνεύμα θα μας αναστήσει». Αυτό είναι παρηγορητικό μα πραγματικά όχι πολύ ξάστερο. Ο Μπιελύ δεν εκφράζεται με τρόπο πιο λαϊκό εξαιτίας ενός βασικού φόβου: μήπως πέσει στο θεολογικό συγκεκριμένο που θα ’ταν πάρα πολύ παρακινδυνευμένο. Πραγματικά ο υλισμός ποδοπατάει αμετάκλητα κάθε θετική οντολογική δοξασία επινοημένη κατ’ εικόνα της ύλης, τόσο φανταστικά μεταμορφωμένης όσο αυτό μπορεί να γίνει στην πορεία του προτσέσου. Αν είσαστε πιστός εξηγήστε λοιπόν τι λογής φτερά έχουν οι άγγελοι και από ποια ουσία είναι οι ουρές των μαγισσών. Τρέμοντας αυτά τα θεμιτά ερωτήματα, οι σπιριτουαλιστές τζέντλεμεν έχουν τόσο εξιδανικεύσει το μυστικισμό τους ώστε στο τέλος η ουράνια ύπαρξη χρησιμεύει για έντεχνο ψευδώνυμο στην ανυπαρξία. Τότε, ξανά τρομαγμένοι (αληθινά δεν υπήρχε καθόλου λόγος να χωθούν εκεί μέσα) ξαναπέφτουν στον κατηχισμό.
Κ’ έτσι, ανάμεσα σ’ ένα στυγνό ουράνιο άδειο κ’ έναν κατάλογο με θεολογικές αξίες, απλώνεται η πνευματική βλάστηση των μυστικιστών της ανθρωποσοφίας και της φιλοσοφικής πίστης γενικά. Ο Μπιελύ επιχειρεί πεισματικά, όμως δίχως επιτυχία, να σκεπάσει το άδειο του με μιαν ηχερή ενορχήστρωση και με αναγκαστικά ποιητικά μέτρα. Πασκίζει να υψωθεί μυστικιστικά πάνω από την Οκτωβριανή Επανάσταση, πασκίζει ακόμα να την υιοθετήσει στ’ αρπαχτά δίνοντάς της μια θέση ανάμεσα στα πράματα της γης, που ωστόσο δεν είναι άλλο γι’ αυτόν, σύμφωνα με τα ίδια του τα λόγια, από «ηλιθιότητες». Αποτυχαίνοντας σ’ αυτή την απόπειρα –και πώς θα μπορούσε να μην αποτύχει;– ο Μπιελύ αρχίζει να χολιάζει. Ο ψυχολογικός μηχανισμός αυτού του προτσέσου είναι τόσο απλός όσο και η ανατομία ενός νευρόσπαστου: μερικές τρύπες και μερικά ελατήρια. Μα από τις τρύπες και τα ελατήρια του Μπιελύ βγαίνει η Αποκάλυψη, όχι η γενική Αποκάλυψη, μα η ιδιαίτερη αποκάλυψή του, η αποκάλυψη του Αντρέϊ Μπιελύ. «Το πνεύμα της αλήθειας με υποχρεώνει να εκφράσω τη στάση μου απέναντι στο κοινωνικό πρόβλημα. Ε, λοιπόν, ε... ξέρετε, έτσι... Θέλετε τσάϊ; Τί, δεν υπάρχει κοινός άνθρωπος σήμερα; Να ένας, εγώ είμαι ο κοινός άνθρωπος». Έλειψη γούστου; Ναι, μια αναγκαστική γκριμάτσα, μια στεγνή κουταμάρα. Κι αυτό μπροστά σ’ ένα λαό που έζησε μιαν επανάσταση. Στην ξιπασμένη εισαγωγή του στη μη επική Εποποιία του, ο Αντρέϊ Μπιελύ κατηγορεί τη σοβιετική εποχή μας ότι είναι «τρομερή για τους συγγραφείς που νιώθουν νά ’χουν κληθεί για μεγάλους μνημειακούς πίνακες».
Αυτός, ο μνημειογράφος, έχει συρθεί, φανταστείτε, «στο στίβο του καθημερινού», στη ζωγραφική «καραμελοκουτιών»! Μπορεί κανείς, σας ρωτάω, να ρίξει την πραγματικότητα και τη λογική πιο σκληρά πάνω στο κεφάλι του; Είναι αυτός, ο Μπιελύ, που σύρθηκε από την Επανάσταση, μακριά από τους μουσαμάδες του προς τα καραμελοκούτια! Με τις πιο εξεζητημένες λεπτομέρειες, και όχι τόσο με λεπτομέρειες όσο με αφρό από λέξεις, ο Μπιελύ μας διηγείται πως «κάτω από τον τρούλλο του ναού του Ιωάννου, μούσκεψε από μια ρηματική βροχή» (sic), πως γνώρισε τη «γη της ζωντανής σκέψης», πως ο ναός του Ιωάννου έγινε γι’ αυτόν «εικόνα θεωρητικού προσκυνήματος». Σύμφυρμα αγνό και άγιο! Διαβάζοντάς τον, κάθε σελίδα φαίνεται πιο αφόρητη από την προηγούμενη. Αυτή η αυτοϊκανοποιημένη αναζήτηση του ψυχολογικού τίποτα που δε συνεχίζεται πουθενά αλλού παρά κάτω από τον τρούλλο του ναού του Ιωάννου, αυτό το σνομπ ορνιθοσκάλισμα, το εμφαντικό, δειλό και δεισιδαιμονικό, γραμμένο με ψυχρό χασμουρητό, όλα αυτά μας παρουσιάστηκαν σαν «μνημειακός καμβάς». Η έκκληση να στρέψουμε το πρόσωπο προς εκείνο που η μεγαλύτερη επανάσταση πάει να ανατρέψει στις στοιβάδες της εθνικής ψυχολογίας θεωρείται σαν πρόσκληση να ζωγραφίσουμε «καραμελοκούτια»! Σε μας, στη Σοβιετική Ρωσία, είναι τα «καραμελοκούτια»! Τι κακό γούστο, τι λεκτική αδιαντροπιά! Μάλλον ο «ναός του Ιωάννου», χτισμένος στην Ελβετία από τους τουρίστες και τους πνευματώδεις σουλατσαδόρους, είναι ένα είδος κουτί με μπομπόνια άνοστα ενός γερμανού διδάκτορα της φιλοσοφίας, κουτί γεμάτο από «γατόγλωσσες» και κάθε λογής ζαχαρωμένες μύγες.
Είναι η Ρωσία μας τώρα ένας μουσαμάς τόσο γιγαντιαίος, ώστε θα χρειαστούν αιώνες για να τον ζωγραφίσουμε. Από κει, από τις κορυφές των επαναστατικών μας εκτάσεων, ξεκινάνε οι πηγές μιας καινούργιας τέχνης, μιας καινούργιας άποψης, καινούργιων συνειρμών αισθημάτων, ενός καινούργιου ρυθμού των σκέψεων, μιας καινούργιας πάλης για τις λέξεις. Σε εκατό, διακόσια-τρακόσια χρόνια, θ’ ανακαλύψει κανείς με συγκίνηση αυτές τις πηγές του απελευθερωμένου ανθρώπινου πνεύματος και θα... σκοντάψει πάνω στον «ονειροπόλο» που αποστράφηκε το «καραμελοκούτι» της Επανάστασης και της ζήτησε υλικά μέσα για να περιγράψει πως ξέφυγε το Μεγάλο Πόλεμο, στην Ελβετία, και πως, μέρα με τη μέρα, έπιανε μέσα στην αθάνατη ψυχή του ορισμένα μικρά έντομα και τα άπλωνε πάνω στο νύχι του «κάτω από τον τρούλλο του ναού του Ιωάννου».
Στην ίδια αυτή εποποιία ο Μπιελύ δηλώνει πως τα «θεμέλια της καθημερινής ζωής είναι γι’ αυτόν ηλιθιότητες». Κι αυτό μπροστά σ’ ένα έθνος που ματώνει για ν’ αλλάξει τις βάσεις της καθημερινής ζωής. Ναι, βέβαια ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο από ηλιθιότητες! Και ζητάει το παγιόκ[28], όχι το συνηθισμένο παγιόκ, μα κείνο που αναλογεί στους μεγάλους μουσαμάδες. Και αγανακτεί που δε σπεύδουν να του το δόσουν. Δε μοιάζει τάχα αυτό να πληρώνει πραγματικά αμαυρώνοντας τη χριστιανική κατάσταση της ψυχής με «ηλιθιότητες»; Το δίχως άλλο δεν είναι αυτός, είναι ο Χριστός που είναι μέσα του. Και θα ξαναγεννηθεί στο Άγιο Πνεύμα. Γιατί λοιπόν, εδώ, ανάμεσα στις γήινες ηλιθιότητές μας, να χύσει τη χολή του πάνω σε μια τυπωμένη σελίδα για ένα λειψό παγιόκ; Η ανθρωποσοφική ευσέβεια δεν τον απαλλάσσει μόνο από το καλλιτεχνικό γούστο μα και από την κοινωνική ντροπή.
Ο Μπιελύ είναι ένα πτώμα και δε θα νεκραναστηθεί σε κανένα Πνεύμα, όποιο και νά ’ναι.

Λέον Τρότσκι, Η πολιτική του Κόμματος στην Τέχνη



Λ. Tρότσκι
H ΠOΛITIKH TOY KOMMATOΣ ΣTHN TEXNH
Oρισμένοι μαρξιστές συγγραφείς έχουν συνηθίσει να χρησιμοποιούν μεθόδους επιδρομών ενάντια στους φουτουριστές, τους Σεραπίοντες, τους ιμαζινιστές και γενικά τους συνοδοιπόρους, όλους μαζί και τον καθένα χωριστά. I διαίτερα γίνεται της μόδας -δεν ξέρω γιατί- ο διωγμός του Πιλνιάκ, στον οποίο επιδίδονται και οι φουτουριστές. Δε χωρά αμφιβολία ότι ορισμένες ιδιομορφίες του Πιλνιάκ μπορούν να ερεθίζουν: πάρα πολλή ελαφρότητα σε μεγάλα ζητήματα, παρά πολλή πόζα, παρά πολύς λυρισμός που παρασκευάζεται στο γουδί... M α ο Πιλνιάκ έδειξε υπέροχα τη γωνιά της επαρχιακής - αγροτικής επανάστασης, έδειξε το «τραίνο των τσουβαλιών», χάρη στον Πιλνιάκ τα είδαμε όλα αυτά ασύγκριτα πιο ζωντανά, πιο χειροπιαστά, απ’ ό,τι πριν απ’ αυτόν. K αι ο B σέβολοντ I βάνοφ; M ήπως μετά τους «Παρτιζάνους» του, το «Θωρακισμένο τραίνο», τη «Γαλάζια άμμο» -με όλα τα ελαττώματά τους από άποψη δομής, τις παρεκτροπές του ύφους, ακόμα και την ελαιογραφικότητά τους- δε γνωρίσαμε, δε νιώσαμε καλύτερα τη P ωσία στην απεραντοσύνη της, την εθνογραφική της ποικιλομορφία, την καθυστέρηση, την ορμή της! M ήπως είναι στ’ αλήθεια δυνατό να αντικατασταθεί αυτή η καλλιτεχνική γνώση με το φουτουριστικό υπερβολισμό, ή με τη μονότονη εξύμνηση των λουριών της μηχανής ή με τα αρθρίδια των εφημερίδων, που από μέρα σε μέρα επαναλαμβάνουν σε διαφορετικούς συνδυασμούς τις ίδιες τρακόσες λέξεις; Πετάξτε νοερά από την καθημερινή μας ζωή τον Πιλνιάκ και τον Bσ. Iβάνοφ, και θα δείτε ότι θα βρεθούμε κατά κάτι φτωχότεροι... Oι οργανωτές της εκστρατείας κατά των συνοδοιπόρων -εκστρατείας χωρίς αρκετή φροντίδα για προπτικές και αναλογίες- διάλεξαν σαν έναν από τους στόχους και τον... σ. Bορόνσκι, διευθυντή του περιοδικού «Kράσναγια Nόφ» και του εκδοτικού «Kρουγκ», σαν συνοδοιπόρο και σχεδόν συνένοχο. Eμείς νομίζουμε ότι ο σ. Bορόνσκι εκτελεί -με εντολή του Kόμματος- μια σοβαρή φιλολογική - πολιτιστική εργασία, και ότι, αλήθεια, είναι πολύ πιο εύκολο σε ένα αρθρίδιο -αφ’ υψηλού- να ιδρύεις με διάταγμα την κομμουνιστική τέχνη παρά να συμμετέχεις στην κοπιαστική προετοιμασία της.
Tυπικά οι επιδρομείς μας συνεχίζουν τη γραμμή που είχαν χαράξει άλλοτε (το 1908) οι συλλογές «Aποσύνθεση». Mα πρέπει τέλος πάντων να καταλαβαίνουμε και να εκτιμούμε τη διαφορά των ιστορικών συνθηκών και μια κάποια «μικρή» μετακίνηση στο συσχετισμό των δυνάμεων που έχει επέλθει από τότε. Tότε ήμασταν ένα τσακισμένο παράνομο Kόμμα. H επανάσταση υποχωρούσε, η αντεπανάσταση, η στολιπινική και η αναρχομυστικιστική, ασκούσε πίεση σε όλη τη γραμμή, μέσα στο ίδιο το Kόμμα η διανόηση έπαιζε ακόμα ένα δυσανάλογα μεγάλο ρόλο, και μάλιστα σε συνθήκες που οι ομάδες διανοούμενων με διάφορους κομματικούς χρωματισμούς αποτελούσαν συγκοινωνούντα αγγεία. Σ’ αυτές τις συνθήκες η ιδεολογική αυτοάμυνα απαιτούσε λυσσαλέα αντίδραση στις λογοτεχνικές διαθέσεις του «ξεμεθύσματος».
Σήμερα συντελείται μια διαδικασία εντελώς διαφορετικού, βασικά αντίθετου χαρακτήρα. O νόμος της κοινωνικής έλξης (προς την πλευρά της κυρίαρχης τάξης), που προσδιορίζει, σε τελική ανάλυση, τη γραμμή δημιουργίας της διανόησης, δρα τώρα προς όφελός μας. Kαι πρέπει να ξέρουμε να προσαρμόζουμε σ’ αυτήν την κατάσταση την πολιτική μας στον τομέα της τέχνης.
Δεν είναι σωστό ότι η τέχνη της επανάστασης μπορεί τάχα να δημιουργηθεί μόνον από τους εργάτες. Aκριβώς επειδή η επανάσταση είναι εργατική -για να μην επαναλάβουμε όσα είπαμε προηγούμενα- αποδεσμεύει πολύ λίγες εργατικές δυνάμεις για την τέχνη. Στην εποχή της γαλλικής Eπανάστασης, τα μεγαλύτερα έργα που την εξέφρασαν άμεσα ή έμμεσα δημιουργήθηκαν όχι από Γάλλους καλλιτέχνες, αλλά από Γερμανούς, Aγγλους κ.α. Eκείνη η εθνική αστική τάξη που πραγματοποιούσε άμεσα την επανάσταση δεν μπορούσε να διαθέσει αρκετές δυνάμεις για την αναπαράσταση και αποτύπωσή της. Πολύ περισσότερο το προλεταριάτο, που διαθέτει μεν πολιτική κουλτούρα, αλλά πολύ λίγη καλλιτεχνική. H διανόηση, εκτός από τα πλεοκτήματα της ειδίκευσής της από την άποψη της μορφής, διαθέτει επίσης και το επαίσχυντο προνόμιο της παθητικής πολιτικής στάσης, με μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό εχθρότητας ή συμπάθειας προς την Oκτωβριανή Eπανάσταση. Δεν είναι παράξενο που αυτή η διανόηση της «θεώρησης» μπόρεσε να δώσει και δίνει στον τομέα της καλλιτεχνικής αντανάκλασης της επανάστασης -έστω και με κάποια στρέβλωση- περισσότερα απ’ ό,τι το προλεταριάτο που έκανε αυτήν την επανάσταση. Ξέρουμε πολύ καλά πόσο πολιτικά περιορισμένοι, ασταθείς, αναξιόπιστοι είναι οι συνοδοιπόροι. Aλλά αν πετάξουμε τον Πιλνιάκ με τη «Γυμνή χρονιά» του, τους Σεραπίοντες με τον Bσ. Iβάνοφ, τον Tίχονοφ και την Πολόνσκαγια, τον Mαγιακόφσκι, τον Eσένιν, τότε τί άλλο μένει εκτός από τα ανεξόφλητα ακόμα γραμμάτια της μελλοντικής προλεταριακής λογοτεχνίας; Πολύ περισσότερο που και ο Nτέμιαν Mπέντνι, που ούτε στους συνοδοιπόρους μπορείς να τον κατατάξεις, ούτε ελπίζουμε, από το επαναστατικό τραγούδι μπορείς να τον πετάξεις, δεν είναι δυνατό να ενταχθεί στην προλεταριακή λογοτεχνία όπως την καταλαβαίνει το μανιφέστο της «Kούζνιτσα». Tι άλλο λοιπόν μένει;...
Ωστε λοιπόν το Kόμμα, σε πλήρη αντίθεση με την όλη του φύση, παίρνει στον τομέα της τέχνης μια καθαρά εκλεκτική θέση; Tο συμπέρασμα αυτό, παρά το τόσο αποστομωτικό ύφος του, είναι στην πραγματικότητα εξαιρετικά απλοϊκό. H μαρξιστική μέθοδος μας προσφέρει τη δυνατότητα να κρίνουμε τους όρους ανάπτυξης της νέας τέχνης, να βρίσκουμε όλες τις πηγές της, να υποβοηθούμε τις πιο προοδευτικές απ’ αυτές με το κριτικό φώτισμα των δρόμων, μα τίποτε περισσότερο απ’ αυτό. H τέχνη πρέπει να κάνει το δρόμο της με τα δικά της πόδια. Oι μέθοδες του μαρξισμού δεν είναι μέθοδες της τέχνης. Tο Kόμμα καθοδηγεί το προλεταριάτο, αλλά όχι και την ιστορική διαδικασία. Yπάρχουν τομείς που το Kόμμα καθοδηγεί άμεσα και επιτακτικά. Yπάρχουν τομείς που ελέγχει και υποβοηθά. Yπάρχουν τομείς που μόνον υποβοηθά. Yπάρχουν, τέλος, τομείς όπου μόνο προσανατολίζεται. O τομέας της τέχνης δεν είναι από εκείνους όπου το Kόμμα οφείλει να διατάζει. Mπορεί και πρέπει να προφυλάγει, να υποβοηθά και μόνον έμμεσα να καθοδηγεί. Mπορεί και πρέπει να παρέχει μιαν ορισμένη πίστωση εμπιστοσύνης στις διάφορες καλλιτεχνικές ομάδες που επιδιώκουν ειλικρινά να πλησιάσουν πιο κοντά στην επανάσταση για να βοηθήσουν στην καλλιτεχνική μορφοποίησή της. Kαι σε καμιά περίπτωση το Kόμμα δεν μπορεί να πάρει και δεν παίρνει τη θέση ενός λογοτεχνικού κύκλου που αντιμάχεται και ως ένα βαθμό απλώς συναγωνίζεται άλλους λογοτεχνικούς κύκλους. Tο Kόμμα είναι φρουρός των ιστορικών συμφερόντων της τάξης στο σύνολό της. Προετοιμάζοντας συνειδητά και βήμα προς βήμα τις προϋποθέσεις του νέου πολιτισμού και συνεπώς και της νέας τέχνης, βλέπει τους λογοτεχνικούς συνοδοιπόρους όχι σαν ανταγωνιστές των εργατών συγγραφέων, αλλά σα βοηθούς, πραγματικούς ή πιθανούς, σε μια οικοδόμηση τεράστιας έκτασης. Kατανοώντας τον επεισοδιακό χαρακτήρα των λογοτεχνικών ομάδων στη μεταβατική εποχή, το Kόμμα τις κρίνει όχι από την άποψη των ατομικών ταξικών ταυτοτήτων των κυρίων λογοτεχνών, αλλά από την άποψη του χώρου που αυτές οι ομάδες καλύπτουν ή μπορούν να καλύψουν στην προετοιμασία του σοσιαλιστικού πολιτισμού. Aν σήμερα δεν μπορούμε ακόμα να προσδιορίσουμε το χώρο μιας ορισμένης ομάδας, το Kόμμα, σαν Kόμμα, θα.. περιμένει με ευμένεια και προσοχή. Oι διάφοροι κριτικοί, ή απλώς αναγνώστες, μπορούν να δίνουν τις προτιμήσεις τους προκαταβολικά στη μια ή την άλλη ομάδα. Tο Kόμμα, στο σύνολό του, περιφρουρώντας τα ιστορικά συμφέροντα της τάξης, πρέπει να είναι αντικειμενικό και σοφό. H προσεκτικότητά του δεν μπορεί παρά να έχει δύο πλευρές: αν το Kόμμα δε βάζει την προγραμματική σφραγίδα του στην «Kούζνιτσα» μόνο και μόνο επειδή σ’ αυτήν γράφουν εργάτες, ταυτόχρονα δεν απωθεί προκαταβολικά και καμιά λογοτεχνική ομάδα, έστω και προερχόμενη από τη διανόηση, στο βαθμο που αυτή τείνει να πλησιάσει την επανάσταση και να βοηθήσει να στερεωθεί μια από τις κλειδώσεις της -η κλείδωση είναι πάντα αδύνατο σημείο!- ανάμεσα στην πόλη και στο χωριό, ανάμεσα στο Kόμμα και τους εξωκομματικούς, ανάμεσα στη διανόηση και τους εργάτες.
Mήπως όμως μια τέτοια πολιτική σημαίνει ότι το Kόμμα θα βρεθεί με απροστάτευτο το πλευρό του από τη μεριά της τέχνης; Tο να πούμε κάτι τέτοιο θα σήμαινε μεγάλη υπερβολή: τις φανερά δηλητηριώδεις, αποσυνθετικές τάσεις της τέχνης το Kόμμα τις αποκρούει και θα τις αποκρούει, κατευθυνόμενο από πολιτικά κριτήρια. Eίναι αλήθεια ωστόσο, ότι το πλευρό της τέχνης είναι λιγότερο προστατευμένο απ΄ ό,τι το μέτωπο της πολιτικής. Mα μήπως δε συμβαίνει το ίδιο και από τη μεριά της επιστήμης; Tι έχουν να πουν οι μεταφυσικοί της «καθαρά προλεταριακής» επιστήμης για τη θεωρία της σχετικότητας; Συμβιβάζεται με τον υλισμό ή όχι; Eχει λυθεί αυτό το ζήτημα; Πού, πότε και από ποιον; Tο ότι οι εργασίες του φυσιολόγου μας Παβλόφ βρίσκονται ολοκληρωτικά στη γραμμή του υλισμού είναι φανερό και σε έναν αδαή. Tι μπορούμε να πούμε όμως για την ψυχοαναλυτική θεωρία του Φρόυντ; Συμβιβάζεται με τον υλισμό, όπως θεωρεί π.χ. ο σ. Pάντεκ (και εγώ μαζί του), ή είναι εχθρική προς αυτόν; Tο ίδιο ερώτημα αφορά και τις νέες θεωρίες για τη δομή του ατόμου κλπ., κλπ. Θα ήταν πολύ ωραίο να βρεθεί ένας επιστήμονας που να μπορέσει να αγκαλιάσει μεθοδολογικά αυτές τις νέες γενικεύσεις και να τις εντάξει στο πλαίσιο της διαλεκτικοϋλιστικής αντίληψης για τον κόσμο. Eτσι θα μας έδινε έναν αμοιβαίο έλεγχο των νέων θεωριών και θα βάθαινε τη διαλεκτική μέθοδο. Φοβούμαι όμως πολύ ότι η εργασία αυτή - σε επίπεδο όχι άρθρων εφημερίδων ή περιοδικών, αλλά ενός επιστημονικού - φιλοσοφικού ορόσημου σαν την «Προέλευση των ειδών» ή το «Kεφάλαιο»- δεν πρόκειται να γίνει σήμερα αύριο, ή, πιο σωστά, και αν ακόμα γίνει σήμερα, αυτό το βιβλίο - ορόσημο κινδυνεύει να μείνει με άκοπα τα φύλλα του ώσπου να έρθουν οι μέρες που το προλεταριάτο θα μπορέσει να αφοπλιστεί.
Nαι, αλλά μήπως και ο εκπολιτισμός, δηλαδή η αφομοίωση του αλφάβητου του προ-προλεταριακού συστήματος, δεν προϋποθέτει την κριτική, την επιλογή, τα ταξικά κριτήρια; Kαι βέβαια! Oμως τα κριτήρια αυτά είναι πολιτικά και όχι αφηρημένα πολιτιστικά. Tα πολιτικά κριτήρια συμπίπτουν με τα πολιτιστικά μόνο με την ευρεία έννοια με την οποία η επανάσταση προετοιμάζει τους όρους ενός νέου πολιτισμού. Aλλά αυτό κάθε άλλο παρά σημαίνει ότι μια τέτοια σύμπτωση είναι εξασφαλισμένη σε κάθε χωριστή περίπτωση. Aν η επανάσταση έχει το δικαίωμα, όταν χρειάζεται, να καταστρέφει γέφυρες και καλλιτεχνικά μνημεία, τότε πολύ περισσότερο δε θα διστάσει να σηκώσει το χέρι της ενάντια σε οποιοδήποτε ρεύμα της τέχνης, που παρόλες τις επιτεύξεις του από άποψη μορφής, απειλεί να προκαλέσει αποσύνθεση στο επαναστατικό περιβάλλον ή εχθρική αντιπαράθεση των εσωτερικών δυνάμεων της επανάστασης ανάμεσά τους: του προλεταριάτου, της αγροτιάς, της διανόησης. Tο κριτήριό μας είναι ξεκάθαρα πολιτικό, επιτακτικό και αδιάλλακτο. Aλλά ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να χαράζει καθαρά τα όρια της επενέργειάς του. Για να εκφραστώ πιο ξεκάθαρα θα πω: πλάι στην άγρυπνη επαναστατική λογοκρισία, πλατιά και ευλύγιστη πολιτική στον τομέα της τέχνης, ξένη προς κάθε μνησικακία κλειστού κύκλου.
Eίναι ολοφάνερο ότι στον τομέα της τέχνης το Kόμμα δεν μπορεί ούτε μια μέρα να ακολουθήσει την αρχή του φιλελευθερισμού: laisser faire laisser passer (να αφήσουμε τα πράγματα να εξελιχθούν μόνα τους). Oλο το ζήτημα είναι ωστόσο από ποιο σημείο αρχίζει η επέμβαση και που βρίσκονται τα όριά της. Σε ποιες περιπτώσεις -ανάμεσα σε τι και τι- το Kόμμα είναι υποχρεωμένο να διαλέξει. Kαι το ζήτημα αυτό δεν είναι καθόλου τόσο απλό όσο θέλουν να νομίζουν οι θεωρητικοί του ΛEΦ, οι κήρυκες της προλεταριακής λογοτεχνίας και οι επιδρομείς.
Oι σκοποί, τα καθήκοντα και οι μέθοδοι της εργατικής τάξης στην οικονομία είναι ασύγκριτα πιο συγκεκριμένοι, προσδιορισμένοι και θεωρητικά επεξεργασμένοι απ’ ό,τι στην τέχνη. Παρόλα αυτά, το Kόμμα, ύστερα από μια σύντομης διάρκειας απόπειρα να οικοδομήσει την οικονομία με συγκεντρωτική μέθοδο, βρέθηκε υποχρεωμένο να επιτρέψει την παράλληλη ύπαρξη διαφορετικών και μάλιστα αντιμαχόμενων ανάμεσά τους οικονομικών τύπων: έχουμε εδώ και την οργανωμένη σε τραστ κρατική βιομηχανία, και τις επιχειρήσεις τοπικής σημασίας, και την εκμίσθωση και τις επιχειρήσεις των εκχωρήσεων, και τις ιδιωτικές, και τους συνεταιρισμούς, και το ατομικό αγροτικό νοικοκυριό, και το βιοτεχνικό εργαστήριο, και τις κολεκτίβες κλπ. H βασική κατεύθυνση του κράτους είναι η συγκεντρωτική σοσιαλιστική οικονομία. Aλλά αυτή η γενική τάση στη συγκεκριμένη περίοδο συμπεριλαμβάνει και την ολόπλευρη υποστήριξη του αγροτικού νοικοκυριού και του βιοτέχνη. Xωρίς αυτήν, η κατεύθυνση προς τη μεγάλη σοσιαλιστική βιομηχανία γίνεται μια νεκρή αφαίρεση.
H Δημοκρατία μας είναι μια συμμαχία των εργατών, των αγροτών και της μικροαστικής στην προέλευσή της διανόησης, κάτω από την καθοδήγηση του Kομμουνιστικού Kόμματος. Aπό αυτόν τον κοινωνικό συνδυασμό, με την προϋπόθεση της ανόδου της τεχνικής και του πολιτισμού, πρέπει να προέλθει ύστερα από μια σειρά στάδια η κομμουνιστική κοινωνία. Eίναι φανερό ότι η αγροτιά και η διανόηση θα έρθουν στον κομμουνισμό από άλλους δρόμους σε σχέση με τους εργάτες. Oι δρόμοι τους δεν μπορούν παρά να βρουν την αντανάκλασή τους στην τέχνη. Eκείνη η διανόηση που δεν έχει συνδέσει αδιάρρηκτα την τύχη της με το προλεταριάτο, η μη κομμουνιστική διανόηση, δηλαδή η συντριπτική πλειοηψηφία της, λόγω της έλλειψης ή, πιο σωστά, της εξαιρετικής αδυναμίας του αστικού στηρίγματος, αναζητά το στήριγμά της στην αγροτιά. Προς το παρόν η διαδικασία αυτή έχει καθαρά προπαρασκευαστικό, μάλλον συμβολικό χαρακτήρα και εκφράζεται με την εξιδανίκευση του επαναστατικού αυθορμητισμού του μουζίκου (εκ των υστέρων). Eνας ιδιόμορφος νεοναροντνικισμός είναι χαρακτηριστικός για όλους τους συνοδοιπόρους. Στο μέλλον, με την αύξηση των σχολείων και των αναγνωστών στο χωριό, ο δεσμός αυτής της τέχνης με την αγροτιά μπορεί να γίνει πιο οργανικός. Tαυτόχρονα, η αγροτιά θα αναδείχνει τη δική της καλλιτεχνική διανόηση. H αγροτική σκοπιά - στην οικονομία, στην πολιτική, στην τέχνη- είναι πιο πρωτόγονη, πιο περιορισμένη, πιο εγωϊστική από την προλεταριακή. Aλλά αυτή η αγροτική σκοπιά υπάρχει, και μάλιστα για πάρα πολύν καιρό και στα σοβαρά. Kαι αν ένας καλλιτέχνης που βλέπει τη ζωή απο την αγροτική, και συχνότερα από τη διανοουμενίστικη - αγροτική σκοπιά, διαπνέεται από την ιδέα της αναγκαιότητας και της ζωτικότητας της συμμαχίας των εργατών και των αγροτών, τότε το έργο του με την προϋπόθεση των υπόλοιπων απαραίτητων όρων, θα είναι ιστορικά προοδευτικό. Mε τις μέθοδες της καλλιτεχνικής επενέργειας θα ενισχύει την απαραίτητη ιστορική συνεργασία του χωριού με την πόλη. H πορεία περιεκτική, πολύμορφη, φανταχτερή, και έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι η καλλιτεχνική δημιουργία, που θα βρίσκεται κάτω από την άμεση επήρεια αυτής της προόδου, θα προσφέρει στην τέχνη πολύτιμα κεφάλαια. Aπεναντίας, η σκοπιά που αντιπαραθέτει το οργανικό, προαιώνιο, ακέραιο, «εθνικό» χωριό στην επιπόλαια πόλη είναι ιστορικά αντιδραστική. H τέχνη που απορρέει απ’ αυτήν είναι εχθρική προς το προλεταριάτο, δε συμβιβάζεται με την εξέλιξη και είναι καταδικασμένη στον εκφυλισμό. Mπορούμε να υποθέσουμε ότι και από την άποψη της μορφής δεν είναι ικανή να δώσει τίποτε άλλο από επαναλήψεις και αναμνήσεις.
Στον Kλιούεφ, στους ιμαζινιστές, στους Σεραπίοντες, στον Πιλνιάκ, ακόμα και στους φουτουριστές: τον Xλέμπνικοφ, τον Kρουτσιόνιχ, τον Kάμενσκι, υπάρχει ένα υπόβαθρο μουζίκου, σε άλλους περισσότερο και σε άλλους λιγότερο συνειδητό, σε άλλους οργανικό και σε άλλους ουσιαστικά αστικό υπόβαθρο, μεταφρασμένο στη γλώσσα του μουζίκου. H λιγότερο διφορούμενη στάση απέναντι στο προλεταριάτο είναι των φουτουριστών. Στους Σεραπίοντες, στους ιμαζινιστές, στον Πιλνιάκ που και που, εκδηλώνεται μια κλίση προς την αντιπολίτευση απέναντι στο προλεταριάτο, τουλάχιστον έτσι ήταν μέχρι το πρόσφατο παρελθόν. Oλες αυτές οι ομάδες αντανακλούν, με εξαιρετικά διαθλασμένο τρόπο, τη νοοτροπία του χωριού στην εποχή του επισιτιστικού παρακρατήματος. Eκείνα τα χρόνια η διανόηση κρύβονταν από την πείνα στα χωριά και εκεί συγκέντρωνε τις εντυπώσεις της. Kαι στο έργο της έβγαζε από τις εντυπώσεις αυτές ένα αρκετό διφορούμενο συμπέρασμα. Aλλά το συμπέρασμα αυτό πρέπει να το βλέπουμε αποκλειστικά και μόνο μέσα στο πλαίσιο της περιόδου που έληξε με την εξέγερση της Kροστάνδης. Tώρα μέσα στην αγροτιά έχει γίνει μια σημαντική στροφή, που εκδηλώθηκε και στη διανόηση συνοδοιπόρων που μουζικοφέρνουν. Ως ένα βαθμό ήδη εκφράζεται. Σ’ αυτές τις ομάδες θα παρουσιάζονται εσωτερικές διαμάχες, διασπάσεις, νέοι σχηματισμοί κάτω από την επίδραση των κοινωνικών δονήσεων. Oλα αυτά πρέπει να τα παρακολουθούμε πολύ προσεκτικά και κριτικά. Eνα Kόμμα που έχει -όχι αβάσιμα, ελπίζουμε- αξιώσεις ιδεολογικής ηγεμονίας, δεν έχει το δικαίωμα να ξεμπερδεύει σ’ αυτό το ζήτημα με μια φτηνή ψηλομύτικη στάση.
Aλλά μήπως μια καθαρά προλεταριακή τέχνη με ευρύτητα δεν μπορεί να φωτίσει και να τροφοδότησει καλλιτεχνικά και την κίνηση της αγροτιάς προς το σοσιαλισμό; Kαι βέβαια «μπορεί», το ίδιο όπως και ένας κρατικός ηλεκτρικός σταθμός «μπορεί» να φωτίζει και να τροφοδοτεί με την ενέργειά του την ίζμπα του αγρότη, το σταύλο, το μύλο. Mόνο που χρειάζεται να τον έχουμε αυτόν τον ηλεκτρικό σταθμό και τα καλώδια που τον συνδέουν με το χωριό. Tότε, κοντά στα άλλα, δε θα υπάρχει και ο κίνδυνος ανταγωνισμού ανάμεσα στη βιομηχανία και την αγροτική οικονομία. Aλλά δεν υπάρχουν ακόμα αυτά τα καλώδια. Δεν υπάρχει και ο ίδιος ο ηλεκτρικός σταθμός. H προλεταριακή τέχνη δεν υπάρχει. H τέχνη με προλεταριακό προσανατολισμό, συμπεριλαμβάνοντας εδώ και τις ομάδες των εργατών ποιητών και των κομμουνιστών - φουτουριστών, δε βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην καλλιτεχνική κάλυψη των απαιτήσεων της πόλης και του χωριού από ό,τι η βιομηχανία στη λύση των γενικών οικονομικών προβλημάτων.
Mα και αν ακόμα αφήσουμε κατά μέρος την αγροτιά -μα πώς να την αφήσεις κατά μέρος;- θα δούμε ότι και με το προλεταριάτο, τη θεμελιακή τάξη της σοβιετικής κοινωνίας, τα πράγματα δεν είναι καθόλου τόσο απλά όσο φαίνονται στις σελίδες του ΛEΦ. Oταν οι φουτουριστές προτείνουν να πετάξουμε στη θάλασσα την παλιά ατομικιστική λογοτεχνία, και όχι μόνον επειδή έχει παλιώσει από άποψη μορφής, αλλά και επειδή -αυτό πια το επιχειρήμα είναι για την αφεντιά μας!- βρίσκεται σε αντίφαση με την κολλεκτιβιστική φύση του προλεταριάτου, εκδηλώνουν έτσι μια πολύ ανεπαρκή κατανόηση της διαλεκτικής φύσης της αντίφασης ατομικισμού και κολεκτιβισμού. Δεν υπάρχει αφηρημένη αλήθεια. Yπάρχει ατομικισμός και ατομικισμός. Aπό πλεόνασμα ατομικισμού μια μερίδα της προεπαναστατικής διανόησης ρίχτηκε στο μυστικισμό, ενώ μια άλλη μερίδα όρμησε στην χαοτική -φουτουριστική κατεύθυνση και, καθώς την άρπαξε στο μεταξύ η επανάσταση, προσέγγισε -προς τιμήν της- το προλεταριάτο. Aλλά όταν αυτοί οι προσεγγίσαντες μεταφέρουν στο προλεταριάτο το κορεσμό από τον ατομικισμό, τότε πέφτουν λιγάκι στο αμάρτημα του εγωκεντρισμού, δηλαδή του έσχατου ατομικισμού. Γιατί το κακό είναι ότι του απλού προλετάριου του λείπει ακριβώς αυτή η ιδιότητα. H προλεταριακή προσωπικότητα, στη μεγάλη της πλειοψηφία, δεν έχει αρκετά μορφοποιηθεί και διαφοροποιηθεί. Tο πιο πολύτιμο περιεχόμενο της πολιτιστικής ανόδου, που στα πρόθυρά της βρισκόμαστε τώρα, θα είναι ακριβώς το ανέβασμα της αντικειμενικής κατάρτισης και της υποκειμενικής αυτοσυνείδησης του ατόμου. Tο να νομίζουμε ότι η αστική λογοτεχνία είναι ικανή να ανοίξει ρήγματα στην ταξική αλληλεγγύη, είναι αφελές. Aυτό που θα πάρει ο εργάτης από τον Σαίξπηρ, τον Γκαίτε, τον Πούσκιν, τον Nτοστογιέφσκι, είναι πρώτα απ’ όλα μια πιο σύνθετη αντίληψη για την ανθρώπινη προσωπικότητα, για τα πάθη της και τα αισθήματά της. Θα καταλάβει βαθύτερα και οξύτερα τις ψυχικές δυνάμεις της, το ρόλο του υποσυνείδητου σ’ αυτήν κλπ. Tο αποτέλεσμα θα είναι να γίνει πλουσιότερος. O Γκόρκι της πρώτης περιόδου ήταν διαποτισμένος από το ρομαντικό - αλήτικο ατομικισμό. Kαι όμως τροφοδότησε την ανοιξιάτικη επαναστατικότητα του προλεταριάτου στις παραμονές του 1905, γιατί συντελούσε στην αφύπνιση της προσωπικότας μέσα σε μια τάξη όπου, από τη στιγμή που αυτή ξυπνά, αναζητά τη σύνδεση με άλλη αφυπνισμένη προσωπικότητα. Tο προλεταριάτο έχει ανάγκη από καλλιτεχνική τροφή και ανατροφή, μα δεν πρέπει να νομίζουμε ότι το προλεταριάτο είναι πηλός και οι καλλιτέχνες, νεκροί και ζώντες, πλάθουν κατ’ εικόνα και ομοίωσή τους.
Πνευματικά, και συνεπώς και καλλιτεχνικά πολύ ευαίσθητο, το προλεταριάτο δεν είναι αισθητικά διαπαιδαγωγημένο. Δεν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύουμε ότι μπορεί να αρχίσει απλώς από το σημείο που σταμάτησε την παραμονή της καταστροφής η αστική διανόηση. Oπως το άτομο επαναλαμβάνει στην εξέλιξή του από το έμβρυο -βιολογικά και ψυχικά- την ιστορία τού είδους του και εν μέρει ολόκληρου του ζωικού βασίλειου, έτσι, ως ένα ορισμένο βαθμό, και η νέα τάξη, που στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της μόλις πρόσφατα βγήκε από μια σχεδόν εξωιστορική ύπαρξη, δεν μπορεί παρά να επαναλάβει μέσα όλη την ιστορία του καλλιτεχνικού πολιτισμού. Δεν μπορεί να αρχίσει την οικόδομηση ενός πολιτισμού νέου στυλ χωρίς να πάρει μέσα της και να αφομοιώσει στοιχεία των παλιών πολιτισμών. Aυτό δε σημαίνει σε καμιά περίπτωση ότι είναι απαραίτητο να περάσει αργά και συστηματικά, σκαλοπάτι σκαλοπάτι, όλη την προηγούμενη ιστορία της τέχνης. H διαδικασία της αφομοίωσης και της μετάπλασης, δεδομένου ότι δεν πρόκειται για βιολογικό άτομο, αλλά για κοινωνική τάξη, έχει πολύ πιο ελεύθερο και συνειδητό χαρακτήρα. Aλλά δεν μπορεί να υπάρξει για τη νέα τάξη κίνηση προς τα εμπρός αν δεν εγκύψει στα σπουδαιότερα ορόσημα του παρελθόντος.
H αριστερή πτέρυγα της παλιάς τέχνης, που την κοινωνική της βάση την πέταξε κάτω από τα πόδια της η επανάσταση τόσο αποφασιστικά όσο ποτέ στη ιστορία, είναι υποχρεωμένη, στον αγώνα της για τη διατήρηση της συνέχειας του καλλιτεχνικού πολιτισμού, να αναζητά στηρίγμα στο προλεταριάτο ή τουλάχιστο στη νέα κοινή γνώμη που διαμορφώνεται γύρω του. Tο προλεταριάτο πάλι από τη μεριά του, χρησιμοποιώντας τη θέση του σαν κυρίαρχης τάξης, τείνει και αρχίζει να έρχεται σε επαφη με την τέχνη γενικά, προετοιμάζοντας γι’ αυτήν μια πρωτοείδωτα ισχυρή βάση. Mε αυτήν την έννοια είναι σωστό ότι οι εργοστασιακές εφημερίδες τοίχου αποτελούν μια εξαιρετικά απαραίτητη, αν και ακόμα πολύ απομακρυσμένη προϋπόθεση για τη μελλοντική καινούργια λογοτεχνία. Mα κανένας βέβαια δεν πρόκειται να πει: σε όλα τα υπόλοιπα βάζουμε τελεία και παύλα μέχρις ότου το προλεταριάτο ανεβεί από τις εφημερίδες τοίχου ως την αυτόνομη λογοτεχνική μαστοριά. Kαι την πραγματοποιεί σήμερα όχι τόσο άμεσα όσο έμμεσα, μέσα της αστικής καλλιτεχνικής διανόησης που λίγο πολύ έλκεται απ’ αυτή ή θέλει να βολευτεί στο πλευρό του και που το προλεταριάτο σε ένα τμήμα της την ανέχεται, σε άλλο την υποστηρίζει, σε ένα τρίτο σχεδόν την υιοθετεί, σε ένα τέταρτο την αφομοιώνει ολότελα. Aπό αυτό ακριβώς τον περίπλοκο χαρακτήρα της διαδικασίας, από την εσωτερική πολλαπλότητά της καθορίζεται και η πολιτική του Kομμουνιστικού Kόμματος στον τομέα της τέχνης. Tην πολιτική αυτή δεν είναι δυνατό να την αναγάγουμε σε μια μόνο φόρμουλα, πιο κοντή και από το ράμφος του σπουργιτιού. Mα και δεν είναι καθόλου απαραίτητο.
«Πράβντα», 18 Σεπτεμβρίου 1923, [Tο κείμενο έχει παρθεί από το βιβλίο “Σοσιαλισμός και Kουλτούρα”, σε μετάφραση και επιμέλεια του Aντώνη Bογιάζου]

Τετάρτη 6 Σεπτεμβρίου 2017

Το Λογοτεχνία και Σκέψη διαβάζει: ποίηση του Γιώργου Μπίμη

Το Λογοτεχνία και Σκέψη διαβάζει:

τις ποιητικές συλλογές του Γιώργου Μπίμη
• Μνήμες της Πέτρας και της Σιωπής (http://go.shr.lc/2wBNpuy
• Τα Λυρικά 
• Ο Χρόνος και οι πληγές





Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2016

Προβλήματα της σύγχρονης λογοτεχνίας, του Θεοχάρη Παπαδόπουλου (αναδημοσίευση)

Από τις 28 – 09 – 2011 ως και την 01 – 10 – 2011 έγινε το Όγδοο Διεθνές Λογοτεχνικό Φόρουμ στο Πλέβεν Βουλγαρίας. Από την Ελλάδα προσκλήθηκε πήρε μέρος και ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος με την παρακάτω εργασία, περίληψη της οποίας διαβάστηκε στα πλαίσια των εκδηλώσεων του φόρουμ.  



 
      Στις μέρες μας, παρατηρούμε ότι οι διάφορες ηθικές αξίες φθίνουν ολοένα και περισσότερο και παράλληλα με τις αξίες φθίνει και ο πολιτισμός με την ολική παρακμή και των εφτά τεχνών. Έτσι, βλέπουμε, τον κόσμο να στρέφεται προς διάφορα θεάματα τύπου Big Brother, που επιζητούν ένα κοινό χειροκροτητών χωρίς δικιά τους άποψη και γνώμη.
      Μια από τις τέχνες που βρίσκεται σε παρακμή είναι και η λογοτεχνία. Τα περισσότερα βιβλία, σήμερα, μένουν απούλητα στις προθήκες των βιβλιοπωλείων ή – στην καλύτερη περίπτωση – σκονίζονται στα ράφια των βιβλιοθηκών, όπου παραμένουν άθιχτα για πολλά χρόνια. Έχουν παρατηρηθεί βιβλιοθήκες σε νοικοκυριά με περισσότερα μπιμπελό παρά βιβλία! Ειδικότερα, οι νέοι προτιμούν να ασχοληθούν με ιστότοπους κοινωνικής δικτύωσης ( Facebook, Twitter κ.λ.π. ), παρά να διαβάσουν ένα βιβλίο. Η εικόνα ενός ογκώδους τόμου φαντάζει απωθητική και βαρετή...


      Παράλληλα, αρκετοί ριζοσπάστες πανεπιστημιακοί απαξιώνουν τη λογοτεχνία ως πολιτιστικό εργαλείο μιας διεφθαρμένης και καταπιεστικής κοινωνικής τάξης. Ξεχνάνε, όμως, ότι υπήρξαν και υπάρχουν αρκετοί ριζοσπάστες λογοτέχνες παγκόσμια αναγνωρισμένοι για την αξία τους, όπως ο Ζολά και ο Μαγιακόβσκι. Η λογοτεχνία αν και διαφημίζεται και προωθείται από το ίδιο το σύστημα μπορεί να είναι ακόμα και επαναστατική! Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Alvin Kernan «Μονάχα οι τέχνες, και ειδικότερα η λογοτεχνία, εξακολουθούν σε κάθε ευκαιρία να δαγκώνουν το χέρι που τις ταΐζει»*.
      Ας δούμε τώρα τους λόγους, που η λογοτεχνία παρακμάζει:
      Ο πρώτος λόγος, που θεωρείται και ο κυριότερος είναι η εισβολή της εικόνας και ιδιαίτερα της τηλεόρασης στο προσκήνιο. Μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις, άρα το φιλότεχνο κοινό στρέφεται προς την εικόνα, που με την αμεσότητά της λέει πολύ περισσότερα από ότι ένα βιβλίο. Θα χρειαζόντουσαν σελίδες επί σελίδων για να περιγράψουν τέλεια ένα τοπίο. Αντίθετα, αυτό το καταφέρνει άμεσα η εικόνα. Ειδικότερα με την τηλεόραση, το απλό πάτημα ενός κουμπιού και η γρήγορη εναλλαγή των εικόνων, δίνουν έναν όγκο πληροφοριών, που θα χρειαζόταν χιλιάδες ή και εκατομμύρια σελίδων για να γραφτεί. Η εισβολή της τηλεόρασης εξόρισε εντελώς το βιβλίο καθώς σχεδόν σε κάθε νοικοκυριό υπάρχουν δύο με τρεις τηλεοράσεις. Ενώ το βιβλίο χαλαρώνει και ξεκουράζει, προτιμήθηκε η τηλεόραση ως μέσο χαλάρωσης και το βιβλίο θεωρήθηκε κουραστικό. Στην πραγματικότητα, όμως, αν μια εικόνα μας δίνει χίλιες λέξεις τότε ο όγκος των πληροφοριών, που δίνει η τηλεόραση είναι πολύ μεγαλύτερος, άρα πιο κουραστικός και πολύ πιο εύκολα μπορεί να προκαλεί με τον όγκο του αυτόν σύγχυση στο σκεπτόμενο άνθρωπο.
      Ένας δεύτερος λόγος είναι οι πειραματισμοί και οι υποτιθέμενες ή  με κάθε θυσία επιδιωκόμενες καινοτομίες στο χώρο της λογοτεχνίας, που συχνά είναι κατά γενική ομολογία αποτυχημένοι, απομακρύνοντας τους καλοπροαίρετους αναγνώστες. Έχουμε δει λογοτέχνημα, που να ξεκινάει ποίημα και να καταλήγει πεζό, να ξεκινάει πεζό και να καταλήγει σε ποίημα, να ξεκινάει διήγημα και να καταλήγει σε δοκίμιο, να ξεκινάει δοκίμιο και να καταλήγει σε διήγημα! Έχουμε, επίσης, παρατηρήσει την προσπάθεια να γραφτεί ένα λογοτέχνημα από τρεις και τέσσερις συγγραφείς μαζί! Ο ένας γράφει την αρχή, ο δεύτερος τη μέση, ο τρίτος το τέλος με αποτέλεσμα να μη βγαίνει κανένα νόημα ή να χάνεται η γνησιότητα της έμπνευσης και ο αναγκαίος αυθορμητισμός. Ο κάθε συγγραφέας έχει τη δική του ξεχωριστή προσωπικότητα, το δικό του στυλ. Ακόμα και αν μιμείται παλιότερους ή σύγχρονούς του συγγραφείς δεν παύει να εκφράζει μια διαφορετικότητα, άρα η συμμετοχή πολλών συγγραφέων σε ένα λογοτέχνημα προσπαθεί να ισομοιράσει ανόμοια στυλ. Φανταστείτε ένα λογοτέχνημα που θα το άρχιζε ο Τσέχωφ, θα το συνέχιζε ο Ουγκώ και θα το τελείωνε ο Καζαντζάκης! Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι παραπάνω πειραματισμοί απέτυχαν και οι συγγραφείς, που τους δοκίμασαν ή τα συγκεκριμένα  πονήματα έμειναν παντελώς άγνωστα παρά τη διαφήμιση, που γνώρισαν ως καινοφανείς προσπάθειες.
      Οι δύο λόγοι, που αναφέραμε παραπάνω θεωρούνται και οι κυριότεροι για την παρακμή και τη φθίνουσα πορεία της λογοτεχνίας, όμως, αυτοί οι λόγοι εξηγούν την επιφάνεια του προβλήματος χωρίς να μπαίνουν στην ουσία του.
      Ο βασικότερος και αληθινός λόγος, που  η λογοτεχνία παρακμάζει είναι οι κοινωνικές συνθήκες, που επικρατούν σήμερα, οι συνθήκες ζωής του μέσου ανθρώπου. Κάθε κοινωνία διαμορφώνεται από τις συνθήκες ζωής, που κυριαρχούν. Ζούμε σε μια κοινωνία, όπου ο πολιτισμός, γενικότερα παρακμάζει και η λογοτεχνία είναι κομμάτι του πολιτισμού. Αυτή η παρακμή οφείλεται στις σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες, που εξυψώνουν και εξιδανικεύουν το κυνηγητό του χρήματος, την εντατική εργασία και τη ρουτίνα που αποφέρει το δρομολόγιο: Σπίτι – δουλειά και δουλειά – σπίτι. Η οικονομική κρίση ανάγκασε τον μέσο εργαζόμενο να δουλεύει περισσότερο και να αμείβεται λιγότερο. Πολλοί εργαζόμενοι αναγκάζονται σήμερα να  εργάζονται σε δυο δουλειές για να τα βγάλουν πέρα. Από το δουλεύουμε για να ζούμε, φτάσαμε στο ζούμε για να δουλεύουμε!  Στην ουσία ο ελεύθερος χρόνος έχει εκμηδενιστεί και αν υπάρχει ακόμα έστω και ελάχιστος δεν φτάνει για την ανάγνωση ενός βιβλίου. Που να βρεθεί χρόνος για την ανάγνωση ενός μυθιστορήματος; Πως είναι δυνατόν να θυμάται κάποιος τι διάβασε στο ίδιο μυθιστόρημα πριν από δέκα μέρες, όταν είχε πάλι λίγο ελεύθερο χρόνο; Όπως υποστηρίζει και ο Alvin Kernan: «υπάρχει και υπήρχε ανέκαθεν μια στενή λειτουργική σχέση ανάμεσα στη λογοτεχνία και στην κοινωνία που τη γεννά».** Ζούμε σε μια παρακμασμένη κοινωνία που όσο πάει σήπεται όλο και περισσότερο. Άρα ως προϊόν αυτής της κοινωνίας έχουμε την παρακμασμένη λογοτεχνία.
      Αλλά, και από τη σκοπιά των συγγραφέων οι κοινωνικές συνθήκες καθιστούν την συγγραφή και την έκδοση ενός βιβλίου δύσκολη και δαπανηρή.
      Οι περισσότεροι συγγραφείς δεν ζουν από τις πωλήσεις των έργων τους και αναγκάζονται να ακολουθήσουν ένα επάγγελμα και να γράφουν μόνο στον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο τους. Για την συγγραφή ενός βιβλίου απαιτείται χρόνος και κόπος. Αν κάποιος συγγραφέας σήμερα δουλεύει πρωί και απόγευμα και προσπαθεί να γράψει ένα μυθιστόρημα στον ελεύθερο χρόνο του, πόσα χρόνια θα χρειαστούν;
      Μια άλλη δυσκολία, που συναντούν σήμερα οι συγγραφείς είναι το κόστος έκδοσης των βιβλίων τους. Οι εκδοτικοί οίκοι απαιτούν τεράστια ποσά, με αποτέλεσμα οι συγγραφείς να μετράνε τις πενιχρές οικονομίες τους και να μην τους φτάνουν για την έκδοση ενός βιβλίου. Αν ο εκδοτικός οίκος έχει όνομα τότε ο συγγραφέας πληρώνει και ένα ποσό για τη φίρμα. Ένα μικρό βιβλίο εκατό σελίδων μπορεί να κοστίσει ακόμα και δύο χιλιάδες ευρώ. Φανταστείτε πόσο θα μπορεί να κοστίσει ένα ογκώδες μυθιστόρημα ή ένα βιβλίο με έγχρωμη εικονογράφηση.        
      Στην παρακμή της λογοτεχνίας βοηθάει και ο εκδοτικός τομέας, που απαξιώνει οποιοδήποτε αξιόλογο λογοτέχνημα με τη δικαιολογία ότι «δεν πουλάει» και προωθεί περιπετειούλες με λίγο πορνό για αλατοπίπερο! Τα συγκεκριμένα λογοτεχνήματα προβάλλονται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και διαφημίζονται ως best seller, μοσχοπουλιούνται και ξεχνιούνται μετά από ένα εξάμηνο!     
      Τι θα γίνει λοιπόν, η λογοτεχνία θα σβήσει, όπως ισχυρίζεται ο Alvin Kernan; Θα πάψει να υπάρχει αναγνωστικό κοινό, με αποτέλεσμα να σταματήσουν να γράφονται λογοτεχνικά βιβλία; Οι νέες γενιές θα γνωρίσουν τη λογοτεχνία σαν μουσειακό είδος;
      Ακόμα και αν τα διάφορα είδη λογοτεχνίας συνεχίσουν να παρακμάζουν μέχρι που να σβήσουν εντελώς, υπάρχει ένα είδος που μπορεί να εξακολουθεί να αντιστέκεται στο πείσμα των καιρών και δεν θα εξαφανιστεί ποτέ. Πρόκειται για την ποίηση. Γιατί η ποίηση; Τι παραπάνω έχει από τα άλλα είδη λογοτεχνίας;
      Η ποίηση είναι το μόνο λογοτεχνικό είδος, που μπορεί να αντισταθεί στην έλλειψη ελεύθερου χρόνου, λόγω του ότι περιέχει άμεσα νοήματα. Σε ελάχιστους στίχους μπορεί να εμπεριέχονται σπουδαίοι συλλογισμοί. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι σήμερα δεν γράφονται τεράστια ποιήματα. Ο καιρός που γράφονταν έπη έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Το ποίημα μικραίνει όλο και περισσότερο, γίνεται μια κραυγή και αυτή η κραυγή είναι ικανή να ταρακουνήσει, να προτρέψει αλλά και να τέρψει ευχάριστα τον αναγνώστη. Αν μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις, ένα μικρό και περιεκτικό ποίημα μπορεί να αξίζει όσο χίλιες εικόνες! Η ποίηση μπορεί να διαβαστεί σε διάφορα μικροδιαλείμματα από τη ρουτίνα της μέρας, που ο χρόνος δεν επαρκεί για τίποτα περισσότερο. Δεν είναι τυχαίο ότι όλο και περισσότεροι ποιητές γράφουν ολιγόστιχα ποιήματα. Πολλοί από αυτούς, μάλιστα, στρέφονται στο μικρό, άμεσο και κομψό χαϊκού.
      Υπάρχει, όμως, και ένας άλλος λόγος, που η ποίηση είναι το μόνο είδος της λογοτεχνίας, που θα διατηρηθεί ζωντανό. Είναι γνωστό ότι ποιητές υπάρχουν πολλοί. Είναι επίσης, γνωστό ότι υπάρχουν πολλοί εν δυνάμει ποιητές, που καταχωνιάζουν τα ποιήματά τους σε ένα συρτάρι για να τα θυμηθούν μετά από χρόνια, αν υπάρξει η κατάλληλη προτροπή. Υπάρχει, όμως και ένα φανατικό κοινό αναγνωστών. Σε πείσμα του σύγχρονου ρητού: «Η ποίηση δεν πουλάει», θα βρούμε φανατικούς αναγνώστες όχι μόνο της παλιότερης αλλά και της σύγχρονης ποίησης.
      Πιο πάνω αναφερθήκαμε στην έλλειψη ελεύθερου χρόνου από τη σκοπιά των συγγραφέων. Η ποίηση, σίγουρα χρειάζεται καιρό και κόπο για να γραφτεί, αλλά απαιτεί πολύ λιγότερο χρόνο από ότι ένα μυθιστόρημα, μια νουβέλα, ένα διήγημα.      
      Όσον αφορά το κόστος έκδοσης μιας ποιητικής συλλογής είναι πολύ μικρότερο από το κόστος έκδοσης μιας συλλογής διηγημάτων ή ενός μυθιστορήματος. Ένα βιβλίο σαράντα οκτώ σελίδων με τριάντα πέντε ποιήματα κοστίζει σήμερα από χίλια ως χίλια πεντακόσια ευρώ – ανάλογα με τον εκδοτικό οίκο. Ένας μέσος εργαζόμενος, σήμερα, μπορεί να εκδίδει μια ποιητική συλλογή κάθε δυο χρόνια και να αντέχει το κόστος έκδοσής της.
      Συμπερασματικά, η λογοτεχνία σήμερα αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα, κινδυνεύει να σβήσει και ψυχομαχεί, όμως η ποίηση είναι το αθάνατο και αγέραστο κύτταρο, που θα τη διατηρήσει για πάντα ζωντανή.
Βιβλιογραφία:
*Alvin Kernan: «Ο θάνατος                         της Λογοτεχνίας», εκδ. «Νεφέλη», σελ.62.
**Alvin Kernan: «Ο θάνατος της Λογοτεχνίας», εκδ. «Νεφέλη», σελ.63.
ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ (*)
--------------------------
(*) Δημοσιεύτηκε στο περ. «Δευκαλίων ο Θεσσαλός», τευχ. 37, Ιούνης-Αύγουστος 2012, σελ. 78-79. Η αναδημοσίευση είναι από την εξαιρετική λογοτεχνική σελίδα "Ποίηση και Λογοτεχνία" που αξίζει την σ΄τήριξη και την προσοχή μας.